ΦΙΛΙΠΠΟΣ Β’ Ο ΜΑΚΕΔΩΝ (Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ)

Η Μακεδονία πρωτοεμφανίζεται στην ιστορία, κατά το Θεόπομπο, τον 8 αιώνα π.Χ. με το βασιλιά της Κάρανο. Κατά τον Ηρόδοτο, όμως, μυθικός γενάρχης της Μακεδονικής δυναστείας θεωρείτο ο Ηρακλής, μέσω του απογόνου του Τημένου. Ο ιδρυτής του κράτους και του βασιλικού οίκου των Τημενιδών Αργεαδών, Περδίκκας, με τα αδέλφια του κατέφυγαν από το Άργος στους Ιλλυριούς και από εκεί στη Λεβαία, κάπου στη Μακεδονία. Την καταγωγή αυτή υποστήριξε και ο ιστορικός Θουκυδίδης, που καθόρισε την περιοχή της Πιερίας ως πυρήνα του βασιλείου. Οι Μακεδόνες όμως είχαν και στενές σχέσεις με τους Θεσσαλούς, όπως αναφέρεται και στη διήγηση του Θουκυδίδη…

Σύμφωνα με τον Ησιόδο, οι γενάρχες της Μακεδονίας και Θεσσαλίας, ο Μακεδνός ή Μακεδόνας και ο Μάγνης ήταν αδέλφια, γιοι του Δία και της Θυίας. Κατά την ίδια περίοδο (8ος και 7ος αιώνα), άρχισε η εγκατάσταση αποίκων στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου, που αυξήθηκαν κατά τον 6ο αιώνα (Δίκαια, Μεθώνη, Πύδνα, Ποτίδαια κ. ά.). Οι Μακεδόνες ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ. έρχονται σε επαφή με τους νότιους Έλληνες, που είχαν εγκατασταθεί στη Χαλκιδική, καθώς και στα παράλια της Πιερίας και δέχονται πολιτιστικά ρεύματα από την υπόλοιπη Ελλάδα και τη Μικρά Ασία.

Τον 5ο αιώνα π.Χ. η Μακεδονία ως έννοια γεωγραφική και πολιτική, περιλαμβάνει την περιοχή ανάμεσα στον Όλυμπο και τον άνω ρου του Αλιάκμονα στα δυτικά, μέχρι τον ποταμό Στρυμόνα στα ανατολικά. Οι ιστορικοί του 5ου αιώνα π.Χ. Ηρόδοτος και Θουκυδίδης αποκαλούσαν «Κάτω Μακεδονία» τα πεδινά της Πιερίας και της Ημαθίας – Βοττιαίας και τη διέκριναν από την «Άνω Μακεδονία», που περιλάμβανε τις ανατολικές υπώρειες της Πίνδου, τον άνω Αλιάκμονα και την περιοχή στα ΝΑ των λιμνών Αχρίδας και Πρεσπών.

Μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ. ο πληθυσμός της Μακεδονία ήταν αγρότες και δεν είχαν διακριθεί ιδιαίτερα στις τέχνες ή στα γράμματα. Η έλλειψη οργανωμένου στρατού είχε σαν αποτέλεσμα να τους υποτάξουν εύκολα οι Πέρσες. Οι απόγονοι του Περδίκκα, που εδραίωσαν και μεγάλωσαν το κράτος τους, θεωρούνται: ο Φίλιππος ο Α’ (621 – 588 π.Χ.) και ο Αμύντας ο Α’, ο οποίος είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τους Πεισιστρατίδες της Αθήνας. Από τότε οι άνακτες της Μακεδονίας κατάλαβαν την ανάγκη ελέγχου της Θράκης. Ο γιος του Αμύντα Αλέξανδρος Α’ ο Φιλέλληνας (498 – 454 π.Χ.) υπήρξε ο πιο σημαντικός της περιόδου αυτής.

Την προσωνυμία »Φιλέλλην» τη χρωστά στη συμμετοχή του στους Μηδικούς πολέμους κατά των Περσών. Αυτός έσωσε το Θεμιστοκλή με 10 χιλ. άνδρες στα Τέμπη (480 π.Χ.) και συντέλεσε αποφασιστικά στη νίκη των Πλαταιών (479 π.Χ.). Γι’ αυτό και οι Αθηναίοι τον αναγνώρισαν “ως ‘Έλληνα πάνυ Ελλήνων” (Έλληνα πιο πολύ από κάθε άλλον Έλληνα) και του έστησαν χρυσό ανδριάντα στους Δελφούς. Η απομάκρυνση των Περσών από την περιοχή του έδωσε την ευκαιρία να ενσωματώσει στην επικράτειά του τις περιοχές της Ορεστίδος, Λυγκηστίδος και Πελαγονίας προς τα δυτικά και τα βόρεια καθώς και της Μυγδονίας, Κρηστωνίας και Βισαλτίας με τα πλούσια μεταλλεύματα προς τα ανατολικά.

Η διαδοχή του Αλεξάνδρου σταθεροποιήθηκε μόλις το 435 π.Χ., επί Περδίκκα Β’, του »Ξυμμάχου και φίλου» των Αθηναίων στα ταραγμένα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου (431 –  404 π. Χ.). Η δημιουργία όμως πρωτοποριακού για την εποχή κράτους επιτεύχθηκε από τον Αρχέλαο (414 / 3 – 399 π. Χ.), που επωφελήθηκε από την ήττα των Αθηναίων στη Σικελία. Η εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας, στις οποίες περιλαμβάνεται και η πώληση ναυπηγήσιμης ξυλείας, καθώς και άλλες διευκολύνσεις αύξησαν τα οικονομικά του.

Η ορθολογική χρήση των πόρων αυτών, σε συνδυασμό με την μοναδική ικανότητα του ηγεμόνα στην καλλιέργεια των προοδευτικότερων πνευματικών τάσεων της εποχής του έδωσαν τη δυνατότητα να αναδιοργανώσει το ιππικό και το πεζικό του, να ιδρύσει οχυρά και να αναπτύξει το οδικό δίκτυο του κράτους. Η επιρροή του βασιλιά επεκτάθηκε και πέρα από τα σύνορα του κράτους. Παράλληλα ο Αρχέλαος φαίνεται πως μετέφερε την πρωτεύουσά του από τις Αιγές στην Πέλλα, όπου έχτισε μεγαλόπρεπα ανάκτορα, που διακόσμησε ο μεγαλύτερος ζωγράφος της εποχής, ο Ζεύξις .

Ο πρόωρος θάνατος του Αρχελάου σε κυνηγετικό ατύχημα είχε καταστρεπτικές συνέπειες για την επικράτειά του. Οι επόμενες δεκαετίες διαταράχτηκαν από τις εισβολές των Δαρδανών υπό τον ικανό Βάρδυλι. Παράλληλα, πολλά εδάφη πέρασαν στα χέρια των Χαλκιδέων. Οι προσπάθειες του Αμύντα Γ’ (393 / 2 – 370 / 69 π. Χ.), πατέρα του Φιλίππου, χαρακτηρίζονται από έντονες μεταπτώσεις. Η μεγαλύτερη καταστροφή συνέβη το 360 / 59 π.Χ. όταν ο Περδίκκας Γ’ (365 – 359 π. Χ.) ηττήθηκε από τους Ιλλυριούς του Βάρδυλι.

Ο ίδιος, μαζί με 4000 στρατιώτες, έπεσε στο πεδίο της μάχης. Το μέγεθος της καταστροφής για τους Μακεδόνες ήταν πρωτόγνωρο. Η πειθαρχία κατέρρευσε, και το φρόνημα του λαού καταρρακώθηκε. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες ανέλαβε ο Φίλιππος Β’.

Ο ΟΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΡΓΕΑΔΩΝ ή ΤΗΜΕΝΙΔΩΝ

Για το χρόνο ίδρυσης του βασιλικού Οίκου της Μακεδονίας τίποτα δεν είναι απόλυτα σαφές. Η αρχή του τοποθετείται μεταξύ μύθου και ιστορίας, ο δε ιδρυτής της φέρεται να έζησε την ίδια περίπου εποχή με τον ιδρυτή του Οίκου των Αχαιμενιδών. Αυτή η σύμπτωση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, αφού τον 6ο π.Χ. αιώνα ο Δαρείος Α΄ πέρασε στην Ευρώπη και κατέστησε τον Αμύντα Α΄ υποτελή του, εγκαινιάζοντας μία αντιπαλότητα μοιραία και για τους δύο Οίκους. Δύο αιώνες αργότερα ο Αλέξανδρος Γ΄ πέρασε στην Ασία και εκστράτευσε κατά της Αχαιμενιδικής Αυτοκρατορίας.

Τον τέταρτο χρόνο των εχθροπραξιών δολοφονήθηκε ο Δαρείος Γ΄, τον ενδέκατο χρόνο πέθανε ο Αλέξανδρος Γ΄ και μαζί τους πέθαναν και οι δύο βασιλικοί Οίκοι. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, τρεις γιοι του Τημένου, ο Γαυάνης, ο Αέροπος και ο Περδίκκας, εξορίσθηκαν από το Άργος και κατέφυγαν πρώτα στην Ιλλυρία και μετά στην πόλη Λεβαία της Άνω Μακεδονίας, όπου βιοπορίζονταν φροντίζοντας τα ζώα του τοπικού (μάλλον Παίονα) ηγεμόνα. Όταν εμφανίσθηκε κάτι, που ερμηνεύθηκε ως θεϊκή προειδοποίηση, ο βασιλίσκος θορυβημένος τους διέταξε να φύγουν από τη χώρα του.

Εκείνοι ζήτησαν τους δεδουλευμένους μισθούς τους και ο βασιλίσκος «τυφλωμένος από τους θεούς» τους έδειξε τις ακτίνες του ήλιου, που έμπαιναν μέσα από την καπνοδόχο του σπιτιού, λέγοντάς τους «Να ο μισθός, που σας αξίζει». Οι δύο μεγαλύτεροι έμειναν έκπληκτοι, αλλά ο μικρότερος που είχε μάχαιρα, την έβγαλε και λέγοντας «Βασιλιά δεχόμαστε ό,τι μας δίνεις», έκανε ότι μάζευε από το χώμα τις ηλιαχτίδες και τις έβαζε στο χιτώνα του. Αφού έφυγαν τα τρία αδέρφια, ο βασιλιάς τους καταδίωξε θεωρώντας ότι ο νεαρός Περδίκκας είχε προβάλει διεκδικήσεις στο θρόνο και σε όλη την επικράτειά του κάτω από τον ήλιο.

Εκείνοι κατέφυγαν πέρα από τους «κήπους του Μίδα» και με ορμητήριο το όρος Βέρμιο κατέλαβαν πρώτα τα γειτονικά μέρη και μετά όλη τη Μακεδονία. Παραδίδεται και ο μύθος ότι ο Περδίκκας ακολούθησε ένα κοπάδι κατσικιών και στο σημείο, που σταμάτησαν τα κατσίκια (αίγες), αποφάσισε να χτίσει την πρωτεύουσά του, τις οποίες εύλογα ονόμασε Αιγές. Η βασιλική δυναστεία της Μακεδονίας ονομάσθηκε Τημενίδες ή Αργεάδες, διότι οι τρεις αδερφοί ήταν γιοι του Τήμενου από το Άργος. Το οικόσημο του βασιλικού Οίκου δεν ήταν γνωστό, μέχρι την ανακάλυψη του τάφου του Φιλίππου Β΄.

Τότε διαπιστώθηκε ότι ήταν ο λεγόμενος «ήλιος της Βεργίνας», που μας παραπέμπει άμεσα στα γραφόμενα του Ηρόδοτου και τη συλλογή των ακτίνων του ήλιου από τον Περδίκκα, τον φερόμενο ως ιδρυτή της δυναστείας. Στη γενεαλογία των Μακεδόνων βασιλέων ο Αλέξανδρος Α΄ αποτελεί κομβικό πρόσωπο. Για τους περισσότερους προκατόχους του ουσιαστικά τίποτα δεν είναι γνωστό εκτός ίσως από το όνομα.

Η εμπλοκή του Αλεξάνδρου Α΄ στους Περσικούς πολέμους έβγαλε τη Μακεδονία από την ιστορική αφάνεια και η συνδυασμένη δράση νοτίων ελληνικών κρατών και Μακεδονίας στο γεωγραφικό χώρο της σημερινής Ελληνικής Μακεδονίας, που ως τότε ανήκε σε διάφορους Παιονικούς λαούς, ρίχνουν αρκετό φως στους επόμενους βασιλείς. Για τους προκατόχους του Αλεξάνδρου Α΄ βασιζόμαστε στον Ηρόδοτο και η πλήρης γενεαλογία των Μακεδόνων βασιλέων προκύπτει ως εξής:

  • Περδίκκας Α΄: φαίνεται να βασίλεψε στις αρχές του 7ου αιώνα
  • Αργαίος Α΄: διαδέχθηκε τον πατέρα του και φαίνεται να βασίλεψε στα τέλη του 7ου αιώνα
  • Φίλιππος Α΄: διαδέχθηκε τον πατέρα του και φαίνεται να βασίλεψε στις αρχές του 6ου αιώνα
  • Αέροπος: ανήλικος ακόμη διαδέχθηκε τον πατέρα του το 588 π.Χ. και βασίλεψε έως το 568 π.Χ.
  • Αλκέτας: διαδέχθηκε τον πατέρα του και βασίλεψε μεταξύ 568 π.Χ. και 540 π.Χ.
  • Αμύντας Α΄: γιος του Αλκέτα και πατέρας του Αλεξάνδρου Α΄. Ανέβηκε στο θρόνο το 540 π.Χ.και έδωσε γη και ύδωρ στους πρέσβεις του Δαρείου. Επί των ημερών του η Μακεδονία απετέλεσε μέρος της ευρωπαϊκής σατραπείας των Αχαιμενιδών.
  • Αλέξανδρος Α΄: γιος του Αμύντα Α΄, ανέβηκε στο θρόνο το 498 π.Χ. Έγινε γνωστός σε όλη την Ελλάδα κατά την εκστρατεία του Ξέρξη, οπότε όντας βασιλιάς υποτελής των Περσών («Μακεδόνων ύπαρχος») πληροφορούσε τους ανυπότακτους Έλληνες για τα σχέδια των Περσών. Πριν τη μάχη των Θερμοπυλών ειδοποίησε τις Ελληνικές δυνάμεις και πριν από τη μάχη των Πλαταιών γνωστοποίησε στους Αθηναίους το πολεμικό σχέδιο του Μαρδόνιου. Μετά το τέλος του πολέμου επεξέτεινε τη Μακεδονία μέχρι το Στρυμόνα. Όταν θέλησε να λάβει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες, στους οποίους επιτρεπόταν να συμμετέχουν μόνο Έλληνες, χρειάσθηκε να αποδείξει στους ελλανοδίκες την Ελληνική του καταγωγή.
  • Περδίκκας Β΄: γιος του Αλεξάνδρου Α΄. Διαδέχθηκε τον πατέρα του το 454 π.Χ. και συμβασίλευσε με τον αδελφό του Φίλιππο, που πέθανε νωρίς.
  • Αρχέλαος: νόθος γιος του Περδίκκα Β΄. Το 413 π.Χ. σφετερίσθηκε το θρόνο, αλλά αναδείχθηκε σε άξιο ηγέτη. Σύμφωνα με το Θουκυδίδη ήταν ο ένατος βασιλιάς της δυναστείας και έκανε για τη Μακεδονία περισσότερα απ’ όσα είχαν κάνει όλοι οι προηγούμενοι βασιλείς μαζί. Μετέφερε την πρωτεύουσα από τις Αιγές στην Πέλλα.
  • Αμύντας Β΄: το 393 π.Χ. διαδέχθηκε τον Αρχέλαο, βασίλεψε ως το 389 π.Χ. και συχνά συγχέεται με τον επόμενο.
  • Αμύντας Γ΄: γιος του Αρριδαίου, δισέγγονος του Αλεξάνδρου Α΄, πατέρας του Φιλίππου Β΄ και παππούς του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το 389 π.Χ.διαδέχθηκε τον Αμύντα Β΄ και το 383 π.Χ. τον εκθρόνισε ο Αργαίος, ένας ευγενής από τη Λυγκηστίδα και όχι Αργεάδης. Το 381 π.Χ. με τη βοήθεια των Θεσσαλών ο Αμύντας Γ΄ εκθρόνισε τον Αργαίο και ανακατέλαβε το θρόνο ως το 369 π.Χ.
  • Αλέξανδρος Β΄: γιος του Αμύντα Β΄, κατέλαβε το θρόνο το 369 π.Χ. Επιτέθηκε κατά της Θεσσαλίας, αλλά εσωτερικές έριδες τον ανάγκασαν να επιστρέψει στη Μακεδονία. Το 367 π.Χ. τον δολοφόνησε ο Πτολεμαίος, ένας εταίρος από την Άλωρο της Βοττιαίας, που ανέλαβε επίτροπος των γιων του Αμύντα Γ΄, Περδίκκα και Φιλίππου.
  • Περδίκκας Γ΄: γιος του Αμύντα Γ’ και μεγαλύτερος αδελφός του Φιλίππου. Το 365 π.Χ. δολοφόνησε τον Πτολεμαίο Αλωρίτη και ανέβηκε στο θρόνο. Το 359 π.Χ. σκοτώθηκε σε μάχη κατά των Ιλλυριών, που πίεζαν ασφυκτικά τα σύνορα της Μακεδονίας.
  • Φίλιππος Β΄: γεννήθηκε το 383 π.Χ., ήταν γιος του Αμύντα Γ΄ και της Ευρυδίκης και αδελφός του Περδίκκα Γ΄. Μυήθηκε στα Καβείρια μυστήρια της Σαμοθράκης την ίδια περίοδο με την Ολυμπιάδα, κόρη του Νεοπτόλεμου και αδελφή του Αλεξάνδρου Α΄ των Μολοσσών. Παρέμεινε ως όμηρος στη Θήβα από το 368 π.Χ. έως το 359 π.Χ. Το 359 π.Χ., όταν πληροφορήθηκε ότι ο μεγαλύτερος αδελφός του και βασιλιάς σκοτώθηκε προσπαθώντας να αποκρούσει τους Ιλλυριούς, δραπέτευσε από τη Θήβα και ανέλαβε το θρόνο της Μακεδονίας. Απέσπασε τους στρατηγικούς πόρους της Θράκης, εκσυγχρόνισε τον Μακεδονικό στρατό μετατρέποντάς τον σε επαγγελματικό και εφάρμοσε επιθετική και επεκτατική πολιτική. Χρησιμοποιώντας τη στρατιωτική ισχύ και την εξαγορά των πάντοτε πρόθυμων πολιτικών, επέβαλε τη μακεδονική Ηγεμονία στην Ελλάδα. Λένε πως ο ίδιος υπερηφανευόταν περισσότερο για τη διπλωματικότητα του και τη στρατηγική του σύνεση παρά για την ανδρεία του στη μάχη, διότι στα πολεμικά κατορθώματα μετέχουν όλοι όσοι μάχονται, ενώ οι διπλωματικές επιτυχίες ήταν αποκλειστικά δικές του. Το 357 π.Χ. παντρεύτηκε την Ολυμπιάδα και έκανε μαζί της δύο παιδιά, τον Αλέξανδρο (356 π.Χ.) και την Κλεοπάτρα (355 π.Χ.). Το 338 π.Χ. ίδρυσε στην Κόρινθο το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων και κήρυξε την πανελλήνια εκστρατεία κατά των Περσών. Το 337 π.Χ. έστειλε στην Ασία στρατεύματα, για να προπαρασκευάσουν την εισβολή, και τον επόμενο χρόνο δολοφονήθηκε κατ’ εντολή του Μεγάλου Βασιλέως στο θέατρο των Αιγών κατά τους γάμους της κόρης του, Κλεοπάτρας.
  • Αλέξανδρος Γ΄, ο Μέγας: γιος του Φιλίππου Β΄ και της Ολυμπιάδας. Διαδέχθηκε τον πατέρα του το 336 π.Χ., τον επόμενο χρόνο επέβαλε την κυριαρχία του σε όλους τους Θρακικούς λαούς ως τον Ίστρο, κατέστρεψε την εξεγερθείσα Θήβα και το 334 π.Χ.ε εισέβαλε στην Ασία. Υπέταξε ολόκληρη την αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών και την Ινδία μέχρι τον ποταμό Ύφαση. Πέθανε τον Ιούνιο του 323 π.Χ. στη Βαβυλώνα.
  • Αλέξανδρος Δ΄: γεννήθηκε το 323 π.Χ., μερικούς μήνες μετά το θάνατο του πατέρα του, Αλεξάνδρου Γ΄. Ο στρατός στη Βαβυλώνα τον ανακήρυξε βασιλέα μαζί με τον Αρριδαίο του Φιλίππου υπό την κηδεμονία, αρχικά του Περδίκκα και μετά του Αντιπάτρου. Πρακτικά έζησε αιχμάλωτος και τελικά δολοφονήθηκε το 311 π.Χ.σε ηλικία 12 ετών μαζί με τη μητέρα του, Ρωξάνη, από τον Κάσσανδρο στην Αμφίπολη. Ο τάφος του βρίσκεται στις Αιγές (Βεργίνα), δίπλα στον τάφο του Φιλίππου Β΄.

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΦΙΛΙΠΠΟ Β’

Ο Ηρόδοτος δίνει την αλληλουχία των επτά Μακεδόνων βασιλέων ως τον Αλέξανδρο Α΄ (498 – 454 π.Χ.) κι ο Θουκυδίδης επιβεβαιώνει ότι ο Αρχέλαος του Περδίκκα (413 – 393 π.Χ.) ήταν ο ένατος κατά σειρά. Πέραν αυτών ελάχιστα είναι γνωστά για τους βασιλείς πριν τον Αμύντα Α΄ (540 – 498 π.Χ.), ειδικά δε η διάρκεια της βασιλείας των τριών πρώτων είναι σαφές ότι προκύπτει με βάση την εκτίμηση ότι διήρκεσε περίπου 40 χρόνια και υπολογίζοντας αντίστροφα προσδιορίζεται η κατά προσέγγιση έναρξη της δυναστείας.

Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, ο ιδρυτής της δυναστείας των Αργεαδών, ο Περδίκκας Α΄ δημιούργησε στο όρος Βέρμιο την αρχική του επικράτεια, την οποία ο Ηρόδοτος αποκαλεί Μακεδονίδα. Με μια απλή ματιά στο χάρτη προκύπτει λοιπόν ότι ο Περδίκκας ήταν ένας ασήμαντος τοπικός ηγεμονίσκος και καταχρηστικά (με βάση τα σημερινά δεδομένα) του αποδίδεται ο τίτλος του βασιλιά. Ωστόσο και τις γύρω περιοχές ούτε πιο προοδευμένοι λαοί τις κατοικούσαν ούτε πιο σημαντικοί ηγεμόνες τις διοικούσαν.

Το πολίτευμα των Μακεδόνων ήταν το είδος της βασιλείας, που περιγράφει ο Όμηρος στα Ελληνικά κράτη του Τρωικού πολέμου. Η Ομηρική δομή του Μακεδονικού πολιτεύματος και η ύπαρξη τάξης ευγενών πολεμιστών φαίνεται και σε πολλά από τα διασωθέντα ονόματα των Μακεδόνων ηγετών, που καταγράφουμε στο σχετικό πίνακα. Κεφαλή του κράτους ήταν ο βασιλιάς, που έπρεπε να είναι κατά προτίμηση ο μεγαλύτερος και νόμιμος γιος του προκατόχου του και οπωσδήποτε μέλος του Οίκου των Αργεαδών, έστω κι εξ αγχιστείας.

Την κυβέρνηση του κράτους αποτελούσαν οι ευγενείς, που αποκαλούνταν ἑταῖροι (φίλοι) του βασιλιά, τίτλος εξίσου παλιός με το πολίτευμα, αφού τον συναντάμε για πρώτη φορά στην Ιλιάδα. Τα Εταιρίδια ήταν μία γιορτή κοινή στους Μακεδόνες και στο αρκετά νοτιότερο Θεσσαλικό έθνος των Μαγνήτων, αν και τη διοργάνωναν ξεχωριστά ο ένας λαός από τον άλλο. Η εξουσία του βασιλιά ήταν ανταγωνιστική προς εκείνη των εταίρων και αυξομειωνόταν ανάλογα με την προσωπικότητα του βασιλιά, του κάθε εταίρου και ανάλογα με τις επιμέρους ομάδες που μπορούσαν να σχηματίσουν.

Οι στρατευόμενοι Μακεδόνες πολίτες, αριστοκράτες και μη, συγκροτούσαν το άλλο ανώτατο θεσμικό όργανο του Μακεδονικού κράτους, το Κοινό των Μακεδόνων ή την Εκκλησία των Μακεδόνων, το οποίο αποτελούσε ανάλογο της Εκκλησίας του Δήμου στις δημοκρατίες του Νότου ή της Απέλλας στο βασίλειο της Σπάρτης και ήταν το ανώτατο πολιτειακό και δικαστικό όργανο. Η Εκκλησία των Μακεδόνων ήταν αρμόδια για ύψιστης σημασίας πολιτικά και πολιτειακά ζητήματα, οι δε πολιτειακές αρμοδιότητες της έφταναν μέχρι του σημείου να απαιτείται η έγκρισή της για τη διαδοχή στο θρόνο.

Αυτό φάνηκε καθαρά από τις ενέργειες του Φιλίππου για να πεισθούν οι Μακεδόνες να τον δεχθούν ως βασιλιά, ενώ κι ο Μέγας Αλέξανδρος χρειάσθηκε την έγκρισή της, τόσο για να καταλάβει το θρόνο όσο και για να συνεχίσει την εκστρατεία μετά το θάνατο του Δαρείου. Οι δικαστικές αρμοδιότητες της Εκκλησίας των Μακεδόνων περιελάμβαναν επίσης σοβαρά κρατικά ζητήματα, όπως συνωμοσίες κατά του βασιλιά και εσχάτη προδοσία. Ο Κούρτιος λέει χαρακτηριστικά ότι, σε κεφαλαιώδους σημασίας ζητήματα προβλεπόταν ο Μακεδόνας βασιλιάς να διεξάγει δίκη, στην οποία οι στρατιώτες (ή οι πολίτες σε καιρό ειρήνης) αποτελούσαν τους ενόρκους.

Η άποψη του βασιλιά δεν έπαιζε ρόλο, εκτός κι αν είχε ασκήσει την επιρροή του πριν από τη δίκη» και ορθά συμπεραίνει ότι «οι Μακεδόνες δεν είχαν σκληρή βασιλική εξουσία. Στη διάρκεια της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου η Εκκλησία των Μακεδόνων εκδίκασε τις συνωμοσίες του Φιλώτα και των παίδων της βασιλικής ακολουθίας. Στις αρχές του 7ου π.Χ. αιώνα η αρχική γη των Μακεδόνων, η Μακεδονίς, περιελάμβανε το όρος Βέρμιο και τις γύρω περιοχές.

Σύμφωνα με το μύθο ο ιδρυτής του βασιλείου, ο Περδίκκας Α΄, ακολούθησε ένα κοπάδι από κατσίκια (αἶγες) και στο σημείο όπου σταμάτησαν, αποφάσισε να χτίσει την πρωτεύουσά του, την οποία γι’ αυτόν το λόγο ονόμασε Αιγές. Το αρχαίο Ελληνικό επίθετο Μακεδνός σημαίνει μακρύς ή ψηλός και συνεπώς τα ουσιαστικά Μάκεδνος και Μακεδών σημαίνουν τους ορεσίβιους ή τους απομακρυσμένους. Δηλαδή, είτε με τη μία έννοια είτε με την άλλη, το εθνικό όνομα των Μακεδόνων ήταν απόλυτα προσδιοριστικό του λαού.

Την εποχή εκείνη η Μακεδονίς συνόρευε προς Ανατολάς με τους Πίερες, προς Νότο με τους Περραιβούς, προς Δυσμάς με τους Εορδαίους, ενώ προς Βορρά ο Λουδίας κι ο Αλιάκμων σχημάτιζαν τα φυσικά σύνορα με τους Βοττιαίους. Από αυτούς τους λαούς μόνο για τους Περραιβούς γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι ήταν Έλληνες, ενώ οι άλλοι κατά πάσα πιθανότητα ήταν Παίονες.

Η αναφορά του Ηρόδοτου σε «Κήπους του Μίδα» στην ευρύτερη περιοχή πρέπει να θεωρηθεί ως ανάμνηση της παρουσίας Φρυγών σ’ εκείνα τα εδάφη, μάλλον πριν τους Ομηρικούς χρόνους, οπότε ήδη είχαν εγκατασταθεί στη Μικρά Ασία και πολέμησαν στον Τρωικό πόλεμο εναντίον των Ελλήνων. Οι Παίονες αναφέρονται επίσης από τον Όμηρο και κατά πάσα πιθανότητα κινήθηκαν νοτιότερα εκδιώκοντας τους Φρύγες ή καταλαμβάνοντας τα εδάφη, που εκείνοι άφηναν πίσω τους μεταναστεύοντας στη Μικρά Ασία.

Σε χρόνους, που δεν μπορούν να προσδιορισθούν με ακρίβεια, αλλά οπωσδήποτε πολύ πριν την εισβολή του Ξέρξη στην Ελλάδα (480 π.Χ.) οι Μακεδόνες ηγεμονίσκοι (βασιλείς) έδιωξαν από την Πιερία τους Πίερες, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στα νότια του Παγγαίου, από τη Βοττιαία έδιωξαν τους Βοττιαίους, που εγκαταστάθηκαν γύρω από την Όλυνθο, και από την Αλμωπία έδιωξαν τους Άλμωπες.

Απέσπασαν από τους βορειότερους Παίονες την Αμφαξίτιδα (τη στενή λωρίδα γης από το σημείο που ο Αξιός βγαίνει στην πεδιάδα ως τη θάλασσα νότια της Πέλλας), έδιωξαν ακόμη από την Εορδαία τους Εορδούς και οι λίγοι, που διέφυγαν τη σφαγή εγκαταστάθηκαν γύρω από τη Φύσκα, κοντά στις πηγές του ποταμού Ηδωνού (Γαλλικού). Έτσι η Μακεδονία επεκτάθηκε γύρω από τον Θερμαϊκό κόλπο και προς τα μεν βόρεια ως τα σύνορα της σημερινής Ελλάδας με την πρώην Γιουγκοσλαβία, προς τα δε ανατολικά ως τον Αξιό ποταμό και οι Μακεδόνες ηγεμόνες έπαψαν να φέρουν καταχρηστικά τον τίτλο του βασιλιά.

Όπως λέει με σαφήνεια ο Ηρόδοτος, πριν την εισβολή του Ξέρξη οι Μακεδόνες είχαν επεκταθεί και προς τα δυτικά, αποσπώντας από τους Ιλλυριούς και τους Παίονες την Ελιμιώτιδα, την Τυμφαία, την Ορεστίδα, τη Λυγκηστίδα και την Πελαγονία. Τα εδάφη αυτά αποτέλεσαν ημιαυτόνομα βασίλεια και όλα μαζί ονομάσθηκαν Άνω Μακεδονία σε αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα εδάφη, που ονομάσθηκαν Κάτω Μακεδονία και ήταν υπό τον άμεσο έλεγχο της κεντρικής εξουσίας. Τα επί μέρους κρατίδια της Άνω Μακεδονίας διέθεταν τοπικούς βασιλίσκους οι οποίοι, ενώ ήταν «σύμμαχοι και υπήκοοι» του Μακεδόνα βασιλιά, διέθεταν αρκετή αυτονομία.

Δεν είναι καθόλου σαφές πότε και πώς προέκυψαν τα ημιαυτόνομα κράτη της Άνω Μακεδονίας, τα οποία μάλιστα είχαν και τους δικούς τους βασιλικούς Οίκους. Ειδικά δε οι πιο ανήσυχοι απ’ αυτούς, οι Λυγκηστές, τοποθετούσαν την καταγωγή τους στους Βακχιάδες, το ηγεμονικό γένος της Κορίνθου, που κι αυτό καταγόταν από τον Ηρακλή, ίσως διότι επεδίωκαν να καταλάβουν τον κεντρικό θρόνο της Μακεδονίας. Η ύπαρξη τοπικών βασιλικών Οίκων αποτελεί ισχυρότατη ένδειξη ότι τα συγκεκριμένα κρατίδια αρχικά και για μεγάλο διάστημα ήταν πλήρως ανεξάρτητα.

Ίσως κάποιοι φιλόδοξοι Μακεδόνες αριστοκράτες κατέλαβαν αυτά τα εδάφη για λογαριασμό τους, αναβάθμισαν τους εαυτούς τους σε βασιλιάδες και διαμόρφωσαν εξ ανάγκης τη συγκεκριμένη σχέση με το βασιλιά της Κάτω Μακεδονίας. Οι Άνω Μακεδόνες είχαν ακόμη δεσμούς με τους επίσης αγροτικούς πληθυσμούς των γειτονικών Μολοσσών, και γι’ αυτό ίσως να μην είναι απλή σύμπτωση ότι η μεν μητέρα του Φιλίππου ανήκε στη βασιλική δυναστεία των Λυγκηστών η δε Ολυμπιάς στη βασιλική δυναστεία των Μολοσσών. Ο Φίλιππος είναι εκείνος, που έδωσε τέλος στο καθεστώς ημιαυτονομίας της Άνω Μακεδονίας προκαλώντας την οργή των αριστοκρατών της.

Αν λάβουμε υπόψη μας την πολιτική βαρύτητα και τη γεωγραφική έκταση της Κάτω Μακεδονίας, μπορούμε να αποδώσουμε τον όρο αυτό ως Κυρίως Μακεδονία. Ο όρος Άνω Μακεδονία θα μπορούσε να αποδοθεί καλύτερα ως Μέσα ή Πέρα Μακεδονία και σε καμία περίπτωση δεν έχει σχέση με την αρχαία γεωγραφία, δηλαδή δεν σημαίνει Ανατολική Μακεδονία. Όταν ο Θουκυδίδης λέει ότι «τῶν γὰρ Μακεδόνων εἰσὶ Λυγκησταὶ καὶ Ἐλιμιῶται καὶ ἂλλα ἔθνη ἐπάνωθεν», είναι προφανές ότι τοποθετεί τα εδάφη τους ἐπάνωθεν (δηλαδή πιο μακρυά) από τα παράλια της Κάτω Μακεδονίας, που κυρίως ενδιέφεραν τους Αθηναίους.

Το 547 π.Χ. ο Δαρείος Α΄ κατέλαβε τις Ελληνικές πόλεις της Ιωνίας, που ήταν ήδη υπόδουλες στη Λυδία του Κροίσου. Το 513 π.Χ. απαίτησε γη και ύδωρ από Θράκες, Παίονες και Μακεδόνες. Τόσο οι Θράκες όσο και οι Μακεδόνες έπευσαν να δηλώσουν υποταγή, ενώ οι Παίονες αντιστάθηκαν και συνετρίβησαν παραδειγματικά. Για τα επόμενα σχεδόν 35 χρόνια τα εδάφη των Θρακών, των Παιόνων και των Μακεδόνων απετέλεσαν τη Σκούντρα, την Ευρωπαϊκή σατραπεία των Αχαιμενιδών.

Το 492 π.Χ. ο Δαρείος έχοντας διαπιστώσει ότι τα δημοκρατικά καθεστώτα των Ελλήνων ήταν πιο φιλοπερσικά από τα ολιγαρχικά, διέταξε τον Μαρδόνιο να επιβάλει δημοκρατίες στις υποτελείς Ελληνίδες πόλεις της Ασίας. Εν συνεχεία τον έστειλε να υποτάξει την κυρίως Ελλάδα, την απόφυση ενός μικρού έθνους, το σημαντικότερο και πλουσιότερο μέρος του οποίου ήδη εξουσίαζε στην Ασία, στην Αφρική και στην Ευρώπη. Όμως ο στόλος του καταστράφηκε από θαλασσοταραχή στον Άθω και οι πολεμικές επιχειρήσεις κατά της κυρίως Ελλάδας ανεστάλησαν ως το 490 π.Χ., οπότε οι Πέρσες στρατηγοί Δάτις και Αρταφέρνης αποπειράθηκαν απόβαση στο Μαραθώνα και ηττήθηκαν από τους Αθηναίους στη γνωστή μάχη.

Την εποχή εκείνη, οι Ιλλυριοί (Αλβανοί) κατοικούσαν στο χώρο της σημερινής Αλβανίας, στα δυτικά τμήματα της Κροατίας, της Σερβίας, του Κοσσυφοπεδίου και της Σλαβομακεδονίας. Στις υπόλοιπες περιοχές της σημερινής Σερβίας, του Κοσσυφοπεδίου και της Σλαβομακεδονίας κατοικούσαν οι Παίονες. Στη σημερινή Ανατολική Μακεδονία και στη Θράκη της Ελλάδας, στη Βουλγαρία, στην Ευρωπαϊκή Τουρκία και σε μεγάλο μέρος της βορειοδυτικής Τουρκίας κατοικούσε η μεγάλη ομοεθνία των Θρακών.

Ο Αρριανός λέει ότι ο ποταμός Σαγγάριος διέσχιζε τη Βιθυνική Θράκη και απ’ όλους τους Θράκες ο Ξενοφών θεωρεί τους Βιθυνούς (τους κατοίκους περίπου της Ελλησποντικής Φρυγίας) ως τους πιο εχθρικούς προς τους Έλληνες. Στα ανατολικά του Στρυμόνα και ως τον Νέστο κατοικούσαν τα αυτόνομα Θρακικά έθνη των Παναίων, Οδόμαντων, Δρώων και Δερσαίων καθώς και το εκτοπισμένο Παιονικό έθνος των Πιέρων.

Από τα Άβδηρα, στα ανατολικά του Νέστου, άρχιζε το μεγαλύτερο και ισχυρότερο Θρακικό βασίλειο, των Οδρυσών, που περιελάμβανε ένα σημαντικό αριθμό υποτελών Θρακικών λαών και έφτανε ανατολικά ως το Βυζάντιο και βόρεια ως τις εκβολές του Ίστρου (Δούναβη). Η ισχύς των Οδρυσών βασιλέων είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε περί το 420 π.Χ. οι Έλληνες και βάρβαροι γείτονες να καταβάλλουν στο Σεύθη ετήσιο φόρο σε χρυσό και ασήμι ύψους 400 περίπου ταλάντων.

Τα εδάφη στα ανατολικά του Αξιού ήταν πολύ κατάλληλα για αγροτική εκμετάλλευση, όπως και σήμερα, ενώ στην αρχαιότητα διέθεταν επιπλέον πλούσια αργυρωρυχεία και χρυσωρυχεία καθώς και πολλά δάση. Η ξυλεία ήταν πολύ καλύτερη από εκείνη της νότιας Ελλάδας (π.χ. της Εύβοιας ή του Παρνασσού) και πολλοί Έλληνες με πρώτους απ’ όλους τους Αθηναίους προμηθεύονταν από εκεί τις ποσότητες, που απαιτούσε η οικοδομική και κυρίως η ναυπηγική τους δραστηριότητα.

Η ύπαρξη πολυτίμων μετάλλων και ξυλείας κατάλληλης για τη ναυπήγηση πολεμικών στόλων καθιστούσε στρατηγικής σημασίας τα πέραν του Αξιού εδάφη και για το λόγο αυτό τα εποφθαλμιούσαν όλοι, Θράκες, Μακεδόνες και νότιοι Έλληνες. Φυσικά τα Παιονικά έθνη, που τα κατείχαν, όχι μόνο δεν σκόπευαν να τα εγκαταλείψουν, αλλά αντίθετα κατάφεραν να ανακαταλάβουν μερικά από τα εδάφη της δυτικής όχθης του Αξιού, τα οποία τους είχαν αποσπάσει πρόσφατα οι Μακεδόνες.

Στη διάρκεια της Περσικής κατοχής οι Μακεδόνες αξιοποίησαν στο έπακρο τις περιστάσεις και ειδικά ο Αλέξανδρος Α΄, που ήταν ταυτόχρονα ύπαρχος τμήματος της Σκούντρας και πρόξενος των Αθηναίων στη Μακεδονία, καιροσκόπησε αποτελεσματικά υπέρ των Μακεδονικών συμφερόντων, θέτοντας τις διπλωματικές του ιδιότητες στην υπηρεσία Ελλήνων και Περσών. Αφενός μετέφερε στους Αθηναίους και δι’ αυτών σε όλους τους ανυπότακτους νότιους Έλληνες τα επιχειρήματα και τις απειλές του Μεγάλου Βασιλέως προκειμένου να εγκαταλείψουν την αντίσταση.

Και γι’ αυτό αμείφθηκε από τους Πέρσες με παραχώρηση στο υποτελές πλέον βασίλειο της Μακεδονίας της Πέλλας, των Ιχνών και της Αμφαξίτιδας, που λίγο νωρίτερα είχαν ανακαταλάβει οι Παίονες. Αφετέρου έδωσε χρήσιμες στρατιωτικές πληροφορίες στα συμμαχικά στρατεύματα των νοτίων Ελλήνων, γνωρίζοντας ότι οι τυχόν επιτυχίες τους μάλλον θα τον ωφελούσαν παρά θα τον έβλαπταν. Το 481 π.Χ. στην Κόρινθο συγκλήθηκε το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων, το οποίο συζήτησε την κοινή άμυνα κατά της επερχόμενης εισβολής του νέου Μεγάλου Βασιλέως.

Την άνοιξη του 480 π.Χ. Περσικές δυνάμεις υπό τον Ξέρξη ξεκίνησαν, για να εισβάλουν στην Ελλάδα. Οι Πελοποννήσιοι επέμεναν μυωπικά να αντισταθούν στον Ισθμό της Κορίνθου, οι Θεσσαλοί εγκαταλείφθηκαν στην τύχη τους και υποχρεώθηκαν να Μηδίσουν, για να μη συντριβούν. Οι Πέρσες κατέκοψαν τους 300 Σπαρτιάτες, που φύλασσαν τις Θερμοπύλες, προέλασαν νότια και κατέλαβαν την Αθήνα. Στις 22 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. έγινε η ναυμαχία της Σαλαμίνας και ο Περσικός στόλος κατατροπώθηκε από τους συμμαχικούς Ελληνικούς στόλους.

Το 479 π.Χ. οι Πέρσες ηττήθηκαν διαδοχικά στις μάχες των Πλαταιών και της Μυκάλης, όπου έχασαν τα 2/3 των δυνάμεων, που είχαν στείλει κατά της κυρίως Ελλάδος. Στη συνέχεια άρχισαν την υποχώρηση από την κυρίως Ελλάδα και την Σκούντρα. Αν και ο Μέγας Βασιλεύς απέτυχε να νικήσει τους Έλληνες ολοκληρωτικά με ανοιχτή πολεμική αναμέτρηση, εντούτοις μπόρεσε ως το τέλος να τους κρατήσει υπό τον πολιτικό του έλεγχο συντηρώντας τις εμφύλιες συγκρούσεις των πολλών κρατών τους. Αυτό το πετύχαινε χρηματοδοτώντας πότε τη μία πλευρά, πότε την άλλη, κάποιες δε φορές και τις δύο πλευρές ταυτόχρονα.

Καθώς οι Πέρσες υποχωρούσαν προς την Ασία, ο Αλέξανδρος Α΄ άρχισε να τους ακολουθεί κατά πόδας χωρίς να επιτίθεται στους ίδιους, αλλά στους εξασθενημένους και μέχρι τότε υποτελείς των Περσών Παιονικούς λαούς. Έτσι προσάρτησε στη Μακεδονία την Γρηστωνία, τη λίμνη Πρασιάδα (Δοϊράνη) και το ΝΑ της κείμενο όρος Δύσωρον (τα Κρούσια, κοντά στο Κιλκίς), του οποίου τα ορυχεία απέδιδαν ημερησίως ένα αργυρό τάλαντο. Απέσπασε από τους Ηδωνούς τον Ανθεμούντα και τη Μυγδονία (που εκτεινόταν ανάμεσα στους ποταμούς Αξιό και Στρυμόνα), ενώ ο χρυσοφόρος ποταμός Ηδωνός μετωνομάσθηκε εύστοχα σε Εχείδωρο.

Τέλος, από τους Βισάλτες απέσπασε τη Βισαλτία με τα πλούσια χρυσωρυχεία κοντά στο Θεοδωράκι και τη Νιγρίτα. Τότε απέκτησε για πρώτη φορά η Μακεδονία τη δυνατότητα να κόψει δικό της νόμισμα. Κατά την πάγια Ελληνική τακτική, στα εδάφη που κατελάμβαναν στις διαδοχικές φάσεις της επέκτασης του κράτους τους, οι Μακεδόνες έσφαζαν ή εξανδραπόδιζαν όσους άνδρες και γυναικόπαιδα δεν προλάβαιναν να διαφύγουν.

Ο Θουκυδίδης δεν αφήνει καμία αμφιβολία σ΄ αυτό και η μόνη περίοδος, που οι Μακεδόνες θα μπορούσαν να έλθουν σε επιμιξίες με τους γειτονικούς, κυρίως Παιονικούς λαούς, ήταν τα 35 χρόνια της περσικής κατοχής και με την προϋπόθεση ότι οι Πέρσες επέτρεψαν μεν στους Μακεδόνες να ανακαταλάβουν τα απωλεσθέντα (πρώην Παιονικά) εδάφη, αλλά δεν τους επέτρεψαν να εκδιώξουν ξανά τον Παιονικό πληθυσμό. Πάντως κι έτσι να έγινε, η σημασία των επιμιξιών ήταν περιορισμένη, δεδομένου ότι ο γνήσιος Ελληνικός ρατσισμός των Μακεδόνων οδήγησε αργότερα τον Άτταλονα χαρακτηρίσει τον Αλέξανδρο ως νόθο επειδή η Ολυμπιάς ήταν Ηπειρώτισσα.

Πολύ μεγαλύτερη θα ήταν λοιπόν η περιφρόνηση προς κάποιον εν μέρει Παίονα ή Ιλλυριό ή Θράκα. Μία χαρακτηριστική διαφορά των Μακεδόνων από τους άλλους Έλληνες είναι ότι επεξέτειναν το όνομα του κράτους τους στα κατακτημένα εδάφη και παράλληλα διατηρούσαν τα ονόματα των τέως Παιονικών κρατών ως επιμέρους τοπωνύμια της χώρας τους. Η τακτική τους έμοιαζε με εκείνη των νοτίων Ελλήνων, που εξανδραπόδιζαν ή έσφαζαν τους κατοίκους και διατηρούσαν το όνομα της καταληφθείσης περιοχής.

Διέφερε εντούτοις στο ότι οι Σπαρτιάτες φέρ’ ειπείν, όταν κατέλαβαν τη Μεσσηνία, που ήταν ανάλογης έκτασης με τις επιμέρους Παιονικές χώρες, ούτε την ενσωμάτωσαν στη Λακωνία, ούτε τους Μεσσήνιους εξάλειψαν από το έδαφός της, αλλά διατήρησαν τη Μεσσηνία ως κατακτημένη χώρα με υπόδουλους κατοίκους. Ωστόσο δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι τόσο οι Σπαρτιάτες όσο και οι Μεσσήνιοι ήταν Έλληνες, ενώ οι Μακεδόνες δεν κατελάμβαναν Ελληνικά εδάφη αλλά βαρβαρικά.

Συνεπώς η τακτική των Μακεδόνων μοιάζει πολύ περισσότερο με την τακτική των νοτίων Ελλήνων πριν τον 15ο π.Χ. αιώνα, όταν δηλαδή εισέβαλαν στην κυρίως Ελλάδα και αφάνισαν τους προηγούμενους κατοίκους της. Οι Μακεδόνες, που εγκαθίσταντο στα κατακτημένα και αποψιλωμένα από βαρβαρικούς πληθυσμούς εδάφη, έπαιρναν το όνομα των εξωσθέντων βαρβάρων και συγκροτούσαν επιμέρους Μακεδονικά έθνη. Αυτά τα έθνη αποτελούσαν τη βασική διοικητική διαίρεση του κράτους της Μακεδονίας κατ’ αναλογία προς τις 10 φυλές του κράτους των Αθηνών.

Παρά την κατάκτηση πλουσίων εδαφών και την απόκτηση σημαντικών κρατικών εσόδων από τα ορυχεία και τις εξαγωγές κυρίως ξυλείας, οι Μακεδόνες επρόκειτο να παραμείνουν αγροτικός λαός με πολύ μικρή αστική οργάνωση ως την εποχή του Φιλίππου Β΄. Αυτό αποδεικνύεται τόσο από τα αρχαιολογικά ευρήματα όσο και από τον οργισμένο λόγο του Αλεξάνδρου, όταν στην Ώπη κατηγόρησε τους Μακεδόνες για αχαριστία.

Εκεί, αποδίδοντας στον πατέρα του και επιτεύγματα προηγουμένων βασιλιάδων, είπε «Μακεδόνες, ο Φίλιππος σας παρέλαβε φτωχούς νομάδες, οι περισσότεροι ντυνόσασταν με δέρματα, βοσκούσατε λίγα πρόβατα στα βουνά και δύσκολα αντιμετωπίζατε τους Ιλλυριούς, τους Τριβαλλούς και τους όμορους Θράκες. Σας έδωσε χλαμύδες αντί για δέρματα, σας κατέβασε από τα βουνά στις πεδιάδες και σας έκανε αξιόμαχους αντιπάλους των βαρβάρων, αφού δεν βασιζόσασταν πια στην οχυρότητα των τόπων σας, αλλά στη γενναιότητά σας. Σας εγκατέστησε σε πόλεις και σας έδωσε νόμους και χρηστά ήθη.

Σας έκανε αφέντες των βαρβάρων, που μέχρι τότε σας είχαν δούλους και υπηκόους τους, προσάρτησε στην επικράτεια της Μακεδονίας το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης, κατέλαβε επίκαιρα παραθαλάσσια σημεία, ανέπτυξε το εμπόριο και σας επέτρεψε την απρόσκοπτη εκμετάλλευση των ορυχείων». Τα χαμηλά αγροτικά εισοδήματα δεν επέτρεπαν την αγορά πανοπλίας και οι Μακεδόνες πεζοί ήταν κυρίως ψιλοί, ωστόσο αυτό δεν απετέλεσε πρόβλημα στην επέκταση του κράτους τους, διότι και οι γειτονικοί τους λαοί διέθεταν ψιλούς πεζούς και κατά κύριο λόγο προδρόμους ιππείς.

Οι αδυναμίες των Μακεδονικών ενόπλων δυνάμεων άρχισαν να φαίνονται από το 477 π.Χ., οπότε ο Κίμων κατέλαβε την Ηιώνα (μετέπειτα Αμφίπολη) και εγκατέστησε ναύσταθμο, ώστε να επιβάλει τον άμεσο έλεγχο της Αθήνας στα πλούσια εδάφη της περιοχής, όποιοι κι αν τα κατείχαν. Τότε οι Μακεδόνες αντιλήφθηκαν ότι οι μεν ψιλοί τους δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τους οπλίτες των νοτίων Ελλήνων, οι δε άριστοι ιππείς τους εξουδετερώνονταν από τους ισάξιους βαρβάρους (κυρίως Παίονες) ιππείς, που μίσθωναν οι νότιοι.

Με την υποχώρηση των Περσών (479 π.Χ.) από τα Ευρωπαϊκά εδάφη άρχισε κι ο ανηλεής ανταγωνισμός των Μακεδόνων με τα νότια Ελληνικά κράτη για τον έλεγχο της επίσης μεγάλης σημασίας νοτιότερης χερσονήσου της Θράκης, στην οποία ήδη αρκετά νότια κράτη είχαν ιδρύσει αποικίες, ενώ οι Μακεδόνες είχαν προσαρτήσει τον Ανθεμούντα. Το κράτος με τις περισσότερες αποικίες ήταν η Χαλκίδα, οι άποικοί της στη Θράκη ονομάσθηκαν Χαλκιδείς επί Θράκης και από αυτούς πήρε η χερσόνησος το σημερινό της όνομα (Χαλκιδική).

Τιμής ένεκεν η σημερινή Ελλάδα όρισε στο διαμέρισμα της Μακεδονίας τα σύνορα, που της είχε δώσει ο Φίλιππος Β΄ κι έτσι η Χαλκιδική ανήκει πλέον στο γεωγραφικό διαμέρισμα της Μακεδονίας και όχι της Θράκης. Το 478 π.Χ. οι Αθηναίοι αντεπιτέθηκαν στους Πέρσες σε Ασιατικό έδαφος και τους νίκησαν στη Σηστό. Στη συνέχεια ίδρυσαν τη Δηλιακή Συμμαχία, που κατέληξε σε ξεκάθαρη Ηγεμονία της Ελλάδος από τους Αθηναίους. Το 466 π.Χ. στην εκβολή του Ευρυμέδοντα οι Πέρσες ηττήθηκαν από τον Κίμωνα και στην Ευρώπη διατηρούσαν μόνο το Δορίσκο, ενώ στην Ασία έχασαν τους περισσότερους Έλληνες μαζί με πολλούς Κάρες και Λύκιους.

Το 449 π.Χ. σύμφωνα με την Καλλίειο Ειρήνη, που πέτυχε ο Καλλίας, πρέσβυς των Αθηναίων στον Αρταξέρξη, όσες Ελληνικές πόλεις της Ασίας υπάγονταν στη Αθηναϊκή Ηγεμονία αναγνωρίζονταν από τους Πέρσες ως αυτόνομες, ενώ όσες ανήκαν στους Πέρσες δεν επιτηρούνταν από Σατραπικά στρατεύματα και ουσιαστικά έμεναν αποστρατιωτικοποιημένες. Έτσι, στη διάρκεια της Αθηναϊκής Ηγεμονίας οι Ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας απέκτησαν και πάλι (τρόπος του λέγειν) την ελευθερία τους, την οποία είχαν χάσει πριν από ένα περίπου αιώνα.

Η Αθήνα έγινε πλέον το πλουσιότερο και σημαντικότερο Ελληνικό κράτος, αλλά με τη συμπεριφορά της προκάλεσε την οργή των εχθρών και τη δυσφορία των συμμάχων της. Το 431 π.Χ. η αλαζονεία της Αθηναϊκής Ηγεμονίας οδήγησε στον Πελοποννησιακό Πόλεμο αφενός τους Αθηναίους και τους συμμάχους τους και αφετέρου τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους. Με την έναρξη αυτού του πολέμου άρχισαν να επιχειρούν στη Μακεδονία οι αντιμαχόμενοι Έλληνες του νότου και οι σύμμαχοί τους, Μακεδόνες, Παίονες και Θράκες.

Ως τότε ο Μακεδονικός πληθυσμός ήταν διεσπαρμένος σε ατείχιστους αγροτικούς συνοικισμούς, τα φρούρια για την προστασία του ήταν ελάχιστα και οι κίνδυνοι από ληστρικές επιδρομές και αιφνίδιες στρατιωτικές εισβολές μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης ήταν μόνιμοι. Ο Περδίκκας Β΄ ήταν ο πρώτος Μακεδόνας βασιλιάς, που συνειδητοποίησε την ανεπάρκεια του πεζικού και την αδυναμία του ικανότατου αλλά ολιγάριθμου ιππικού να παράσχουν ασφάλεια στους πολίτες και στο κράτος.

Ο διάδοχός του, ο Αρχέλαος, βελτίωσε το στράτευμα και ειδικά το ιππικό, κατασκεύασε εὐθεῖες (στρατιωτικές) οδούς για την ταχεία μετακίνηση των στρατευμάτων καθώς και σημαντικό αριθμό φρουρίων, τόσο για την άμυνα όσο και για την αστυνόμευση της Μακεδονίας. Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των περιόδων πριν και μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, είναι ότι στα εδάφη της Μακεδονίας και των γειτονικών βαρβάρων είχαν ιδρυθεί πλέον σημαντικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις και πόλεις των νοτίων Ελλήνων.

Συγκρινόμενοι μαζί τους, οι Μακεδόνες (πολίτες, αριστοκράτες και βασιλείς) είχαν εντελώς επαρχιώτικη νοοτροπία και απλώς δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν την πολιτική σκέψη και τη στρατιωτική οργάνωση των νοτίων. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράδοξο ότι τα σοβαρά προβλήματα της Μακεδονίας άρχισαν, αφού είχε καταλάβει μεγάλες εδαφικές εκτάσεις με σημαντικότατες πλουτοπαραγωγικές πηγές, αφού είχε μεταρρυθμίσει τις ένοπλες δυνάμεις της και ενώ το ιππικό της έχαιρε γενικής εκτιμήσεως.

Όλα αυτά εξανεμίσθηκαν στη διάρκεια του στρατηγικού ανταγωνισμού με τους νότιους Έλληνες, οι οποίοι αποσταθεροποίησαν το Μακεδονικό κράτος με άμεσο αποτέλεσμα την αναστάτωση του βασιλικού Οίκου. Μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο οι Μακεδόνες βασιλείς είχαν αισθητά μικρότερο μέσο όρο παραμονής στο θρόνο (10,6 χρόνια έναντι 33,4 των προηγουμένων), κάποιοι δολοφονήθηκαν λίγο μετά την άνοδό τους στο θρόνο, ενώ μέχρι και μη μέλη του βασιλικού Οίκου εγκαταστάθηκαν στο θρόνο υποστηριζόμενοι από στρατούς εχθρικών κρατών.

Ένα νέο σημαντικό στοιχείο είναι η εμφάνιση στο προσκήνιο των Ιλλυριών για πρώτη φορά και με εντυπωσιακότατες επιτυχίες, αφού και τον Μακεδονικό στρατό κατόρθωσαν να νικήσουν και το βασιλικό Οίκο να κηδεμονεύσουν και την εδαφική ακεραιότητα της Μακεδονίας να απειλήσουν. Το 411 π.Χ. έχοντας ως αποκλειστικό σκοπό τη συντριβή της Αθήνας, οι Σπαρτιάτες υπέγραψαν με τους Πέρσες συνθήκη, με την οποία ακύρωναν την Καλλίειο ειρήνη και παρέδιδαν τις Ελληνικές πόλεις της Ασίας στον Δαρείο, αφήνοντας εκτός της επιρροής του τα νησιά και την κυρίως Ελλάδα.

Το 405 π.Χ. οι Σπαρτιάτες έκλεισαν τον Ελλήσποντο και διέκοψαν τη ροή σιτηρών από τη Σκυθία (Ουκρανία) προς την Αθήνα. Η πόλη δοκιμασμένη σκληρά από τις πολυετείς πολεμικές επιχειρήσεις δέχθηκε τη χαριστική βολή, με αποτέλεσμα να παραδοθεί λίγους μήνες αργότερα (404 π.Χ.) και να τελειώσει ο Πελοποννησιακός Πόλεμος.

Στη διάρκεια των 27 χρόνων του οι Σπαρτιάτες χρηματοδοτήθηκαν από τους Πέρσες με 5.000 τάλαντα, και πέτυχαν την καταστροφή της ισχύος και του γοήτρου των Αθηναίων, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να γκρεμίσουν τα περίφημα Μακρά Τείχη της πόλης τους και να παραδώσουν το στόλο τους στους Σπαρτιάτες και τους Συμμάχους τους. Από τη στιγμή αυτή στην Ελλάδα τερματίσθηκε η Ηγεμονία των Αθηνών και με την υποστήριξη του Μεγάλου Βασιλέως άρχισε η Ηγεμονία της Σπάρτης.

Το 401 π.Χ. οι Μύριοι Έλληνες μισθοφόροι νίκησαν στα Κούναξα της Μεσοποταμίας τον κυβερνητικό περσικό στρατό και απέδειξαν ότι ήταν εφικτή η νίκη των Ελλήνων επί των Αυτοκρατορικών στρατευμάτων σε Αυτοκρατορικό έδαφος. Το 399 π.Χ. οι Σπαρτιάτες με μέρος των Μυρίων αποβιβάσθηκαν στην Μικρά Ασία και άρχισαν να αποσπούν από τον Μεγάλο Βασιλέα τη μία πόλη μετά την άλλη (αυτές, που του είχαν παραδώσει με τη συνθήκη του 411 π.Χ.). Το 394 π.Χ. οι Πέρσες εξαγριωμένοι από την αγνωμοσύνη των Σπαρτιατών προσεταιρίσθηκαν τους Αθηναίους.

Ο Αθηναίος ναύαρχος Κόνων επικεφαλής του Περσικού στόλου λεηλάτησε τα παράλια της Λακωνία και εγκατέστησε Περσική φρουρά στα Κύθηρα. Παράλληλα η Αθήνα ανοικοδόμησε τα τείχη της και τις ηγεμονικές της φιλοδοξίες. Το 387 π.Χ. ο Ανταλκίδας, πρέσβυς των Σπαρτιατών στα Σούσα, πέτυχε να υπογραφεί η Ανταλκίδειος ή Βασίλειος Ειρήνη, που προέβλεπε ότι οι Ελληνικές πόλεις της Ασίας και η Κύπρος περιέρχονταν στην κυριαρχία του Αρταξέρξη Β΄, ενώ όλες οι άλλες Ελληνικές πόλεις παρέμεναν αυτόνομες με εξαίρεση τη Λήμνο, την Ίμβρο και τη Σκύρο, που παρέμεναν στην κυριαρχία των Αθηναίων.

Για μία ακόμη φορά χωρίς καμία συστολή οι Σπαρτιάτες παρέδωσαν όλους τους Έλληνες της Ασίας στους Πέρσες και ανέδειξαν τον Μεγάλο Βασιλέα σε εγγυητή της μη αναβίωσης της Αθηναϊκής Ηγεμονίας στην Ελλάδα. Το 383 τα στρατεύματα των Ιλλυριών ανέτρεψαν τον Αμύντα Γ΄ κι εγκατέστησαν στο θρόνο της Μακεδονίας τον Αργαίο, ένα φιλόδοξο Λυγκηστή αριστοκράτη. Το 381 π.Χ. ο Αμύντας Γ΄ κατάφερε να ανακαταλάβει το θρόνο του, αλλά νικήθηκε ξανά από τους Ιλλυριούς, κατέστη φόρου υποτελής τους και υποχρεώθηκε να παραδώσει ως όμηρο το μικρότερο γιο του, τον Φίλιππο, τη φύλαξη του οποίοι οι Ιλλυριοί εμπιστεύθηκαν στους Θηβαίους.

Ο διάδοχος του Αμύντα Γ΄, ο Αλέξανδρος Β΄, κατά την πολύ σύντομη βασιλεία του αναδιοργάνωσε την ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων της Μακεδονίας σε μία προφανή προσπάθεια να ενισχύσει την εξουσία του βασιλιά και να αποδυναμώσει εκείνη των αριστοκρατών. Χώρισε τους αριστοκράτες στρατιωτικούς σε δύο τμήματα και τους μεν «πιο διακεκριμένους τους εκπαίδευσε να ιππεύουν και τους αποκάλεσε εταίρους, τους δε περισσότερους, που ήταν πεζοί, τους διαίρεσε σε λόχους, δεκάδες και άλλες υποδιαιρέσεις και τους ονόμασε πεζέταιρους, ώστε όλοι μαζί και οι μεν ξεχωριστά από τους δε να συμμετέχουν στη βασιλική ομήγυρη και να παραμένουν πιστότατοι (στον βασιλιά)».

Το 380 π.Χ. ο Ισοκράτης εκφώνησε στην Ολυμπία τον Πανηγυρικό του λόγο, προτρέποντας τους Αθηναίους να ηγηθούν πανελλήνιας εκστρατείας κατά των Περσών. Το 378 π.Χ. ιδρύθηκε η Αθηναϊκή Συμμαχία, στην οποία αρχικά συμμετέσχαν και οι Θηβαίοι. Σύντομα μετασχηματίσθηκε στη Β΄ Αθηναϊκή Ηγεμονία της Ελλάδος θέτοντας τέρμα στην Ηγεμονία της Σπάρτης. Το 371 π.Χ. οι Θηβαίοι νίκησαν τους Σπαρτιάτες στα Λεύκτρα και επέβαλαν στην Ελλάδα τη λεγόμενη Θηβαϊκή Ηγεμονία.

Την ίδια χρονιά ο Ιάσων, ο τύραννος των Φερρών επέβαλε την Ηγεμονία του σε όλη τη Θεσσαλία, επιρρεασμένος δε από το κατόρθωμα των Μυρίων και ενθαρρυμένος από τα κηρύγματα των ρητόρων, σχεδίαζε να κατακτήσει την Ηγεμονία της Ελλάδος και να ηγηθεί πανελλήνιας εκστρατείας κατά των Περσών. Όμως ήταν απρόσεκτος και διακήρυξε ανοιχτά τους σκοπούς του με αποτέλεσμα την επόμενη χρονιά να τον δολοφονήσουν «οι τοξότες» του Μεγάλου Βασιλέως. Ο Αρταξέρξης Β΄ επέβαλε μία νέα Βασίλειο Ειρήνη, με την οποία αναγνωριζόταν η κυριαρχία των Αθηναίων στις ελληνικές πόλεις της Θράκης και στην Αμφίπολη.

Οι Θηβαίοι, αν και ευεργέτες του Μεγάλου Βασιλέως, αρνήθηκαν την ειρήνη, πιστεύοντας προφανώς ότι μπορούσαν να διεκδικήσουν ευνοϊκότερους για εκείνους όρους. Το 367 π.Χ. στα Σούσα ενώπιον του Μεγάλου Βασιλέως παρουσιάσθηκαν πρέσβεις από το Άργος, την Αρκαδία, την Ήλιδα, τη Θήβα, την Αθήνα και τη Σπάρτη, για να κάνουν τις προσφορές τους και να διαπραγματευθούν μία νέα Βασίλειο Ειρήνη επωφελέστερη για το κράτος του καθενός. Ο Αρταξέρξης προτίμησε την προσφορά των Θηβαίων και ο πρέσβης των Σπαρτιατών, Ανταλκίδας, αυτοκτόνησε, επειδή δεν μπόρεσε να πετύχει για την πατρίδα του μία εξίσου «πατριωτική» ειρήνη σαν την προηγούμενη φερώνυμή του.

Το 362 π.Χ. στη μάχη της Μαντινείας οι Σπαρτιάτες νίκησαν τους Θηβαίους και έθεσαν τέρμα στην Ηγεμονία τους, χωρίς να μπορούν να επιβάλουν τη δική τους. Κανένα Ελληνικό κράτος δεν ήταν πια αρκετά ισχυρό, ώστε να επιβάλει την Ηγεμονία του, και η Ελλάδα έμεινε χωρίς Ηγεμόνα. Η ισχύς που είχε αποκτήσει η κλασσική Ελλάδα με τις νίκες της κατά τους Περσικούς πολέμους είχε εξαντληθεί προ πολλού και ένας από τους σημαντικότερους λόγους ήταν ο Πελοποννησιακός Πόλεμος.

Ένδειξη της γενικότερης κατάπτωσης είναι πως η Ηγεμονία της Ελλάδος περιήλθε στη Θήβα, ένα από τα μεγαλύτερα μεν κράτη της Ελλάδας, κατά πολύ δε υποδεέστερο από πάσης απόψεως της Αθήνας και της Σπάρτης. Οι Θηβαίοι μάλιστα αφαίρεσαν την Ηγεμονία από τα χέρια των στρατοκρατών Σπαρτιατών, τους οποίους συνέτριψαν στην ίδια την Πελοπόννησο. Οι ισχυροί άνδρες της εποχής αυτής ήταν σκιές των στρατιωτικών και πολιτικών ηγετών του ένδοξου 5ου αιώνα και όπως λέει ο Διόδωρος, «ο καλύτερος στρατηγός των Αθηναίων, ήταν ο Χάρης, που όμως σε στρατηγική σκέψη και δράση δεν διέφερε από οποιονδήποτε ιδιώτη».

Στην πολιτική σκηνή κυριαρχούσαν άτομα με ρητορικές ικανότητες, που κολάκευαν την υπερηφάνεια των πολιτών και επικαλούνταν τα επιτεύγματα των ενδόξων προγόνων τους, όμως οι ίδιοι ούτε ήταν σε θέση να ακολουθήσουν τις αξίες αυτών των προγόνων, ούτε είχαν τις ικανότητές τους. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον δραστηριοποιήθηκαν οι ρήτορες Γοργίας και Ισοκράτης προβάλλοντας την ιδέα της πανελλήνιας εκστρατείας κατά των Περσών. Είχαν διαβλέψει ότι οι πόλεις-κράτη είχαν κλείσει τον ιστορικό τους κύκλο και ότι οι Έλληνες έπρεπε να κινηθούν προς άλλου είδους πολιτική οργάνωση, γι’ αυτό προέβαλλαν τη αντιπερσική εκστρατεία ως παράγοντα συσπείρωσης.

Μέσα από την Πανελλήνια εκστρατεία κατά των Περσών και τα νέα δεδομένα, που αυτή θα δημιουργούσε, οι ρήτορες ήλπιζαν να αναδειχθούν οι ίδιες ή ανάλογες δυνάμεις εκείνων, που οδήγησαν την Ελλάδα στο μεγαλείο μετά τους Περσικούς Πολέμους. Άλλως η πολιτική ύφεση αναπόδραστα θα οδηγούσε την Ελλάδα σε πολιτισμική, οικονομική και κοινωνική ύφεση. Το 359 π.Χ. ο Περδίκκας Γ΄ σκοτώθηκε σε μάχη με τους Ιλλυριούς, όπου οι Μακεδόνες νικήθηκαν, έχασαν 4.000 άνδρες και το ηθικό τους.

Η Μακεδονία βρέθηκε στα πρόθυρα της διάλυσης με τους Ιλλυριούς να ανασυντάσσονται για την τελειωτική εισβολή από τα βορειοδυτικά, τους Παίονες να κάνουν επιδρομές από τα βόρεια, τους Θράκες από τα βορειοανατολικά να θέλουν να ενθρονίσουν τον Παυσανία και τους Αθηναίους να έχουν στείλει στα νότια παράλια ισχυρή ναυτική δύναμη και 3.000 οπλίτες υπό τον Μαντία, για να ενθρονίσουν τον Αργαίο. Υπ’ αυτές τις συνθήκες ο Φίλιππος δραπέτευσε από την ομηρεία στη Θήβα και ανέλαβε το θρόνο της Μακεδονίας.

Με το θάνατο του Περδίκκα τελείωσε οριστικά η περίοδος αναποτελεσματικότητας του Μακεδονικού κράτους και ο διάδοχός του επρόκειτο να συνδυάσει επιτυχώς τον πολιτικό κυνισμό, που διδάχθηκε από τους νότιους, με τις δυνατότητες των Μακεδόνων και τους φυσικούς πόρους της Μακεδονίας.

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ 

Το 359 π.Χ. καθώς η Μακεδονία βρισκόταν στα πρόθυρα του διαμελισμού, ο Φίλιππος έφτασε εκεί, για να διαδεχθεί το νεκρό αδελφό του. Σε αλλεπάλληλες συνελεύσεις, με πολλές παροχές και περισσότερες υποσχέσεις κατόρθωσε να πείσει την Εκκλησία των Μακεδόνων να προτιμήσει ως βασιλιά εκείνον έναντι των άλλων ανταπαιτητών του θρόνου και εν συνεχεία προχώρησε σε αναδιοργάνωση του στρατού. Προσάρμοσε το στράτευμα στα πρότυπα των νοτίων Ελληνικών στρατών, έκανε αλλαγές στον τρόπο αμοιβής και στον εξοπλισμό των στρατιωτών, μετατρέποντας τους κατά παράδοση ψιλούς Μακεδόνες σε οπλίτες οργανωμένους σε φάλαγγα, που ονομάσθηκε Μακεδονική.

Πέρα από την πρακτική αξία τους, αυτές οι αλλαγές είχαν και ψυχολογική χρησιμότητα, αφού το στράτευμα του Περδίκκα, που συνετρίβη από τους Ιλλυριούς, είχε διαφορετική οργάνωση και οπλισμό από εκείνο του Φιλίππου, το οποίο μπορούσε συνεπώς να ελπίζει σε καλύτερα αποτελέσματα. Ο Μακεδονικός στρατός άρχισε αμέσως να εκπαιδεύεται εντατικά στα νέα δεδομένα και ο Φίλιππος με τους αναγκαίους διπλωματικούς συμβιβασμούς φρόντισε να εξασφαλίσει το χρόνο, που απαιτούσε η εκπαίδευση του στρατού.

Στράφηκε αμέσως προς τους Αθηναίους και τους πρότεινε να αποσύρει τη Μακεδονική φρουρά από την Αμφίπολη, την οποία ούτε οι Πέρσες δεν τους είχαν αποσπάσει, και σε αντάλλαγμα ζήτησε να αποσύρουν την υποστήριξή τους προς τον Αργαίο. Η πρόταση έγινε αποδεκτή, ο Μαντίας παρέμεινε αδρανής στη Μεθώνη και άφησε τον Αργαίο να επιχειρήσει μόνος του, για να βρει τελικά το θάνατο. Η σύγκρουση με τους υποστηρικτές του Αργαίου ήταν η πρώτη της Μακεδονικής φάλαγγας και έληξε με τη νίκη, που είχαν ανάγκη η φάλαγγα, ο Φίλιππος και η Μακεδονία.

Εν συνεχεία με δωροδοκίες και υποσχέσεις έπεισε, τα μεν Παιονικά έθνη, που λυμαίνονταν τα βόρεια εδάφη, να συνάψουν μαζί του ειρήνη τον δε Θράκα βασιλιά, που υποστήριζε τον Παυσανία, να τον εγκαταλείψει. Το 358 π.Χ. έστειλε πρέσβεις στην Αθήνα, που επικαλούμενοι την παράδοση της Αμφίπολης έπεισαν τους Αθηναίους ότι ο Φίλιππος πρώτα θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Αθήνας και μετά της Μακεδονίας. Έτσι η Εκκλησία των Αθηναίων δέχθηκε τη σύναψη ειρήνης και ο Φίλιππος απαλλάχθηκε από τον Αθηναϊκό κίνδυνο.

Μόλις πέθανε ο Παίονας βασιλιάς Άγης, ο Φίλιππος επωφελούμενος του μεταβατικού σταδίου παραβίασε την πρόσφατη συνθήκη ειρήνης, επιτέθηκε στους Παίονες και τους υπέταξε. Μοναδική εξωτερική απειλή απέμεναν πλέον οι Ιλλυριοί, που κατείχαν πολλές Μακεδονικές πόλεις. Ο Φίλιππος, είχε αποκαταστήσει το ηθικό του στρατεύματός του και απαίτησε όλες τις Μακεδονικές πόλεις, που κατείχε ο Ιλλυριός βασιλιάς Βάρδυλις, ο οποίος με τη σειρά του είχε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και περιφρονητικά αντιπρότεινε ειρήνη με αμετάβλητο το status quo. Οι Ιλλυριοί παρέταξαν 10.000 επίλεκτους πεζούς και 500 ιππείς εναντίον των 10.000 πεζών και 600 Μακεδόνων ιππέων.

Η μάχη ήταν μακρά, αμφίρροπη και έληξε με νίκη των Μακεδόνων, ενώ οι Ιλλυριοί είχαν πάνω από 7.000 νεκρούς, τους περισσότερους κατά την καταδίωξη, που ακολούθησε την τροπή τους σε φυγή. Με αυτήν τη μάχη ο Φίλιππος πέτυχε όχι μόνο απελευθέρωση όλων των κατεχομένων μακεδονικών εδαφών, αλλά και την υποταγή των Ιλλυριών, που ζούσαν ως τη λίμνη Λυχνίτιδα (Οχρίδα) καθώς και την εξύψωση κατά πολύ του γοήτρου τόσο του δικού του όσο και του στρατού του.

Τα ανακτηθέντα εδάφη ανήκαν στα κρατίδια της Λυγκηστίδας, της Ορεστίδας και της Πελαγονίας, τα οποία έχασαν το παλαιό καθεστώς του «συμμάχου και υπηκόου» κι έτσι η Άνω Μακεδονία ενσωματώθηκε πλήρως στο βασίλειο της Μακεδονίας. Επίσης αυτονόητο είναι ότι οι τοπικοί βασιλικοί Οίκοι και ειδικά εκείνος των Λυγκηστών, που υποβιβάσθηκαν σε απλές αριστοκρατικές οικογένειες, δεν έμειναν καθόλου ευχαριστημένοι. Αφού εξασφάλισε τα βόρεια σύνορα από τους βαρβάρους, το 357 π.Χ. ήρθε η σειρά της στρατηγικής σημασίας και εχθρικά διακείμενης Αμφίπολης να υποταχθεί ξανά στη Μακεδονία.

Με την κατάληψή της ο Φίλιππος παραβίασε τη συνθήκη ειρήνης με τους Αθηναίους και προκάλεσε την οργή τους, αλλά ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη στρατηγική θέση του. Στη συνέχεια οχύρωσε την Πύδνα και στον μακρόχρονο ανταγωνισμό του προς τους Αθηναίους για τον προσεταιρισμό της Ολύνθου, κέρδισε τη συμμαχία των Ολυνθίων, καταλαμβάνοντας για λογαριασμό τους την Ποτίδαια. Εξανδραπόδισε τους κατοίκους της και παρέδωσε στους Ολυνθίους την πόλη και όλη την επικράτειά της. Στην Αθηναϊκή φρουρά της Ποτίδαιας έδειξε φιλάνθρωπη συμπεριφορά στέλνοντάς τους πίσω στην Αθήνα, αν και αυτό δεν αρκούσε για να κατευνάσει την οργή των Αθηναίων.

Ο Φίλιππος είχε σταθεροποιήσει πια το κράτος του, είχε ανακαταλάβει όλα τα Μακεδονικά εδάφη, είχε αποκτήσει τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Μακεδονίας και τώρα αντιστρατευόταν τα συμφέροντα της Αθήνας στην ευρύτερη περιοχή. Ο έλεγχος της Μακεδονίας ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τους Αθηναίους προκειμένου να διεκδικήσουν ξανά την Ηγεμονία της Ελλάδος, αλλά η δράση του Φιλίππου έδιωχνε το όραμα της Ηγεμονίας μακρυά από την Αθήνα. Παράλληλα οι Αθηναίοι διεξήγαν τον λεγόμενο Συμμαχικό πόλεμο εναντίον μερικών πρώην συμμάχων τους και ήδη είχαν περάσει δύο χρόνια χωρίς να καταφέρουν να τους υποτάξουν ξανά.

Αφενός η αδυναμία τους να συνετίσουν μερικούς πρώην συμμάχους και αφετέρου η πιθανότητα να διεκδικήσει την Ηγεμονία ο Φίλιππος, ήταν πολύ εξοργιστικές καταστάσεις για τους Αθηναίους. Μετά ήρθε η σειρά των Κρηνίδων, της αποικίας που είχαν ιδρύσει οι Θάσιοι ένα χρόνο νωρίτερα στο Παγγαίο, του οποίου τα χρυσωρυχεία και αργυρωρυχεία εκμεταλλεύονταν παλαιότερα οι Πίερες, οι Οδόμαντοι και κυρίως οι Σάτρες. Ο Φίλιππος τις κατέλαβε, αύξησε τον πληθυσμό τους με εποίκους και βελτίωσε τα πρωτόγονα μέσα εξόρυξης στα χρυσωρυχεία, τα οποία έφτασαν να αποδίδουν ετησίως χρυσό και ασήμι αξίας άνω των 1.000 ταλάντων.

Οι Φιλίππειοι στατήρες με καθαρότητα 99,7%, που έκοψε στη συνέχεια ο Φίλιππος, εκτόπισαν από την Ελλάδα τους καθαρότητας 98% Δαρεικούς στατήρες και του έδωσαν τη δυνατότητα αφενός να συντηρεί μεγάλο μισθοφορικό στράτευμα και αφετέρου να εξαγοράζει πολλούς Έλληνες πολιτικούς, ενώ είναι ενδιαφέρον ότι μετωνόμασε τις Κρηνίδες σε Φιλίππους. Πριν απ’ αυτόν, τουλάχιστον ο Κύρος ο Μέγας είχε δώσει το όνομά του σε μία πόλη της Σογδιανής, αλλά ο Φίλιππος Β΄ ήταν ο πρώτος βασιλιάς που το έκανε στην Ευρώπη και το παράδειγμά του επρόκειτο να ακολουθήσει ο γιος του καθώς και πάρα πολλοί άλλοι μονάρχες μέχρι το πρόσφατο παρελθόν.

Οι σατράπες, Αρτάβαζος στη Μ. Ασία και Ορόντης στη Μ. Ανατολή, άρχισαν έναν μακρό αποσχιστικό αγώνα κατά του Μεγάλου Βασιλέως. Στη Θεσσαλία ένας ακόμη τύραννος των Φερρών ονόματι Ιάσων δολοφονήθηκε από τη σύζυγο και τους αδελφούς της, οι οποίοι επέβαλαν χειρότερη τυραννία από εκείνη του προκατόχου τους και επέκτειναν την κυριαρχία τους σε πολλές Θεσσαλικές πόλεις. Η παλιά ηγεμονική οικογένεια των Αλευάδων μη μπορώντας να αντιδράσει ζήτησε τη συνδρομή του Φιλίππου και οι εξελίξεις, που δρομολογήθηκαν εκεί ευνόησαν τα σχέδια του Μακεδόνα βασιλιά να καταλάβει τη χηρεύουσα θέση του Ηγεμόνα της Ελλάδος και εν συνεχεία να επιτεθεί κατά της Περσίας.

Μερικοί από τους πρώην συμμάχους των Αθηναίων με σημαντικότερους τους Χίους, τους Κώους, τους Ρόδιους και τους Βυζαντίους είχαν επαναστατήσει και επί τέσσερα χρόνια διεξήγαν πολεμικές επιχειρήσεις κατά των συμμάχων, που εξακολουθούσαν να ελέγχουν οι Αθηναίοι. Το 355 π.Χ. λεηλάτησαν την Ίμβρο, τη Λήμνο και τη Σάμο και οι Αθηναίοι αποφάσισαν να πολιορκήσουν το Βυζάντιο. Ο ναύαρχός τους Χάρης για να μειώσει τις πολεμικές δαπάνες, έθεσε τις δυνάμεις του στην υπηρεσία του Αρτάβαζου, που σε αντάλλαγμα ανέλαβε το κόστος του εφοδιασμού.

Αλλά η ικανοποίηση των Αθηναίων από την περιστολή των δαπανών δεν κράτησε πολύ, διότι ο Μέγας Βασιλεύς τους διέταξε να διακόψουν τη βοήθεια προς τον αποστάτη Αρτάβαζο, άλλως θα συμμαχούσε με τους επαναστατημένους πρώην συμμάχους τους. Οι Αθηναίοι δεν ήταν πια θαλασσοκράτορες στο Αιγαίο και υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τον Αρτάβαζο και να τερματίσουν τον Συμμαχικό πόλεμο. Στο μεταξύ, βλέποντας τη δύναμη του Φιλίππου να αυξάνει και έχοντας διαπιστώσει ότι μόνος του ο καθένας δεν μπορούσε να τον αντιμετωπίσει, Ιλλυριοί, Παίονες και Θράκες συμμάχησαν.

Όμως ο Φίλιππος αντιλήφθηκε τις κινήσεις τους, τους επιτέθηκε αιφνιδιαστικά πριν ολοκληρώσουν τη μεγάλης έκτασης προπαρασκευή τους και τους υποχρέωσε να υποταχθούν εκ νέου. Το 354 π.Χ. οι Φωκείς κατέλαβαν το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς και πυροδότησαν έναν εννεαετή Ιερό Πόλεμο, τον τρίτο κατά σειρά στην αρχαία Ελλάδα. Οι Αμφικτίονες αποφάσισαν να κηρύξουν πόλεμο στους ιερόσυλους Φωκείς και με τις Αμφικτιονικές αποφάσεις συντάχθηκαν οι Βοιωτοί και οι Θεσσαλοί, που είχαν παλιά έχθρα με τους Φωκείς, καθώς και οι Περραιβοί, οι Μάγνητες και τα άλλα μικρότερα έθνη της Πυλαίας Αμφικτιονίας (των Θερμοπυλών), τα οποία ως συνήθως μη έχοντας άλλες δυνατότητες προσέβλεπαν στην εφαρμογή του δικαίου.

Στις αποφάσεις της αρμόδιας Αμφικτιονίας αντιτάχθηκαν κυρίως οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες, που δεν ήθελαν οι ενέργειές τους να υπόκεινται στη δικαιοδοσία των μικρών κρατών, πολύ δε περισσότερο όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι Σπαρτιάτες βαρύνονταν με κατηγορίες ανάλογες των Φωκέων. Οι Θηβαίοι, αν και στον Ιερό πόλεμο δεν είχαν σοβαρές επιτυχίες και παρά το ότι ήταν ευεργέτες του Μεγάλου Βασιλέως, έστειλαν τον Παμμένη με 5.000 στρατιώτες σε ενίσχυση του γενναιόδωρου Αρτάβαζου.

Το επόμενο έτος (353 π.Χ.) ο Αρτάβαζος μη εμπιστευόμενος τους Θηβαίους έδιωξε τα στρατεύματά τους, για να διαπιστώσει ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο τον αποσχιστικό του αγώνα και να ζητήσει καταφύγιο στην Αυλή της Μακεδονίας. Αντίθετα προς τη Μ. Ασία η Φοινίκη, η Κιλικία και η Κύπρος εξακολουθούσαν τον αποσχιστικό τους αγώνα. Το 352 π.Χ. ο Φίλιππος κατέλαβε την προσκείμενη στους Αθηναίους Μεθώνη, τη λεηλάτησε και την ισοπέδωσε. Κατά την πολιορκία έχασε το ένα μάτι από εχθρικό τόξευμα και αυτό θεωρήθηκε (μάλλον από τους μεταγενέστερους) ως τιμωρία του από τον Άμμωνα.

Από εκείνη τη στιγμή ο Δημοσθένης άρχισε τη σφοδρή αντιμακεδονική πολεμική με τον πρώτο Φιλιππικό λόγο. Με τη σταθεροποίηση του κράτους της Μακεδονίας και την επιβολή του ελέγχου της στις πλουτοπαραγωγικές πηγές της Θράκης, η Αθήνα είχε πολλούς και σημαντικούς λόγους να ανησυχεί. Ο Φίλιππος θα μπορούσε πλέον να επιβάλει την τιμή στην ξυλεία για ναυπήγηση τριήρων, ενώ μέχρι τότε την επέβαλλαν οι Αθηναίοι στους προηγούμενους υποχείριούς τους Μακεδόνες βασιλιάδες. Ή θα μπορούσε να απαγορεύσει την εξαγωγή ξυλείας και να ναυπηγήσει ο ίδιος Μακεδονικό στόλο, ανταγωνιστικό του Αθηναϊκού.

Ή θα μπορούσε να αρνηθεί την πώληση ναυπηγικής ξυλείας στους Αθηναίους και να πουλήσει σε κάποιους εχθρούς τους. Εν ολίγοις θα μπορούσε να επηρεάσει τα εξοπλιστικά προγράμματα του μεγαλύτερου και ικανότερου πολεμικού στόλου της Ελλάδας, του στόλου ενός από τους διεκδικητές της Ηγεμονίας. Παράλληλα, τα χρυσωρυχεία του Παγγαίου του έδιναν τη δυνατότητα χρηματοδότησης μεγάλου στρατεύματος και εξαγοράς πολιτικών άλλων κρατών. Επιπλέον ο Φίλιππος αποκτούσε έλεγχο στις εξαγωγές σιτηρών από τη Μακεδονία προς στην Αττική.

Αυτό δεν ήταν τόσο σημαντικό, αφού τα σιτηρά της Μακεδονίας μπορούσαν να καλύψουν μικρό μόνο μέρος των αναγκών της Αττικής, όμως οι Αθηναίοι δεν ξεχνούσαν το λιμό, που χτύπησε την Αττική, όταν οι Σπαρτιάτες έκλεισαν τον Ελλήσποντο και εμπόδισαν την ροή σιτηρών από τη Σκυθία (Ουκρανία) στην Αττική. Οι Αθηναίοι ως Ηγεμόνες της Ελλάδος επέβαλλαν αυθαίρετα φόρους στους συμμάχους τους και με τα έσοδα αυτά χρηματοδοτούσαν την πολεμική τους μηχανή αλλά και τα δημόσια έργα τους. Χάνοντας αυτά τα έσοδα και τον έλεγχο των στρατηγικών αποθεμάτων, αντιμετώπιζαν το φάσμα της κατάρρευσης πρώτα της στρατιωτικής τους ισχύος και μετά της οικονομίας τους.

Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο κουτσός ερωτύλος, που τώρα πια ήταν και μονόφθαλμος, κατάφερε μέσα σε πέντε χρόνια να συγκολλήσει τη σχεδόν διαμελισμένη Μακεδονία, να τη βγάλει από το περιθώριο του Ελληνικού κόσμου και να την καταστήσει διεκδικητή της Ηγεμονίας της Ελλάδος. Ο Δημοσθένης ασφαλώς γνώριζε ότι η Αθήνα ήταν ανίκανη να επιβάλει την Ηγεμονία της, αλλά ο πατριωτισμός του δεν ανεχόταν να βλέπει τα ζωτικής σημασίας στρατηγικά αποθέματα να περνούν στον έλεγχο ενός βασιλιά της περιφέρειας με μόνο αιτιολογικό, ότι βρίσκονταν στην επικράτειά του.

Αυτό που ο Δημοσθένης επεδίωξε για τη Μακεδονία, ήταν αυτό που συμβαίνει και σήμερα στις χώρες, που έχουν πρώτες ύλες στρατηγικής σημασίας για τη Δύση, αλλά οι ηγεσίες τους δεν ελέγχονται από τη Δύση: οι κυβερνήσεις τους αποκαλούνται βάρβαρες, σκοταδιστικές, ανελεύθερες, επικίνδυνες για την παγκόσμια ειρήνη και οι πολιτισμένες χώρες (κατά σύμπτωση αυτές που χρειάζονται τις επίμαχες πρώτες ύλες) αναλαμβάνουν αλτρουιστικά να σώσουν τον κόσμο από τις κακές αυτές κυβερνήσεις.

Σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να μεμφθούμε τον Δημοσθένη για την αντιμακεδονική τακτική και επιχειρηματολογία του με το σκεπτικό ότι κι εκείνος προωθούσε την ιμπεριαλιστική πολιτική της Αθήνας, που δύο φορές στο παρελθόν είχε επιτύχει την Ηγεμονία της Ελλάδος. Περιττό είναι να υπενθυμίσουμε ότι ο ιμπεριαλιστής θεωρεί τον ιμπεριαλισμό του αντιπάλου του ως απόπειρα υποδούλωσης, ενώ τον δικό του ιμπεριαλισμό τον θεωρεί ως πατριωτισμό. Επίσης ούτε η παροχή ανταλλαγμάτων στην περσική βοήθεια για να κατακτήσουν την Ηγεμονία ήταν έξω από τον αρχαίο Ελληνικό ορισμό του πατριωτισμού.

Το μεμπτό του Δημοσθένη είναι η ανικανότητά του να αντιληφθεί τις αδυναμίες της Αθήνας του 4ου π.Χ. αιώνα, μια ανικανότητα που πλήρωσαν πολύ ακριβά οι Αθηναίοι και ακόμη ακριβότερα οι Θηβαίοι. Την ίδια χρονιά (352 π.Χ.) ο Οδρύσης βασιλιάς Κερσοβλέπτης για να ανακόψει την επέκταση του Φιλίππου, παρέδωσε στους Αθηναίους τις πόλεις της Χερρονήσου εκτός από την Καρδία και οι Αθηναίοι έσπευσαν να εγκαταστήσουν κληρούχους, κάνοντας απόλυτα σαφές ότι ο αγώνας τους κατά του Φιλίππου είχε ως αποκλειστικό στόχο να κατακτήσουν την Ηγεμονία της Ελλάδος.

Εν συνεχεία ο Φίλιππος αποδέχθηκε την πρόσκληση των Θεσσαλών και εισέβαλε στη Θεσσαλία, για να εκδιώξει μαζί με τα Θεσσαλικά στρατεύματα τον τύραννο των Φερρών Λυκόφρονα, ο οποίος έσπευσε να καλέσει σε βοήθεια τους Φωκείς. Μετά από μία αρχική ήττα τα συμμαχικά στρατεύματα των Μακεδόνων και των Θεσσαλών νίκησαν σε δύο μάχες και σκοτώθηκε ο στρατηγός των Φωκέων Ονόμαρχος και περί τους 6.000 άνδρες. Μεσούντος του Ιερού Πολέμου και δεδομένου του χαρακτηρισμού των Φωκέων από την Αμφικτιονία ως ιεροσύλων, στους υπόλοιπους 3.000 Φωκείς επεβλήθη η προβλεπόμενη ποινή και ο Φίλιππος τους έπνιξε στον Παγασητικό κόλπο.

Μετά τη νίκη επί του Ονόμαρχου ο Φίλιππος κατέλυσε την τυραννία στις Φερρές και το 351 π.Χ. στράφηκε προς τη Βοιωτία, όπου είχαν εισβάλει οι Φωκείς. Όμως οι σύμμαχοι των Φωκέων, οι Αθηναίοι, είχαν καταλάβει τα στενά των Θερμοπυλών και τον εμπόδισαν να κινηθεί νοτιότερα. Στην Πελοπόννησο οι επίσης σύμμαχοι των Φωκέων, οι Σπαρτιάτες, είχαν εμπλακεί σε πόλεμο με άλλους Πελοποννήσιους για λόγους άσχετους προς τον Ιερό Πόλεμο και δεν μπορούσαν να βοηθήσουν. Οι Θηβαίοι αν και στη Μ. Ασία είχαν πετύχει σημαντικές νίκες επί των σατραπικών στρατευμάτων, στην Ελλάδα αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν τους Φωκείς κατά τον Ιερό Πόλεμο.

Έτσι το 350 π.Χ. υποχρεώθηκαν να ζητήσουν οικονομική βοήθεια από τον Μεγάλο Βασιλέα, που δεν αρνήθηκε να δωρίσει 300 τάλαντα στους επιλήψιμης συμπεριφοράς ευεργέτες του Αχαιμενιδικού θρόνου. Αργότερα τον ίδιο χρόνο ο Αρταξέρξης έκανε μία αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης της Αιγύπτου. Το 349 π.Χ. ο Φίλιππος επιτέθηκε κατά των Χαλκιδικών πόλεων της Θράκης, κυρίευσε με προδοσία τη Μηκύβερνα, την Τορώνη και πολιόρκησε την Όλυνθο, ενώ ο Δημοσθένης εξαπέλυε εναντίον του τους Ολυνθιακούς λόγους.

Την ίδια χρονιά το αντιμακεδονικό μένος του Δημοσθένη έφτασε στο σημείο να αποκαλεί την Πέλλα «χωρίον άδοξον και μικρόν», ενώ κατά τον αδιαμφισβήτητου κύρους και αξιοπιστίας Ξενοφώντα ήδη σαράντα χρόνια νωρίτερα ήταν «η μεγίστη των εν Μακεδονία πόλεων». Η σημαντικότερη πόλη των επί Θράκης Χαλκιδέων αντιστάθηκε και του προξένησε μεγάλες απώλειες, ώσπου ο Φίλιππος εξαγόρασε δύο προεστούς, που του την παρέδωσαν. Άλλωστε συνήθιζε να καυχάται ότι μεγάλωσε τη Μακεδονία περισσότερο με το χρυσάφι και λιγότερο με τα όπλα.

Η Όλυνθος λεηλατήθηκε και οι Ολύνθιοι εξανδραποδίσθηκαν, η δε πώληση των λαφύρων και των ανδραπόδων του προσπόρισε τέτοια κέρδη, ώστε να χρηματοδοτήσει με άνεση τη συνέχεια των πολεμικών του επιχειρήσεων και να τρομοκρατεί τους απείθαρχους. Μετά την άλωση της Ολύνθου ο μεν Φίλιππος πραγματοποίησε στη Μακεδονία επινίκια Ολύμπια, μεγαλοπρεπείς θυσίες στους θεούς, μεγάλες γιορτές με πολλούς προσκεκλημένους και λαμπρούς αγώνες, οι δε Αθηναίοι με τις προτροπές του Δημοσθένη άρχισαν να δραστηριοποιούνται εναντίον του. Ωστόσο δεν προχώρησαν σε άμεσες εχθροπραξίες, αλλά προσπαθούσαν να πείσουν άλλους να του αντισταθούν.

Το 348 π.Χ. ο Φίλιππος πολιόρκησε τα Στάγειρα, η οχυρή πόλη έπεσε μετά από πολιορκία και ισοπεδώθηκε με αποτέλεσμα να τρομοκρατηθούν οι γύρω μικρότερες πόλεις και να δηλώσουν υποταγή. Το 346 π.Χ. οι Θηβαίοι εξαντλημένοι από τις απώλειες σε προσωπικό και εξουθενωμένοι οικονομικά από τον Ιερό πόλεμο ζήτησαν τη συνδρομή του Φιλίππου. Εκείνος όμως ήθελε να συντρίψει τις ηγεμονικές φιλοδοξίες τους και γι’ αυτό τους έστειλε δυνάμεις επαρκείς για να φανεί ότι τους βοηθά, αλλά ανεπαρκείς για να τους συνδράμει αποτελεσματικά.

Επίσης συνήψε με τους Αθηναίους τη Φιλοκράτειο ειρήνη, από την οποία φρόντισε να εξαιρεθεί ο Θράκας σύμμαχος των Αθηναίων Κερσοβλέπτης, για να τον υποτάξει λίγο αργότερα. Ο Ισοκράτης έσπευσε να δημοσιεύσει τον Φίλιππο, μια επιστολή με την οποία καλούσε τον Μακεδόνα βασιλιά να συνεχίσει τις κατακτήσεις του ηγούμενος της πολυπόθητης εκστρατείας εναντίον του βαρβάρου Βασιλιά της Ασίας. Το 345 π.Χ. ο Ιερός πόλεμος είχε εξαντλήσει τους δύο κύριους αντιπάλους, που ζήτησαν ενισχύσεις οι μεν Φωκείς από τους Σπαρτιάτες, οι δε Βοιωτοί από τους Μακεδόνες.

Ενώ ο Φίλιππος επικεφαλής των Μακεδόνων και των Θεσσαλών διέσχιζε τη Λοκρίδα, ο στρατηγός των Φωκέων αντιλήφθηκε την επερχόμενη ήττα και ζήτησε συνθηκολόγηση. Μετά την παράδοσή τους συγκλήθηκε το Αμφικτιονικό Συνέδριο, που είχε κηρύξει τον πόλεμο κατά των ιερόσυλων εννέα χρόνια νωρίτερα, και όπως ήταν αναμενόμενο επέβαλε βαρύτατες ποινές στους Φωκείς. Όπως ήταν επίσης αναμενόμενο, δεν ασχολήθηκε καθόλου με τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες, που ήταν θερμότατοι σύμμαχοι των Φωκέων και μοιράστηκαν μαζί τους τα αξίας μεγαλύτερης των 10.000 ταλάντων συληθέντα αναθήματα στο ιερό των Δελφών.

Αντίθετα, από τους επίσης συμμάχους των ιερόσυλων Φωκέων αλλά μικρότερης πολιτικής βαρύτητας, τους Κορινθίους, αφαίρεσε την τιμή να συνδιοργανώνουν με τους Θεσσαλούς και τους Βοιωτούς την εορτή των Πυθίων και την ανέθεσε εφεξής στους Μακεδόνες. Επίσης αφαίρεσε από τους Φωκείς τις δύο ψήφους, που διέθεταν στο Συνέδριο της Πυλαίας Αμφικτιονίας, και τις έδωσε στους Μακεδόνες.

Ο Φίλιππος, αφού επέβλεψε με τα στρατεύματά του την υλοποίηση των Αμφικτιονικών αποφάσεων, επέστρεψε στη Μακεδονία. Στην Ασία ο Αρταξέρξης Γ΄ νίκησε τον Ορόντη και υπέταξε ξανά τη Φοινίκη και την Κιλικία μετά από εξέγερση 12 ετών, ενώ η Κύπρος εξακολουθούσε να αρνείται την υποταγή.

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΗΓΕΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Αφού είχε συντρίψει την αποστασία των σατραπών, το 344 π.Χ. ο Αρταξέρξης Γ΄ αποφάσισε να υποτάξει την Αίγυπτο, που διένυε την έβδομη δεκαετία ανεξαρτησίας. Επειδή ήδη είχε κάνει μία αποτυχημένη προσπάθεια, αυτή τη φορά έστειλε πρέσβεις στα μεγαλύτερα κράτη της Ελλάδας με το αίτημα να πολεμήσουν τους Αιγυπτίους στο πλευρό των Περσών. Στρατό όμως έστειλαν μόνο οι παραδοσιακά φιλοπέρσες, Αργείοι και Θηβαίοι, ενώ οι υπόλοιποι έστειλαν μόνο τη φιλία τους. Τον επόμενο χρόνο (343 π.Χ.) ο Ώχος κατέλαβε την Αίγυπτο, γκρέμισε τα τείχη των πόλεων και λεηλάτησε τους ναούς.

Ο Μέντωρ ο Ρόδιος είχε προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες στον Αρταξέρξη στην κατάκτηση της Φοινίκης και της Αιγύπτου και κατάφερε να πείσει τον Αρταξέρξη να συγχωρέσει τον αδελφό του, τον Μέμνονα καθώς και τον Αρτάβαζο, που μετά την αποτυχία της ανταρσίας τους είχαν καταφύγει στην Αυλή του Φιλίππου. Το 342 π.Χ. ο Φίλιππος επιτέθηκε κατά των Οδρυσών του Κερσοβλέπτη, τους κατέστησε υποτελείς του και αναμόρφωσε αρκετές πόλεις, σε μία δε έδωσε το όνομά του, Φιλιππούπολη (το Πλόβντιβ της σημερινής Βουλγαρίας).

Σημειώνουμε εδώ ότι δύο χρόνια αργότερα τα παράδειγμά του επρόκειτο να ακολουθήσει και ο Αλέξανδρος, που ονόμασε Αλεξανδρόπολη μία πόλη των Μαιδών. Ο Πνυταγόρας, ο τελευταίος από τους Έλληνες βασιλιάδες της Κύπρου, που εξακολουθούσε να αντιστέκεται στον Ώχο, σύντομα υποχρεώθηκε κι αυτός να υποταχθεί. Οι Πέρσες είχαν ανακτήσει ισχύ, πλούτο και κύρος και ο Φίλιππος έκρινε ότι δεν έπρεπε να τραβήξει την προσοχή τους, γι’ αυτό υπέγραψε συνθήκη ειρήνης μαζί τους. Το 341 π.Χ. πέθανε ο βασιλιάς των Μολοσσών, Αρύμβας, αφήνοντας διάδοχο τον Αιακίδη, γιο του και μετέπειτα πατέρα του βασιλιά Πύρρου.

Ο Φίλιππος όμως κατάφερε να ενθρονισθεί αντί γι’ αυτόν ο Αλέξανδρος, ο αδελφός της Ολυμπιάδας, επεκτείνοντας έτσι τη Μακεδονική επιρροή και στην Ήπειρο. Το 340 π.Χ. ο Φίλιππος άρχισε να πολιορκεί την Πέρινθο, μία ισχυρή και πλούσια Ελληνίδα πόλη της Θράκης. Ο Δημοσθένης προέτρεψε τότε τους Αθηναίους να αποβάλουν τις «ανόητες προκαταλήψεις» τους κατά του Πέρση βασιλιά και να πάψουν να τον θεωρούν βάρβαρο και κοινού εχθρού όλων των Ελλήνων. Τελικά έπεισε την Εκκλησία του Δήμου να στείλει στον Ώχο (Αρταξέρξη Γ΄) πρεσβεία, ζητώντας του να ακυρώσει το σύμφωνο φιλίας με τον Φίλιππο και να κηρύξει πόλεμο εναντίον του.

Επειδή ο ίδιος ο Αρταξέρξης ήταν απασχολημένος με την καταστολή μιας εξέγερσης των Καδουσίων έστειλε τον Αρσίτη να βοηθήσει τους Περινθίους. Εκτός από τους Πέρσες βοήθεια στους Περινθίους προσέφεραν και οι γείτονές τους Βυζάντιοι με αποτέλεσμα ο Φίλιππος να αντιμετωπίσει σφοδρή αντίσταση. Τότε επιτέθηκε στο Βυζάντιο, σε βοήθεια του οποίου έσπευσαν οι πρώην σύμμαχοί του στο Συμμαχικό πόλεμο, οι Χίοι, οι Κώοι και οι Ρόδιοι. Λόγω της έντονης πολεμικής δραστηριότητας στην Προποντίδα, οι Αθηναίοι ανησύχησαν για τον εφοδιασμό της πόλης τους με σιτηρά από τη Σκυθία και έστειλαν στόλο για την προστασία των νηοπομπών τους.

Μόλις οι Μακεδόνες κατέσχεσαν τα φορτία των σιτηρών, οι Αθηναίοι κατήγγειλαν τη Φιλοκράτειο ειρήνη και άρχισαν τις εχθροπραξίες. Την ίδια χρονιά ο Πιξώδαρος ανέτρεψε την αδελφή του Άδα και σφετερίσθηκε τον υποτελή στους Πέρσες θρόνο της Καρίας. Μετά από τα γεγονότα στην Πέρινθο και στο Βυζάντιο οι Αθηναίοι βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Μακεδόνες και αποτελούσαν το μοναδικό εμπόδιο στο δρόμο του Φιλίππου προς την Ηγεμονία της Ελλάδος. Τον Αύγουστο του 338 π.Χ. ο Φίλιππος αποφάσισε να απομακρύνει κι αυτό το εμπόδιο και άρχισε την προέλαση προς Νότον.

Οι Αθηναίοι που το πληροφορήθηκαν όταν βρισκόταν στην Ελάτεια, σε απόσταση μόλις δύο ημερών από την Αθήνα, τρομοκρατήθηκαν και όλη τη νύχτα οι σαλπιγκτές σήμαιναν συναγερμό. Τα καθέκαστα έγιναν γνωστά σε όλους τους πολίτες, που μαζεύτηκαν στην Εκκλησία του Δήμου από πολύ νωρίς, όμως από την αγωνία και το φόβο κανείς δεν έπαιρνε το λόγο. Το πλήθος έστρεψε το βλέμμα του στο Δημοσθένη, ο οποίος πρότεινε να συμμαχήσουν αστραπιαία με τους Βοιωτούς, πριν εκείνοι αναλάβουν τις υποχρεώσεις τους έναντι των Μακεδόνων λόγω της μεταξύ τους συνθήκης φιλίας και συμμαχίας.

Το εγχείρημα φαινόταν ακατόρθωτο, δεδομένης της παμπάλαιας έχθρας των Αθηναίων με τους Θηβαίους. Οι Αθηναίοι ανέκαθεν υποστήριζαν Βοιωτικές πόλεις, που αντιτίθεντο στα σχέδια των Θηβαίων για Ηγεμονία στη Βοιωτία, οι Θηβαίοι διεκδικούσαν από τους Αθηναίους εδάφη στη μεθόριο Αττικής και Βοιωτίας (τον Ωρωπό) και οι Αθηναίοι πάντοτε έτρεμαν το ιππικό των Θηβαίων, που ήταν περισσότερο και ικανότερο από το Αθηναϊκό. Εν ολίγοις, Αθηναίοι και Θηβαίοι βρίσκονται πάντοτε σε αντίπαλα στρατόπεδα, ακόμη και κατά την εισβολή των Περσών, ωστόσο αυτή τη φορά οι Αθηναίοι δεν είχαν άλλη λύση από το να ζητήσουν τη βοήθεια των Θηβαίων.

Πράγματι οι Αθηναίοι έστειλαν το Δημοσθένη στη Θήβα, που κατάφερε να εξασφαλίσει τη συμμαχία των Βοιωτών και αμέσως μετά έστειλαν το σύνολο του εθνικού τους στρατού στη Χαιρώνεια και οι Βοιωτοί στρατοπέδευσαν μαζί τους περιμένοντας τον Φίλιππο. Εκείνος έστειλε πρέσβεις στο Κοινό των Βοιωτών για να θυμίσουν τη μεταξύ τους συμμαχία, όμως ο δεινότερος ρήτοράς του, ο Πείθων, δεν μπόρεσε να ανταγωνισθεί τον Δημοσθένη και να τους μεταπείσει. Έτσι την 9η Μεταγειτνιώνος (24η Αυγούστου) του 338 π.Χ. έγινε η μάχη της Χαιρώνειας.

Ο Φίλιππος υπερτερούσε τόσο αριθμητικά όσο και σε στρατιωτική ικανότητα, αφού ούτε οι Θηβαίοι ούτε οι Αθηναίοι διέθεταν πια στρατηγούς εφάμιλλους των παλαιοτέρων. Παρά ταύτα η μάχη ήταν σκληρή, μακρά, αμφίρροπη, αλλά τελικά νικηφόρα για τους Μακεδόνες. Οι Αθηναίοι είχαν πάνω από 1.000 νεκρούς και 2.000 αιχμαλώτους, ενώ ανάλογες ήταν και οι απώλειες των Θηβαίων. Στη μάχη της Χαιρώνειας παραδίδεται ότι πρώτος ο ηλικίας 18 ετών Αλέξανδρος επικεφαλής του εταιρικού ιππικού διέσπασε τις γραμμές του Ιερού Λόχου των Θηβαίων.

Παραδίδεται επίσης ότι κατά τον κῶμο μετά το επινίκιο δείπνο ο Φίλιππος περιφερόταν ανάμεσα στους αιχμαλώτους και τους χλεύαζε για την αποτυχία τους. Τότε ο Δημάδης του είπε «Βασιλιά, η τύχη σου επιφύλαξε ρόλο Αγαμέμνονα κι εσύ δεν ντρέπεσαι να φέρεσαι σαν Θερσίτης;». Υποτίθεται ότι ο Φίλιππος συγκλονίσθηκε από τα λόγια του Αθηναίου ρήτορα, διέκοψε τον κῶμο και τον απελευθέρωσε. Ο Δημάδης στη συνέχεια έπεισε το Φίλιππο να συνάψει ειρήνη με τους Αθηναίους και τους Θηβαίους και να εγκαταστήσει μακεδονική φρουρά μόνο στη Θήβα.

Είναι αδύνατο να διαπιστώσουμε αν αυτά είναι πραγματικά γεγονότα ή αν κατασκευάσθηκαν αργότερα για να διανθίσουν τα πραγματικά γεγονότα. Ειδικά η αποδιδόμενη στον Δημάδη παρομοίωση του Φιλίππου με τον Αγαμέμνονα είναι σαφέστατη αναφορά στις προσδοκίες, που είχε δημιουργήσει η Μακεδονία ως Ηγεμών της Ελλάδος. Το όραμα, που προέβαλλαν οι ρήτορες Ισοκράτης και Γοργίας, προέβλεπε μία πανελλήνια εκστρατεία κατά της Ασίας για εκδίκηση. Στον Τρωικό Πόλεμο υποτίθεται ότι οι Έλληνες εκδικήθηκαν τους Τρώες για την προσβολή από την αρπαγή της Ελένης.

Σ’ αυτόν τον επερχόμενο πόλεμο υποτίθεται ότι οι Έλληνες θα έπαιρναν εκδίκηση από τους Πέρσες για τις καταστροφές των ναών κατά την εισβολή τους στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο στη μάχη της Χαιρώνειας ο Δημοσθένης «αποδείχθηκε ότι δεν έκανε τίποτα καλό ή σύμφωνο με όσα έλεγε, αλλά το ‘βαλε στα πόδια, εγκαταλείποντας τον συνασπισμό. Τράπηκε σε φυγή κατά τον πιο αισχρό τρόπο και ρίχνοντας τα όπλα του, χωρίς να ντραπεί ούτε το επίσημον της ασπίδας του, που με χρυσά γράμματα έγραφε Καλή Τύχη».

Ο Δημοσθένης πράγματι δεν ήταν άμεμπτος και ο Πλούταρχος μάλλον δικαιολογημένα περιγράφει με τα μελανώτερα χρώματα τον βίο και την πολιτεία του αντιμακεδόνα πολιτικού, αλλά αν πράγματι υπήρξε ρίψασπις στη μάχη της Χαιρώνειας, τότε προκύπτει το ερώτημα γιατί οι Αθηναίοι του ανέθεσαν την τιμή να εκφωνήσει τον επιτάφιο λόγο για τους νεκρούς της ίδιας μάχης. Ίσως την αλήθεια για το Δημοσθένη να τη συνοψίζει ο Πολύβιος, που λέει ότι ο Δημοσθένης μετρούσε τα πάντα σύμφωνα με τα συμφέροντα της Αθήνας και θεωρούσε όλους τους Έλληνες υποχρεωμένους να προσβλέπουν στην πατρίδα του, άλλως ήταν προδότες της Ελλάδας και ανάξιοι να θεωρούνται Έλληνες.

Πάντως το βέβαιο είναι ότι μετά τη μάχη της Χαιρώνειας ο Μέγας Βασιλεύς τον θεώρησε ικανό να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του και άρχισε να τον χρηματοδοτεί. Είδαμε ότι τον 4ο π.Χ. αιώνα υπήρχαν ήδη Κοινά, όπου τα επιμέρους κράτη-μέλη είχαν παραιτηθεί από την ανεξαρτησία τους στην εξωτερική πολιτική, ενώ η ιδέα της ένωσης όλων των ελληνικών κρατών και Κοινών είχε διατυπωθεί πριν ένα περίπου αιώνα από τους ρήτορες, Γοργία και Ισοκράτη.

Ο Ισοκράτης στον «Πανηγυρικό» του συμβούλευε τους Έλληνες να ομονοήσουν και να πολεμήσουν τους βαρβάρους, στον «προς Φίλιππο» λόγο του προέτρεπε το Μακεδόνα βασιλιά, να ηγηθεί των Ελλήνων κατά των βαρβάρων και ο Γοργίας στον «Ολυμπικό» του λόγο προέτρεπε τους Έλληνες να ομονοήσουν και να πολεμήσουν κατά των βαρβάρων. Αλλά τα ισχυρότερα Ελληνικά κράτη ήταν αδύνατον να εγκαταλείψουν τη διεκδίκηση της Ηγεμονίας της Ελλάδος και να αρκεσθούν στη συνδιαχείριση της Ελλάδας.

Κατά τον Γ΄ Ιερό Πόλεμο η Αθήνα και η Σπάρτη περιφρόνησαν τις αποφάσεις του Αμφικτιονικού Συνεδρίου για την προστασία ενός από τα σημαντικότερα ιερά όλου του Ελληνικού κόσμου και δεν δίστασαν να διαρπάσουν τα ιερά αναθήματα από το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις πολεμικές επιχειρήσεις τους κατά των υποστηρικτών της Αμφικτιονίας. Αυτά μας δίνουν μία πολύ καλή ιδέα για το πώς ιεραρχούσαν τα δικά τους συμφέροντα οι ηγεμονικές δυνάμεις.

Επιπλέον υπήρχε και η αντίληψη, την οποία ευθέως διατύπωσαν οι Αργείοι στους Σπαρτιάτες κατά την Περσική εισβολή, ότι προτιμούσαν να υποταχθούν σε βάρβαρους παρά σ’ εκείνους. Αυτή ήταν (στην καλύτερη περίπτωση) και η νοοτροπία του Δημοσθένη: όποιος Έλληνας δεν αποδεχόταν την Αθήνα ως Ηγεμόνα της Ελλάδος ήταν εχθρός της Ελλάδας και δεχόταν τη σφοδρή πολεμική του «πατριώτη» ρήτορα, ο οποίος φυσικά δεν δίσταζε να έλθει σε συναλλαγή και να προσφέρει όλα τα αναγκαία ανταλλάγματα στον Πέρση βασιλιά, προκειμένου εκείνος να χρηματοδοτήσει τα ηγεμονικά όνειρα της Αθήνας, για να … σωθεί η Ελλάδα!

Οι ρήτορες είχαν ήδη διαμορφώσει τη σχετική «πολιτική πλατφόρμα», αλλά προαπαιτούμενο για την πανελλήνια επίθεση κατά της Περσίας ήταν να βρεθεί ένας αρκετά φιλόδοξος Ηγεμών της Ελλάδος. Γι’ αυτό ο Ισοκράτης προέτρεψε διαδοχικά τους Αθηναίους, τον Διονύσιο των Συρακουσών, τον Ιάσονα των Φερρών και τέλος το Φίλιππο της Μακεδονίας να ηγηθούν της ένωσης όλων των Ελλήνων. Πράγματι, τόσο ο Φίλιππος όσο και ο Αλέξανδρος παρουσίαζαν την επίθεσή τους κατά της Περσίας ως ένα ακόμη κεφάλαιο των Ελληνοπερσικών πολέμων και συγκεκριμένα ως συνέχιση των Ελληνικών αντεπιθέσεων.

Αυτήν την επίφαση αντεπίθεσης τη βρίσκουμε σε αρκετά σημεία, με σημαντικότερο όλων την απόφαση του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων να κηρύξει τον πόλεμο κατά των Περσών, για να εκδικηθεί τις αδικοπραγίες, που είχαν προκαλέσει κατά την εισβολή τους στην Ελλάδα. Την ίδια πρόφαση αντεπίθεσης βρίσκουμε και στην επιστολή του Αλεξάνδρου προς το Δαρείο καθώς και στον τόπο ίδρυσης του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων. Ο Φίλιππος επέλεξε την Κόρινθο ως τόπο συγκρότησής του, διότι το φθινόπωρο του 481 π.Χ. και την άνοιξη του 480 π.Χ. είχαν συγκεντρωθεί στον Ισθμό της Κορίνθου οι πρέσβεις των ανυπότακτων Ελληνικών κρατών, για να συζητήσουν περί την αντίσταση κατά της εισβολής των Περσών.

Κατά τον Ιουστίνο, πριν την αναχώρηση της στρατιάς για την Ασία ο Αλέξανδρος έκανε θυσίες ζητώντας από τους Θεούς να του δώσουν τη νίκη σ’ έναν πόλεμο, στον οποίο επελέγη να εκδικηθεί τις πολυάριθμες επιθέσεις των Περσών κατά της Ελλάδας. Κατά τον Πλούταρχο ο Αλέξανδρος διεμήνυσε στους Πλαταιείς ότι θα ξανάφτιαχνε την πόλη τους, λόγω της μεγάλης προσφοράς τους στους Περσικούς Πολέμους. Ακόμη έστειλε στους Κροτωνιάτες μερίδιο από τα λάφυρα της μάχης των Γαυγαμήλων, για να τιμήσει τον πρόγονό τους Φάυλλο, που πολέμησε στη Σαλαμίνα με δικό του πλοίο.

Επίσης σε κάποια φάση της εκστρατείας βλέποντας ένα άγαλμα του Ξέρξη, το οποίο οι στρατιώτες του είχαν γκρεμίσει νωρίτερα, αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα: «να σε αφήσουμε πεσμένο κάτω για την εκστρατεία σου κατά των Ελλήνων ή να σε σηκώσουμε λόγω της άλλης μεγαλοσύνης και ανδρείας σου;». Το 1921 ο αρχαιολόγος Παναγιώτης Καββαδίας κατά την αναστήλωση του ιερού της Επιδαύρου βρήκε κατατεμαχισμένη και ενσωματωμένη ως οικοδομικό υλικό σε Ρωμαϊκό υπόκαυστο μία επιγραφή, που αρχικά θεωρήθηκε ότι αφορούσε την Αχαϊκή Συμπολιτεία.

Τελικά διαπιστώθηκε ότι χρονολογείται στο 302 π.Χ. και ότι αφορούσε το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων, το οποίο οι ξένοι εσφαλμένα αναφέρουν ως Κορινθιακή Συμμαχία (League of Corinth, Ligue de Corinthe, Korinthischer Bund). Μετά τον Φίλιππο Β΄ το «καταστατικό» του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων ανανεώθηκε 4 φορές, από τον Αλέξανδρο, από τον Αντίγονο και τον Δημήτριο, από τον Αντίγονο Δώσονα και από το Φίλιππο Ε΄ αντίστοιχα. Η συγκεκριμένη επιγραφή αφορά στη δεύτερη ανανέωση, είναι χαραγμένη σε μία στήλη κατά το άνω ήμισυ οπισθόγραφη, το συνολικό της ύψος είναι 1,70 και το πλάτος 0,70 μ, το δε κείμενο είναι διατεταγμένο κατά άρθρα.

Παρόμοιες στήλες υπήρχαν σε όλα τα κράτη – μέλη του Κοινού και όταν ο Μέμνων ο Ρόδιος σε αντιπερισπασμό στην προέλαση του Αλεξάνδρου κατέλαβε μερικά νησιωτικά κράτη του Αιγαίου, τα διέταξε να τις καταστρέψουν, δηλαδή να ακυρώσουν τη συμμετοχή τους στο Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων. Από την επιγραφή της Επιδαύρου προκύπτει ότι κυρίαρχο σώμα ήταν το Συνέδριο των αντιπροσώπων των κρατών μελών του Κοινού.

Το Συνέδριο επόπτευε την τήρηση των συμφωνημένων και επέλυε τις διαφορές, όπως φαίνεται και από επιγραφή της Χίου στην οποία βρέθηκε επιστολή του Αλεξάνδρου με προειδοποίηση προς τους Χίους ότι «υπόκεινται στην κρίση των Ελλήνων» και ότι «θα κριθούν από το συνέδριο των Ελλήνων». Το Συνέδριο δεν συνήρχετο αποκλειστικά στην Κόρινθο, αλλά «μέχρις ότου τελειώσει ο κοινός πόλεμος, όπου οι πρόεδροι και ο βασιλιάς (της Μακεδονίας) διατάξει» και «όποτε κριθεί σκόπιμο από τους προέδρους και τον βασιλιά ή αυτόν, που ο βασιλιάς άφησε πίσω του υπεύθυνο για την κοινή στρατιωτική φρουρά», «όταν δε γίνει ειρήνη, όπου τελούνται οι στεφανίται αγώνες».

Η συνεδρίαση «διαρκεί όσες ημέρες διατάξουν οι πρόεδροι του συνεδρίου», «πραγματοποιείται αν προσέλθουν περισσότεροι από τους μισούς (συνέδρους), αν όμως προσέλθουν λιγότεροι, η συνεδρίαση δεν πραγματοποιείται». Όσον αφορούσε στην υπόλοιπη λειτουργία του συνεδρίου ως «πρόεδροι ορίζονται πέντε από τους συνέδρους, οι οποίοι εκλέγονται με κλήρωση στην περίοδο της ειρήνης, εκλέγεται δε ένας, όχι περισσότεροι, από κάθε ἔθνος ή πόλη».

Σε αντίθεση με την μέχρι τότε εφαρμοζόμενη αρχή του ισοψήφου (όλα τα κράτη είχαν τον ίδιο αριθμό συνέδρων και ψήφων) στα κατά τόπους Κοινά και στις Αμφικτιονίες (π.χ. 2 ψήφοι για κάθε ομοεθνία της Πυλαίας), το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων έδινε σε κάθε ἔθνος ή πόλη συνέδρους (και συνεπώς ψήφους) ανάλογους με τον πληθυσμό τους. Ωστόσο οι Μακεδόνες δεν αντιπροσωπεύονταν με αριθμό ανάλογο του πληθυσμού τους, αλλά από τον βασιλικό επίτροπο («αυτόν, που ο βασιλιάς άφησε πίσω του υπεύθυνο για την κοινή στρατιωτική φρουρά»).

Προβλεπόταν ακόμη ότι «όσα αποφάσισαν οι σύνεδροι είναι έγκυρα και δεσμευτικά (για τα κράτη – μέλη)», ενώ υπήρχε και μία εξαιρετικά σημαντική πρόνοια, ότι «για τις αποφάσεις του συνεδρίου οι πόλεις δεν μπορούν να ζητήσουν ευθύνες από τους αποστελλομένους συνέδρους». Δηλαδή, οι σύνεδροι είχαν ασυλία στην πατρίδα τους, προφανώς για να μην καταδικασθούν σε θάνατο, εξορία ή χρηματική ποινή, αν λάμβαναν κάποια απόφαση αντίθετη προς τα στενά συμφέροντα της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Πέρα από άλλες οικονομικές υποχρεώσεις κάθε πόλη κράτος έπρεπε να στείλει και στρατεύματα, όποτε αποφασιζόταν «και αν κάποια πόλη δεν αποστείλει την δύναμη την συντεταγμένη όταν παραγγελθεί, επιβαρύνεται επιπλέον για κάθε ιππέα με μισή μνα, για κάθε οπλίτη με 20 δραχμές, για κάθε ψιλό με 10 δραχμές και για κάθε ναύτη με (δεν γνωρίζουμε πόσες δραχμές), για κάθε μέρα (καθυστέρησης) μέχρι να τελειώσει η εκστρατεία για όλους τους άλλους Έλληνες». Για να γίνει αντιληπτό το ύψος του προστίμου, αναφέρουμε συγκριτικά ότι ο μηνιαίος μισθός του οπλίτη των Μυρίων ήταν 1 Δαρεικός (20 δραχμές ή 2μνες).

Στο κείμενο του 302 π.Χ. γίνεται επίσης πολύς λόγος για τη φροντίδα να «διατηρηθεί καθαρή η θάλασσα» από τους πειρατές, διάταξη που φαίνεται ότι υπήρχε και στο κείμενο, που ίσχυε επί Μεγάλου Αλεξάνδρου, αφού όπως λέει ο Κούρτιος ο Αλέξανδρος, όταν είχε καταλάβει πια την Αίγυπτο, αποφάσισε να απαλλάξει τις θάλασσες από τους πειρατές. Νωρίτερα δεν υπήρχε καμία απολύτως ασφάλεια στις θάλασσες και στην πειρατεία επεδίδοντο, τόσο οι απλοί εγκληματίες όσο και οι λαμπρές δημοκρατικές κυβερνήσεις.

Δεν νομίζουμε ότι υπάρχει χαρακτηριστικότερη περίπτωση κρατικής πειρατείας από εκείνη του 347 π.Χ., όταν ο Αθηναίος ναύαρχος Ιφικράτης κατέσχεσε τα χρυσελεφάντινα αγάλματα, που ο τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος έστελνε ως αφιερώματα στους ναούς του Διός στην Ολυμπία και του Απόλλωνα στους Δελφούς. Στην ερώτησή του προς την Εκκλησία των Αθηναίων, ο Ιφικράτης πήρε την κυνική απάντηση να μην ασχολείται με τα θεία και να κοιτάξει να ταΐσει τους στρατιώτες του. Έτσι ο Ιφικράτης πούλησε ως πολεμική λεία τα αφιερώματα ενός Ελληνικού κράτους προς τα δύο μεγαλύτερα ιερά του Ελληνικού κόσμου, χωρίς καν να είναι η Αθήνα σε εμπόλεμη κατάσταση με τις Συρακούσες.

Το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων φαίνεται λοιπόν ως μία λαμπρή πολιτική σύλληψη για τη δημιουργία μίας Ελληνικής Ένωσης με θεσμικά χαρακτηριστικά, που θυμίζουν πάρα πολύ τα αντίστοιχα της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο αυτή είναι η επίφαση, οι ευγενείς στόχοι, τους οποίους κανείς καλόπιστος δεν μπορούσε να απορρίψει. Η πραγματικότητα είναι ότι επρόκειτο για τον καταστατικό χάρτη της Μακεδονικής Ηγεμονίας, όπως προκύπτει από τις πρόνοιες, που υπάρχουν αποκλειστικά και μόνο για τους Μακεδόνες, τον Ηγεμόνα της Ελλάδος: γίνεται λόγος αφενός για τους προέδρους και αφετέρου για τον βασιλιά της Μακεδονίας, όχι όμως για τους αρχηγούς άλλων κρατών.

Υπάρχει και ειδική διάταξη για την υποχρέωση των υπολοίπων Ελλήνων να προστατεύουν τη Μακεδονική βασιλεία, όχι όμως και το αντίστροφο. Το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων υποχρέωνε με τις διατάξεις του τα κράτη – μέλη να πειθαρχούν σε συγκεκριμένους κανόνες, καταργούσε τις αυθαίρετες εχθροπραξίες μεταξύ τους και αποτελούσε τη σωτηρία των μικρότερων Ελληνικών κρατών, που ήταν πάντοτε τα θύματα των στρατηγικών αποφάσεων των μεγαλυτέρων. Για τα μεγάλα κράτη, που είχαν συνηθίσει να επιβάλλουν στα μικρότερα οτιδήποτε αποφάσιζαν, αποτελούσε κάτι πολύ περισσότερο από φραγμό στην ασύδοτη και αδίστακτη συμπεριφορά τους.

Αποτελούσε τον μόνιμο και υπαρκτό κίνδυνο σε δεδομένη παρεκτροπή τους να πληρώσουν την προγενέστερη ασυδοσία και αλαζονεία με την ίδια τους την ύπαρξη, όπως φάνηκε καθαρά στην καταστροφή της Θήβας. Αυτή η «δικαστική» δικαιοδοσία του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων επί των κρατών – μελών του το έκανε ιδιαίτερα μισητό στα ισχυρά Ελληνικά κράτη, που είχαν εξαναγκασθεί να γίνουν μέλη του.

Ήταν μισητό όχι τόσο από φόβο για τις συνέπειες της τυχόν παρεκτροπής, όσο για τις συνέπειες της συμμόρφωσής τους, διότι η οικονομική ανάπτυξή τους και η κοινωνική ειρήνη στο εσωτερικό τους ήταν άρρηκτα συνυφασμένες με την απομύζηση πόρων από τα ασθενέστερα κράτη (όπως η διαρπαγή συσσωρευμένου πλούτου, η εκμετάλλευση φυσικών πόρων, οι εξανδραποδισμοί κατοίκων, οι σφετερισμοί περιουσιών, η πειρατεία κλπ). Η «κοινή ειρήνη μεταξύ των Ελλήνων» ήταν ανέλπιστο δώρο για τα μικρά κράτη, όμως τα μεγάλα συνειδητοποιούσαν με τρόμο ότι ήταν ζήτημα χρόνου η κατάρρευση της οικονομίας και της κοινωνίας τους.

Βέβαια ούτε ο Φίλιππος ούτε ο Αλέξανδρος ήθελαν να οδηγήσουν σε κατάρρευση τις οικονομίες και τις κοινωνίες των συμμάχων, από τους οποίους αντλούσαν φόρους και στρατιωτικό προσωπικό, αντίθετα τους προσέφεραν το εναλλακτικό όραμα να εκμεταλλευθούν από κοινού τις πλούσιες ασιατικές χώρες. Όσες Ελληνικές πόλεις της Ασίας υπήρχαν πριν την εκστρατεία του Αλεξάνδρου, γνώριζαν πολύ καλά να επωφελούνται από τον ενιαίο οικονομικό χώρο της Περσικής Αυτοκρατορίας και ο ενιαίος οικονομικός χώρος των Ελληνιστικών βασιλείων οδήγησε αυτές τις πόλεις και όσες χτίστηκαν αργότερα από τον Αλέξανδρο και τους Διαδόχους του στη μεγάλη οικονομική και πολιτισμική ακμή των Ελληνιστικών χρόνων.

Οι διατάξεις του Κοινού Συνεδρίου σε συνδυασμό με τις οικονομικές πιέσεις από τα Ελληνιστικά βασίλεια στραγγάλισαν τις οικονομίες και οδήγησαν στον μαρασμό τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα κράτη της κλασσικής Ελλάδας, εκείνα δηλαδή που δεν θέλησαν να αποβάλουν την αλαζονεία του ασύδοτου Ηγεμόνα. Η επιδίωξη των ηγεμονικών κρατών να ανακτήσουν την πολιτική αυτονομία, την οποία τους στέρησε το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα ευγενές πρόσχημα, ενώ στην πραγματικότητα απλώς δεν είχαν πρόθεση να προσαρμοσθούν στα νέα, οικονομικά κυρίως, δεδομένα.

Τα μικρότερα κράτη βρέθηκαν σε ένα πλαίσιο μεγαλύτερης σταθερότητας με πιο μακρές περιόδους ειρήνης και μπόρεσαν να αναπτυχθούν με λιγότερα προβλήματα. Γι’ αυτό, όταν οι Ρωμαίοι κατέκτησαν την Ελλάδα, στον νότο πρωταγωνιστούσαν δύο ισχυρές Συμπολιτείες, η Αχαϊκή και η Αιτωλική, από κράτη δεύτερης γραμμής κατά την κλασσική περίοδο. Οι πάλαι ποτέ Ηγεμόνες της Ελλάδος, η Αθήνα και η Σπάρτη, χωρίς να έχουν υποστεί εισβολή ή καταστροφή, ήταν πλέον παρακμασμένες και θλιβερές σκιές του άλλοτε λαμπρού παρελθόντος τους.

Με τον καταστατικό χάρτη της Μακεδονικής Ηγεμονίας ο Φίλιππος έθεσε υπό τον αποτελεσματικό έλεγχό του τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ελληνικού κόσμου. Οι Έλληνες στρατιωτικοί ήδη από την εισβολή του Ξέρξη στην Ελλάδα αντιμετώπιζαν τις πολλαπλάσιες δυνάμεις των Μεγάλων Βασιλέων επί ίσοις όροις και τις νικούσαν. Με την πάροδο των ετών οι αλλεπάλληλες πολεμικές αναμετρήσεις των δύο πλευρών είχαν εμπεδώσει και τη σχετική νοοτροπία, όπου οι μεν Έλληνες πολεμιστές αψηφούσαν τους Πέρσες, οι δε Πέρσες κλονίζονταν στη θέα των Ελλήνων οπλιτών.

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελούν οι Μύριοι, που ενώ αρχικά δεν είχαν πρόθεση να αναμετρηθούν με τις δυνάμεις του Μεγάλου Βασιλέως, τελικά για να μην εκθέσουν τον αρχηγό τους Κλεόμβροτο και -κυρίως- αφού απέσπασαν αύξηση μισθού, ξεπέρασαν τους αρχικούς δισταγμούς. Στα Κούναξα της Μεσοποταμίας νίκησαν τα Αυτοκρατορικά Περσικά στρατεύματα και επανήλθαν στην Ελλάδα χωρίς σημαντικές απώλειες παρ’ ότι υποχωρούσαν μαχόμενοι.

Το θεμελιώδες συμπέρασμα, που προέκυψε από την εκστρατεία του Κύρου του Νεώτερου, όπως το κατέγραψε ξεκάθαρα ο Ξενοφών ήταν ότι «η Περσία είναι ισχυρή χώρα, αλλά λόγω της μεγάλης έκτασής της δεν μπορούσε να παρατάξει έγκαιρα τις απαραίτητες δυνάμεις σε κάποιον, που θα επέδραμε αιφνιδιαστικά και με ταχύτητα» και ότι «ο Κύρος βιαζόταν σε όλη την πορεία, διότι όσο πιο γρήγορα έφτανε, τόσο πιο απροετοίμαστο θα έβρισκε το βασιλιά και όσο πιο αργά έφτανε, τόσο περισσότερο στρατό θα είχε προλάβει εκείνος να συγκεντρώσει».

Τόσο ο Ιάσων των Φερρών όσο και ο Φίλιππος της Μακεδονίας είχαν κατανοήσει ότι εκτός από τις παραπάνω ελάχιστες απαιτήσεις, για την επιτυχία μιας εισβολής στην επικράτεια των Αχαιμενιδών χρειαζόταν η σύμπραξη όλων των Ελληνικών κρατών, η οποία μπορούσε να εξασφαλισθεί μόνο με την επιβολή Ηγεμονίας στην Ελλάδα. Όσο για τη χρηματοδότηση της εκστρατείας, δυσκολία υπήρχε μόνο στην εκκίνηση, διότι εν συνεχεία οι πόροι του ίδιου του περσικού κράτους αφενός θα συντηρούσαν τη στρατιά και αφετέρου θα χρησίμευαν στη δωροδοκία των Περσών αξιωματούχων προκειμένου να εγκαταλείψουν το Μεγάλο Βασιλέα και να αυτομολήσουν στην Ελληνική πλευρά.

Πράγματι, οι Πέρσες πολιτικοί δεν αποδείχθηκαν ούτε λιγότερο παραδόπιστοι ούτε περισσότερο πατριώτες από τους Έλληνες, απλώς η Ελλάδα δεν διέθετε ούτε την ενότητα ούτε τον πλούτο του περσικού κράτους, ώστε να εξαγοράζει τους Πέρσες και να ικανοποιεί τους Έλληνες πολιτικούς. Ειδικά για τους Έλληνες πολιτικούς πριν τον Αλέξανδρο, ο Μέγας Βασιλεύς ήταν μία πρακτικώς ανεξάντλητη πηγή χρηματοδότησης και, όποτε του προσέφεραν τα κατάλληλα ανταλλάγματα, τους βοηθούσε να πραγματοποιήσουν τις επιδιώξεις τους. Ήταν λοιπόν ο πρόθυμος τραπεζίτης, από τον οποίο προτιμούσαν να δανεισθούν, παρά να τον ληστέψουν.

Μετά την κατάκτηση της Ηγεμονίας της Ελλάδος και τη συγκρότηση του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων το μόνο που χρειαζόταν ο Φίλιππος ήταν η κατάλληλη στρατηγική ευκαιρία και μία διπλωματική πρόφαση, για να εισβάλει στην Ασία. Τον Νοέμβριο του 338 π.Χ. ο ευνούχος Βαγώας δολοφόνησε τον Ώχο και ανέβασε στο θρόνο τον Αρσή, προσφέροντας στην Αίγυπτο την ευκαιρία να επαναστατήσει ξανά, γεγονός που με τη σειρά του παρέσχε στο Φίλιππο τη δυνατότητα να δρομολογήσει τα σχέδιά του.

Στο τέλος του 337 π.Χ. έκανε την παρουσία στην Αίγυπτο ένας Φαραώ, μάλλον Αιθιοπικής καταγωγής, ο οποίος μπόρεσε να την αποσπάσει από τους Πέρσες, και η στιγμή ήταν η καταλληλότερη για τον Φίλιππο να τους ανοίξει και δεύτερο μέτωπο. Παράλληλα δεν ήθελε να φαίνεται ότι εκείνος καταπάτησε το σύμφωνο ειρήνης, που ο ίδιος είχε ζητήσει να υπογράψει με τον Μεγάλο Βασιλέα το 342 π.Χ., κι έτσι εκμεταλλευόμενος την προγενέστερη παρασπονδία των Περσών ζήτησε αποζημίωση από τον Αρσή για την επέμβαση του προκατόχου του στην Πέρινθο. Φυσικά ο Μέγας Βασιλεύς την αρνήθηκε και έδωσε στον Φίλιππο την επιζητούμενη διπλωματική πρόφαση για την κήρυξη του πολέμου.

Το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων συγκλήθηκε ξανά στην Κόρινθο και πείσθηκε να κηρύξει τον πόλεμο κατά των Περσών, για να εκδικηθεί τις ανομίες που είχαν διαπράξει σε βάρος των ναών, και ανακήρυξε τον Μακεδόνα βασιλιά στρατηγό Αυτοκράτορα. Αφού όρισε πόσο στρατό έπρεπε να συνεισφέρει κάθε πόλη, ο Φίλιππος επέστρεψε στη Μακεδονία. Αμέσως μόλις ο Φίλιππος κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Περσίας, η Περσική διπλωματία αποφάσισε να τον βγάλει από τη μέση, όπως είχε κάνει και παλαιοτέρα (370 π.Χ.) με τον Ιάσονα των Φερρών, και βρήκε το τέλειο εκτελεστικό όργανο στο πρόσωπο του οργισμένου σωματοφύλακα Παυσανία.

Μερικά χρόνια νωρίτερα, κι ενώ ο Φίλιππος διατηρούσε ερωτικές σχέσεις με τον πρόθυμο νεαρό, κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων στην Ιλλυρία ο Άτταλος τον είχε μεθύσει και τον είχε παραδώσει στους οδηγούς των υποζυγίων για να ασελγήσουν πάνω του. Όταν ο Παυσανίας συνήλθε και κατάλαβε τι είχε συμβεί, κατήγγειλε τον Άτταλο στο Φίλιππο, ο οποίος μη δυνάμενος να τιμωρήσει τον έμπιστο στρατηγό του, προσέφερε πολλές τιμές στον Παυσανία για να ξεχάσει. Ωστόσο εκείνος έφερε βαρέως το πάθημά του, θεώρησε υπεύθυνο το Φίλιππο για τη μη δικαίωσή του και παρά την προαγωγή του σε σωματοφύλακα έστρεψε την οργή του εναντίον του Φιλίππου.

Στις αρχές του 336 π.Χ. ο Φίλιππος προχώρησε σε έναν ακόμη γάμο και σε ηλικία 47 ετών παντρεύτηκε την κατά πολύ νεώτερή του Κλεοπάτρα, που ανάλογα με την αρχαία πηγή ήταν αδελφή, θεία ή ανιψιά του Άτταλου. Στη διάρκεια του γαμήλιου δείπνου έγινε μία παρεξήγηση και η μεν Ολυμπιάς υποχρεώθηκε να ζητήσει καταφύγιο στους Μολοσσούς, ο δε Αλέξανδρος στους Ιλλυριούς. Λίγο αργότερα ο Φίλιππος αποβίβασε στην Ασία δύναμη 10.000 ανδρών υπό τους στρατηγούς Παρμενίωνα και Άτταλο. Στην Κύζικο τους επεφύλαξαν θερμή υποδοχή, το ίδιο και στην Έφεσο, την οποία διοικούσε ο Ηρόπυθος και στην αγορά της στήθηκε άγαλμα του Φιλίππου.

Τον Ιούνιο ο ευνούχος Βαγώας δυσαρεστημένος από τις υπηρεσίες του Μεγάλου Βασιλέως δολοφόνησε τον Αρσή και όλα τα παιδιά του. Ο πλησιέστερος Αχαιμενίδης είχε μακρινή μόνο συγγένεια με τον οικογενειακό κλάδο των προκατόχων του και η κατάσταση στον Οίκο των Αχαιμενιδών δεν προμήνυε πολλά καλά για την Περσία. Ο Πιξώδαρος της Καρίας ήταν πλέον απόλυτα βέβαιος για την επιτυχία του Ελληνικού εγχειρήματος και έσπευσε να επωφεληθεί προτείνοντας στο Φίλιππο συμμαχία και γάμο της κόρης του Άδας με το γιο του, Αρριδαίο.

Ο Αλέξανδρος ανησυχώντας για τα δικαιώματά του στο θρόνο έστειλε στον Πιξώδαρο μήνυμα να προτιμήσει για γαμπρό εκείνον, που ήταν γνήσιος γιος του Φιλίππου αντί του Αρριδαίου, που ήταν νόθος και όχι υγιής ψυχικά. Η αναβαθμισμένη αντιπρόταση κολάκευσε τον Πιξώδαρο, αλλά εξαγρίωσε τον Φίλιππο, που εξόρισε τους κακούς συμβούλους του Αλεξάνδρου. Κάποια στιγμή επισκέφθηκε τον Φίλιππο ο Δημάρατος ο Κορίνθιος και στην ερώτηση του Φιλίππου αν οι Έλληνες έχουν ομονοήσει, με το θάρρος του παλιού και πιστού φίλου απάντησε: «Φίλιππε, είσαι σε θέση να φροντίζεις για την Ελλάδα εσύ, που έχεις προκαλέσει τόσα κακά στο σπίτι σου;».

Ο Φίλιππος συνειδητοποιώντας την κατάσταση τον έστειλε να φέρει πίσω στην Αυλή τον Αλέξανδρο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η συμφιλίωση πατέρα και γιου τοποθετείται στην περίοδο, που έλειπε στην Ασία ο Άτταλος, το σοβαρότερο εμπόδιο του Αλεξάνδρου στο δρόμο της διαδοχής, κάτι που ο Αλέξανδρος επρόκειτο να αξιολογήσει ανάλογα, μόλις ερχόταν η κατάλληλη στιγμή. Στο μέτωπο της Μ. Ασίας πέθανε ο Μέντωρ ο Ρόδιος και ο Μέμνων ανέλαβε τα αξιώματα και παντρεύτηκε τη χήρα του αδελφού του. Αμέσως ανέλαβε δράση κατά των Μακεδόνων και πολύ σύντομα απέδειξε την αξία του.

Προσέβαλε απροετοίμαστους τους Παρμενίωνα και Άτταλο και με στρατήγημα τους προξένησε απώλειες, συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους και απώθησε τους υπόλοιπους στη Μαγνησία. Με τη συνεργασία της φιλοπερσικής παράταξης των ολιγαρχικών κατέλαβε την Έφεσο και για τιμωρία, ο ναός της Αρτέμιδος λεηλατήθηκε, το άγαλμα του Φιλίππου γκρεμίστηκε και ο τάφος του Ηρόπυθου, που στο μεταξύ είχε πεθάνει, βεβηλώθηκε. Ο Μέμνων υποχρέωσε ακόμη τον Παρμενίωνα να λύσει την πολιορκία της Πιτάνης και να περιοριστεί στο Γρύνειο.

Μετά προέλασε βόρεια και με πολλαπλάσιες δυνάμεις νίκησε στην Τρωάδα τον Κάλα και τον ανάγκασε να υποχωρήσει στο Ροίτειο, αλλά απέτυχε να ανακαταλάβει την Κύζικο. Το φθινόπωρο του 336 π.Χ., λίγους μήνες πριν περάσει κι ο ίδιος στην Ασία επικεφαλής των δυνάμεων του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων, ο Φίλιππος αποφάσισε να ενισχύσει τους δεσμούς του με το ισχυρό βασίλειο των Μολοσσών της Ηπείρου. Το 341 π.Χ. είχε εγκαταστήσει στο θρόνο τον Αλέξανδρο και τώρα, μετά το διαζύγιό του από την αδελφή του Μολοσσού βασιλιά, την Ολυμπιάδα, του προσέφερε ως σύζυγο την 19 ετών Κλεοπάτρα.

Αυτή ήταν γνήσια κόρη του Φιλίππου από την Ολυμπιάδα, άρα ανιψιά του μέλλοντος συζύγου της. Ένα τεράστιο πλήθος επισήμων απ’ όλη την Ελλάδα είχε προσκληθεί στις Αιγές, την παλιά πρωτεύουσα της Μακεδονίας, όπου είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται τα στρατεύματα από τα κράτη – μέλη του Κοινού Συνεδρίου για την τελική εισβολή στην Ασία. Οι γαμήλιες τελετές ήταν μεγαλοπρεπέστατες άρχισαν δε με επιβεβαίωση της θέσης του Φιλίππου ως Ηγεμόνος της Ελλάδος και πολλοί διακεκριμένοι Έλληνες και αρκετά κράτη τον στεφάνωσαν με χρυσά στεφάνια.

Η Αθήνα, το κορυφαίο ηγεμονικό κράτος, δεν ήξερε να παίζει το ρόλο του ηγεμονευμένου, στον οποίο περιορίσθηκε μετά την ήττα στη Χαιρώνεια. Έτσι, ο Αθηναίος κήρυκας καθώς στεφάνωνε τον Φίλιππο και χωρίς να υπάρχει κανένας απολύτως λόγος έκανε μία υπερβολικά στομφώδη δήλωση πίστης και ανακοίνωσε ότι όποιος τυχόν τον επιβουλευόταν, δεν θα εύρισκε άσυλο στην Αθήνα. Μόλις λίγες ημέρες αργότερα οι Αθηναίοι θα έσπευδαν να αναιρέσουν αυτήν την περιττή δήλωση, τραυματίζοντας με την ανακολουθία τους το γόητρο της πόλης τους, ένα γόητρο που είχαν δημιουργήσει οι πρόγονοί τους και εκείνοι αποδείχθηκαν ανίκανοι να προστατέψουν.

Την επομένη του λαμπρού βασιλικού συμποσίου και πριν ακόμη ξημερώσει, οι προσκεκλημένοι άρχισαν να συρρέουν στο θέατρο των Αιγών, όπου θα λάμβαναν χώρα σπουδαίοι μουσικοί αγώνες. Με την ανατολή του ηλίου άρχισε να παρελαύνει μία πομπή μεγαλοπρεπών κατασκευών, που τελείωνε με περίτεχνα και πλούσια διακοσμημένα είδωλα των δώδεκα θεών του Ολύμπου. Τότε οι θεατές πρόσεξαν ότι ακριβώς πίσω από τα είδωλα των θεών ακολουθούσε ένα δέκατο τρίτο θεοπρεπές είδωλο του Φιλίππου.

Ο βασιλιάς της Μακεδονίας δεν θεωρούσε τον εαυτό του απλώς Ηγεμόνα της Ελλάδος και στρατηγό Αυτοκράτορα της πανελλήνιας εκστρατείας κατά των Περσών, αλλά δήλωνε απερίφραστα ότι ήταν σύνθρονος των θεών. Δεν χωράει λοιπόν αμφιβολία ότι αργότερα ο Αλέξανδρος εφάρμοσε κατά γράμμα τα σχέδια και χρησιμοποίησε αποτελεσματικά την υποδομή, που κληρονόμησε από τον Φίλιππο.

Δικαίως ο Διόδωρος πιστεύει ότι ο Φίλιππος ενώ «παρέλαβε τη μοναρχία με τις λιγότερες προϋποθέσεις, δημιούργησε τη σημαντικότερη Ελληνική μοναρχία» κι ο ίδιος ο Φίλιππος ασφαλώς πίστευε ότι μπροστά του είχε ακόμη περισσότερη εξουσία, ακόμη περισσότερη δόξα και ότι δεν είχε ανάγκη από δορυφόρους, διότι «τον προστάτευε η αγάπη των Ελλήνων». Γι’ αυτό έκανε θριαμβευτική είσοδο στο θέατρο φορώντας λευκό ιμάτιο με τους δορυφόρους να ακολουθούν σε απόσταση. Ενώ το πλήθος τον επευφημούσε και τον μακάριζε, διέταξε να τον πλησιάσουν οι εταίροι και τότε ο Παυσανίας βρήκε την ευκαιρία να πάρει εκδίκηση.

Όρμησε στον αφύλαχτο Φίλιππο και τον σκότωσε με μία «κελτική μάχαιρα». Οι άλλοι σωματοφύλακες του Φιλίππου και ανάμεσά τους οι Λεοννάτος, Περδίκκας και Άτταλος, καταδίωξαν το δολοφόνο, ώσπου μπλέχτηκε το σανδάλι του σε ένα κλήμα και οι περί τον Περδίκκα πρόλαβαν και τον έσφαξαν. Όπως ήταν αναμενόμενο, από πολύ νωρίς αναπτύχθηκε έντονη φιλολογία περί των πιθανών συνωμοτών στη δολοφονία του Φιλίππου. Από μία σειρά αναφορών στις αρχαίες πηγές, τις οποίες θα δούμε στη συνέχεια, φαίνεται ότι ο Αλέξανδρος δεν ήταν ο αδιαμφισβήτητος διάδοχος του Φιλίππου.

Ο Πλούταρχος λέει ότι «η Μακεδονία προσέβλεπε στον Αμύντα και στα παιδιά του (Λυγκηστή) Αερόπου», δύο από τα οποία, ο Ηρομένης και ο Αρραβαίος, εκτελέσθηκαν ως συνωμότες αμέσως μετά τη δολοφονία του Φιλίππου. Ο τρίτος γιος, ο Αλέξανδρος, έπεισε τον διάδοχο ότι δεν είχε συμμετάσχει στη συνωμοσία, ενώ την ίδια στιγμή έστελνε επιστολή στο Μεγάλο Βασιλέα, με την οποία ζητούσε τη βοήθειά του για να καταλάβει το θρόνο της Μακεδονίας και προσέφερε τα απαραίτητα ανταλλάγματα.

Την επιστολή επέδωσε στο Δαρείο ο αυτόμολος εταίρος Αμύντας του Αντιόχου, ο οποίος μάλλον είναι ο Αμύντας του Πλούταρχου, που πριν τη μάχη της Ισσού εμφανίζεται να συμβουλεύει το Δαρείο να παραμείνει στους Σώχους και να μην μπει στην Κιλικία. Είναι σαφές ότι ο Φίλιππος δεν ήταν πλήρως αποδεκτός από τη Μακεδονική αριστοκρατία, διότι ήταν πολύ ισχυρός και είχε περιορίσει τις εξουσίες της, και εκτός από τους παραπάνω αντιφρονούντες βρίσκουμε άλλους δύο, προφανώς εξέχοντες εταίρους, αυτόμολους στο Περσικό στρατόπεδο, τους γιους του Αρραβαίου, Αμύντα και Νεοπτόλεμο.

Απ’ όλους αυτούς τους αντιπάλους του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, ο μεν Λυγκηστής Αλέξανδρος συνελήφθη, όταν αποκαλύφθηκε η επικοινωνία του με το Δαρείο, και αργότερα εκτελέσθηκε, ο δε Αμύντας του Αντιόχου μετά τη μάχη της Ισσού διέφυγε στην Αίγυπτο, όπου σκοτώθηκε σε κάποια συμπλοκή με τους ντόπιους. Για τους γιους του Αρραβαίου γνωρίζουμε ότι πολέμησαν στην Αλικαρνασσό στο πλευρό των Περσών και ότι ο Νεοπτόλεμος σκοτώθηκε σ’ εκείνες τις επιχειρήσεις, αλλά για τον αδελφό του, τον Αμύντα, δεν γνωρίζουμε τίποτα.

Εκτός από τους αντιπαθούντες το Φίλιππο εταίρους, υποψίες για ανάμιξη στο φόνο έπεσαν και στην Ολυμπιάδα και στον Αλέξανδρο. Η Ολυμπιάς μάλλον είχε θυμώσει επειδή έπαψε να είναι βασίλισσα και οπωσδήποτε είχε εξοργισθεί επειδή κινδύνευαν τα δικαιώματα του γιου της στο θρόνο, ενώ η απώλεια του Φιλίππου ως συζύγου δεν φαίνεται να την ενόχλησε ιδιαίτερα. Ο Αλέξανδρος πράγματι ανησυχούσε για τα δικαιώματά του στο θρόνο και μάλλον ήταν αποφασισμένος να τον διεκδικήσει, αφού μετά την παρεξήγηση στο γαμήλιο δείπνο κατέφυγε στους πάντοτε υπολογίσιμους εχθρούς της Μακεδονίας, τους Ιλλυριούς.

Λίγες ημέρες πριν τη δολοφονία του Φιλίππου, η τελευταία σύζυγός του, η Κλεοπάτρα είχε γεννήσει ένα παιδί, που άλλοι αρχαίοι ιστορικοί αναφέρουν ως αγόρι και άλλοι ως κορίτσι. Αν ήταν αγόρι, τίποτα δεν απέκλειε το ενδεχόμενο να ανακηρυχθεί βασιλιάς με επίτροπο τον Άτταλο, που δεν είχε καθόλου καλές σχέσεις με τον Αλέξανδρο. Αν ο Φίλιππος ζούσε κι άλλο, ένας ενήλικος γιος του από την Κλεοπάτρα θα ήταν εξίσου γνήσιος με τον Αλέξανδρο, επιπλέον θα ήταν 100% Μακεδόνας και όχι 50% Μακεδόνας και 50% Μολοσσός, όπως ο Αλέξανδρος, και συνεπώς θα μπορούσε να διεκδικήσει τον θρόνο από καλύτερη θέση, επιπλέον δε θα συσπείρωνε γύρω του τους αντιπαθούντες τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο εταίρους.

Εν ολίγοις το 335 π.Χ. ενώ ο Αλέξανδρος δεν ήταν βέβαιος ότι θα κατελάμβανε το θρόνο της Μακεδονίας, μπορούσε να είναι βέβαιος ότι η πάροδος των ετών θα μείωνε ακόμη περισσότερο τις πιθανότητές του. Ο Ρωμαίος ιστορικός Ιουστίνος, που διακρίνεται για τη μικρή αξιοπιστία και την ιδιαίτερη κλίση στη συνωμοσιολογία, μας δίνει μία εικόνα των φημών, που κυκλοφορούσαν την εποχή εκείνη. Λέει ότι η Ολυμπιάς και ο Αλέξανδρος προέτρεψαν τον Παυσανία να εκδικηθεί το πάθημά του δολοφονώντας τον Φίλιππο και ότι η Ολυμπιάς μερίμνησε να υπάρχουν άλογα στις εξόδους του θεάτρου για τη διαφυγή του.

Μόλις πληροφορήθηκε τη δολοφονία, επέστρεψε αμέσως (προφανώς από την Ήπειρο) δήθεν για να θρηνήσει και στεφάνωσε με χρυσό στεφάνι το δολοφόνο, που ήταν ακόμη πάνω στο σταυρό (άρα λέει ότι τον εκτέλεσαν αργότερα και δεν τον έσφαξαν επί τόπου). Μετά από μερικές ημέρες αποκαθήλωσε το πτώμα του Παυσανία και «το αποτέφρωσε πάνω στα υπολείμματα του συζύγου της». Στο συγκεκριμένο σημείο ο Ιουστίνος δεν φαίνεται να κάνει εντελώς λάθος. Στην οροφή του τάφου του Φιλίππου στις Αιγές (Βεργίνα) πράγματι βρέθηκαν ίχνη νεκρικής πυράς, αλλά κατά πάσα πιθανότητα αυτό αποτελούσε επικήδεια προσφορά προς το Φίλιππο και όχι τιμή προς τον Παυσανία.

Εν συνεχεία η Ολυμπιάς φέρεται να ανήγειρε τάφο για τον Παυσανία και να έσπειρε προκαταλήψεις στους Μακεδόνες, ώστε εφεξής να του προσφέρουν όλες τις νεκρικές τιμές, ενώ με το αρχικό της όνομα, Μυρτάλη, αφιέρωσε το φονικό όπλο στον Απόλλωνα. Η Ολυμπιάς διέταξε ακόμη να σκοτώσουν την κόρη της Κλεοπάτρας μέσα στην αγκαλιά της και υποχρέωσε την αντίζηλό της να αυτοκτονήσει δι’ απαγχονισμού, όμως σε άλλο σημείο ο ίδιος ιστορικός λέει ότι ο Αλέξανδρος διέταξε τη δολοφονία του παιδιού της Κλεοπάτρας, που ήταν αγόρι και λεγόταν Κάρανος. «Όλα αυτά (η Ολυμπιάς) τα έκανε τόσο απροκάλυπτα, σαν να φοβόταν μήπως η δολοφονία δεν θεωρηθεί δικό της έργο».

Ο Πλούταρχος λέει ότι ο Παυσανίας φέρεται να ενημέρωσε τον Αλέξανδρο για την προσβολή και να πήρε ως απάντηση ένα στίχο από τη Μήδεια του Ευριπίδη, που έμμεσα τον προέτρεπε να σκοτώσει το Φίλιππο, την Κλεοπάτρα και τον Άτταλο. Ωστόσο πιστεύει ότι η Ολυμπιάς επωφελήθηκε από κάποια απουσία του Αλεξάνδρου, για να σκοτώσει την Κλεοπάτρα. Από τους Έλληνες ιστορικούς γενικά δεν γίνεται πιστευτή η ενοχή της Ολυμπιάδας και του Αλεξάνδρου στη συνωμοσία, αν και αναφέρουν ακροθιγώς του σχετικούς ψιθύρους, που κυκλοφορούσαν και τους οποίους ο Αλέξανδρος φρόντισε να εξαλείψει αργότερα, κατά την επίσκεψή του στο μαντείο του Άμμωνα.

Αλλά κι ο Ιουστίνος σε μία από τις αλληλοαναιρούμενες θέσεις του λέει ότι ο Αλέξανδρος σκότωσε «στον τάφο του Φιλίππου όλους όσους είχαν αναμιχθεί στη δολοφονία του», χωρίς να θεωρεί τον Αλέξανδρο ως συνεργό. Οι Πέρσες πανευτυχείς με τις εξελίξεις στα μετώπισθεν του εισβολέα τους, έστειλαν επιστολές σε εχθρούς και φίλους, με τις οποίες γνωστοποιούσαν ότι η δολοφονία του Φιλίππου ήταν δικό τους έργο. Οι κομπασμοί της Περσικής διπλωματίας και η αβεβαιότητα τόσο στη διαδοχή στο Μακεδονικό θρόνο, όσο και στη διατήρηση της Ηγεμονίας της Ελλάδος, έπεισαν τον Πιξώδαρο ότι η Μακεδονία δεν άξιζε για συμμαχία και συγγένεια μαζί του.

Έτσι προσέφερε την κόρη του στο σατράπη Οροντοβάτη και την πίστη του στο Μεγάλο Βασιλέα. Πανευτυχείς έγιναν και οι Αθηναίοι μόλις πληροφορήθηκαν τη δολοφονία του Φιλίππου. Έκαναν δημόσιες θυσίες ευχαριστώντας τους θεούς, ψήφισαν να στεφανωθεί μεταθανατίως ο Παυσανίας και ξέσπασαν σε πάνδημους πανηγυρισμούς. Η ανακούφισή τους από το θάνατο του Φιλίππου ήταν ανάλογη του πανικού, που τους προκαλούσε όσο ζούσε.

Με τη νίκη του στη Χαιρώνεια τους είχαν υποκύψει στις διεκδικήσεις του και επιπλέον να τον είχαν ανακηρύξει επίτιμο δημότη της Αθήνας, στο δε θέατρο των Αιγών να τον είχαν στεφανώσει με χρυσό στεφάνι και είχαν δηλώσει ότι ο τυχόν φονιάς του δεν θα εύρισκε άσυλο στην πόλη τους.

Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Β’ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

ΦΙΛΙΠΠΟΣ Β’

Προκειμένου περί του βασιλιά των Μακεδόνων Φίλιππου Β’, η ευρύτερη ιστορική μνήμη δεν του φέρθηκε τόσο καλά όσο του άξιζε. Δεν αναφερόμαστε ούτε στο άσχημο τέλος του, στη δολοφονία του δηλαδή, που συνέβη τέτοιες μέρες του 336 π.Χ., αλλά ούτε και στις σελίδες της επίσημης ιστορίας – η οποία βεβαίως τον δικαιώνει για τα μεγαλειώδη πράγματα που έπραξε τόσο για τη Μακεδονία όσο και για ολόκληρο τον Ελληνικό κόσμο και πολιτισμό. Ή ακόμη και για ολόκληρο τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως από διάφορες και ποικίλες πηγές -ανάμεσά τους ένα ψηφιδωτό στο παλάτι του που αναπαριστά την »Αρπαγή της Ευρώπης»- οι ειδικοί εύλογα υποθέτουν πως ο ίδιος ο Μακεδόνας βασιλιάς θεωρούσε τον εαυτό του Ευρωπαίο ηγέτη. Προφανώς αναφερόμαστε στην υστεροφημία του μέγιστου των Μακεδόνων αλλά και των αρχαίων Ελλήνων βασιλέων. Και απ‘ όλα αυτά που είναι γνωστά για τον ίδιο, καλό θα ήταν να μην πάει το μυαλό σας στα άγρια μεθύσια του ή στις πολλές συζύγους που άλλαξε -σύμφωνα άλλωστε και με τα ήθη της εποχής- ή σε οποιεσδήποτε άλλες μικρότητες που μπορεί να έπραξε σε καθημερινό, πολιτικό, διπλωματικό, συνωμοτικό επίπεδο, με τους ομόφυλους Έλληνες ή και με τους αλλόφυλους Πέρσες.

Θα επιμείνουμε λοιπόν να ισχυριζόμαστε πως η ευρύτερη ιστορία και ιδιαίτερα η μνήμη δεν του φέρθηκε τόσο καλά, ακόμη και αν ανάμεσα στις επίσημες σελίδες που γράφτηκαν για αυτόν διαβάζουμε πως ήταν ο σωτήρας της Ελλάδας ή ακόμη πως ήταν ο ηγέτης που ένωσε τους Έλληνες και προσπάθησε να τους θέσει σε εξωστρεφή λειτουργία ώστε να εγκαταλείψουν τον αδελφοκτόνο σπαραγμό.

Νεαρότατος ο Φίλιππος, σε ηλικία μόλις 23 ετών, μετά από πανωλεθρία του προκατόχου του έλαβε τα ηνία της Μακεδονίας, και ο κατά πάντα καινοτόμος βασιλιάς κατάφερε όχι μόνο να ανασυντάξει το ευρισκόμενο υπό απειλή κράτος και να επιβάλει την κυριαρχία του σε ολόκληρη τη Μακεδονία και τη Βόρεια Ελλάδα, αλλά και να ενώσει με ευρύτερες διπλωματικές και πολεμικές κινήσεις τους Έλληνες. Έτσι ο Φίλιππος άνοιξε τον δρόμο για την αντεπίθεση των Ελλήνων κατά των Περσών, που πολλές φορές ήδη είχαν “παρενοχλήσει” στρατιωτικά με τις ορδές τους τους Έλληνες σε θάλασσα και σε στεριά φτάνοντας μέχρι την ίδια την Αθήνα.

Και όσο κι αν οι Ελληνικές δυνάμεις κατήγαγαν περιφανείς νίκες (ή ακόμη και περιφανείς ήττες, όπως για παράδειγμα στις Θερμοπύλες), συνέχιζαν να απειλούνται από τον Πέρση Μεγάλο Βασιλιά. Αίφνης όμως τον μέγιστο των Ελλήνων βασιλέων, Φίλιππο Β’, τον πρόλαβε ο θάνατος. Και τότε ήλθε η σειρά του τρισμέγιστου Αλέξανδρου να αναλάβει δράση – έτσι εσαεί πλέον ο Φίλιππος αποκαλείται, σχεδόν μονότονα και μονοσήμαντα από όλους, ως ο πατέρας του Μεγάλου Αλέξανδρου. Αλλά ο Φίλιππος Β’ δεν ήταν μόνο αυτό. Το μεγαλειώδες έργο του μεγίστου πατέρα ήταν το εφαλτήριο, ναι, για τον Τρισμέγιστο γιο.

Ο Φί­λι­ππος, γι­ος του Αμύ­ντα και­ της Ευρυδί­κης, υπήρξε γό­νος πλαγί­ου κλάδου της έ­νδοξης δυναστεί­ας τω­ν Αργεαδών, που ανήλθε στην εξουσί­α στης αρχέ­ς του 4ου αι­ώνα π.Χ., με την ανάρρηση στον Μακεδονι­κό­ θρό­νο του Αμύ­ντα Γ’. Οι­ τραγι­­κέ­ς περι­στάσει­ς υπό­ τι­ς οποί­ες ο Φίλιππος ανέ­λαβε την εξουσί­α μετά το θάνατο στο πεδί­ο της μάχης του αδελφού­ και­ προκά­τοχου του Πέ­ρδι­κα Γ’, η εμπνευσμέ­νη και­ έ­νδοξη πολι­τι­κή ­ στρατι­ω­τι­κή του σταδι­οδρομί­α και­ ο πολυτάραχος οι­κο­γενει­ακό­ς βί­ος του, συνθέ­τουν μι­α από­ τι­ς πι­ο ενδι­αφέ­ρουσες προσω­πι­κό­τητες της αρχαί­ας ι­στορί­ας. Υπήρξε θεμελι­ω­­τής της δυνάμεω­ς και­ εμπνευστής του έ­ργου του γι­ου και­ δι­αδό­χου του, Αλέ­­ξανδρου του Μεγάλου.

Ο Φί­λι­ππος ήταν Έλληνας της πλέ­ον αρι­στοκρατι­κής καταγω­γής ­ περί­που εκ θεών. Τον δι­άσημο πρό­γονο του, τον Τήμενο, τον τι­μού­σαν ακό­μη στο Τημέ­νι­ον ω­ς ι­δρυτή του Άργους της Πελοποννήσου. Η καταγω­γή του ί­δι­ου του Τημέ­νου ήταν από τον Ηρακλή, γι­ο του Δί­α. Καθώς μεγάλω­­νε στην Πέ­λλα ο Φί­λι­ππος συμμε­τεί­χε στι­ς γι­ορτέ­ς προς τι­μή του Ηρακλή Πατρώου, του προπά­τορα της βασι­λι­κής οι­κογέ­νει­ας της Μακεδονί­ας. Ο Θουκυδί­δης και­ ο Ηρό­δοτος, την αποκαλού­σαν οι­κογέ­νει­α τω­ν Τημενι­δών.

Ο ί­δι­ος εί­χε σχέ­ση και­ με άλλους Ηρακλεί­δες: με τους δύ­ο βασι­λεί­ς της Σπάρτης και­ με την οι­κογέ­νει­α τω­ν Αλευαδών στη Λ­άρι­­σα της Θεσσαλί­ας. Η καταγω­γή του από­ τους Ηρακλεί­δες ήταν ευρέ­ω­ς γνω­στή. Ο σχετι­κό­ς ι­σχυρι­σμό­ς του προ­προπάπ­που του, του Αλέ­ξανδρου του Α΄, εί­χε ελεγχθεί­ από­ την ανώτατη αρχή, τους κρι­τέ­ς τω­ν Ολυμπι­ακών Αγώνω­ν.

«Ο Φί­λιπ­π­ος ή­ταν Έλλην και Μακε­δών με την ί­δια έννοια π­ου ο Δημο­σθένης ή­ταν Έλλην και 
Α­θηναί­ος»
(N.G.L. Hammond)

Μέ­λη της οι­κογέ­νει­άς του εί­χαν κυβερ­νήσει­ αποκλει­στι­κά τους Μακεδό­νες επί­ τρει­ς αι­ώνες έ­ω­ς τη γέ­ννηση του στα 382 π.Χ. και­ ήταν αδι­ανό­ητο ό­τι­ το βασι­λι­κό­ δι­άδημα θα μπορού­σε να περιέλθει­ σε άλλη οι­κογέ­νει­α. Οι­ Μακεδό­νες στους οποί­ους έ­μελλε να βασι­λεύ­ει­ ο Φί­λι­ππος, ανήκαν στους περι­φερει­ακού­ς Ελληνό­φω­­νους λαού­ς. Υπάρχει­ η δι­αβεβαί­ω­ση του Ησι­ό­δου γι­’ αυτό­, γι­α την περί­οδο πρι­ν από­ την άφι­ξη τω­ν Τημενι­δών στη Μακε­δονί­α. Ο Ησί­οδος συνέ­ταξε το οι­κογενει­α­κό­ δέ­ντρο τω­ν επώνυμω­ν προγό­νω­ν.

Σύ­μ­φω­να μ’ αυτό­, ο Δευκαλί­ω­ν εί­χε έ­ναν γι­ο­, τον Έλληνα, που με τη σει­ρά του έ­κανε τρει­ς γι­ού­ς οι­ οποί­οι­ αντι­προσω­πεύ­ουν τρει­ς ξεχω­ρι­στέ­ς ομάδες δι­αλέ­κτω­ν (Δω­­ρι­κή, Ι­ω­νι­κή και­ Αι­ολι­κή), και­ μι­α κό­ρη τη Θύ­ι­α, που συνέ­λαβε με τον κεραύ­νι­ο Δί­α δύ­ο γι­ού­ς, τον Μάγνητα και­ τον Μακεδό­­να, που κατοί­κησαν την Πι­ερί­α και­ τον Όλυμπο. Έτσι­ οι­ αρματομάχοι­ Μάγνης και­ Μακεδών, εί­ναι­ ονό­ματα δυο ξεχω­­ρι­στών ομάδω­ν Ελληνι­κών δι­αλέ­κτω­ν.

«Ήταν γι­οί­ της ανώτατης Ελληνι­κής θεό­­τητας, του Δί­α, και­ πρώτα ξαδέ­λφι­α τω­ν γι­ών του Έλληνα. Ο τό­πος μετοί­κησης, τους συνδέ­ει­ άμεσα με τον Δί­α, αφού­ εκεί­ στην πι­ο ψηλή κορφή του πολύ­κορ­φου Ολύ­μπου ο Δί­ας συγκέ­ντρω­σε τους θεού­ς, και­ ο παλαι­ό­τερος ι­ερό­ς τό­πος τω­ν Μακεδό­νω­ν κάτω­ από­ το πανύ­ψηλο βουνό­ ονομαζό­ταν Δί­ον προς τι­μή του Δί­α».

Η συναγω­γή του Μακεδονι­κού­ βασι­λεί­ου μέ­σα στην ενό­τητα τω­ν Ελληνι­κών κρατών δι­α­κηρύ­χθηκε στο 371 π.Χ. ό­ταν η Σπάρτη συγκάλε­σε έ­να συνέ­δρι­ο που οδη­γού­σε σε γενι­κή ειρήνη, εξαι­ρώντας τη Θήβα. Στο συνέ­δρι­ο, η Αθήνα ζήτη­σε να επι­βεβαι­ω­θεί­ ό­τι­ η Χερσό­νησος (η σημερι­νή χερσό­νησος της Καλλί­πο­λης) και­ η Αμφί­πολη ήταν Αθηναϊ­κέ­ς κτήσει­ς. Αυτά εγκρί­θηκαν από­ ό­λους τους Έλληνες. Γι­α το ζή­τημα ο Αι­σχί­νης σε μι­α ομι­λί­α του το 343 π.Χ. αναφέ­ρει­ πω­ς ό­ταν συνήλ­θε ο συνασπι­σμό­ς τω­ν Σπαρτι­ατών και­ τω­ν άλλω­ν Ελλήνω­ν, έ­νας τους ήταν ο Αμύ­ντας, πατέ­ρας του Φί­λι­ππου. Έστει­­λε αντι­πρό­σω­πο με εξουσι­οδό­τηση ψήφου.

Ο Αμύ­ντας, ο πατέ­ρας του Φί­λι­π­που, εκπροσω­πού­σε τους Μακεδό­νες (αν και­ δεν ήταν παρών στο συνέ­δρι­ο). Όταν βό­λευε τι­ς πό­λει­ς ­ κράτη, η Μα­κεδονί­α ήταν έ­να Ελληνι­κό­ κράτος. Έτσι­ και­ δέ­κα χρό­νι­α αργό­τερα ό­ταν πρό­ξενοι­ του ι­ερού­ της Επι­δαύ­ρου επι­­σκέ­πτονται­ Ελληνι­κά κράτη, ανάμεσα στους οι­κοδεσπό­τες τους βρί­σκονται­ αντι­πρό­σω­ποι­ από­ την Μακεδονί­α και­ την Καλί­νδοι­α. Και­ οι­ δύ­ο ήταν τό­ποι­ του Ελληνι­κού­ κό­σμου. Το ί­δι­ο ήταν και­ η Έδεσσα, ό­ταν το Άργος ζητού­σε οι­κονομι­κή συνδρομή.

Στα χρό­νι­α της νεό­τητας του Φί­λι­ππου, το Μακεδονι­κό­ κράτος δεν δι­έ­θετε την υποδομή μι­ας πόλης ­ κράτους της νό­τι­ας Ελλάδας. Ήταν μεγάλο σε μέ­γεθος, η πο­λι­τι­κή του δομή έ­μενε στατι­κή επί­ αι­ώνες και­ ο λαό­ς δεν ήταν αυτοδι­οι­κού­μενος αλλά υποτελής στη βασι­λι­κή αυθεντί­α. Δεν υπήρχαν, ω­στό­σο δού­λοι­ και­ πάροι­κοι­. Οι­ Μακεδό­νες καλλι­εργού­σαν τη γη με τα δι­κά τους χέ­ρι­α. Τέ­τοι­α παρω­χημέ­να χαρακτηρι­στι­κά οδηγού­σαν καμι­ά φορά τους «εξελι­γμέ­νους» γεί­τονες στην ύ­βρη, ό­τι­ οι­ Μακεδό­νες ήταν βάρβαροι­.

Έτσι­ ήταν πανεύ­κολο γι­α τον Δημοσθέ­νη να θε­ω­ρεί­ τον Φί­λι­ππο βάρβαρο. Την ί­δι­α όμω­ς περί­οδο, ο Αθηναί­ος Ι­σοκράτης απευθυνό­­μενος στον κό­σμο τω­ν Ελληνι­κών πό­λεω­ν κρατών, καλού­σε τον Φί­λι­ππο να θεω­ρήσει­ ό­λη την Ελλάδα ω­ς πατρί­δα του, ό­πω­ς έ­κα­νε ο πρόγονος του, και­ να οδηγήσει­ τους Έλληνες σε πό­λεμο εναντί­ον της Περσί­ας.

ΟΙ ΔΥ­ΝΑ­ΤOΤΗ­ΤΕΣ ΤΟΥ­ ΜΑ­ΚΕΔΟΝΙΚΟY ΚΡA­ΤΟΥ­Σ 

Το Μακε­δονι­κό­ κράτος που θα κυβερνού­σε ο Φί­λι­ππος μετά το θάνατο του αδερφού­ του Πέ­ρδι­κα στα 359 π.Χ. η επι­κράτει­ά του αποτελού­νταν από­ δύ­ο κύ­ρι­α μέ­­ρη. Από­ την μι­α πλευρά, ο Όλυμπος, η Πι­ερί­α (η αρχέ­γονη κοι­τί­δα κατά τον Ηρό­δοτο) και­ η παραλι­ακή πεδι­άδα που την έ­λεγαν Αλμω­πί­α και­ Εορδαί­α, ήταν περι­οχέ­ς κατοι­κημέ­νες αποκλει­­στι­κά από­ Μακεδό­νες. Από­ την άλλη, η Αμφαξί­τι­ς, η Κρητω­νί­α, ο Ανθεμού­ς και­ η Μυγδονί­α κατοι­κού­νταν τό­σο από­ Μα­κεδό­νες εποί­κους, ό­σο και­ από­ Παί­ονες, Θράκες, Φρύ­γες και­ άλλους.

Η εδαφι­κή έ­κταση του κράτους ήταν πλού­σι­α σε ξυλεί­α κάθε εί­δους (ι­δί­ω­ς ναυπηγι­κή),και­ καλό­ κυνήγι­ στα ψηλά βουνά. Στην ουσί­α σε φυσι­κού­ς πό­ρους ήταν πλού­σι­α ό­σο και­ η Θεσσαλί­α. Επι­­πλέ­ον δι­έ­θετε αξι­ό­λογα κοι­τάσματα: χρυσού­ στην Κρηστω­νί­α και­ Μυγδονί­α και­ σι­δήρου στην Πι­ερί­α και­ Αμφαξί­τι­­δα. Οι­ θεσμοί­ του κράτους εί­χαν κάποι­α αντοχή. Η Βασι­λι­κή οι­κογέ­νει­α με ξενι­κή προέ­λευση (ο ό­ρος Ξέ­νι­ος υποδήλω­νε Ελληνι­κή καταγω­γή προερχομέ­νη από­ άλλη περι­οχή) και­ θεί­α καταγω­γή ήταν μοναδι­κή.

Δεν εί­χε αντί­παλο ανάμεσα στι­ς οι­κογέ­νει­ες ευγενών της Μακεδονί­­ας. Κατά συνέ­πει­α οι­ μό­νοι­ δι­εκδι­κητέ­ς του θρό­νου ήταν μέ­λη της βασι­λι­κής οι­κογέ­νει­ας. Οι­ ί­δι­οι­ Μακεδό­νες μέ­σα από­ τους αι­ώνες, εί­χαν αναπτύ­ξει­ έ­ναν έ­μφυτο σεβασμό­ προς τους βασι­λεί­ς του οί­κου τω­ν Τημενι­δών. Το άνοι­γμα της ψαλί­δας ανάμεσα στον πι­ο πλού­σι­ο και­ στον πι­ο φτω­χό­ πολί­τη μι­ας Μακεδονι­κής πό­λης ήταν πολύ­ πι­ο περι­ορι­σμέ­νο από­ ό­,τι­ σε μι­α πό­λη κράτος. Ο Βασιλιάς και οι Μακεδό­νες ή­ταν τα μό­να ό­ρ­γανα του κρ­άτους. Α­ν ο βασιλιάς επ­ιθυμού­σε συμβουλή­, κα­λού­σε εκεί­νους τους εταί­ρ­ους π­ου έκρ­ινε π­ως μπ­ορ­ού­σαν να του την π­αρ­άσχουν.

Βρ­άβευε τους επ­ί­σημους ετέρ­ους απ­ονέμοντάς τους στρ­ατιω­τικού­ς βαθμού­ς και π­αρ­άλληλα τους π­ρ­ό­σφερ­ε εισοδή­ματα κτημάτων απ­ό­ γη π­ου κατεί­χε ο ί­διος με το δί­καιο της κατοχή­ς ­ αυτό­ π­ου απ­οτελού­σε γη κερ­δισμένη με το ξί­φος. Γενι­κά το σχηματι­κό­ καθεστώς του κράτους της Μακεδονί­ας ήταν κατάλ­ληλο γι­α έ­να κράτος που ήταν συνεχώς επί­ ποδό­ς πολέ­μου καθώς σημεί­ω­νε ο Αρι­στοτέ­λης.

ΟΙ Α­ΔΥ­ΝΑ­ΜI­ΕΣ ΤΟΥ­ ΜΑ­ΚΕΔΟΝΙΚOΥ­ ΚΡA­­ΤΟΥ­Σ ΚΑ­Ι ΤΑ­ ΓΕΓΟΝOΤΑ­ EΩΣ ΤΟ 365 π.Χ. 

Οι­ εν δυνάμει­ αξί­ες του Μακεδονι­κού­ βασι­λεί­ου δε βρήκαν εφαρμογή στα γεγο­νό­τα τω­ν σαράντα χρό­νω­ν από­ τον βί­αι­ο θάνατο του Αρχέ­λαου στα 399 π.Χ. έ­ω­ς την επι­στροφή του Φι­λί­ππου στα 365 π.Χ. (από­ την ομηρί­α του στη Θήβα­). Αυτό­ που δι­αφάνηκε περι­σσό­τερο τού­τα τα χρό­νι­α ήταν οι­ αδυναμί­ες. Αντι­­παλό­τητα ανάμεσα στα μέ­λη του βασι­λι­­κού­ οί­κου, θάνατοι­ υπό­ αδι­ευκρί­νι­στες συνθήκες και­ το ευμετάβλητο της συ­νέ­λευσης οδήγησαν στην εκλογή πέ­ντε βασι­λέ­ω­ν μεταξύ­ 399 και­ 393 π.Χ. Ο πέ­μπτος βασι­λι­άς ο Αμύ­ντας, ο πρώτος από­ τη γενι­ά του που έ­γι­νε βασι­λι­άς, κό­ντεψε να συνθλι­βεί­ ανάμεσα σε δυο επι­κί­νδυνους εχθρού­ς.

Ήταν ο Βάρδυλι­ς, βασι­λι­άς τω­ν Δαρδανί­ω­ν που συγκρό­τη­σε μι­α ι­σχυρή έ­νω­ση από­ Ιλλυρι­κά γέ­νη, και­ οι­ πό­λει­ς κράτη της Χαλκι­δι­κής που δημι­ού­ργησαν μι­α συνομοσπονδί­α υπό­ την ηγεσί­α της Ολύ­νθου. Ο Αμύ­ντας πέ­­θανε στα 370 ή 369 π.Χ. σε προχω­ρημέ­νη ηλι­κί­α. Όφει­λε την επι­βί­ω­ση του στην καλή δι­πλω­ματί­α. Η ι­κανό­τητα του να δι­ασχί­ζει­ τη χώρα του μέ­σα από­ τό­σες κρί­σει­ς εκτι­μήθηκε ό­χι­ μό­νο από­ τον Αθηναί­ο Ι­σο­κράτη που επαί­νεσε την ελαστι­κό­τητα του αλλά επί­σης και­ από­ τους Μα­κεδό­νες που του απέ­νει­­μαν Θεϊ­κέ­ς τι­μέ­ς.

Από­ τα έ­ξι­ παι­δί­α που έ­κανε με δύ­ο γυναί­κες, ο Αμύ­ντας ήδη εί­χε δεί­ξει­ την προτί­μησή του το­ποθετώντας το ό­νομα του Αλέ­ξανδρου μετά το δι­κό­ του στην συνθή­κη συμμαχί­ας με τους Αθηναί­ους. Αλέ­ξανδρος, Περδί­κας και­ Φί­­λι­ππος ήταν οι­ τρει­ς γι­οι­ της Ευρυδί­κης, μι­ας πρι­γκί­πι­σσας του περί­φημου Κορι­ν­θι­ακού­ οί­κου, τω­ν Βακχι­αδών, που ήρθαν γύ­ρω­ στα 450 π.Χ. να κυβερνήσουν τους Λ­υγκηστέ­ς στην Άνω­ Μακεδονί­α. Οι­ πρώ­τες κι­νήσει­ς του Αλέ­ξανδρου ήταν να πληρώσει­ φό­ρο υποτελεί­ας και­ να στεί­λει­ τον Φί­λι­ππο ω­ς ό­μηρο στους Ι­λλυρι­ού­ς,πι­θανό­ν στην αυλή του Βάρδυλι­.

Ο Αλέ­ξανδρος επενέ­βη στη Θεσσαλί­α και­ τοποθέ­τησε φρουρά στη Λ­άρι­σα. Στα 368 π.Χ. δι­ώχτηκε από­ τον Θηβαί­ο στρατη­γό­ Πελοπί­δα που ει­σέ­βαλε στη Μακεδονί­α, κατηύ­θυνε έ­ναν πό­λεμο με­ταξύ­ Αλεξάνδρου και­ ενό­ς δι­εκ­δι­κητή που τον έ­λεγαν Πτολεμαί­ο Αλω­ρί­τη και­ οδήγησε στη Θήβα τρι­άντα νέ­ους από­ οι­κογέ­νει­ες ευγενών και­ τον ί­δι­ο τον Φί­λι­π­πο που εί­χε προηγουμένω­ς επι­στρέ­ψει­ από­ τους Ι­λλυρι­ού­ς.

Στα 367 π.Χ. ο Αλέ­ξανδρος δολοφονή­θηκε κατά τη δι­άρκει­α ενό­ς πολεμι­κού­ χορού­. Η Συνέ­λευση τω­ν Μακεδό­νω­ν επέ­λεξε τον Περδί­κα, έ­ναν ανήλι­κο, ω­ς βασι­λι­ά, και­ τον Πτολεμαί­ο ω­ς κηδεμό­να αυτού­ και­ του αδερφού­ του. Στα 365 π.Χ. ο δεκαοχτάχρονος Περδί­κας, ανέ­λαβε τα βασι­λι­κά του καθήκοντα. Επι­βεβαί­ω­σε τη συμμαχί­α του με την Αθήνα και­ πήρε μί­α ανταμοι­βή, την απελευθέ­ρω­ση του Φι­λί­ππου, δεκαεπτά πλέ­ον ετών. Τα­ πρώ­τα­ του­ στρα­τηγικά­ σχέ­δια­ α­πέ­βλ­επα­ν στην επιβί­ωση του­ βα­σιλ­εί­ου­ κα­ι οι πρώ­τες του­ πρά­ξεις ως επικεφα­λ­ής του­ στρα­τεύ­μα­τος α­φορούσα­ν την εκγύμνα­ση κα­ι τον εξοπλ­ισμό­ των Μα­κεδό­νων.

Ο Φί­λ­ιππος μετα­σχημά­τισε στρα­τιωτικά­ την οπλ­ιτική φά­λ­α­γγα­ στην ισχυ­ρό­τε­ρη μορφή της, εντά­σσοντα­ς σε α­υ­τήν μα­κρύτερο δό­ρυ­ (την σά­ρισα­). Με τις πρώ­τες σειρέ­ς να­ έ­χου­ν τις σά­ρισες οριζό­ντιες, τις επό­μενες δια­γώ­νια­ κα­ι με τις α­σπί­δες γύρω­γύρω κα­ι επά­νω α­πό­ την φά­λ­α­γγα­, δη­μιου­ργούσα­ν έ­να­ α­δια­πέ­ρα­στο τοί­χο α­κό­μα­ κα­ι για­ τα­ εχθρι­κά­ βέ­λ­η. Ο ό­γκος α­πό­ την κινούμενη φά­λ­α­γγα­, εί­χε ψυ­χολ­ογική επί­δρα­ση στον εχθρό­ ό­μοια­ με την επί­δρα­­ση που­ έ­χει έ­να­ σημερινό­ ά­ρμα­ ­α­δια­πέ­ρα­στο, ογκώ­δες κα­ι σχεδό­ν α­στα­μά­τητο.
Η­ ΟΜΗ­ΡΙΑ­ ΤΟΥ­ ΦΙΛΙΠ­Π­ΟΥ­ ΣΤΗ­ ΘΗ­ΒΑ­

Κατά τη δι­άρκει­α της τρι­ετού­ς ομηρί­ας του στη Θήβα εί­χε κα­λή μεταχεί­ρι­ση από­ τους Θηβαί­ους, αφού­ τον προ­ό­ρι­ζαν γι­α βασι­λι­ά της Μα­κεδονί­ας, και­ εξυπηρετού­­νταν έ­τσι­ η πολι­τι­κή τους. Βρέ­θηκε υπό­ την επί­δρα­ση του Επαμει­νώνδα, του μεγαλύ­τερου πολι­τι­κού­ και­ στρατηγού­ της εποχής και­ ήταν σε θέ­ση να παρατηρεί­ προσεκτι­κά την πολι­τι­κή τω­ν Ελληνι­κών πό­λεω­ν ­ κρατών κατά τη δι­άρκει­α μι­ας κρί­σι­μης περι­ό­δου.

Ο Φί­λι­ππος πρέ­πει­ να συνει­δητοποί­η­σε ό­τι­ το μυστι­κό­ της Θηβαϊ­κής στρατι­ω­τι­­κής υπεροχής ήταν η μό­νι­μη εκπαί­δευση, άσκηση, εμπει­ρί­α και­ δράση σε ανάπτυξη μι­ας επί­λεκτης μονάδας πεζι­κού­, του Ι­ερού­ Λ­ό­χου, η χρήση τακτι­κών αι­φνι­­δι­ασμού­ και­ η συνεργασί­α πεζι­κού­ και ­ι­ππι­κού­ στη μάχη. Θα αντι­λήφθηκε πό­σο δί­κι­ο εί­χε ο Επαμει­νώνδας ό­ταν υποστήρι­­ξε ό­τι­ ό­ποι­ος επι­ζητού­σε να κυρι­αρχήσει­ στην Ελλάδα, δεν εί­χε ανάγκη μό­νο από­ χερσαί­ες δυνάμει­ς, αλλά και­ από­ θαλάσ­σι­α κυρι­αρχί­α.

Και­ θα εί­δε ω­ς μάθημα της Ελληνι­κής πολι­τι­κής το πάθημα του Ωροπού­ στα σύ­νορα μεταξύ­ Θήβας και­ Αθήνας. Πάντοτε υπήρχαν κάτοι­κοι­ του Ωροπού­ υπέ­ρ τω­ν Θηβαί­ω­ν ή τω­ν Αθη­ναί­ω­ν. Οι­ πρώτοι­ ήρθαν στα πράγματα πρι­ν το 374 π.Χ. και­ ο Ωροπό­ς έ­γι­νε τμή­μα της Βοι­ω­τί­ας. Αργό­τερα, οι­ φί­λοι­ τω­ν Αθηναί­ω­ν ανέ­κτησαν τον έ­λεγχο της πό­­λης και­ έ­δω­σαν την περι­οχή στην Αθήνα, που αποδέ­χθηκε την προσφορά παρά τη συμμαχί­α της με τη Θήβα.

Στα 366 π.Χ. μερι­κοί­ εξό­ρι­στοι­ του Ωροπού­ κέ­ρδι­σαν τον έ­λεγχο της πό­λης με τη βοήθει­α του τυράννου της Ερέ­τρι­ας και­ την απέ­δω­­σαν στους Θηβαί­ους. Τέ­τοι­ες συνορι­ακέ­ς δι­αφορέ­ς με κακέ­ς συνέ­πει­ες ήταν συνη­θι­σμέ­νη κατάσταση στην πολι­τι­κή τω­ν πό­λεω­ν ­ κρατών. Ο Φί­λι­ππος πρέ­πει­ να πήρε τα κατάλληλα πολι­τι­κά και­ στρατι­ω­­τι­κά μαθήματα.

Ο ΦΙΛΙΠ­Π­ΟΣ ΩΣ ΣΤΡΑ­ΤΗ­ΓΟΣ ΚΑ­Ι Ο ΜΑ­ΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑ­ΤΟΣ

Δημιουρ­γώντας τον π­ρ­ώτο μεγάλο Μακεδονικό­ στρ­ατό­ ο Φί­λιπ­π­ος, επ­έ­τρ­εψε μέσα σε σαρ­άντα χρ­ό­νια στον βασιλικό­ οί­κο της Μακεδονί­ας να κυρ­ιαρ­χή­σει, π­ρ­ώτα στους γεί­τονες της χερ­σονή­σου του Α­ί­μου, έπ­ειτα στην Ελλάδα και το Α­ιγαί­ο, και τέλος στην Εγγύ­ς και Μέση Α­νατολή­, μέχρ­ι τον Ινδό­ π­οταμό­. Σε μεγάλους σχηματι­σμού­ς και­ επί­ σχετι­κά ομαλού­ εδάφους, το πεζι­κό­ οπλι­­σμέ­νο με σάρι­σες, ήταν ακαταμάχητο αν οι­ άνδρες ήταν καλά εκγυμνασμέ­νοι­.

Οι­ ί­δι­οι­ ό­μω­ς στρατι­ώτες, αν καλού­νταν να δράσουν υπό­ συνθήκες που απαι­τού­σαν αντοχή και­ σε ανώμαλο έ­δαφος, ήταν προφανώς οπλι­σμέ­νοι­ με το συμβατι­κό­ δό­ρυ του οπλί­τη και­ ασπί­δα, και­ ήταν ι­κανοί­ να καλύ­ψουν γρήγορα μεγάλες αποστάσει­ς. Ο Φί­λι­ππος ήταν επί­σης οπαδό­ς της σκληρής εξασκήσεω­ς και­ της πει­θαρ­χί­ας. Ο υποχω­ρητι­κό­ς ελι­γμό­ς και­ ενώ εί­χε ήδη αρχί­σει­ η σύ­γκρουση, κατά μι­α από­ τι­ς πρώτες φάσει­ς της μάχης της Χαι­ρώνει­ας αποτελεί­ χαρακτηρι­στι­κό­ παράδει­γμα.

Αναδιοργάνωση του Στρατού

Στα χρόνια του Φιλίππου αρχίζει να χρησιμοποιείται για το Μακεδονικό πεζικό ο όρος φάλαγγα. Εδώ οφείλουμε να πούμε ότι ο Φίλιππος ασχολήθηκε, στο ξεκίνημα της βασιλείας του, με την αναδιοργάνωση του στρατού και μέσα σ’ έναν χρόνο ολοκλήρωσε τον ανασχηματισμό του ή ορθότερα την επανίδρυσή του, όπως μας βεβαιώνει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης.

Το αναδιοργανωμένο εκείνο πεζικό, το οποίο συνολικά ονομαζόταν φάλαγγα (ανέπτυσσεν αεί το κέρας ες φάλαγγα, άλλην και άλλην τάξιν των οπλιτών παράγων, ο Αλέξανδρος παρέτασσε πάντα τον στρατό σε φάλαγγα, τοποθετώντας τις ταξιαρχίες τη μια μετά την άλλη), αποτελούσαν τάξεις. Μία τάξις (ταξιαρχία κατά τον σημερινό προσδιορισμό και όχι τάγμα, όπως φαίνεται από τον αριθμό των ανδρών που αποτελούσαν την εν λόγω μονάδα) είχε περί τούς χιλίους πεντακόσιους άνδρες, οι οποίοι κατάγονταν πάντα από κάποια συγκεκριμένη περιοχή της Μακεδονίας…

Όπλο συνηθισμένο και χαρακτηριστικό της Μακεδονικής φάλαγγας ήταν η σάρισα, δόρυ μακρύ, που έφτανε σε μήκος τα πεντέμισι μέτρα. Η σάρισα θα πρέπει να ήταν εφεύρημα και καινοτομία του Φιλίππου, γιατί αν την κατείχε ενωρίτερα το Μακεδονικό πεζικό, θα το γνωρίζαμε. Η σάρισα απαιτούσε, λόγω του μήκους της, τη χρήση και των δύο χεριών του πεζού στρατιώτη, κι έτσι προέκυψε φυσιολογικά η μικρότερη και ελαφρότερη ασπίδα, η οποία είχε διάμετρο εξήντα εκατοστών περίπου.

Η ασπίδα ήταν περασμένη στο αριστερό χέρι του στρατιώτη, το δεξί κρατούσε τη σάρισα και το αριστερό βοηθούσε το δεξί στον χειρισμό του μακρότατου εκείνου δόρατος. Ο Πολύαινος, αναφερόμενος στην εκπαίδευση του Μακεδονικού στρατού από τον Φίλιππο, μιλάει και για τον οπλισμό του, οι άνδρες του Φιλίππου έπαιρναν μέρος σε μακριές πορείες πάνοπλοι, με τις περικνημίδες, τις ασπίδες, τις σάρισες και τα κράνη τους, κουβαλώντας παράλληλα και τα εφόδια που χρειάζονταν.

Ο ΚΑΙΝΟΤΟΜΟΣ ΚΑΤΑ ΠΑΝΤΑ ΒΑΣΙΛΙΑΣ 

Oταν την άνοιξη του 359 π.Χ. σκοτώθηκε ο Περδίκκας Γ’, πρεσβύτερος αδελφός του Φιλίππου, μαζί με τέσσερις χιλιάδες επίλεκτους Μακεδόνες, ηττημένος από τον Βάρδυλι, βασιλιά των Ιλλυριών Δαρδανίων / Δαρδάνων, τα πράγματα έμοιαζαν πολύ δύσκολα για τον διάδοχό του. Οι Παίονες ετοιμάζονταν να προωθηθούν προς τον νότο, οι Αθηναίοι και οι Οδρύσες προέβαλαν ο καθένας τον δικό του ανταπαιτητή (τους Αργαίο και Παυσανία) στον Μακεδονικό θρόνο, ενώ και ο ηλικιωμένος Βάρδυλις είχε βέβαια την πρόθεση να επωφεληθεί από τη νίκη του και έτσι συγκέντρωνε ένα μεγάλο στράτευμα, για να επιχειρήσει προέλαση προς τα νότια.

Επιπλέον, το βασίλειο είχε συρρικνωθεί στα παλαιά του όρια, οι Πελαγόνες συμμάχησαν με τον Ιλλυριό Βάρδυλι, οι Ορέστες αποσκίρτησαν και ενώθηκαν με τους συγγενείς τους Μολοσσούς, ενώ οι Μακεδόνες (σύμφωνα με τον Διόδωρο Σικελιώτη, περίτρομοι, είχαν φοβηθεί από τις δυνάμεις των Ιλλυριών τόσο, ώστε δεν έδειχναν διάθεση να πολεμήσουν.

Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΑΝΑΚΗΡΥΣΣΕΤΑΙ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Ο εικοσιτριάχρονος τότε Φίλιππος, αμέσως μετά την ανακήρυξή του σε βασιλιά από το Κοινό των Μακεδόνων, άρχισε να εκπαιδεύει τον στρατό του, θέτοντας σε εφαρμογή μια σειρά επείγοντος χαρακτήρα καινοτομίες (ό,τι είχε διδαχθεί στη Θήβα του Επαμεινώνδα, ζώντας εκεί ως όμηρος), ενώ παράλληλα ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τον Άγι των Παιόνων και τον Βηρισάδη των Οδρυσών για την καταβολή φόρου (ή την εξαγορά τους). Τον ίδιο χρόνο περί το φθινόπωρο συνέτριψε τις μισθοφορικές δυνάμεις του προστατευόμενου των Αθηναίων ανταπαιτητή Αργαίου, ενώ ο βασιλιάς των Παιόνων πέθανε αιφνιδίως.

Ακολούθησαν, το καλοκαίρι του 358 π.Χ., η ήττα του Βάρδυλι στη Λυγκηστίδα (σκοτώθηκαν περί τις εφτά χιλιάδες Ιλλυριοί τότε) και οι πρώτοι γάμοι του Φιλίππου με την Ιλλυρίδα Αυδάτα (πιθανώς θυγατέρα του Βάρδυλι) και με τη Φίλα από την Ελίμεια. Τον ίδιο καιρό, ο Φίλιππος ιδρύει και την Ηράκλεια της Λυγκηστίδος. Το φθινόπωρο, ο νεαρός βασιλιάς κατεβαίνει στη Θεσσαλία (στη Λάρισα;) και τότε μάλλον παντρεύεται τη Φιλίννα.

Η ήττα του Βάρδυλι είχε ως αποτέλεσμα την ανάκτηση της άνω Μακεδονίας. Αλλά ο νέος ηγέτης των Μακεδόνων δεν αρκείται σ’ αυτό, στοχεύει στην υποταγή της Αμφίπολης κι έτσι ξεκινά τον Συμμαχικό πόλεμο, το 357 π.Χ., στις αρχές του θέρους. Κατά πάσα πιθανότητα, το φθινόπωρο η Αμφίπολη περνά στην κυριαρχία του, ενώ τον ίδιο καιρό παντρεύεται την Ολυμπιάδα. Ο δραστήριος εκείνος άνθρωπος ωστόσο δεν ησυχάζει. Έτσι, τον ερχόμενο χειμώνα καταλαμβάνει την Πύδνα και σχεδόν ταυτόχρονα συμμαχεί με το Κοινό των Χαλκιδέων της Θράκης.

Α­Π­Ο ΤΗ­Ν Π­Α­ΝΕΛΛΗ­ΝΙΑ­ ΙΔΕΑ­ ΣΤΗ­Ν Π­Α­ΝΕΛΛΗ­ΝΙΑ­ Π­ΟΛΙΤΙΚΗ­

Ο Φί­λι­ππος, αφού­ συνέ­τρι­ψε έ­ναν ι­σχυρό­ συνασπι­σμό­ νό­τι­ω­ν Ελλήνω­ν στη Χαι­ρώνει­α το 338 π.Χ, δι­έ­ψευσε πλήρω­ς τους φό­βους τω­ν ηττημέ­νω­ν, καλώντας τους μαζί­ με άλλα Ελληνι­κά κράτη να συμπράξουν υπό­ την ηγεσί­α του σ’ έ­να σύ­μφω­νο ει­ρήνης και­ συνεργασί­ας, και­ σε εκστρατεί­α εναντί­ον τω­ν Περσών.

Έτσι­, προχώρησε στην εφαρμογή τω­ν δυο σκελών του πανελληνί­ου προγράμ­ματος που εί­χαν συλλάβει­ και­ προπαγαν­δί­σει­ ορι­σμέ­νοι­ Έλληνες δι­ανοού­μενοι­, και­ εί­χε σκεφθεί­ να πραγματοποι­ήσει­, με κάποι­α δι­αφορά ω­ς προς το πρώτο σκέ­λος, έ­νας άλλος Έλληνας μονάρχης, ο Ι­άσω­ν, τύ­ραννος τω­ν Φερρών και­ εί­χε αρχί­σει­ να παρασκευάζει­ ο Φί­λι­ππος από­ μερι­κά χρό­νι­α νω­ρί­τερα.

Οι Έλληνες σχημάτι­σαν από­ την αρχή της ι­στορί­ας τους πολλά μι­κρά κράτη. Αυτό­ς ο πολι­τι­κό­ς κατα­κερματι­σμό­ς επέ­φερε ορι­σμέ­να θετι­κά αποτελέ­σματα, ό­πω­ς την ταχύ­τερη νί­κη τω­ν δημοκρατι­κών δυνάμεω­ν και­ την αξι­οποί­ηση ταλαντού­χω­ν πολι­τών, συ­νάμα ό­μω­ς υπήρξε υπεύ­θυνος γι­α τους αλλεπάλληλους ενδοελληνι­κού­ς πολέ­­μους. Οι­ πό­λεμοι­ προκαλού­σαν μεγάλες ανθρώπι­νες απώλει­ες και­ επί­σης μεγάλες υλι­κέ­ς καταστροφέ­ς. Από­ την άλλη πλευρά, οι­ Έλληνες απέ­­κτησαν αρκετά νω­ρί­ς συνεί­δηση της εθνι­­κής τους ταυτό­τητας. Επι­πλέ­ον, ήσαν υπε­ρήφανοι­ γι­’ αυτήν, θεω­ρώντας ό­τι­ εί­χαν ι­δι­ό­τητες ή αρετέ­ς που τους καθι­στού­σαν ανώτερους από­ άλλους λαού­ς τους οποί­ους χαρακτήρι­ζαν υποτι­μητι­κά ω­ς βαρ­βά­ρ­ους.

Κάποτε ό­μω­ς άρχι­σε να γί­νεται­ αντι­­ληπτό­ ό­τι­ οι­ πό­λεμοι­ μεταξύ­ Ελληνι­κών πό­λεω­ν ήσαν αδελφοκτό­νοι­, γί­νονταν γι­α μι­κρού­ς αντι­κει­μενι­κού­ς σκοπού­ς, και­ δεν έ­φερναν καμι­ά λύ­ση στα προβλήματα που τους προκαλού­σαν. Παράλληλα, κέ­ρ­δι­ζε έ­δαφος η άποψη ό­τι­, αν οι­ Έλληνες συμφι­λι­ώνονταν και­ έ­νω­ναν τι­ς δυνάμει­ς τους, θα μπορού­σαν να αποσπάσουν εδά­φη από­ τους κοι­νού­ς εχθρού­ς τους, τους Πέ­ρσες. Αυτέ­ς οι­ ι­δέ­ες που δι­ατυπώθηκαν και­ υποστηρί­χθηκαν πρώτα από­ δι­ανοού­­μενους, υι­οθετήθηκαν αργό­τερα από­ αρ­χηγού­ς κρατών. Οι­ δι­ανοού­μενοι­ ανήκαν στο χώρο της πό­λεω­ς, οι­ αρχηγοί­ κρατών ήσαν μονάρχες του Ελληνι­κού­ Βορρά.

Πρώτος ο ρήτορας Γοργί­ας καταδί­­κασε δημό­σι­α τους πολέ­μους μεταξύ­ Ελ­λήνω­ν και­ δι­ακήρυξε ό­τι­ θα απαλλάσσο­νταν από­ τα δει­νά τους αν ενώνονταν και­ στρεφό­ταν εναντί­ον τω­ν Περσών. Έτσι­ εκφράστηκε σ’ έ­ναν πανηγυρι­κό­ που εκ­φώνησε στην Ολυμπί­α κατά τους αγώνες του έ­τους 392 π.Χ. Με το ί­δι­ο πνεύ­μα μί­λησε ο ρήτορας Λ­υσί­ας στην Ολυμπί­α κατά τους αγώνες του 384 π.Χ. Ως το 380 π.Χ. που δημοσι­εύ­τηκε ο Πανηγυρ­ι­κός του Ι­σοκράτη πολλοί­ λό­γι­οι­, επί­ πλέ­ον τω­ν Γοργί­α και­ Λ­υσί­α, εί­χαν δι­ακηρύ­ξει­ την ανάγκη ενώσεω­ς τω­ν Ελ­λήνω­ν και­ αναλήψεω­ς εθνι­κού­ πολέ­μου εναντί­ον τω­ν βαρβάρω­ν.

Ο Ι­σοκράτης υπήρξε ο κατ’ εξοχήν κύ­ρηκας αυτού­ του προγράμματος. Το υποστήρι­ξε με πολλά επι­χει­ρήματα σε δύ­ο εκτενεί­ς λό­γους του, στον Πανηγυρι­κό­ που φι­λοτέ­χνησε κατά τη δεκαετί­α 390- 380 π.Χ. και­ στον Φί­λι­ππο που συνέ­ταξε το 346 π.Χ. Περι­σσό­τερο επέ­μει­νε στα επι­χει­ρή­ματα που απέ­βλεπαν να πεί­σουν γι­α την ανάγκη της ενώσεω­ς τω­ν Ελλήνω­ν παρά της δι­εξαγω­γής κοι­νού­ πολέ­μου εναντί­ον τω­ν βαρβάρω­ν. Η συμφι­λί­ω­ση τω­ν Ελλήνω­ν έ­πρεπε να προηγηθεί­ από­ τον πό­λεμο· χω­ρί­ς αυτήν δεν θα ήταν δυνατή η κατάκτηση της Ασί­ας.

Γράφοντας τον Πανηγυρ­ι­κό στη δε­καετί­α 390 ­- 380 π.Χ., ο Ι­σοκράτης εξέ­­φρασε τη γνώμη ό­τι­ ο Ελληνι­σμό­ς συ­νασπι­σμέ­νος έ­πρεπε να τεθεί­ υπό­ την ηγεσί­α Αθηναί­ω­ν και­ Λ­ακεδαι­μονί­ω­ν. Έπει­τα στράφηκε δι­αδοχι­κά σε δι­άφο­ρους ηγεμό­νες: στον Ι­άσω­να, τύ­ραννο τω­ν Φερρών, στον Αλέ­ξανδρο, γι­ο του Ι­άσω­να, στον Δι­ονύ­σι­ο, τύ­ραννο τω­ν Συρακουσών, στον Αρχί­δαμο, βασι­λέ­α τω­ν Λ­ακεδαι­μονί­ω­ν. Η επι­λογή του Φι­­λί­ππου εί­ναι­ πλατύ­τερα θεμελι­ω­μέ­νη. Ήταν από­γονος του Ηρακλή, εί­χε φυσι­κά χαρί­σματα που επέ­τρεπαν τι­ς καλύ­τερες προσδοκί­ες γι­α μεγάλα κατορθώματα· εί­χε ήδη πραγματοποι­ήσει­ «ανέ­λπι­στα» και­ «παράδοξα» που προδί­καζαν και­ άλ­λες εξαι­ρετι­κέ­ς επι­τυχί­ες.

Δι­έ­θετε δύ­ναμη ό­ση κανεί­ς άλλος στην Ευρώπη. Α­νάμεσα σ’ ό­λους τους μονάρ­χες π­ου σκέφθηκε ο Ισοκρ­άτης, μό­νος ο Φί­λιπ­π­ος συγκέντρ­ωνε τα ατομικά π­ρ­οσό­ντα και τα αντικειμενικά π­λεο­νεκτή­ματα π­ου απ­αιτού­σε ο ρ­ό­λος. Η Ελληνική­ π­ολιτική­ του Φιλί­π­π­ου π­αρ­ακολουθεί­ται άνετα απ­ό­ το 346 π.Χ. κ’ έπ­ειτα. Συνάμα αρ­χί­ζει να διαφαί­­νεται στο βάθος του ορ­ί­ζοντα ο π­ρ­ο­σανατολισμό­ς της σκέψης του π­ρ­ος την ιδέα της εκστρ­ατεί­ας στην Α­σί­α. Αρχι­κά ο Φί­λι­ππος ασχολήθηκε με τους εχθρού­ς του και­ με μερι­κέ­ς άλλες Ελληνι­κέ­ς υποθέ­σει­ς τοπι­κής σημασί­ας.

Έπει­τα προχώρησε στο μεγαλεπήβολο σχέ­δι­ό­ του: στη σύ­­μπραξη τω­ν Ελλήνω­ν υπό­ την ηγεσί­α του και­ στην προετοι­μασί­α μι­ας πανελλήνι­ας εκστρατεί­ας εναντί­ον τω­ν Περσών. Κάλεσε κατά το τέ­λος του 338 π.Χ. τα ανεξάρτητα Ελληνι­κά κράτη του Ελλα­δι­κού­ χώρου και­ τω­ν γύ­ρω­ νησι­ών ν’ αποστεί­λουν αντι­προσώπους στην Κό­­ρι­νθο, γι­α να συζητήσουν υποθέ­σει­ς κοι­νού­ ενδι­αφέ­ροντος. Η επι­λογή του τό­που ί­σω­ς να σχετι­ζό­ταν με το γεγο­νό­ς ό­τι­ εκεί­ συνήλθαν το 480 π.Χ. οι­ αντι­πρό­σω­ποι­ τω­ν ελληνι­κών πό­λεω­ν που αντι­στάθηκαν στον Ξέ­ρξη και­ επο­μέ­νω­ς υποδήλω­νε ό­τι­ η νέ­α δι­άσκεψη θα επι­τελού­σε έ­ργο ανάλογο με εκεί­νο της προηγού­μενης.

Ωστό­σο αυτή δεν ασχολήθηκε με την εκστρατεί­α ενα­ντί­ον τω­ν Περσών, αλλά μό­νον ό­πω­ς φαί­νεται­ με τη σύ­ναψη κοι­νής ει­­ρήνης. Οι­ ό­ροι­ αυτής της κοι­νής ει­ρήνης υπαγορεύ­τηκαν από­ το Φί­λι­ππο και­ εγκρί­θηκαν από­ τα κράτη που ανταπο­κρί­θηκαν στην πρό­σκλη­ση του. Η Σπάρτη. Δεν ήταν μέ­σα σ’ αυτά. Το δω­δέ­κατο σημεί­ο της «κοι­νής ει­ρήνης» δέ­σμευε τα συμβαλλό­μενα μέ­ρη απέ­ναντι­ στον μη συμβεβλημέ­νο Φί­λι­ππο και­ στους απογό­νους του να μην αναλάβουν επι­θετι­­κή ενέ­ργει­α εναντί­ον τους.

Τη μεγαλύ­τερη ό­μω­ς εγγύ­ηση δι­αρκεί­­ας την αποτελού­σαν ο θεσμό­ς του Η­γε­μόνος και­ η κατάληψη της θέ­σεω­ς αυ­τής από­ τον Φί­λι­ππο, που θα μπορού­σε να στρέ­ψει­ εναντί­ον κάθε παραβάτη τα στρατεύ­ματα ό­χι­ μό­νο τω­ν άλλω­ν μελών του συμφώνου, αλλά και­ ό­λη τη δύ­ναμη του βασι­λεί­ου του. Οι­ επό­μενες μαρτυρημέ­νες πρά­ξει­ς στα πλαί­σι­α της Ελληνι­κής και­ της Ασι­ατι­κής πολι­τι­κής του Φί­λι­ππου, εί­ναι­ η ει­σήγηση του σ’ έ­να σώμα αντι­­προσώπω­ν Ελληνι­κών κρατών να κηρύ­­ξει­ πανελλήνι­ο πό­λεμο εναντί­ον τω­ν Περσών, με αι­τι­ολογι­κό­ την τι­μω­ρί­α τους γι­α τι­ς καταστροφέ­ς τω­ν Ελληνι­­κών ι­ερών από­ τον Ξέ­ρξη.

Η αποδοχή αυτής της ει­σήγησης, η ανάδει­ξη του Φί­λι­ππου στο αξί­ω­μα του στρ­ατηγού Αυτοκρ­ά­τω­ρ­ος (αρχι­στράτηγου με πλη­ρεξουσι­ό­τητα) τω­ν νοτί­ω­ν Ελληνι­κών στρατευμάτω­ν που θα συμμετεί­χαν σ’ αυτή την εκστρατεί­α και­ η ψήφι­ση ενό­ς «δό­γματος» που χαρακτήρι­ζε προδό­­τη κάθε πολί­τη συμμαχι­κού­ κράτους που θα έ­μπαι­νε στην υπηρεσί­α του εχθρού­. Έπει­τα από­ αυτά, ο Φί­λι­ππος έ­στει­λε στη Μι­κρά Ασί­α μι­α προφυλακή από­ 10.000 άνδρες, κυρί­ω­ς Μακεδό­νες, η οποί­α απελευθέ­ρω­σε τι­ς Ελληνι­κέ­ς πό­λει­ς από­ τον Ελλήσποντο ω­ς τον Μαί­ανδρο, κατα­λαμβά­νοντας και­ ορι­σμέ­να ενδι­άμεσα εδάφη.

Ο ί­δι­ος θα ακολουθού­σε με τον κύ­ρι­ο ό­γκο του Μακεδονι­κού­ στρατού­ και­ με τμήματα συμμάχω­ν, αν δεν πλήττονταν θανάσι­μα από­ δολοφονι­κή μάχαι­ρα. Πολλέ­ς από­ τι­ς πράξει­ς του Φί­λι­π­που συμφω­νού­ν με τι­ς παροτρύ­νσει­ς που του απηύ­θυνε ο Ι­σοκράτης. Επε­δί­ω­ξε επί­μονα και­ τους δυο στό­χους του Πανε­λ­λ­ηνί­ου πρ­ογρ­ά­μματος, προ­σπάθησε να εξαφανί­σει­ την εχθρό­τητα τω­ν Αθηναί­ω­ν από­ το 346 π.Χ. ω­ς τη στι­γμή που αυτοί­ οργάνω­σαν τη μεγά­λη συμμαχί­α νοτί­ω­ν Ελλήνω­ν εναντί­ον του, και­ φέ­ρθηκε στους ηττημέ­νους της Χαι­ρώνει­ας με τρό­πο που εξηγεί­ται­ μό­νο ό­ταν ενταχθεί­ στα πλαί­σι­α αυτού­ του προγράμματος.

Πρό­ταξε χρονι­κά τη συνεργασί­α τω­ν Ελλήνω­ν από­ την εκστρατεί­α στην ανατολή. Δι­ατήρησε ό­λα τα ανεξάρτητα κράτη της Ελλαδι­­κής χερσονήσου και­ τω­ν νησι­ών. Δεν περι­ό­ρι­σε καν την αυτονομί­α τους πέ­ρα από­ το σημεί­ο που θεώρησε απα­ραί­τητο γι­α την εξασφάλι­ση πολι­τι­κής και­ κοι­νω­νι­κής γαλήνης εν ό­ψει­ της στρατι­ω­τι­κής επι­χεί­ρησης στην Ασί­α.

ΧΡΗ­ΣΙΜΟΠ­ΟΙΗ­ΣΗ­ ΤΟΥ­ ΨΥ­ΧΟΛΟΓΙΚΟY ΕΠ­Η­ΡΕΑ­ΣΜΟΥ­

Ο Φί­λι­ππος εφάρμοσε με καταπληκτι­­κή επι­δεξι­ό­τητα και­ αποτελεσματι­κό­τητα ό­λες τι­ς βασι­κέ­ς αρχέ­ς του σύ­γχρονου «Ψυχολογι­κού­ Επηρεασμού­». Κρατού­σε πάντοτε τους αντι­πάλους του σε άγνοι­α τω­ν πραγματι­κών του προθέ­σεω­ν, γι­α αυτό­ πό­τε τους απει­λού­σε και­ πό­τε τους καθησύ­χαζε. Προσπαθού­σε επί­σης να τους δι­χάζει­, να προκαλεί­ μεταξύ­ τους δι­ενέ­ξει­ς, να τους αι­φνι­δι­άζει­ και­ προπάντω­ν, να τους καταβροχθί­ζει­ έ­ναν έ­ναν, αφού­ πρώτα τους αποκοί­μι­ζε με αφοπλι­στι­κέ­ς αυταπάτες.

Τακτι­κή του Φι­λί­ππου (Πολυαί­νου Στρατηγήματα) ήταν να βοηθάει­ πά­ντα ό­ποι­ον τον καλού­σε σε βοήθει­α. Μετά τι­ς νί­κες του, δεν εκτό­πι­ζε τους ηττηθέ­ντες, δεν έ­παι­ρνε τα ό­πλα τους, δεν γκρέ­μι­ζε τα τεί­χη τους, υπέ­θαλπε μάλλον, παρά κατάστρεφε τι­ς εξεγέ­ρ­σει­ς, βοηθού­σε τους πι­ο αδύ­νατους, καταπολεμού­σε τους πι­ο δυνατού­ς, δι­έ­­κει­το φι­λι­κά προς τους δημοκρατι­κού­ς, κολάκευε τους δημαγω­γού­ς.

Γι­α να επι­κρατήσει­, ο Φί­λι­ππος χρη­σι­μοποι­ού­σε τα επι­χει­ρήματα εξ ί­σου με τα στρατι­ω­τι­κά μέ­σα. Άλλοτε εμ­φανι­ζό­ταν ω­ς σω­τήρας και­ άλλοτε ω­ς εκδι­κητής. Και­, υπερηφανευό­ταν γι­α ό­σα κατακτού­σε με τη συζήτηση, πα­ρά γι­α εκεί­να πού­ κατακτού­σε με τον πό­λεμο. Γι­ατί­ στι­ς μεν δι­α τω­ν ό­πλω­ν κατακτήσει­ς συμμετεί­χαν και­ οι­ στρα­τι­ώτες, ενώ οι­ δι­α τω­ν επι­χει­ρημάτω­ν επι­τυχί­ες, ήταν αποκλει­στι­κά προ­σω­πι­κά του επι­τεύ­γματα.

Ο Φί­λιπ­π­ος μετά απ­ό­ νι­κηφό­ρ­ο μάχη επ­ί­ των Θεσσαλών, ονό­μασε μια θυ­γατέρ­α του Θεσσαλονί­κη, (εφαρ­μογή­ μεθό­δου π­ρ­οπ­α­γάνδας «αναπ­ό­φευκτης νί­κης») π­ρ­ος τιμή­ της οπ­οί­ας ιδρ­ύ­θηκε αρ­γό­τερ­α π­ό­λη απ­ό­ τον σύ­ζυγο της Κάσσανδρ­ο. Χρησι­μοποί­ησε στα νομί­σματα (μέ­­σον δι­εξαγω­γής Ψυχολογι­κού­ Επηρεασμού, «τρυκ»), προπαγαν­δι­στι­κά μηνύ­ματα, επι­βάλλοντας έ­τσι­ την παρουσί­α του στι­ς οι­κονομι­κέ­ς συναλλαγέ­ς. Παρακάτω­ αναφέ­ρονται­ ορι­σμέ­να τε­χνάσματα του Φι­λί­ππου κατά την μάχη, η τεχνι­κή τω­ν οποί­ω­ν ενδι­αφέ­ρει­ ι­δι­αί­τερα τον ψυχολογι­κό­ επηρεασμό­.

Συμμετέ­χοντας σε ι­ερό­ πό­λεμο του μαντεί­ου τω­ν Δελφών, έ­βαλε στα κεφά­λι­α τω­ν Μακεδό­νω­ν στεφάνι­α δάφνης, προκει­μέ­νου να τους εμφυσήσει­ την πεποί­θηση ό­τι­ ήταν πολεμι­στέ­ς του Από­λλω­να. Έτσι­ κατενί­κησε τους Αθη­ναί­ους με στρατηγό­ τον Ονήμαχο στην πεδι­άδα τω­ν Κροκέ­ω­ν στη Θεσσαλί­α. Πολι­ορκώντας Θεσσαλι­κή πό­λη και­ έ­χοντας περι­ορι­σμέ­νες δυνάμει­ς γι­α να επι­τύ­χει­ την άλω­ση, σκαρφί­στηκε το εξής τέ­χνασμα γι­α να ενι­σχύ­σει­ το πολεμι­κό­ μέ­νος τω­ν στρατι­ω­τών του.

Όταν έ­γι­νε γενι­κή επί­θεση και­ οι­ Μακε­δό­νες ανέ­βηκαν στα εχθρι­κά τεί­χη, απέ­­συρε τι­ς σκάλες ώστε να μην υπάρχει­ οδό­ς δι­αφυγής. Έτσι­ οι­ Μακεδό­νες αναγκά­στηκαν να πολεμήσουν με σθέ­νος και­ να νι­κήσουν. Απει­λού­σε τι­ς πό­λει­ς που πολι­ορ­κού­σε, ό­τι­ εάν δεν παραδι­νό­ταν, θα τι­ς κατέ­στρεφε μετά την άλω­ση. Χαρακτηρι­στι­­κό­ παρά­δει­γμα η Όλυν­θος. Έτσι­ με­γάλος αρι­θ­μό­ς πό­­λεω­ν παρα­δι­δό­­ταν άνευ ό­ρω­ν, γι­α να σω­θού­ν.

Σε μάχη με τους Φω­καεί­ς που του επι­τέ­θηκαν απ’ τα νώτα, και­ τον έ­τρεψαν σε φυγή, προσπάθησε να ω­ραι­οποι­ήσει­ το συμβάν (εφαρμογή μεθό­δου αντι­προπαγάνδας «σμί­κρυνση της σημασί­ας του θέ­ματος») λέ­γοντας: «δεν τράπηκα σε φυγή, απλώς οπι­σθο­χώρησα, ό­πω­ς οι­ κρι­οι­, προκει­μέ­νου να αντεπι­τεθώ με μεγαλύ­τερη ορμή». Απέ­στει­λε το 343 π.Χ. ω­ς πρέ­σβη στην Αθήνα έ­ναν ι­κανό­ αγορητή, τον Πύ­θω­­να από­ το Βυζάντι­ο γι­α επηρεασμό­ της κοι­νής γνώμης. Στους Περαι­βού­ς, γι­α να τους δι­αφθεί­ρει­, απέ­στει­λε τον γελω­το­ποι­ό­ της αυλής του Αγαθοκλή, ο οποί­ος προετοί­μασε την ηθι­κή υποταγή τους. Έτρ­εφε μεγάλη εκτί­μηση για τους καλλιτέχνες (διαμορ­φωτές κοινή­ς γνώμης).

Εί­ναι χαρ­ακτηρ­ιστική­ η π­ερ­ί­π­τωση π­ου ικανοπ­οί­ησε χάρ­η (ελευθερ­ί­α αιχμαλώτων θυγατέρ­ων φί­λου του) στον ηθοπ­οιό­ σάτυρ­ο π­ου έλαβε μέρ­ος στις μακεδονικές εορ­τές του Ολυμπ­ί­ου Διό­ς, μετά την π­τώση της Ολύ­νθου. Μετά τη μάχη της Χαι­ρώ­νει­ας ο Φί­λι­ππος κήδευσε με πυρά τους Αθηναί­ους νεκρού­ς τηρώντας τα Ελληνι­κά έ­θι­μα. Ο Αλέ­ξανδρος, ο Αντί­πατρος και­ ο Αλκί­μαχος, επι­κεφαλής τι­μητι­κής φρουράς έ­φεραν την τέ­φρα στην Αθήνα. Τέ­­τοι­ος φό­ρος τι­μής προς πό­­λη ηττημέ­νη σε πό­λεμο, δεν εί­χε προηγού­μενο και­ ήταν έ­ξοχη προπαγανδι­στι­­κή πράξη γι­α τα επό­μενα σχέ­δι­α, που ήταν ό­λοι­ οι­ Έλληνες να εκστρατεύ­σουν κατά τω­ν Περσών.

ΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

O Φίλιππος ανέτρεψε σε πολλά τον παραδοσιακό τρόπο ζωής των Μακεδόνων, ενώ άλλαξε ριζικά και την οικονομία του βασιλείου. Κατ’ αρχήν είναι ο πρώτος Μακεδών βασιλιάς που έκοψε χρυσό νόμισμα -ώς αυτόν μόνο αργυρά ήταν τα νομίσματα των Αλεξάνδρου Α’, Περδίκκα Β’, Αρχελάου, Αμύντα Γ’ και Περδίκκα Γ’. Όπως μας λέει και ο Διόδωρος, αναφερόμενος στους Φιλίππους:

»Τα δε μεταλλεία χρυσού που υπήρχαν στην περιοχή κι ήταν εντελώς απλά και άνευ αξίας ως προς την κατασκευή τους τόσο τα επαύξησε ώστε να του φέρουν προσόδους μεγαλύτερες από χίλια τάλαντα, και απ’ αυτά γρήγορα σωρεύοντας πλούτο, μάλλον λόγω της ευπορίας του σε χρήμα, ώθησε σε μεγάλη υπεροχή το Μακεδονικό βασίλειο». Ο Μακεδόνας βασιλιάς όμως δεν ενδιαφέρθηκε μονάχα για τα ορυχεία της περιοχής των Κρηνίδων / Φιλίππων, αλλά και για τις καλλιέργειες.

Όπως προδίδει το όνομα της πόλης, ο τόπος εκεί ήταν γεμάτος πηγές. Στάσιμα νερά στα έλη και δάση εκτεταμένα εμπόδιζαν τόσο την εγκατάσταση κατοίκων όσο και τη γεωργία. Ο Θεόφραστος, αναφερόμενος στην πεδιάδα των Φιλίππων, όταν η περιοχή διατελούσε υπό τους Θράκες, λέει πως ήταν δασωμένη και ελώδης, αλλά υπό την εξουσία του Φιλίππου άλλαξε όψη· μόλις αποτραβήχτηκαν τα νερά και το έδαφος αποξηράνθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του, τότε και ολόκληρος ο χώρος καλλιεργήθηκε. Κατά τα φαινόμενα, όμως, αυτό δεν συνέβη μόνο στην πεδιάδα των Φιλίππων μα και αλλού, στην εποχή βέβαια του ίδιου καινοτόμου κατά πάντα βασιλιά.

ΠΑΙΔΕΙΑ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η παιδεία του Αλεξάνδρου Γ’ (και τα σχετικά μ’ αυτήν) είναι γνωστή. Αλλά και ο πατέρας δεν υπολειπόταν ως προς τον γιο. Όπως παρατηρεί ο Αιλιανός, ο Φίλιππος δεν ήταν καλός μόνο στα πολεμικά πράγματα, αλλά και παιδείαν ανδρειότατα ετίμα και Πλάτωνα δε ετίμησε και Θεόφραστον. Κατά τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, μάλιστα, ο Φίλιππος φέρεται να μαθητεύει, ενόσω ζει όμηρος στη Θήβα, πλάι σ’ έναν Πυθαγόρειο φιλόσοφο.

Μπορεί να θεωρήσουμε, λοιπόν, ότι η κοινωνία της Μακεδονίας, ιδιαίτερα επί Φιλίππου Β’, ήταν αρκετά προηγμένη και πως τα συμπόσια και τα δείπνα οι μουσικοί αγώνες, οι θεατρικές παραστάσεις δεν αποτελούσαν την εξαίρεση αλλά τον κανόνα. Στα πολυπρόσωπα συμπόσια ή δείπνα τους οι Μακεδόνες, άρχοντες ή μη, συζητούσαν, άκουγαν υποκριτές, αοιδούς και μουσικούς και τρωγόπιναν σχεδόν κατά τον συνήθη στους Έλληνες τρόπο. Οι επιδόσεις τους ήταν καλές και στον χορό. Γνωρίζουμε τα ονόματα δύο Μακεδονικών χορών, της Καρπαίας και της Τελεσιάδος.

ΕΝΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΑΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΜΕ ΧΙΟΥΜΟΡ

Η πάλη για την ηγεμονία στην Ελλάδα στον 4ο αιώνα π.Χ. μας είναι κυρίως γνωστή, σε αντίθεση προς ό,τι συμβαίνει κατά κανόνα στην ιστορία, από τη σκοπιά του ηττημένου (δηλ. της δημοκρατικής Αθήνας) και όχι από τη σκοπιά του νικητή (δηλ. της μοναρχικής Μακεδονίας).

Το »παράδοξο» αυτό εξηγείται με το ότι τα ιστορικά έργα που εγράφησαν για τη Μακεδονία και τον νικητή βασιλιά της, Φίλιππο Β’, από Μακεδόνες και άλλους Έλληνες ιστορικούς, εκτός από λίγα αποσπάσματα χάθηκαν, εφόσον στους πέντε αιώνες της Ρωμαιοκρατίας δεν υπήρχε το ενδιαφέρον για τη διάσωσή τους -οι Μακεδόνες ήταν άλλωστε το μόνο Ελληνικό φύλο που προέβαλε επανειλημμένως αντίσταση τους Ρωμαίους- και οι ‘Ελληνες διανοούμενοι των Αυτοκρατορικών χρόνων.

Με την κλασικιστική νοοτροπία της εποχής που προώθησε ο πρώτος Ρωμαίος Αυτοκράτορας Αύγουστος, εξιδανίκευαν -και μάλιστα σε αντίθεση προς τη Μακεδονία- την κλασική Ελλάδα και προέβαλλαν ως πρότυπο της ρητορικής παιδείας τον Δημοσθένη. Γι’ αυτό κάθε μαρτυρία που αναφέρεται στην προσωπικότητα του μεγάλου αντιπάλου του και διαφέρει από τη μεροληπτική εικόνα που συνθέτει ο Αθηναίος ρήτορας γι’ αυτόν έχει ιδιαίτερη σημασία.

Από τις μαρτυρίες αυτές παραθέτουμε εδώ εκείνες από τις οποίες προκύπτει το χιούμορ που διέθετε ο Μακεδόνας βασιλιάς, το οποίο αφήνει άλλωστε να εννοηθεί ο ίδιος ο Δημοσθένης -φυσικά με τον δικό του, μεροληπτικό τρόπο- λέγοντας πως ο Φίλιππος έχει συγκεντρώσει γύρω του πολλούς »ασελγείς θαυματοποιούς», αλλά και »μίμους γελοίων και ποιητάς αισχρών ασμάτων», τα οποία αυτοί γράφουν »ένεκα του γελασθήναι», και μάλιστα πως γι’ αυτό τους »αγαπά». Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο Δημοσθένης, όπως προκύπτει από τους πολιτικούς και δικανικούς λόγους του, δεν είχε χιούμορ.

1. Ψυχαγωγία με ακριβά αστεία που παραγγέλλονται από τη Μακεδονία σε Αθηναίους »ειδικούς»

Ηγεμόνες, βασιλείς ή τύραννοι, που παραγγέλλουν ποιήματα ή αγάλματα προκειμένου να απαθανατιστούν, είναι γνωστοί από την Αρχαϊκή εποχή (και για τα δύο), ή την Ελληνιστική (για τα τελευταία). Ηγεμόνας όμως που παραγγέλλει αστεία (τα οποία μάλιστα πληρώνει ακριβά) για να ψυχαγωγείται ήταν μόνο ο Μακεδόνας βασιλιάς Φίλιππος. Μοναδικό παράδειγμα είναι βέβαια και οι ειδικοί »επαγγελματίες» που επινοούσαν τα αστεία – πολίτες της αντίπαλης Αθήνας, προφανώς αδιάφοροι προς την αντιμακεδονική ρητορεία του Δημοσθένη και των ομοϊδεατών του.

Η σχετική μαρτυρία προέρχεται από τον ιστορικό Τηλεφάνη (της Ελληνιστικής ή Αυτοκρατορικής εποχής), συγγραφέα ενός έργου με τον τίτλο »Περί άστεος» (δηλ. της Αθήνας). »Στην Αθήνα υπήρχαν πάρα πολλοί τέτοιοι ‘σοφοί» (δηλ. γελωτοποιοί). Στον ναό του Ηρακλή, στον δήμο Διόμεια, συγκεντρώνονταν εξήντα από αυτούς· στην πόλη ήταν γνωστοί με τις φράσεις »το είπαν οι εξήντα» και »έρχομαι από τους εξήντα». Ξεχώριζαν ο Καλλιμέδων, ο Κάραβος και ο Δεινίας, ο Μνασιγείτων και ο Μέναιχμος.

Τόσο μεγάλη φήμη απέκτησαν αυτοί οι χασομέρηδες, ώστε και ο Φίλιππος ο Μακεδόνας, όταν έμαθε μερικά αστεία τους, τους έστειλε ένα τάλαντο, για να γράφουν αστεία ειδικά γι’ αυτόν και να του τα στέλνουν.

2. Ο βασιλιάς που εκτιμά το σκωπτικό ευφυολόγημα ενός αδιάλλακτου πολιτικού αντιπάλου

Ο Αχαιός Αρκαδίων, που μισούσε τον Φίλιππο, έφυγε από την πατρίδα του όταν επικράτησε εκεί η φιλομακεδονική παράταξη. Ήταν γνωστός για την πνευματική ευστροφία του και αναφέρονται πολλές έξυπνες απαντήσεις του. Όταν ήταν στους Δελφούς τον συνάντησε εκεί ο Φίλιππος και (αστειευόμενος) τον ρώτησε ως πού θέλει να πάει. Παραλλάσσοντας ένα στίχο της Οδύσσειας (»να πας ως εκεί όπου δεν ξέρουν τη θάλασσα»), ο Αρκαδίων απάντησε: »Θα πάω ως εκεί όπου δεν ξέρουν τον Φίλιππο». Ο Φίλιππος γέλασε, κάλεσε σε δείπνο τον Αρκαδίωνα και έτσι δόθηκε τέλος στην έχθρα.

3. Βασιλική ανεκτικότητα και κυνική ελευθεροστομία (ή αναίδεια)

Την αίσθηση του χιούμορ που διέθετε ο Φίλιππος δείχνει επίσης ένα (παρόμοιο) ανέκδοτο για τη συνάντησή του με τον κυνικό φιλόσοφο Διογένη: Ο Διογένης συνελήφθη αιχμάλωτος στη μάχη της Χαιρώνειας, προσήχθη στον Φίλιππο και ο βασιλιάς τον ρώτησε ποιος ήταν: »κατάσκοπος της απληστίας σου» του απάντησε ο φιλόσοφος. »Θαυμασθείς» για την απάντηση αυτή από τον βασιλιά, όπως γράφει ο Διογένης Λαέρτιος, αφέθηκε ελεύθερος.

4. Η διακριτική παρατηρητικότητα ενός αιχμαλώτου σε μια άκρως προσωπική λεπτομέρεια της εμφάνισης του βασιλιά

Έναν άλλον -άγνωστο- αιχμάλωτο, ο οποίος επρόκειτο μάλιστα να πωληθεί ως δούλος, απελευθερώνει επίσης ο Φίλιππος μετά από μία χρήσιμη υπόδειξη σε περιστατικό που προκαλεί αυτό καθ’ εαυτό, αλλά και για την ανεκτικότητα του βασιλιά, τη θυμηδία: Όταν κάποτε είχαν συλληφθεί πολλοί αιχμάλωτοι, τους πωλούσε, ενώ καθόταν σε μία όχι ευπρεπή στάση, έχοντας σηκώσει τον χιτώνα του· ένας από τους πωλούμενους φώναξε: »λυπήσου με, Φίλιππε, είμαι φίλος σου από τον πατέρα σου».

Όταν ο Φίλιππος τον ρώτησε »πότε έγινες εσύ φίλος, και πώς;» εκείνος απάντησε: »Θέλω να σου το πω από κοντά». Και όταν τον έφεραν κοντά, »κατέβασε» του είπε »λίγο τη χλαμύδα, διότι όπως κάθεσαι εκθέτεις τον εαυτό σου». Και ο Φίλιππος »Αφήστε τον», είπε »πράγματι δεν ήξερα πως σκέπτεται σωστά για μένα και είσαι φίλος».

5. Ο επαγγελματίας κιθαρωδός και ο ερασιτέχνης Φίλιππος

Ο κιθαρωδός που άκουσε σε κάποιο δείπνο από τον βασιλιά ότι έκανε λάθη παίζοντας και είπε πως ήθελε μάλιστα να συζητήσει μαζί του περί μουσικής και πλήκτρων, δεν δίστασε, γνωρίζοντας το χιούμορ και την ανεκτικότητα του Φιλίππου, να του δώσει την απάντηση- ευχή: »η τύχη να μη σου φερθεί τόσο άσχημα, ώστε να μην έχεις τίποτε άλλο να κάνεις, παρά να μαθαίνεις μουσική και κιθάρα».

6. Πώς ένα απόρθητο φρούριο γίνεται ευάλωτο

»Τους κατασκόπους που του είπαν ότι το φρούριο που ήθελε να καταλάβει ήταν απόρθητο εντελώς, ρώτησε αν πράγματι ήταν τόσο δύσκολο να καταληφθεί, ώστε ούτε και γάιδαρος που μετέφερε χρυσάφι να μην μπορεί να το πλησιάσει».

7. Όταν οι “άξεστοι” Μακεδόνες λένε τα πράγματα με το όνομά τους

Στην Όλυνθο, τη μεγάλη πόλη της Χαλκιδικής που κατέλαβε και κατέστρεψε (το 348 π.Χ.) για την εσωτερική ασφάλεια του ίδιου του κράτους του, υπήρχε ένας Μακεδονίζων πολιτικός (Λασθένης) που προφανώς τον διευκόλυνε στην επιχείρηση. Όταν φίλοι του Λασθένη παραπονέθηκαν στον Φίλιππο ότι Μακεδόνες από το στενό περιβάλλον του τους κατηγορούσαν ως προδότες, ο βασιλιάς απάντησε με ειλικρίνεια, αλλά και ειρωνεία, πως οι Μακεδόνες είναι απολίτιστοι και σκληροί διότι λένε τα πράγματα με το όνομά τους »σκαιούς έφη φύσει και αγροίκους είναι Μακεδόνας την σκάφην σκάφην λέγοντας».

8. Ο κατά φαντασίαν θεός Ζευς ιατρός Μενεκράτης και ο Φίλιππος

α) Ο »Θεός» που επικρίνει και ο βασιλιάς που απαντά Αν ο γιατρός Μενεκράτης από τις Συρακούσες μπορούσε πράγματι να θεραπεύει ασθενείς πάσχοντες από επιληψία και λοιπές »ιερές» νόσους και να πείθει τους θεραπευθέντες να τον ακολουθούν ως »Θεοί», εφόσον ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του Δία και συμπεριφερόταν ανάλογα, σύμφωνα με την περιγραφή του στα ανεκδοτολογικού περιεχομένου »Υπομνήματα» του Ηγησάνδρου από τους Δελφούς (2ος αι. π.Χ.).

Δεν μπορεί να εξακριβωθεί και φαίνεται μάλλον απίθανο· εκείνο που δεν μπορεί επίσης να εξακριβωθεί, φαίνεται όμως πολύ πιθανό, είναι το χιούμορ με το οποίο έβλεπε μία τέτοια περίπτωση ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος, εφόσον διαθέτουμε γι’ αυτό τις άλλες μαρτυρίες που αναφέρθηκαν. Θεωρώντας τον εαυτό του και »βασιλιά» της Ιατρικής, ο Μενεκράτης συνδέθηκε και με τον Φίλιππο, στον οποίο έγραψε μία επικριτική επιστολή, για να πάρει την απάντηση που παραδίδει επίσης ο Αθήναιος:

»Μενεκράτης Ζευς τον βασιλιά Φίλιππο χαιρετά. Εσύ μεν είσαι βασιλιάς της Μακεδονίας, εγώ δε της Ιατρικής, και εσύ μεν μπορείς τους υγιείς ανθρώπους, όταν θέλεις, να τους εξοντώσεις, εγώ δε τους ασθενείς να σώζω και υγιείς, αν υπακούουν στις εντολές μου, να διατηρώ έτσι ως τα γηρατειά. Γι’ αυτό εσένα μεν περιφρουρούν Μακεδόνες, εμένα δε και αυτοί που θα γεννηθούν. Διότι εγώ ο Ζευς τους δίνω ζωή». »Ο Φίλιππος, απαντώντας όπως σε κάποιον που έπασχε ψυχικά, έγραψε: Ο Φίλιππος στον Μενεκράτη εύχεται να είναι υγιής».

β) Ένα βασιλικό δείπνο για τον κατά φαντασίαν Δία και την ακολουθία του Το περιστατικό που ακολουθεί ενδέχεται να είναι επινοημένο, αναμφίβολα όμως δείχνει την εντύπωση που υπήρχε για το χιούμορ του βασιλιά της Μακεδονίας. Η περιγραφή του Ηγήσανδρου, που παραδίδει ο Αθήναιος, έχει ως εξής:

“Όταν ο Φίλιππος τον εκάλεσε κάποτε σε δείπνο με τους θεούς της ακολουθίας του, τους έβαλε όλους να ξαπλώσουν στη μεσαία κλίνη με μεγαλοπρεπέστατη και ιεροπρεπέστατη διακόσμηση, μπροστά από την οποία τοποθέτησε τράπεζα στην οποία υπήρχε βωμός με προσφορές από κάθε είδος καρπών που παράγει η γη. Και ενώ στους άλλους προσφέρονταν τα φαγώσιμα, στη συντροφιά του Μενεκράτη οι δούλοι πρόσφεραν μόνο θυμιάματα και έκαναν σπονδές. Τότε ο »Θεός» και η ακολουθία του έφυγαν θυμωμένοι.

9. Η Αντιμακεδονική σάτιρα και Μακεδονική ευτραπελία

α) Η κωμωδία “Φίλιππος” του Μνησιμάχου

Η Μέση Κωμωδία του 4ου αι. π.Χ. ασχολείται, ως γνωστόν, κατά κανόνα με την κοινωνία, όχι με την πολιτική. Στις εξαιρέσεις ανήκει η κωμωδία »Φίλιππος» του Αθηναίου ποιητή Μνησιμάχου, που χρονολογείται στο διάστημα 345 – 340 π.Χ. Στο απόσπασμα που ακολουθεί περιγράφονται με τις υπερβολές της σάτιρας οι πολεμοχαρείς Μακεδόνες της εποχής, συγχρόνως όμως διαφαίνεται και η εντύπωση που προκαλούσαν η οργάνωση και μαχητικότητα του μακεδονικού στρατού – έργο, ως γνωστόν, του Φιλίππου.

»Ξέρεις άρα εσύ/ ότι με άνδρες έχεις να πολεμάς, εμάς,/ που ξίφη για δείπνο τρώμε κοφτερά,/ και δαδιά αναμμένα καταπίνουμε;/ αμέσως κατόπιν ο δούλος θα μας φέρει/ μετά το δείπνο, για τρωγάλια [ξηρούς καρπούς]/ ακίδες βελών κρητικές,/ σαν νάτανε ρεβίθια, και σπασμένα κομμάτια/ μικρών δοράτων· ασπίδες και θώρακες/ έχουμε για προσκεφάλια, στα πόδια μας σφενδόνες/ και τόξα έχουμε, και με καταπέλτες έχουμε στεφανωθεί».

β) Η »αηδία» του »Αττικισμού» και η »ευτραπελία» του »Ελληνισμού» κατά τον Μακεδόνα ποιητή Ποσείδιππο Ο Μακεδόνας ποιητής της Νέας Κωμωδίας Ποσείδιππος (από την Κασσάνδρεια της Χαλκιδικής) έγραψε και παρουσίασε τα έργα του (30, από αυτά είναι γνωστοί 18 τίτλοι και έχουν σωθεί 45 αποσπάσματα) στην Αθήνα, στο πρώτο μισό του 3ου αιώνα.

Σε άγνωστη κωμωδία του επικρίνει τους Αθηναίους της εποχής του για την υπεροψία που είχαν για τη δική τους (αττική) διάλεκτο, αντιπαραθέτοντας σε αυτήν την πραγματικότητα της μίας ενιαίας ελληνικής γλώσσας ή, όπως ο ίδιος γράφει, την ακαμψία της υπερφίαλης επιτήδευσης στην ευλυγισία και άνεση της πηγαίας γλωσσικής έκφρασης. Η κριτική, με την οξύτητα που προφανώς τη διακρίνει, έχει ιδιαίτερη ιστορική σημασία και ως έκφραση της (ελληνικής) εθνικής συνείδησης από έναν Μακεδόνα, και γίνεται κατανοητή αν συνδεθεί με τη μακεδονική επιρροή στη νότια Ελλάδα, και μάλιστα την πολιτική του Αντιγόνου Γονατά.

»Η Ελλάδα είναι μία, οι πόλεις της περισσότερες./ Αλλά εσύ αττικίζεις, σε όποια λέξη δική σου/ και να πεις· εμείς όμως Έλληνες όντας, μιλάμε (απλώς) Ελληνικά./ Γιατί καταγίνεσαι (σχολαστικά) με συλλαβές και γράμματα/ και χαλάς το χιούμορ με την κακογουστιά;». 

ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Β’

Το επόμενο έτος (356 π.Χ.) φτάνουν τα νέα ότι Ιλλυριοί, Παίονες και Οδρύσες συνασπίζονται εναντίον του, αλλά εκείνος αρχίζει την πολιορκία της Ποτίδαιας, αφήνοντας στον Παρμενίωνα την καθυπόταξη των Ιλλυριών του Γράβου. Λίγο πριν από τη γέννηση του Αλεξάνδρου καταλαμβάνει τις Κρηνίδες, απωθώντας τον Θράκα βασιλιά Κετρίπορι, ενώ στον εναντίον του συνασπισμό προσχωρούν και οι Αθηναίοι. Και όταν ο Παρμενίων συντρίβει τους Ιλλυριούς, ο ίδιος ο Φίλιππος κυριεύει την Ποτίδαια.

Αμέσως ύστερα, ξεκινά ουσιαστικά τον ιερό πόλεμο και νικά κοντά στους Δελφούς τους Φωκείς, οι οποίοι είχαν καταλάβει την άνοιξη το ιερό του Απόλλωνος. Το επόμενο έτος, άνοιξη του 355 π.Χ., εισβάλλει στην Παιονία, ο ηττημένος βασιλιάς της οποίας Λύππειος γίνεται υποτελής του. Το καλοκαίρι τον βρίσκει στη Θεσσαλία και στη συνέχεια προωθείται στους Δελφούς, όπου οι Αμφικτύονες κηρύσσουν επίσημα τον ιερό πόλεμο εναντίον των Φωκέων. Λίγο αργότερα, προσβάλλει τη Μεθώνη, την οποία ωστόσο καταλαμβάνει την άνοιξη (το νωρίτερο) ή το καλοκαίρι του 354 π.Χ.

Αμέσως κατόπιν έρχεται στη Φωκίδα, ενώ στις αρχές του 353 π.Χ. συμμαχεί με τους Βοιωτούς. Ταυτόχρονα, ο Θηβαίος φίλος της νεότητός του Παμμένης περνά από τη Μακεδονία με Βοιωτικά στρατεύματα, με τα οποία διεκπεραιώνεται στην Ασία, για να βοηθήσει τον επαναστάτη Σατράπη Αρτάβαζο. Αλλά και ο ίδιος ο Φίλιππος έρχεται στη Θράκη ως συνοδός του φίλου του (για να του εξασφαλίσει την ελεύθερη δίοδο). Το θέρος και το φθινόπωρο του 353 π.Χ. ο βασιλιάς της Μακεδονίας βρίσκεται στη Θεσσαλία, όπου έρχεται ξανά την άνοιξη του 352 π.Χ.

Εκεί έχει φτάσει στο μεταξύ και ο Ονόμαρχος, ο ηγέτης των Φωκέων, ο οποίος εισέβαλε προηγουμένως στη Βοιωτία. Στη μάχη του Κροκίου πεδίου, ανάμεσα στην Άλο και τη Φθιωτική Θήβα, οι δυνάμεις του Ονόμαρχου υπέστησαν συντριπτική ήττα (σκοτώθηκαν έξι χιλιάδες Φωκείς και αιχμαλωτίστηκαν τρεις χιλιάδες). Ο νικητής Φίλιππος καταλαμβάνει αμέσως έπειτα τις Φέρες (ο Λυκόφρων, τύραννος της εν λόγω πόλης, ήταν σύμμαχος του Ονομάρχου) και τις Παγασές.

Ο Φίλιππος, ταγός των Θεσσαλών πλέον, παντρεύεται τη Φεραία Νικησίπολι. Στα τέλη του θέρους φθάνει έξω από τις Θερμοπύλες. Αργότερα, στρέφεται προς τον βορρά και προελαύνει ως τη Θρακική Χερσόνησο, απειλώντας τα εδάφη του Θρακός Κερσοβλέπτη. Αρρωσταίνει όμως στο Ηραίον τείχος και επιστρέφει εξ ανάγκης στη Μακεδονία.

Κατάληψη Ολύνθου, Α’ Φιλιππικός 

Στις αρχές του 351 π.Χ. εισβάλλει στη Χαλκιδική, απειλώντας ουσιαστικά την Όλυνθο. Κατόπιν έρχεται στην Ήπειρο (με στόχο τώρα τον Αρρύβα), ενώ οι Παραυαίοι αποσπώνται από την Ήπειρο και προσαρτώνται στη Μακεδονία. Ταυτόχρονα, ο Αλέξανδρος ο Μολοσσός, νεότερος αδερφός της Ολυμπιάδος, συνοδεύει τον Φίλιππο στην Πέλλα, όπου και ζει στο εξής. Στην Αθήνα, ο Δημοσθένης εκφωνεί τον Α’ Φιλιππικό του. Τον χειμώνα του επομένου έτους οι ετεροθαλείς αδελφοί του Φιλίππου Αρριδαίος και Μενέλαος προσκαλούνται στην Όλυνθο.

Το 349 π.Χ. το κοινό των Χαλκιδέων συμμαχεί με την Αθήνα και σχεδόν αμέσως ο Φίλιππος εισβάλλει (μέσα του θέρους) στη Χαλκιδική, απαιτώντας να του παραδοθούν οι Αρριδαίος και Μενέλαος. Οι περισσότερες μικρότερες πόλεις – μέλη του κοινού των Χαλκιδέων παραδίδονται στη διάθεσή του εκτός από μια, που δεν άνοιξε τις πύλες της στον μακεδονικό στρατό και κατεσκάφη. Η Όλυνθος απομονώνεται. Τον επόμενο χρόνο καταλαμβάνεται η Τορώνη, σημαντική πόλη του κοινού των Χαλκιδέων, καθώς και η Μηκύβερνα, λιμένας της Ολύνθου.

Στις αρχές του καλοκαιριού, ο Φίλιππος βρίσκεται μπροστά στην Όλυνθο. Η πόλη πέφτει στα χέρια του, μόλις αρχίζει το φθινόπωρο, και ο βασιλιάς της Μακεδονίας υποδουλώνει τους κατοίκους της. Στο μεταξύ, οι Αθηναίοι προσπαθούν να σχηματίσουν έναν αντιμακεδονικό συνασπισμό.

Αμφικτυονικό Συνέδριο – Β’ Φιλιππικός – Δίκη Αισχύνη 

Στις αρχές του 347 π.Χ. οι Φωκείς καθαιρούν τον ηγέτη τους Φάλαικο (τον αντικαθιστούν με τρεις στρατηγούς, που αποφασίζουν να παραδώσουν τις Θερμοπύλες στους Αθηναίους), ο οποίος Φάλαικος ωστόσο επανέρχεται πραξικοπηματικά στην εξουσία μετά λίγους μήνες. Το 346 π.Χ. (αρχές του έτους) καταφθάνει στην Πέλλα Αθηναϊκή πρεσβεία. Αργότερα, ο Φίλιππος κινείται εναντίον του Κερσοβλέπτη και καταλαμβάνει το Ιερόν όρος, κι ενώ ακόμη εκείνος λείπει στη Θράκη, καταφθάνει δεύτερη Αθηναϊκή πρεσβεία στην Πέλλα (με προτάσεις ειρήνευσης).

Ο βασιλιάς της Μακεδονίας χρειάζεται επειγόντως την ειρήνη, για να βάλει ένα τέρμα στον ιερό πόλεμο κατ’ απαίτηση των Θεσσαλών. Μετά τις νίκες του στον βορρά, ο Φίλιππος επιστρέφει, η ειρήνη είναι πια γεγονός και στα τέλη του θέρους βρίσκεται στις Θερμοπύλες, κι ο Φάλαικος του τις παραδίδει. Κατόπιν έρχεται στους Δελφούς, συμμετέχει στο Αμφικτυονικό συνέδριο (στο οποίο αποφασίζεται η επιβολή προστίμου στους Φωκείς) και προεδρεύει στα Πύθια. Το 345 π.Χ. εκστρατεύει στην Ιλλυρία εναντίον των Αρδιέων. Τον επόμενο χρόνο στη Θεσσαλία διευθετεί προβλήματα που ανέκυψαν με τις Φέρες.

Ταυτόχρονα, ενισχύει το Άργος και τη Μεσσήνη, ενώ στη Σπάρτη καταφθάνει ο Δημοσθένης ως πρέσβης των Αθηναίων (θέρος). Το φθινόπωρο, Φίλιππος, Άργος και Μεσσήνη στέλνουν πρέσβεις τους στην Αθήνα. Ο Δημοσθένης εκφωνεί τον Β’ Φιλιππικό του στην εκκλησία του δήμου. Τον χειμώνα (344 / 3 π.Χ.) Περσική πρεσβεία στην Αθήνα, αλλά και στη Θήβα, το Άργος και τη Σπάρτη. Την άνοιξη του 343 π.Χ. αθηναϊκή πρεσβεία στον Φίλιππο, ωστόσο το φθινόπωρο δικάζεται ο Αισχίνης στην Αθήνα.

Η ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΕΠΙ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ

Πιστεύετε πως ο βασιλιάς Φίλιππος Β’ θα μπορούσε να μας είναι »χρήσιμος» στις μέρες μας; Αν αυτά που λέμε, γυρνώντας πίσω και κοιτώντας την ιστορία, δεν έχουν λόγο στη διαμόρφωση της ζωής μας σήμερα, τότε αυτό αποτελεί μια διαδικασία κενή νοήματος. Ο Φίλιππος Β’ ήταν μια πολιτική ιδιοφυΐα, αφού μπορεί ακόμη να μας διδάσκει πολιτικές πρακτικές που επιλύουν σημερινά προβλήματα. Όπως για παράδειγμα και την παρούσα οικονομική κρίση;

Η μετατροπή μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης από χρηματοπιστωτική σε νομισματική αντανακλά μια επαναλαμβανόμενη ιστορικότητα με μεγάλο βάθος χρόνου. Ο Φίλιππος Β’, έχοντας ενώσει όλους τους Έλληνες υπό την ηγεμονία του, είχε ευρεία οράματα προς Ασία αλλά και προς Ευρώπη και Βαλκανική ενδοχώρα. Μέσα από την οικονομική κρίση που δημιούργησαν κυρίως η συγκρότηση ισχυρού στρατού και οι εκστρατείες του (το εκστρατευτικό σώμα των 10.000 υπό τον Παρμενίωνα που διαπεραιώθηκε στη Mικρά Aσία κ.ά.), υπερδιόγκωσε το χρέος του.

Δημιούργησε δηλαδή υψηλό οικονομικό χρέος, το οποίο, όταν τον διαδέχθηκε ο Μέγας Αλέξανδρος, ήταν διογκωμένο κατά 500 τάλαντα. Μια κρίση χρέους δηλαδή… Ακριβώς. Η κρίση χρέους, λοιπόν, όπως θα λέγαμε σήμερα, μαζί με την παράλληλη ανάγκη χρηματοδότησης μιας μελλοντικής εκστρατείας, απετέλεσαν τον έναν παράγοντα δημιουργίας του διμεταλλισμού, δηλαδή της κυκλοφορίας στην αγορά χρυσών και αργυρών νομισμάτων. Ιστορικά αυτός που εφάρμοσε πρώτος τον διμεταλλισμό ήταν ο βασιλιάς της Λυδίας Κροίσος, στο τελευταίο τέταρτο του 6ου αι.

Νομίσματα όμως από τα μέταλλα αυτά χρησιμοποίησαν και οι Πέρσες βασιλείς, αλλά σε ισοτιμίες αναντίστοιχες με την πραγματικότητα των αγορών και με σαφώς χρονική πληθωριστική πορεία. Η καινοτομία του Φιλίππου αναφέρεται στην καθιέρωση ενός πλέγματος ισοτιμιών ευθέως ανταγωνιστικών μέσα στην Περσική Αυτοκρατορία. Ο πιο ουσιώδης όμως λόγος, ο οποίος φανερώνει και την πολιτική ιδιοφυΐα του Φιλίππου Β’, είναι η αντιμετώπιση της οικονομικής δεσποτείας των Περσών στη Μικρά Ασία. Οι χρυσοί Περσικοί Δαρεικοί ήταν το απόλυτα κυρίαρχο νόμισμα της Περσικής Αυτοκρατορίας.

Ο Φίλιππος, θέλοντας να καταλύσει την Περσική κυριαρχία, αντιλαμβάνεται ότι πρώτα πρέπει να καταλύσει την οικονομική κυριαρχία των Περσών, και έτσι αποφασίζει να διεξαγάγει τον πρώτο στην ιστορία νομισματικό πόλεμο, επενδύοντας στην παρεμβατική νομισματική πολιτική των κυλιόμενων ισοτιμιών. Με ποιον τρόπο έγινε αυτό; Στις Ελληνικές πόλεις τα νομίσματα ήταν αργυρά. Με τα αργυρά νομίσματα ήταν εγκλωβισμένος στα υφιστάμενα όρια εξουσίας του. Γι’ αυτό αποφάσισε να κόψει χρυσά νομίσματα, εν παραλλήλω βεβαίως με τα αργυρά, εισάγοντας έτσι τον διμεταλλισμό.

Σ’ αυτή του την ενέργεια υποστηρίχτηκε από την ύπαρξη των πολύ μεγάλων ποσοτήτων χρυσού που προέκυψαν από την κατάκτηση των μεταλλείων χρυσού του Παγγαίου, αλλά και της Αμφίπολης, των Φιλίππων και του Δαμαστίου. Oι Φιλιππικές κοπές γίνονταν με αναλογία χρυσού – αργύρου 1:12,5. Στην Περσία η σχέση ήταν 1:13,5.

Η αναλογία των Φιλιππικών, η οποία επί Μεγάλου Αλεξάνδρου έφτασε στο 1:10, γινόταν με τη μεγαλύτερη δυνατή προσέγγιση στην αγοραία σχέση ισοτιμίας, γιατί στόχος ήταν η ανταγωνιστικότητα των νομισμάτων στο επίπεδο της αγοράς – και εκεί οι Φιλιππικοί κυριάρχησαν των Δαρεικών επιτυγχάνοντας έτσι το πρώτο ουσιώδες πλήγμα στην κυριαρχία των Περσών. Ο Φίλιππος εφάρμοσε με απόλυτη επιτυχία το στρατηγικό τρίπτυχο »νομισματική κυριαρχία, οικονομική κυριαρχία, πολιτική κυριαρχία», ανοίγοντας με τον τρόπο αυτό τον δρόμο για την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τη δημιουργία της μεγαλύτερης Αυτοκρατορίας στην ιστορία.

Τα χρυσά νομίσματα του Φιλίππου διαδόθηκαν ευρέως στον χώρο της Βαλκανικής και της Μικράς Ασίας και έγιναν περιζήτητα, λόγω της καθαρότητας και της μεγάλης αξίας του μετάλλου τους, ακόμα και σε λαούς που δεν ήταν εξοικειωμένοι με τη χρήση του χρήματος. Χωρίς να καταργήσει λοιπόν την κυκλοφορία των αργυρών νομισμάτων θεσμοθέτησε, όπως είπαμε και πιο πάνω, την εν παραλλήλω κυκλοφορία των δύο νομισμάτων, απλώνοντας έτσι τη νομισματική του ισχύ σε Ευρώπη και Ασία, καθορίζοντας πλέον ένα σύνθετο πλέγμα ισοτιμιών το οποίο υπάκουε στην αντικειμενική πραγματικότητα των αγορών.

Με τον τρόπο αυτό είχε όλη την προοπτική επιβολής του σε βάθος χρόνου. Έτσι στον ελλαδικό χώρο, στην ενδοχώρα των Bαλκανίων και μέσω αυτών στην Kεντρική Eυρώπη οι στατήρες του Φιλίππου κυριάρχησαν ως κοινό νόμισμα. Πώς εκμεταλλεύτηκε ο Μέγας Αλέξανδρος τη διαμορφωθείσα από τον πατέρα του κατάσταση; Ο Μέγας Αλέξανδρος και ακολούθως οι επίγονοι εδραίωσαν την ελληνιστική νομισματική παγκοσμιοποίηση.

Ο Μέγας Αλέξανδρος οργανώνει τη νομισματοκοπία του σε όλη την Αυτοκρατορία του, ιδρύοντας πάνω από τριάντα νομισματοκοπεία και θέτοντας σε κυκλοφορία τεράστιες ποσότητες νομισμάτων, αξιοποιώντας και τις τεράστιες ποσότητες χρυσού και αργύρου που είχε βρει στα Περσικά θησαυροφυλάκια. Δημιούργησε ένα ολοκληρωμένο νομισματικό σύστημα και ένα σύστημα άσκησης νομισματικής πολιτικής ενιαίο στην επικράτειά του, το οποίο -πέραν της άσκησης οικονομικής πολιτικής συναλλαγής- στόχευε και συνέβαλλε στην πολιτιστική ομογενοποίηση της Αυτοκρατορίας.

Κύριο γνώρισμά της ήταν η πολιτική κυλιόμενων ισοτιμιών, που εγκαθίδρυσε ο πατέρας του, και η αντιστοίχιση του νομίσματος με την πραγματική αγοραστική δύναμη που εκπροσωπούσε το νόμισμα – και φυσικά αυτό ήταν από τα βασικά χαρακτηριστικά του βάθους χρόνου της οικονομικής ζωής της αυτοκρατορίας. Σήμερα όμως η έκδοση νομίσματος εξαρτάται και από άλλα δεδομένα.

Σαν συμπέρασμα για τη νομισματική πολιτική που μας διδάσκει ο Φίλιππος θα μπορούσαμε να πούμε πως όταν οι οικονομικές και νομισματικές πολιτικές έχουν μέτρο τον άνθρωπο και την πραγματικότητα των αγορών, είναι μια καλή βάση για να κτίζονται αυτοκρατορίες. Το αντίθετο είναι ιδανική συνθήκη για την κατάρρευση Αυτοκρατοριών.

Η ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΙΛΙΠΠΟ Β’

Επέκταση προς Δυσμάς

Στα χρόνια της βασιλείας του Φιλίππου Β΄, οι δραστηριότητες των Θρακών βασιλέων αποτελούσαν μόνιμη πηγή ανησυχίας και δημιουργούσαν προβλήματα στα βόρεια σύνορα του Μακεδονικού κράτους. Ο Φίλιππος υποχρεώθηκε επανειλημμένως από τις περιστάσεις να εμπλακεί στις υποθέσεις της Θράκης. Όταν ο Φίλιππος κατέλαβε την Αμφίπολη (357 π.Χ) στον κάτω ρου του Στρυμόνα, οι Θράκες με επικεφαλής κάποιον Κετρίπορι, άρχισαν να επιτίθενται εναντίον Ελληνικών πόλεων της πεδιάδας του Δάτου.

Μία από αυτές, οι Κρηνίδες, ζήτησε προστασία από τον Φίλιππο, ο οποίος ανταποκρίθηκε άμεσα, θέτοντας τέρμα στις θρακικές επιδρομές, και προσάρτησε την περιοχή το 356 π.Χ. Ο Φίλιππος διείδε την στρατηγική και οικονομική σημασία των Κρηνίδων. Αφού τις κατέλαβε, αύξησε τον πληθυσμό της με Μακεδόνες αποίκους και της έδωσε το όνομά του. Έτσι δημιουργήθηκε η Μακεδονική πόλη Φίλιπποι. Η πόλη περιβλήθηκε από ένα μεγάλο και ισχυρό τείχος και εκοσμήθει με ένα θέατρο από τα καλύτερα της Αρχαίας Ελλάδας.

Η πόλη των Φιλίππων αναδείχθηκε πρώτιστη βασιλική αποικία και η προσάρτησή της αποτέλεσε ένα σταθερό βήμα προς την πραγματοποίηση της επέκτασης της Μακεδονίας από τον Στρυμόνα έως τον Νέστο. Ταυτόχρονα ο Φίλιππος άρχισε να εκμεταλλεύεται εντατικά τα χρυσωρυχεία που είχαν το όνομα «άσυλα», ίσως γιατί όπως υπέθεσε ο Γάλλος αρχαιολόγος Heuzey, όσοι εγκληματίες ή φυγάδες σκλάβοι έρχονταν εδώ, έβρισκαν ασυλία, δουλεύοντας στα χρυσωρυχεία. Ο Ηρόδοτος, ονομάζει τα χρυσωρυχεία Συλέος Πεδίον και Σκαπτή ύλη – και αποδίδει στα χρυσωρυχεία μια πρόσοδο ανώτερη από 1000 τάλαντα το χρόνο.

Στους Φιλίππους εγκαταστάθηκε το βασιλικό νομισματοκοπείο, όπου κόπηκε το περίφημο νόμισμα. Ο Φίλιππος επιθυμώντας την αύξηση του πληθυσμού εξασφάλισε νέες καλλιεργήσιμες γαίες πραγματοποιώντας αρδευτικά, αποξηραντικά και εκχερσωτικά έργα, ενώ μία σειρά φρουρίων στη Θράκη εξασφάλισε τον έλεγχο της περιοχής. Η χρηματοδότησή τους καλύφθηκε από τα έσοδα που προέρχονταν από την εκμετάλλευση των μεταλλείων του Παγγαίου κοντά στην Αμφίπολη, των Φιλίππων και του Δαμαστίου στην περιοχή της λίμνης Οχρίδας.

Ο Θεόφραστος που γνώριζε καλά την περιοχή των Φιλίππων, μας πληροφορεί πως τον 4ο αιώνα π.Χ, με την εγκατάσταση των Μακεδόνων αποίκων, εκτελείται ένα τεράστιο πλουτοπαραγωγικό έργο. Αποξηράνθηκε ένα μεγάλο μέρος της πεδιάδας που ως τότε ήταν σκεπασμένη με νερά και έλη. Το αποξηραντικό έργο που επιτεύχθηκε είχε και σαν αποτέλεσμα την καλυτέρευση του κλίματος της περιοχής. Με τον χρυσό της περιοχής στη δίαθεσή του μπορούσε να ελπίζει στην ευόδωση και των άλλων σχεδίων του.

Με την ενσωμάτωση των Παιώνων και των Αγριάνων στο στρατό απέκτησε καλής ποιότητας ανθρώπινο δυναμικό και σχημάτισε νέες μονάδες. Πλαισίωσε τη φάλαγγα των σκληροτράχηλων αγροτών του με τους εκπληκτικούς ακοντιστές από την Αγριανία που αργότερα θα γίνονταν περιώνυμοι στις εκστρατείες του γιου του Αλεξάνδρου. Έδωσε επίσης μάτια κι αυτιά στο στρατό του με τη χρήση ελαφρών ιππέων από την Παιονία και τη Θράκη. Οι ιππείς αυτοί ονομάστηκαν πρόδρομοι γιατί προηγούντο του στρατού σε αποστολές ανίχνευσης και συλλογής πληροφοριών. Κύριος εξοπλισμός τους ήταν ακόντια για καταδρομικές επιχειρήσεις.

Υπάρχει όμως μία τοιχογραφία που παριστά έναν τέτοιο ιππέα να εφορμά και να λογχίζει τον εχθρό κρατώντας τη λόγχη του και με τα δύό χέρια. Αυτό μας πληροφορεί ότι υπό κατάλληλες συνθήκες ο σχηματισμός μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και σαν ιππικό εφόδου. Επιπλέον σχημάτισε και μηχανικό (μηχανοποιοί) με σύγχρονα πολιορκητικά μηχανήματα (καταπέλτες, χελώνες κ.α.) που θα του έδινε σημαντικό πλεονέκτημα στις συγκρούσεις που θα ακολουθούσαν.

Οδεύοντας προς το Νότο

Λίγο πριν ο Φίλιππος υποτάξει τους Παίονες, ο βασιλιάς Αρταξέρξης Β’ της Περσίας πέθανε και τον διεδέχθει ο γιος του Αρταξέρξης Γ’ Ωχος, ένας δυναμικός άντρας του οποίου ο κύριος στόχος ήταν να ανακαταληφθεί η Αίγυπτος. Για να επιτύχει αυτό, έπρεπε να ελέγξει τη θάλασσα, και επομένως έπρεπε να λάβει μέτρα ενάντια στην Αθήνα, η οποία είχε ένα ναυτικό και είχε υποστηρίξει την Αίγυπτο σε πολλές περιπτώσεις. Ο σατράπης της Καρίας, Mαύσωλος, όμως κατάφερε να προκαλέσει μια επανάσταση μεταξύ των συμμάχων της Αθήνας. Αυτό ήταν η αρχή του «Κοινωνικού Πολέμου» (357 – 355 π,Χ.).

Αμέσως, ο Φίλιππος (που είχε δεχτεί πιθανώς τα χρήματα από το βασιλιά της Περσίας αλλά δεν χρειαζόταν και μεγάλη ενθάρρυνση ) κατέλαβε τη Αμφίπολη και ήρθε για πρώτη φορά σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των Αθηνών. Οι κάτοικοι της πόλης δεν επλήγησαν ιδιαίτερα, αν και ο Μακεδόνας βασιλιάς διέταξε να εξοριστούν κάποιοι και τοποθέτησε φρουρά στην πόλη. Υποσχέθηκε όμως να παραχωρήσει τη νέα κατάκτησή του εάν οι Αθηναίοι του έδιναν Πύδνα, ένα σημαντικό λιμένα. Οι Αθηναίοι δέχτηκαν την προσφορά, αλλά όταν ο Φίλιππος κατάλαβε ότι δεν ήταν σε θέση να διεξάγουν δύο πολέμους συγχρόνως, αποφάσισε να κρατήσει και τις δύο πόλεις.

Από τώρα και στο εξής, ο καθένας στην Ελλάδα κατάλαβε ότι για πρώτη φορά στην ιστορία, οι Μακεδόνες ήταν ενωμένοι, είχαν χρήματα και στρατό μαζί με έναν ικανό ηγέτη. Ο Φίλιππος B’ είχε μεγάλες πολιτικές φιλοδοξίες που μπορούν να συγκριθούν με τις αντίστοιχες του Δημοσθένη. Ο Φίλιππο ήθελε να γίνει Στρατηγός Αυτοκράτωρ των Ελλήνων και να επιτεθεί στους Πέρσες. Έτσι αποφάσισε να κάνει ριζικές αλλαγές στη διοίκηση της Μακεδονίας, αλλαγές για τις οποίες είχε θέσει βάσεις ο Αρχέλαος.

Κρατούσε τα παιδιά των ευγενών στο «Σώμα των Βασιλικών Παιδων» όπου μορφώνονταν και εξασφάλιζαν την πίστη των οικογενειών τους Διέθετε πλέον ευρύ κύκλο έμπειρων ανθρώπων και φιλόδοξων ταλαντούχων νέων, απ’ όπου ξεπήδησε η νέα ηγεσία. Επόμενος στόχος του ήταν να επιβληθεί στο «Κοινόν των Χαλκιδέων» που πρωτοστατούσε η Όλυνθος. Την περίοδο της Θηβαϊκής ηγεμονίας, η Όλυνθος έρχεται και πάλι σε ρήξη με την Αθήνα (368 – 358 π.Χ.) για την περιοχή της Αμφίπολης. Από το γεγονός αυτό προσπαθεί να επωφεληθεί ο Φίλιππος Β’.

Στην αρχή της προσφέρει ως αντίδωρο για την φιλική της στάση την Ποτίδαια και την περιοχή της Ανθεμούντος. Η συμμαχία, ωστόσο, της Ολύνθου με το Φίλιππο δε θα διαρκέσει για πολύ, καθώς αντιτίθεται στα σχέδια του. Η πόλη γίνεται γνωστή από τους πύρινους Φιλιππικούς λόγους του Δημοσθένη στην Αθήνα, ο οποίος δεν πετυχαίνει την αποστολή βοήθειας. Το 348 π.Χ. ο Φίλιππος ισοπεδώνει την πόλη και πουλάει τους κατοίκους της ως δούλους και επιβάλει στους Αθηναίους τη Φιλοκράτειο Ειρήνη. Ο δρόμος για το Νότο ήταν πλέον ανοιχτός.

Ο Φίλιππος αρχικά προσπάθησε να πείσει τους Νοτιοέλληνες με τη δύναμη της διπλωματίας για ένωση και κοινή εκστρατεία κατά των Περσών με κυριότερο σύμμαχο ως το 338 π.Χ. τη Θήβα, αλλά και με υπολογίσιμους αντιπάλους την Αθήνα και τη Σπάρτη. Ο αρχαίος Ελληνικός κόσμος όμως, μολονότι είχε επίγνωση του κοινού αίματος και της κοινής φυλής, ποτέ δεν ενώθηκε σ’ ένα ενιαίο κράτος, έτσι ώστε να φαίνεται αφύσικο το σχέδιο του Φιλίππου.

Από την άλλη μεριά όμως οι συνεχείς κατά τα τελευταία χρόνια πόλεμοι μεταξύ των μεγάλων Ελληνικών πόλεων είχαν ως αποτέλεσμα τη σοβαρή εξασθένηση του Ελληνικού μεγαλείου, έτσι ώστε να φαίνεται σκόπιμη και ευκταία η συνένωσή τους κάτω από μια ισχυρή Ελληνική δύναμη. Οι απόψεις αυτές δίχασαν την αθηναϊκή κοινή γνώμη στους »Φιλιππίζοντες», όπως ονομάστηκαν οι Αισχίνης, Ισοκράτης, Δημάδης και Εύβουλος, και τους »αντί- Φιλιππίζοντες», με αρχηγό το μεγάλο ρήτορα Δημοσθένη, που θεωρούσαν χρέος τους εθνικό να μην αφήσουν να υποδουλωθεί η Ελλάδα στο »βάρβαρο» Φίλιππο.

Αφορμή για τις επεμβάσεις του Φιλίππου στο Νότο υπήρξε η πρόσκληση των Θεσσαλών να λάβει μέρος στον »Ιερό πόλεμο» εναντίον των συμμάχων των Αθηναίων Φωκαέων. Η μόνη φορά που αντιμετώπισε πρόβλημα ήταν όταν οι Φωκείς χρησιμοποίησαν καταπέλτες σαν υποστήριξη πυροβολικού και συνέτριψαν τη φάλαγγα. Ο Φίλιππος όμως ήταν ακλόνητος.

Ανασυγκρότησε το στρατό του και κατάφερε να τους νικήσει το στρατό της Φωκίδας και του τυράννου των Φερρών, στη μάχη του Κρόκιου Πεδίου το 352 π.Χ. πετυχαίνοντας παράλληλα άλλες δύο νίκες στο διπλωματικό πεδίο: την υποταγή της Θεσσαλίας στη Μακεδονία (άρα και την ένταξη του περίφημου θεσσαλικού ιππικού στο στρατό του) και την αποδοχή της Μακεδονίας ως μέλους του Αμφικτιονικού Συνεδρίου των Δελφών, προβάλλοντας έτσι την Μακεδονία ως πρωταγωνιστική δύναμη σταθερότητας στα Ελληνικά πράγματα.

Ύστερα, με το συνέδριο της Κορίνθου, ένωσε τους Έλληνες και πολιτικά, εκτός από τη Σπάρτη, που επέλεξε την απομόνωση και τη συνεχή αντιπαράθεση με τους Μακεδόνες, και την ουδέτερη Κρήτη. Ήδη όμως, από το 345 π.Χ. η αντιφιλιππική παράταξη του Δημοσθένη άρχισε να κερδίζει έδαφος στην εκκλησία του Δήμου. Αναδιοργανώθηκε ο Αθηναϊκός στόλος και συγκροτήθηκαν ισχυρές συμμαχίες με άλλες πόλεις. Έτσι όταν ο Φίλιππος ενώ βρισκόταν στο Βόσπορο, πολιόρκησε το Βυζάντιο (340 π.Χ.) κόβοντας τον επισιτισμό των Αθηναίων, αντιμετώπισε τον Αθηναϊκό στόλο και αναγκάστηκε να λύσει την πολιορκία και αν γυρίσει στη Μακεδονία.

Ο Νότος τον ενδιέφερε περισσότερο τώρα, που τα βορειοανατολικά σύνορα του κράτους του είχαν φτάσει στον Εύξεινο και τον Ίστρο. Με πρόφαση λοιπόν την αμφικτιονική δίκη της Άμφισσας στους Δελφούς για ιεροσυλία, επενέβη για τρίτη φορά στον »Ιερό Πόλεμο» και κυρίεψε την Ελάτεια (339 π.Χ.). Τώρα πια ο κίνδυνος για την Αθήνα ήταν άμεσος. Τρομοκρατημένος ο Δημοσθένης πήγε ο ίδιος στη Θήβα και πέτυχε να εξασφαλίσει τη συμμαχία της για την αναχαίτιση του κοινού εχθρού.

Όμως Φίλιππος , αφού κυρίεψε τα στενά του Μπράλου και την Άμφισσα , κατατρόπωσε τους δύο μεγάλους στρατούς στην περίφημη μάχη της Χαιρώνειας τον Αύγουστος του 338 π.Χ. Εκείνη τη μέρα ο 18χρονος Αλέξανδρος, που διοικούσε το Μακεδονικό ιππικό, εξολόθρευσε τον Ιερό λόχο των Θηβαίων και οι φαλαγγίτες επκράτησαν των οπλιτών.

Θρίαμβος και Τραγωδία

Μετά τη Χαιρώνεια ο Φίλιππος έγινε ο αποκλειστικός κύριος των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα και ένωσε όλους τους Έλληνες σ’ ένα είδος ομοσπονδίας με κοινό διοικητικό όργανο το »Συνέδριο των Ελλήνων» που έδρευε στην Κόρινθο και είχε σκοπό έναν πανελλήνιο πόλεμο κατά των προαιωνίων εχθρών της φυλής. Αυτό που μισό αιώνα τώρα λαχταρούσε ο Ισοκράτης γινόταν πραγματικότητα αλλά εμποδιζόταν απο τις Μακεδονικές δυναστικές έριδες. O Φίλιππος, έχοντας διώξει την Ολυμπιάδα, παντρεύτηκε την Κλεοπάτρα, ανιψιά του Αττάλου.

Στο γαμήλιο γλέντι ο Άτταλος εύχεται στο ζευγάρι να αποκτήσει γρήγορα ένα νόμιμο διάδοχο (αποκαλώντας έμμεσα τον Αλέξανδρο νόθο). Ο Αλέξανδρος άδειασε το ποτήρι του στα μούτρα του Αττάλου και ξέσπασε ένας φοβερός καυγάς. Ο Φίλιππος, μεθυσμένος, τραβά το ξίφος του αλλά σκοντάφτει και πέφτει κάτω. Ο Αλέξανδρος σχολιάζει »δείτε τον άνθρωπο που θέλει να περάσει στην Ασία και δεν μπορεί να περάσει πάνω από ένα τραπέζι». Ο Αλέξανδρος και η Ολυμπιάδα καταφεύγουν στην Ήπειρο. Η φυγή του Αλέξανδρου ανατρέπει τα σχέδια του Φιλίππου, που δεν μπορεί να εκστρατεύσει χωρίς αντιβασιλέα.

Όμως ο Αλέξανδρος αργότερα γύρισε μετά την επέμβαση ενός Κορίνθιου οικογενειακού φίλου και ο Φίλιππος ξανάρχισε τα σχέδιά του στέλνοντας τον Ιούνιο του 336 π.Χ. στον Ελλήσποντο τον Άτταλο και τον Παρμενίωνα με 10.000 άνδρες, για να προετοιμάσουν την εκστρατεία. Ακολούθως οργάνωσε τον εορτασμό για τους γάμους της κόρης του Κλεοπάτρας με το βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου στο θέατρο των Αιγών. Σύμφωνα με τον Διόδωρο, σε μια επίδειξη δύναμης ο Φίλιππος έκανε την είσοδό του στο θέατρο χωρίς την φρουρά του.

Τότε όμως δολοφονήθηκε από έναν από τους πιο έμπιστους σωματοφύλακές του, τον Παυσανία. Ο Παυσανίας σκοτώθηκε λίγα λεπτά αργότερα από τους διώκτες του. Ο Αλέξανδρος είναι ο μόνος πιθανός διάδοχος και με την υποστήριξη του Αντίπατρου, που εκτελούσε χρέη »πρωθυπουργού» ανακηρύχθηκε από τον στρατό νέος βασιλιάς. Ο Φίλιππος Β’ είναι ο σημαντικότερος απ’ όλους τους προκατόχους του.

Με την εισαγωγή νέας στρατιωτικής οργάνωσης και με τις πολιτικές του ικανότητες κατόρθωσε να ενώσει όλους τους ‘Έλληνες και να δημιουργήσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την κοσμοκρατορία του υιού του Μεγάλου Αλέξανδρου κληροδοτώντας του ένα ώριμο πια βασίλειο, με άριστο εξοπλισμό και σταθερή διοίκηση που οι κάτοικοί του ήταν σκληροτράχηλοι και καλοί εργάτες των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας.

ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ – ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ 

Το 342 π.Χ. θανατώνεται στα Σούσα ο Ερμείας, τύραννος του Αταρνέα και φίλος του Φιλίππου. Στα τέλη του 341 π.Χ., Αθηναίοι και Χαλκιδείς στέλνουν πρεσβείες στην Πελοπόννησο. Αρχίζουν οι προετοιμασίες για τη σύναψη κοινής ειρήνης και τη δημιουργία συμμαχίας των Ελλήνων. Στις αρχές του 340 π.Χ. δημιουργείται η συμμαχία. Ωστόσο, στα μέσα του ίδιου έτους ο Φίλιππος πολιορκεί την Πέρινθο. Λίγο αργότερα προελαύνει εναντίον των Βυζαντίων και αιχμαλωτίζει Αθηναϊκά πλοία φορτωμένα με δημητριακά, με αποτέλεσμα οι Αθηναίοι να κηρύξουν εναντίον του τον πόλεμο.

Στα τέλη του 340 π.Χ. οι Αμφικτύονες κηρύσσουν τον πόλεμο κατά των Αμφισσέων. Την άνοιξη του 339 π.Χ. ο Φίλιππος αποσύρει τις δυνάμεις του από το Βυζάντιο και πολεμά νικηφόρα τους Σκύθες, αλλά στα τέλη του θέρους επιστρέφει στη Μακεδονία. Το φθινόπωρο, οι Αμφικτύονες τον ορίζουν ηγέτη των επιχειρήσεων εναντίον της Άμφισσας, και εντός ολίγου χρόνου καταλαμβάνει την Ελάτεια. Την άνοιξη του 338 π.Χ. κυριεύεται η Άμφισσα. Το καλοκαίρι έρχεται η πτώση της Ναυπάκτου και προς τα τέλη του θέρους η μάχη της Χαιρώνειας.

Ακολουθεί η ειρήνη με τους Βοιωτούς, τους Αθηναίους και άλλα Ελληνικά κράτη. Το φθινόπωρο ο Φίλιππος έρχεται στην Πελοπόννησο και στις αρχές του 337 π.Χ. δημιουργείται η συμμαχία της Κορίνθου. Το επόμενο έτος εκστρατεύει εναντίον των Ιλλυριών του Πλευρία, ενώ ταυτόχρονα μια μακεδονική δύναμη, υπό τον Παρμενίωνα, εισβάλλει προδρομικά στην Ασία. Τα μέσα του θέρους ο σαρανταεφτάχρονος βασιλιάς δολοφονείται στις Αιγές, έπειτα από είκοσι τρία χρόνια εξουσίας.

Αυτές τις δύο δεκαετίες, ο Φίλιππος νίκησε τους Ιλλυριούς του Βάρδυλι (και άλλους), επανένωσε τους Λυγκηστές και τα άλλα φύλα της άνω Μακεδονίας με τους Μακεδόνες, καταργώντας τώρα τις ιδιαίτερες βασιλείες τους. Επιπλέον, κατέκτησε ολόκληρη την περιοχή πέρα από την Πελαγονία και τη Δερρίοπο ως τη Λυχνιδό. Προσάρτησε ακόμη την περιφέρεια των Πρεσπών (Βρυγηίδων λιμνών) στο κράτος του. Προς ανατολάς προώθησε τα όρια του Μακεδονικού βασιλείου μέχρι τον Νέστο ώς τα όρη Κερκίνη και Όρβηλος, ενώ προχώρησε πιο πάνω από τα Σκόπια (Σκούπους), την πρωτεύουσα του Βάρδυλι.

Βέβαια, δεν ενσωμάτωσε στο βασίλειό του ούτε τα Ιλλυρικά και Θρακικά κράτη ούτε και την Παιονία -τα εν λόγω κράτη αυτοδιοικούνταν με τους δικούς τους εθνικούς βασιλείς (τον Κλείτο, γιο του Βάρδυλι, για παράδειγμα, στη Δαρδανία). Έτσι, ολόκληρη η χερσόνησος του Αίμου στο βόρειο τμήμα της, από το Ιόνιο και το Αιγαίο ως τον Ίστρο / Δάνουβι, ήταν Μακεδονική, στα μέσα του 336 π.Χ.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΦΙΛΛΙΠΟΥ Β’ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Ο ΘΑ­ΝΑ­ΤΟΣ ΤΟΥ­ ΦΙΛΙΠ­Π­ΟΥ­

Η 1η Εκδοχή 

Πρι­ν ξεκι­νήσει­ ο Φί­λι­ππος γι­α την μεγαλύ­τερη εκστρατεί­α, κανό­νι­σε να γί­­νει­ ο γάμος της κό­ρης του Κλεοπάτρας (δεύ­τερο παι­δί­ του Φι­λί­ππου και­ της Ολυμπι­άδας) με τον Αλέ­ξανδρο, βασι­λέ­α της Ηπεί­ρου, αδελφό­ της Ολυμπι­άδας, με μεγαλοπρεπεί­ς εορτέ­ς στι­ς Αι­γέ­ς, την παλαι­ά πρω­τεύ­ουσα. Έφθασαν προσκε­κλημέ­νοι­ από­ ό­λα τα μέ­ρη της Ελλάδος. Επί­σημοι­ καλεσμέ­νοι­ από­ τι­ς Ελληνι­κέ­ς δημοκρατί­ες και­ από­ τα βασί­λει­α της Ελλάδας, καθώς και­ προσω­πι­κοί­ φί­λοι από­ τι­ς αρι­στοκρατι­κέ­ς οι­κογέ­νει­ες της Μακεδονί­ας.

Ήταν η τελι­κή επί­δει­ξη με­γαλοπρέ­πει­ας και­ φι­λοξενί­ας του Φι­λί­π­που, γι­α να εντυπω­σι­ασθεί­ ο Ελληνι­κό­ς κό­σμος πρι­ν εκεί­νος ξεκι­νήσει­ γι­α τη μεγάλη περι­πέ­τει­α. Αρκετή ώρα πρι­ν ξημερώσει­ ο λαό­ς γέ­μι­σε το θέ­ατρο γι­α να παρακολουθήσει­ τους ι­ερού­ς δραματι­κού­ς και­ μουσι­κού­ς αγώνες που γι­α τον Φί­λι­ππο, ό­πω­ς και­ γι­α τον γι­ο του κατό­πι­ν, αποτελού­σαν ουσι­ώδες μέ­ρος κάθε εορτασμού­. Την αυγή άρχι­σε η εορτή. Ο βα­σι­λεύ­ς και­ η ακολουθί­α του έ­φθασαν επι­σήμω­ς. Προπο­ρευό­ταν τα αγάλματα τω­ν Δώδεκα Θεών σε λαμπρή πα­ράταξη.

Κατό­πι­ν ερχό­ταν ο Φί­λι­ππος ντυμέ­νος απλά, με λευκό­ χι­τώνα, και­ βαδί­ζοντας ολομό­ναχος, αφού­ εί­χε δι­ατά­ξει­ τους σω­ματοφύ­λακέ­ς να τον ακολουθού­ν από­ κάποι­α από­σταση. Ήθελε να παρουσι­α­στεί­ μπρος στα βλέ­μματα ό­λης της ανθρω­πό­τητας ό­χι­ φρου­ρού­μενος σαν τύ­ραννος, αλλά προστατευμέ­νος από­ την αγάπη του λαού­ του.

Τα αγάλματα τω­ν Θεών έ­στρε­ψαν στον δρό­μο που οδηγού­σε στο θέ­ατρο, ο Φί­λι­ππος τους ακολού­θησε μό­νος. Ξαφνι­κά, έ­νας νεαρό­ς ό­ρμησε από­ το πλάι­ (ήταν άλλοτε, ί­σω­ς και­ εν ενεργεί­α, αξι­ω­ματι­κό­ς της σω­ματοφυλακής και­ κανεί­ς δεν τον εί­χε υποψι­αστεί­) και­ σχεδό­ν πρι­ν προλάβει­ να γυρί­σει­ ο Φί­λι­π­πος, τον μαχαί­ρω­σε με έ­να πλατύ­ κέ­λτι­κο μαχαί­ρι­. Οι­ σω­ματοφύ­λακες έ­τρε­ξαν πί­σω­ του μ’ επι­κεφαλής τον Άτταλο, τον Περδί­κκα και­ τον Λ­εονάτο, ονό­ματα που επρό­κει­το να δοξαστού­ν στους πολέ­­μους του Αλεξάνδρου.

Αλλά δυο άλογα περί­μεναν έ­τοι­μα έ­ξω­ από­ την πύ­λη, και­ ο νεαρό­ς δολοφό­νος φαι­νό­ταν ό­τι­ θα τα φτάσει­ και­ θα δι­αφύ­γει­. Και­ τό­τε ο ι­μά­ντας του σανδαλι­ού­ του μπερδεύ­τηκε σ’ έ­ναν θάμνο, σκό­νταψε και­ έ­πεσε. Το δό­ρυ του Περδί­κκα τον κάρφω­σε πρι­ν προλάβει­ να σηκω­θεί­. Ωστό­σο γι­α τον Φί­λι­ππο δεν μπορού­σε να γί­νει­ τί­ποτε πι­α. Ήταν άνοι­ξη του 336 π.Χ. Μέσα στα 23 χρ­ό­νια της βασιλεί­ας του ο Φί­λιπ­π­ος κατέστησε τη Μακε­δονί­α την ισχυρ­ό­τερ­η Ελληνική­ δύ­να­μη. Πρ­οσάρ­τησε εδάφη τετρ­απ­λάσια απ­ό­ εκεί­να π­ου κληρ­ονό­μησε, ένωσε τα π­ερ­ισσό­τερ­α ελλαδικά κρ­ατί­δια και δημιού­ρ­γησε μί­α συμμαχί­α νέου τύ­π­ου υπ­ό­ την ηγεσί­α του.

Όταν δολοφονήθηκε ήταν μό­λι­ς 46 ετών. Εί­χε, λοι­πό­ν, ελπί­δες να ζήσει­ πολ­λά χρό­νι­α ακό­μη. Ο πρό­ω­ρος θάνατος τον εμπό­δι­σε να στερεώσει­ το πι­ο σημα­ντι­κό­ και­ πολύ­τι­μο από­ εθνι­κή άποψη επί­τευγμα του, τη συμμαχί­α τω­ν Ελ­λ­ή­νω­ν και­ να την μεταβάλει­ σε πολι­τι­κή έ­νω­ση. Η θέ­ση ενό­ς Μακεδό­να βασι­λι­ά στη­ρι­ζό­ταν στην αναγνώρι­σή του από­ το λαό­, που την εξέ­φραζαν οι­ επευφημί­ες του Μακεδονι­κού­ στρατού­. Το πρώτο πράγμα που έ­πρεπε να κάνει­ ήταν να κερδί­σει­ αυτέ­ς τι­ς επευφημί­ες.

Σχεδό­ν πρι­ν απομακρυνθού­ν από­ το θέ­ατρο τα πτώματα του βασι­λι­ά και­ του δολο­φό­νου, ο Αλέ­ξανδρος παρουσι­άστηκε στο προσκήνι­ο, ω­ραί­ος, ευφραδής, και­ επι­βλητι­κό­ς. Κάλεσε το λαό­ να εί­ναι­ ήρεμος και­ απτό­ητος. Τα πάντα θα κα­τευθύ­νονταν ό­πω­ς ό­ταν στο θρό­νο ο πατέ­ρας του. «Τί­ποτα» κατέ­ληξε «δεν άλλαξε, εκτό­ς από­ το ό­νομα του βασι­­λέ­ω­ς». Τρι­γυρι­σμέ­νος από­ τους αξι­ω­­ματι­κού­ς του, δι­άβηκε ανάμεσα στο σαστι­­σμέ­νο πλή­θος και­ γύ­ρι­­σε στο παλάτι­. Εί­χε πολλά να κάνει­ γι­α την Ελλά­δα.

Η Δολοφονία του Βασιλιά 

Όταν ο Περδίκκας ενηλικιώθηκε, μαζί με τον Φίλιππο δολοφόνησαν τον Πτολεμαίο και εκδικήθηκαν το θάνατο του πατέρα και του αδελφού τους. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Περδίκκας Γ΄ σκοτώθηκε σε μια εκστρατεία. Ο θρόνος δικαιωματικά ανήκε στο γιο του Αμύντα Δ’. Ο Φίλιππος ανέλαβε την εποπτεία του Αμύντα, τον οποίο πολύ έντεχνα παραμέρισε χωρίς δολοφονίες και ραδιουργίες.

Τον έβαλε σε μια πολύ σημαντική θέση και έτσι, ο Φίλιππος έγινε βασιλιάς. Ο χαρακτήρας του Φιλίππου η ενδοοικογενειακή βία, οι δολοφονίες και κυρίως η στάση της μητέρας του, διαμόρφωσαν έναν επιθετικό χαρακτήρα, απότομο, ασταθή με ροπή προς το ποτό και τις γυναίκες. Αυτό βέβαια δεν τον εμπόδιζε να είναι ένας ψύχραιμος, αποφασιστικός διπλωμάτης και ικανός βασιλιάς. Αναμφισβήτητα είναι μια από τις σημαντικότερες πολιτικές και στρατιωτικές φυσιογνωμίες του αρχαίου κόσμου….

Ο Φίλιππος έκανε οκτώ γάμους από πολιτική σκοπιμότητα. Η πρώτη του γυναίκα ήταν η Φίλα από τον ηγεμονικό οίκο της Ελιμείας, η οποία πέθανε νωρίς. Αμέσως ξαναπαντρεύτηκε με την Αυδάτη κι έκανε μια κόρη την Κυνάνη. Χήρεψε και πάλι γρήγορα. Επόμενη ήταν η Φιλίννα από τον ηγεμονικό οίκο των Αλευάδων της Λάρισας. Μαζί της επέκτησε έναν γιο τον Αρριδαίο, ο οποίος παντρεύτηκε την Κυνάνη, την ετεροθαλή του αδερφή από τον προηγούμενο γάμο του πατέρα του.

Λίγους μήνες αργότερα όμως, ο Φίλιππος γοητεύτηκε απ την πριγκίππισα του βασιλικού οίκου των Μολοσσών.Την Ολυμπιάδα. Μαζί της απέκτησε τον Αλέξανδρο και την Κλεοπάτρα. Η Ολυμπιάδα ήταν η πιο σημαντική του σχέση κρίνοντας απ΄ το γεγονός ότι ήταν η μόνη σύζυγος που πήρε τον τίτλο της βασίλισσας. Ο έρωτάς του με αρκετά διαλείμματα, κράτησε πέντε χρόνια. Τότε ο Φίλιππος ξαναπαντρεύτηκε. Αυτή τη φορά η τυχερή ήταν η Νικασίπολη που μαζί της απέκτησε μια κόρη τη Θεσσαλονίκη, που την ονόμασε έτσι με αφορμή τη νίκη του στη Θεσσαλία.

Οι πολιτικές σκοπιμότητες που χαρακτήριζαν τους γάμους του Φίλιππου είχαν και συνέχεια. Όταν μεγάλωσαν τα παιδιά του, έβρισκε εκείνος τους κατάλληλους συζύγους. Έτσι αποφάσισε να παντρέψει την κόρη του Κλεοπάτρα με τον βασιλιά των Μολοσσών Αλέξανδρο, τον αδερφό της Ολυμπιάδας που ήταν θείος της μικρής. Οι λόγοι αυτού του γάμου ήταν δύο. Να εξασφαλιστεί το βασίλειό του όσο θα έλειπε σε εκστρατεία, αφού ο οίκος των Μολοσσών εξουσίαζε την Ήπειρο και αφετέρου, να φτιάξει τη σχέση του με την Ολυμπιάδα η οποία μετά τον τελευταίο του γάμο τον είχε εγκαταλείψει.

Ο γάμος έγινε και ξεκίνησε το γλέντι. Την επομένη έγινε στο ανοιχτό θέατρο της Πέλλας μεγάλη γιορτή παρουσία όλου του λαού. Ενώ έμπαινε ο Φίλιππος στο θέατρο, ο επικεφαλής της προσωπικής του ασφάλειας Παυσανίας τον κάρφωσε με το ξίφος του. Ο βασιλιάς Φίλιππος ήταν νεκρός. Ο Παυσανίας προσπάθησε να διαφύγει μέσα στην αναταραχή αλλά τον πρόλαβαν οι αξιωματικοί του Φιλίππου Περδίκκας και Λεονάτος. Τον εκτέλεσαν και τον … Το θέμα είναι αν ο Παυσανίας ενήργησε αυτοβούλως ή αν τον έβαλε κάποιος;

Κάποιοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι πίσω από τη δολοφονία κρυβόταν η ίδια η Ολυμπιάδα με αφορμή τον τελευταίο του γάμο με τη 17χρονη Κλεοπάτρα και την απόκτηση του γιου τους, που απειλούσε τα δικαιώματα του Αλέξανδρου. Τα σενάρια εμπλέκουν και τον Αλέξανδρο στο σχέδιο, επειδή ήταν ανυπόμονος να ανέβει στην εξουσία, αλλά τίποτα δεν μπορεί να αποδειχθεί. Ωστόσο, η μετέπειτα στάση της προβληματίζει. Μετά το θάνατο του Φίλιππου, η Ολυμπιάδα γύρισε στο παλάτι αναγκάζοντας τη λεχώνα νεαρή σύζυγο του Φίλιππου να αυτοκτονήσει.

Αυτό μπορεί και να ήταν η εκδίκηση της πολλαπλά απατημένης συζύγου. Μετά όμως έριξε στην πυρά το νεογέννητο διεκδικητή του θρόνου, αφήνοντας την εξουσία μόνο στο γιο της. Αλλά κι ο ίδιος ο Αλέξανδρος έκανε «εκκαθαρίσεις» για να εξασφαλίσει το θρόνο του με πρόσχημα ότι ξεκαθαρίζει τη δολοφονία του πατέρα του. Σε γράμμα του πάντως στο Δαρείο καταγγέλλει τους Πέρσες ως δολοφόνους του πατέρα του.

ΕΝΑ ΕΓΚΛΗΜΑ ΕΡΩΤΙΚΟΥ ΠΑΘΟΥΣ 

Η 2η Εκδοχή

Η δολοφονία του Φιλίππου είναι μια σκοτεινή υπόθεση αλαζονείας, ομοφυλοφιλικού έρωτα που διαδραματίζεται την στιγμή που γίνονται δύο πράγματα, πρώτον εορτασμός για γάμο και δεύτερον εντατική προετοιμασία στρατιωτική και πολιτική για τον πόλεμο κατά των Περσών που ήδη είχε αποφασιστεί. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Ο Φίλιππος έχει ήδη νικήσει στην Χαιρώνεια η τελευταία δυνατή αντίσταση στην ηγεμονία του από τους Έλληνες έχει καμφθεί, στην Σικελία σκοτώθηκε ο Αρχίδαμος ο βασιλιάς της Σπάρτης σε μάχες (εμφυλιακές) μεταξύ Ταραντινών και Λευκανών (ο Αρχίδαμος πολεμούσε μαζί με τους Ταραντινούς), Ο Τιμολέων πέθανε δοξασμένα στις Συρακούσες και ο Φίλιππος στην Κόρινθο συγκάλεσε συνέδριο των Ελλήνων όπου τον εξέλεξαν στρατηγό των Ελλήνων με πλήρη εξουσία για την εκστρατεία κατά των Περσών.

Τα Σημάδια 

Οι πρώτες ενδείξεις φάνηκαν από την αρχή, στα πλαίσια της εκστρατείας ο Φίλιππος ρώτησε τους Δελφούς και πήρε των πιο κάτω χρησμό: «Έστεπαι μεν ο ταύρος, έχει τέλος, έστιν ο θύσων» δηλαδή: « Ο ταύρος είναι στεφανωμένος. Όλα είναι τελειωμένα κι υπάρχει αυτός που θα τον θυσιάσει». Τώρα ο μεν Φίλιππος σαν ταύρο είδε την Περσία και σαν θύτη του τον εαυτό του και χάρηκε, τα γεγονότα έδειξαν ότι ο ταύρος ήταν ο ίδιος και ο θύτης άλλος…

Στην συνέχεια έκανε μεγάλες εορταστικές εκδηλώσεις στις Αιγές προς τους Θεούς,, οι εορταστικές αυτές εκδηλώσεις συνδυαζόντουσαν με τους γάμους της κόρης του (από την Ολυμπιάδα) της Κλεοπάτρας με τον βασιλιά των Ηπειρωτών Αλέξανδρο (αδελφός της Ολυμπιάδος), οι θρησκευτικές τελετές και ο βασιλικός γάμος έδινε την αφορμή να συγκεντρώσει φίλους βάρβαρους για να φιλοφρονήσει τους Έλληνες που τον είχαν κάνει γενικό αρχηγό της εκστρατείας κατά των Περσών.

Οι εκδηλώσεις ήταν φαντασμαγορικές, πλήθος προσωπικοτήτων τον στεφάνωσαν με χρυσούς στεφάνους, και ο κήρυκας φώναζε προφητικά: «Αν κανείς επιβουλευθεί την ζωή Φιλίππου και καταφύγει στην Αθήνα, να παραδοθεί για να τιμωρηθεί», απ ότι ακουγόταν όμως στον λαό ήταν έντονη η φημολογία που προμηνούσε τον θάνατο του βασιλιά.

Στο βασιλικό συμπόσιο ο ηθοποιός Νεοπτόλεμος επέλεξε να πει ένα χαμένο κομμάτι από τραγωδία του Αισχύλου, επίκαιρο με την εκστρατεία του Φιλίππου που επίπληττε την ευδαιμονία του Πέρση βασιλιά, που όμως έδενε τόσο πολύ με τα γεγονότα της δολοφονίας του Φιλίππου που θα ακολουθούσαν. Απήγγειλε ο ηθοποιός: « Τα μυαλά σας πετούνε τώρα πάνω από τους αιθέρες (φρονείτε νυν αιθέρος υψηλότερον) κι ονειρεύεστε απέραντα χωράφια, κι όλο ψηλότερα να κτίσετε τα σπίτια σας στοχάζεστε, άφρονες που νομίζεται ατελείωτη μπροστά σας η ζωή.

Μα να που φτάνει γρήγορα, έρποντας στου δρόμου το σκοτάδι κι άξαφνα δίχως να φαίνεται αρπάζει και ξεριζώνει τις τρανές ελπίδες των θνητών, ο Άδης ο πολύμοχθος» και συνέχισε ο ηθοποιός, με τον Φίλιππο καταγοητευμένο να βλέπει στο μήνυμα του ποιήματος την υποταγή του Πέρση βασιλιά και όχι την περιγραφή του δικού του ριζικού.

Η Ύβρις προς τους Θεούς 

Όταν τελείωσε το φαγοπότι, το πλήθος άρχισε να συγκεντρώνεται από την νύχτα στο θέατρο και τα ξημερώματα σχηματίστηκε πομπή με αγάλματα των δώδεκα θεών φιλοτεχνημένα με μεγάλη τέχνη, δίπλα στους δώδεκα θεούς ο Φίλιππος έβαλε και ένα δέκατο τρίτο άγαλμα με την μορφή του, εμφανίζοντας τον εαυτό του σύνθρονο με τους θεούς «σύνθρονον εαυτόν αποδεικνύοντος του βασιλέως τοις δώδεκα Θεοίς». Ύβρις προς τους θεούς τεραστίων διαστάσεων για την οποία όμως ποιος τολμούσε να μιλήσει;

Το Γεγονός της Δολοφονίας

Όταν γέμισε το θέατρο εμφανίστηκε ο Φίλιππος με λευκό ιμάτιο χωρίς προσωπική φρουρά, για να δείξει ότι τον προστάτευε η αγάπη όλων των Ελλήνων, και εκεί στον κολοφώνα της δόξης του «σύνθρονος» των θεών, καλοτυχιζόμενος από τους ανθρώπους, το κελτικό μαχαίρι εταίρου του πήρε την ζωή. Ο σωματοφύλακάς του Παυσανίας τοποθέτησε άλογα στις πύλες της πόλης, πήγε στην είσοδο του θεάτρου με ένα κέλτικο μαχαίρι κρυμμένο μέσα από τα ρούχα του και όταν ο Φίλιππος διέταξε τους φίλους του να τον ακολουθήσουν, ενώ οι σωματοφύλακες ήταν σ απόσταση, βλέποντας ο Παυσανίας ότι ο βασιλιάς είναι μόνος του, όρμησε και του τρύπησε τα πλευρά.

Αμέσως έσπευσε προς τις πύλες όπου είχε αφήσει τα άλογα για να διαφύγει, οι σωματοφύλακες άλλοι όρμησαν προς το σώμα του βασιλιά και άλλοι καταδίωξαν τον δολοφόνο, μεταξύ αυτών και ο Λεόννατος, ο Περδίκκας και ο Άτταλος. Ο Παυσανίας όμως στάθηκε άτυχος διότι λίγο πριν καταφέρει να ανέβει στο άλογο, μπλέχτηκε το υπόδημά του σ ένα κλήμα μ αποτέλεσμα να πέσει κάτω, έτσι ο Περδίκκας και οι άντρες του τον έπιασαν και τον σκότωσαν επί τόπου με κοντάρια, «αν επί τον ίππον αναπηδήσας, ει μη της υποδήσεως περί άμπελον τινά περιπλακείσης έπεσεν».

Έγκλημα Πάθους και Δοξομανίας 

Ποιος όμως τον σκότωσε και γιατί; Ο Φίλιππος είχε στην φρουρά του ένα ομορφόπαιδο τον Παυσανία τον Μακεδόνα από την Ορεστίδα ήταν «δια το κάλος φίλος γεγονώς του Φιλίππου» και ο νοών νοείτο. Ο Φίλιππος όμως αγάπησε έναν άλλον νέο Παυσανίας (και αυτός), ο Παυσανίας ο πρώτος ζήλεψε και πήγε στον Παυσανία τον δεύτερο και τον έβρισε, του είπε πολλά μεταξύ των οποίων τον αποκάλεσε ερμαφρόδιτο που δέχεται πρόθυμα τον έρωτα του καθένα «φήσας ανδρόγυνον είναι και τους βουλομένων έρωτας ετοίμως προσδέχεσθαι».

Ο Παυσανίας Β δεν μίλησε αλλά το πήρε πολύ βαριά το πράγμα, πήγε στον Άτταλο (ανεψιός της Κλεοπάτρας δεύτερης γυναίκας του Φιλίππου) και του είπε τον πόνο του και στο τέλος του είπε ότι σκέφτεται να αυτοκτονήσει. Και αυτοκτόνησε ο Παυσανίας Β με τρόπο θεαματικό, μετά από λίγες ημέρες από την σκηνή μεταξύ των δύο Παυσανίων, ο Φίλιππος πολεμούσε τον Πλευρία τον βασιλιά των Ιλλυρίων, οι Ιλλυριοί τόξευαν να σκοτώσουν τον Φίλιππο και τότε στάθηκε μπροστά στον Φίλιππο ο Παυσανίας Β και δέχτηκε τα βέλη που προοριζόντουσαν για τον Φίλιππο αυτός «διαγωνιζομένου προ του βασιλέως στας απάσας τας φερόμενας επ αυτόν πληγάς ανεδέξατο τω ιδίω σώματι και μετήλλαξεν».

Ο Άτταλος τώρα που ήταν ο καλύτερος στρατηγός του Φιλίππου και μάλιστα του είχε αναθέσει να προετοιμάσει με επιχειρήσεις στην Μ Ασία τον πόλεμο κατά των Περσών, απ ότι φαίνεται συμπαθούσε τον Παυσανία Β και απ ότι φαίνεται ήταν παλιόμουτρο απ τα λίγα. Ο Άτταλος λοιπόν κάλεσε στην σκηνή του τον Παυσανία Α και αφού τον πότισε άφθονο κρασί, έτσι όπως ήταν αναίσθητος από την οινοποσία τον παρέδωσε στους μουλαράδες (που μετέφεραν εφόδια για τον στρατό) για να τον … εξευτελίσουν «εκάλεσεν επί δείπνον τον Παυσανίαν και πολύν εμφορήσας άκρατον παρέδωκεν αυτού το σώμα τοις ορεωκόμοις εις ύβριν και παροινίαν εταιρικήν»!

Όταν συνήλθε από το μεθύσι ο Παυσανίας και αντελήφθει ότι είχε γίνει αντικείμενο εκμετάλευσης των μουλαράδων του στρατού «ανανήψας εκ της μέθης και τη του σώματος ύβρει περιαλγής γενόμενος…» έσπευσε στον Φίλιππο και δημόσια κατηγόρησε τον Άτταλο για τον εξευτελισμό που του έκανε. Ο Φίλιππος δεν πίστευε στα αυτιά του αυτά με αυτά που άκουσε, αλλά πώς να τιμωρήσει τον συγγενή του Άτταλο που ήταν και στρατηγός της στρατιωτικής δυνάμεως που είχε προ αποσταλεί στην Μ Ασία και ήταν και παληκάρι στον πόλεμο.

Ήθελε να συμβιβάσει τα πράγματα και να καταπραΰνει τον Παυσανία και βρήκε την λύση να του δώσει πολλά δώρα και να τον κάνει πάλι σωματοφύλακά του, δείχνοντάς του αυτή την ιδιαίτερη τιμή. Ο Παυσανίας όμως ζητούσε εκδίκηση και τώρα ήθελε να εκδικηθεί και τον δράστη (Άτταλο) και το Φίλιππο που δεν τιμώρησε τον δράστη.

Ο Παυσανίας εκτός των άλλων ήταν και μορφωμένος είχε σπουδάσει δίπλα στον σοφιστή – γραμματικό Ερμοκράτη που ήταν και δάσκαλος του Καλλίμαχου, απ αυτόν – τον Ερμοκράτη – είχε μάθει ότι για να γίνει κανείς γνωστός και να τον θυμούνται οι επόμενες γενεές πρέπει να σκοτώσει αυτόν που μεγαλούργησε, γιατί μαζί με την μνήμη αυτού θα συμπεριληφθεί και η μνήμη αυτού που τον σκότωσε «πως αν τις γενοίτο επιφανέστατος…. Ει τον τα μέγιστα πράξαντα ανέλοι, τη γαρ περί τούτου μνήμη συμπεριληφθήσεσθαι και τον την αναίρεσιν αυτού ποιησάμενος».

Ο Παυσανίας λοιπόν συνέδεσε την φιλοδοξία του για αναγνωρισημότητα και την οργή του για το πάθημά του και αποφάσισε να σκοτώσει τον Φίλιππο. Ο Φίλιππος βασίλεψε 24 χρόνια και έγινε ο ισχυρότερος βασιλιάς της Ευρώπης, λένε μάλιστα ότι ο Φίλιππος ήταν υπερήφανος περισσότερο για την στρατηγική του ικανότητα και τις διπλωματικές του επιτυχίες παρά για την ανδρεία του στις μάχες, «σεμνύνεσθαι μάλλον επί τη στρατηγική συνέσει και τοις δια της ομιλίας επιτεύγμασιν ήπερ επί τη κατά τας μάχας ανδρεία».

Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Β’

Το αναφερθεί κάποιος για την Ιστορία του Φιλίππου του Β΄ πρέπει να γνωρίζει την ιστορία του.

Ο Μεγάλος Μακεδονικός Τάφος (Τάφος του Φιλίππου)

Ο μεγάλος Μακεδονικός τάφος δηλαδή ο τάφος του Φιλίππου είναι ένας μεγάλος, διθάλαμος Μακεδονικός τάφος όπου η πρόσοψη του οποίου θυμίζει ναό. Ημικίονες και παραστάδες υποβαστάζουν το χαρακτηριστικό Δωρικό επιστύλιο και τη ζωφόρο με τα τρίγλυφα και τις μετόπες, όμως επάνω από αυτή δεν βρίσκεται αέτωμα, αλλά μια ασυνήθιστα ψηλή Ιωνική ζωφόρος που επιστέφεται από Ιωνικό γείσο με Δωρικό κυμάτιο και ψευδοσίμη.

Η ανάμιξη των ρυθμών, που χαρακτηρίζει γενικά την Μακεδονική αρχιτεκτονική εδώ υπαγορεύεται από την ανάγκη να κρυφτεί η καμάρα -λύση λειτουργικά αναγκαία, μορφολογικά όμως εντελώς ανοίκεια για την Ελληνική αρχιτεκτονική- χωρίς να ανατραπεί εντελώς η παραδοσιακή ισορροπία των μεγεθών των αρχιτεκτονικών μελών του μνημείου. Η Ιωνική ζωφόρος που με τον όγκο της κυριαρχεί προσφέρει μια λαμπρή δυνατότητα για διακόσμηση που δεν έμεινε βέβαια ανεκμετάλλευτη, αφού ζωγραφίστηκε με την εξαιρετική τοιχογραφία του βασιλικού κυνηγιού.

Αντίθετα με την παραδοσιακή αντίληψη της κλασικής αρχιτεκτονικής που θέλει τα επιμέρους στοιχεία να δηλώνουν με τη μορφολογία τους τη δομική και λειτουργική τους σκοπιμότητα, εδώ η ιωνική ζωφόρος και το διάζωμα με τα τρίγλυφα και τις μετόπες χρησιμοποιούνται για να κρύψουν την πραγματική μορφή του κτηρίου. Οι ημικίονες, οι πεσσοί, το επιστύλιο και τα γείσα δεν ανταποκρίνονται στην αρχιτεκτονική δομή του μνημείου και δεν έχουν άλλη σκοπιμότητα από την παρουσία τους που θα δημιουργήσει την εντύπωση οικείας εικόνας.

Ο υπόγειος θάλαμος κρυμμένος ολόγυρα από το χώμα, ορατός μόνο από την πλευρά της εισόδου, από όπου θα γίνει η ταφή, αποκτά πρόσοψη που τον κάνει να μοιάζει αυτό που δεν είναι. Φόρμες οικείες, αποσπασμένες από την πραγματική τους λειτουργία, επιστρατεύονται: ο τάφος θυμίζει παλάτι και ναό.

Μια νέα αρχιτεκτονική αντίληψη που θέλει την πρόσοψη σκηνικό, λίγο-πολύ αυτόνομο και ανεξάρτητο από το ίδιο το κτίσμα, μια αντίληψη που θα γίνει πολύ δημοφιλής στα Ελληνιστικά και Ρωμαϊκά χρόνια, βρίσκει εδώ και στους υπόλοιπους Μακεδονικούς τάφους που θα ακολουθήσουν μια από τις πιο πρώιμες διατυπώσεις της. Πραγματικό λειτουργικό στοιχείο απομένει η βαριά μαρμάρινη πόρτα, η πόρτα που κλείνοντας θα χωρίσει για πάντα τον ηρωοποιημένο νεκρό από τους ζωντανούς.

Ένας ιδιαίτερα μακρύς κατηφορικός «δρόμος» οδηγεί στην είσοδο του τάφου, όπου σχηματίζεται ένα μικρό πλάτωμα. Δύο τοίχοι από ωμά πλιθιά επιχρισμένοι με αδρό κονίαμα συγκρατούσαν στο σημείο αυτό τα χώματα στις πλευρές του σκάμματος του δρόμου και διαμόρφωναν το χώρο που θυμίζει αυλή. Με ωμά πλιθιά και αδρό κονίαμα είναι κατασκευασμένο και το στηθαίο που βρίσκεται πίσω από την πρόσοψη του τάφου για να συγκρατεί τις επιχώσεις με τα υπολείμματα της νεκρικής πυράς που είχαν καλύψει ολόκληρη την καμάρα. Η προσπάθεια να κρατηθεί καθαρός ο χώρος μπροστά στην είσοδο για τις τελετές που θα γίνονταν κατά τη διάρκεια της ταφής είναι φανερή.

Ο τάφος κατασκευάστηκε ολόκληρος από πωρόλιθο εκτός από τις δύο πόρτες και τα περίθυρα που είναι μαρμάρινα. Λευκά κονιάματα πολύ καλής ποιότητας που δίνουν την εντύπωση μαρμάρου καλύπτουν την πρόσοψη. Τα τρίγλυφα και οι ταινίες του διαζώματος διατηρούν το λαμπρό βαθυγάλαζο και το ζωηρό κόκκινο χρώμα τους και μας δίνουν μια εντύπωση της πολυχρωμίας των ελληνικών ναών. Κόκκινο και γαλάζιο, γκρι και λευκό έχουν χρησιμοποιηθεί για τη διακόσμηση των κυματίων και για την απόδοση της φωτοσκίαση που δημιουργεί την ψευδαίσθηση του ανάγλυφου.

Αντίθετα με την επιμελημένη κατασκευή της πρόσοψης, στο εσωτερικό του τάφου είναι προφανής η προχειρότητα που υπαγορεύτηκε από τη βιασύνη. Οι τοίχοι του θαλάμου είναι σοβατισμένοι πρόχειρα, όμως τα ίχνη που σώθηκαν επάνω στους σοβάδες δείχνουν ότι εδώ θα υπήρχαν πορφυρά υφασμάτινα παραπετάσματα που θα δημιουργούσαν αντάξιο πλαίσιο για τα πλούσια κτερίσματα. Ο προθάλαμος είναι περισσότερο φροντισμένος με καλά κονιάματα στους τοίχους, βαμμένα με σκούρο μπλε, λευκό και ζωηρό κόκκινο χρώμα.

Ο τάφος είχε δύο χώρους, τον κυρίως θάλαμο και τον ασυνήθιστα βαθύ προθάλαμο, σε καθέναν από τους οποίους υπήρχε μία μαρμάρινη θήκη. Στη θήκη του θαλάμου βρισκόταν η χρυσή λάρνακα με τα οστά του νεκρού βασιλιά, ενώ σε εκείνη του προθαλάμου η χρυσή λάρνακα με τα οστά της συζύγου του. Επάνω από τις θήκες ήταν στημένα τα ψηλά, ξύλινα ανάκλιντρα με την πλούσια χρυσελεφάντινη διακόσμηση που διαλύθηκαν και τα υπολείμματα τους βρέθηκαν σκορπισμένα στο δάπεδο.

Μπροστά στο ανάκλιντρο του θαλάμου, επάνω σε ένα ξύλινο τραπέζι, ήταν τοποθετημένα τα ασημένια σκεύη για το συμπόσιο, που, όταν έλιωσαν τα ξύλα, κατρακύλισαν προς τα βόρεια, όπου βρέθηκαν και τα χάλκινα σκεύη των ιερών σπονδών, αλλά και τα πήλινα σκεύη που ήταν απαραίτητα για την ταφική τελετουργία. Στην άλλη πλευρά, στη νοτιοδυτική γωνία, είχαν αποθέσει ολόκληρη τη χάλκινη οικοσκευή που χρησιμοποιήθηκε για το λουτρό του νεκρού, αλλά και την λαμπρή χρυσοποίκιλτη πανοπλία του.

Το πρόβλημα της ασφαλούς στέγασης με ανθεκτική πέτρινη οροφή μιας πραγματικά ευρύχωρης υπόγειας αίθουσας θα λυθεί οριστικά στα χρόνια του Φιλίππου Β΄ με τη χρήση της λίθινης καμάρας, μιας κατασκευής ανοίκειας μορφολογικά ιδιαίτερα όμως αποτελεσματικής στατικά, που μπορεί να κρατήσει πραγματικά μεγάλα φορτία και λύνει τα χέρια των αρχιτεκτόνων, επιτρέποντας τους να κατασκευάσουν πραγματικά μνημειακά υπόγεια κτίρια. Έτσι γεννιέται ο «Μακεδονικός» τάφος, το πιο χαρακτηριστικό προϊόν της Μακεδονικής αρχιτεκτονικής και συγχρόνως ο πιο γνήσιος καρπός της ταφικής αντίληψης των Μακεδόνων που στο ιδεολογικό επίπεδο αποτελεί τον άμεσο απόγονο των θολωτών τάφων της Μυκηναϊκής εποχής.

Ο καμαροσκέπαστος τάφος με το μνημειακό δρόμο που η εικόνα του θυμίζει παλάτι και ναό θα γίνει η υπόγεια άφθαρτη κατοικία του ηρωοποιημένου νεκρού και θα δώσει υπόσταση στην αντίληψη του Πλάτωνα για την ταφή των ταγών της ιδανικής πολιτείας όπως περιγράφεται στους Νόμους Και βέβαια δεν είναι τυχαίο ότι στη βασιλική νεκρόπολη των Αιγών συγκεντρώνονται τα περισσότερα και τα παλαιότερα μνημεία αυτού του είδους -βρέθηκαν ως τώρα 12- από οπουδήποτε αλλού.

Ειδικά Στοιχεία που Αφορούν τον Τάφο του Φιλίππου 

Ο μεγάλος Μακεδονικός τάφος (δηλαδή ο Τάφος του Φιλίππου του Β΄) της μεγάλης τούμπας με μήκος 9,50 μέτρα, πλάτος 4,46 και ύψος 5,30 μέτρα, είναι ο πρώτος που δεν είχε συληθεί. Το κυρίως κτίριο χωρίζεται σε θάλαμο και προθάλαμο και είναι στεγασμένο με καμάρα. Πάνω από την καμάρα αυτή βρέθηκαν υπολείμματα της πυράς στην οποία κάηκε ο νεκρός μαζί με το στεφάνι και τα όπλα του, ακόμη και με άλογα που θυσιάστηκαν για χάρη του. Από τα άλογα αυτά βρέθηκαν τα χαλινάρια.

Στην ορθογώνια πρόσοψη του τάφου, με τους ημικίονες, τη μαρμάρινη θύρα, τα τρίγλυφα και τις μετόπες, έχουν διατηρηθεί τα αρχικά χρώματα. Επάνω από τα τρίγλυφα και τις μετώπες βρίσκεται η Ιωνική ζωφόρος, η οποία φέρει μια μεγάλη τοιχογραφία με θέμα κυνήγι μέσα στο δάσος. Δύο από τις μορφές της τοιχογραφίας μπορούν να ταυτισθούν με τον Μέγα Αλέξανδρο και τον Φίλιππο. Πρόκειται για ένα αριστούργημα, που όμοιο του θα βρούμε μόνο στην Ιταλική Αναγέννηση.

– Τα Ευρήματα του Θαλάμου 

Μέσα στον θάλαμο του τάφου υπάρχει μια μαρμάρινη σαρκοφάγος μέσα στην οποία βρέθηκε η χρυσή λάρνακα. Στο εσωτερικό της λάρνακας ήταν φυλαγμένα, μετά την τελετή της καύσης τα οστά του νεκρού. Πλυμένα με κρασί και αρωματισμένα, είχαν τυλιχτεί με ολοπόρφυρο ύφασμα, που ίχνη του βλέπουμε ακόμη και σήμερα. Στην ίδια λάρνακα, πλάι στα οστά, ήταν ακουμπισμένο ένα βαρύτιμο χρυσό στεφάνι βαλανιδιάς

Από τα κτερίσματα του θαλάμου, ξεχώριζε το ξύλινο κρεβάτι του νεκρού. Ο χρόνος διέλυσε το ξύλο σώθηκαν όμως τα στολίδια του κρεβατιού από ελεφαντόδοντο, χρυσό και διάφανο γυαλί. Ένα κυκλικό ασημένιο – επίχρυσο διάδημα, βρέθηκε δίπλα σε ένα σιδερένιο κράνος. Ένα άλλο εύρημα του χώρου αυτού είναι ο λιτός χάλκινος τρίποδας με τα λιονταρίσια πόδια. Διάφορα σκεύη συμποσίου τα οποία συνόδευαν τον νεκρό βρέθηκαν σωριασμένα στο δάπεδο: 20 ασημένια, έξι πήλινα και δύο χάλκινα. Αμφορέας, οινοχόη, λυχνούχος, ηθμός, κρατήρας είναι μερικά από αυτά.

Ο θώρακας με τα χρυσά λιοντάρια είναι από τους λίγους που σώζονται από τον 4ο αιώνα π.Χ. Η χρυσελεφάντινη ασπίδα με το ρόπαλο του Ηρακλή είναι η μία από τις δύο, τουλάχιστον, ασπίδες που συνόδευαν τον νεκρό. Η διάβρωση κατέστρεψε σε μεγάλο βαθμό το σιδερένιο ξίφος του τάφου. Από την ξύλινη θήκη του σώθηκε μόνο η κάτω άκρη και ένα μέρος κοντά στη λαβή, που ήταν φτιαγμένη από ελεφαντόδοντο. Η διακόσμηση της λαβής ήταν εξαιρετικά φροντισμένη.

– Τα Ευρήματα του Προθαλάμου 

Μέσα στη μικρή ολόχρυση λάρνακα του προθαλάμου βρέθηκαν τα καμένα οστά μιας γυναίκας 23 – 25 ετών. Ήταν μία από τις εφτά γυναίκες του Φιλίππου. Τα οστά βρέθηκαν τυλιγμένα σε δύο κομμάτια χρυσοπόρφυρο ύφασμα, που έχουν το ίδιο σχήμα και την ίδια πλούσια διακόσμηση από λουλούδια και πουλιά. Ένα χρυσό γυναικείο διάδημα, ένα από τα ωραιότερα κοσμήματα του αρχαίου κόσμου, συνόδευε τα οστά της νεαρής νεκρής γυναίκας του προθαλάμου. Ήταν τοποθετημένα στη χρυσή λάρνακα δίπλα στο πολύτιμο ύφασμα.

Ένα πολύτιμο εύρημα του προθαλάμου είναι και το γυναικείο στεφάνι της ανθισμένης μυρτιάς. Ένας πλούσια διακοσμημένος γωρυτός μια φαρέτρα στην οποία ο πολεμιστής, εκτός από τα βέλη του, μπορούσε να τοποθετεί και το τόξο για να έχει ελεύθερα τα χέρια του, βρέθηκε πλάι σε δύο χάλκινες κνημίδες. Οι κνημίδες, κατασκευασμένες για να προστατεύουν τις κνήμες του πολεμιστή, ακολουθούν πιστά το σχήμα του ποδιού.

Σε αντίθεση όμως με τα δύο άλλα ζεύγη που βρέθηκαν στον τάφο, οι κνημίδες αυτές είναι επίχρυσες και έχουν σημαντική διαφορά μεταξύ τους, τόσο στο ύψος όσο και στη διάμετρο. Μαζί με αυτά βρέθηκε και ένα περιτραχήλιο από αυτά που αποτελούσαν συμπλήρωμα του θώρακα, αφού προστάτευαν το στέρνο και τον λαιμό του πολεμιστή, τα οποία έμεναν ακάλυπτα. Αιχμή ήταν η μεταλλική άκρη των επιθετικών όπλων της αρχαιότητας. Έτσι ήταν και τα δόρατα που βρέθηκαν στον τάφο αυτό του Φιλίππου Β’.

Τα Ασημένια Αγγεία Συμποσίου από τον Τάφο του Φιλίππου Β΄ 

Το συμπόσιο, κεντρική εκδήλωση της επίγειας ζωής, γίνεται για τους ευγενείς Μακεδόνες η κορυφαία υπόσχεση των απολαύσεων της μεταθανάτιας ύπαρξης. Αυτό ισχύει φυσικά κατ’ εξοχήν για τον ίδιο τον ήρωα – βασιλιά που σαν άλλος Ηρακλής θα συνεχίσει να απολαμβάνει την αιώνια ζωή, ευωχούμενος στα συμπόσια των Μακάρων στο ιλαρό φως των Ηλυσίων πεδίων. Έτσι στον τάφο του εκτός από τα χρυσελεφάντινα ανάκλιντρα τοποθετείται και μια ολόκληρη ασημένια σκευή συμποσίου που αποτελείται από 19 σκεύη και ξεχωρίζει κατά πολύ και ως προς τον πλούτο και, κυρίως, ως προς την ποιότητα από οτιδήποτε ανάλογο έχει βρεθεί ως τώρα.

Για τα σκεύη του συμποσίου το ασήμι χρησιμοποιήθηκε χωρίς φειδώ με αποτέλεσμα σχεδόν καθένα από αυτά να είναι βαρύτερο από οτιδήποτε ανάλογο έχει βρεθεί αλλού, μάλιστα το βάρος -που σημαίνει και η αξία τους-αναγράφεται στον πυθμένα καθενός από αυτά με έναν αριθμό που δηλώνει το αντίστοιχό τους σε ασημένιες δραχμές. Ωστόσο αυτό που κάνει αυτά τα σκεύη να ξεχωρίζουν δεν είναι μόνον η πολυτέλεια, αλλά η εξαιρετική ποιότητά τους, αφού εδώ η λιτότητα και η καθαρότητα της φόρμας συνδυάζονται με τη χάρη της λεπτομέρειας σε ένα σύνολο απαράμιλλης κομψότητας και αρμονίας, όπου όλα υποτάσσονται στη γοητεία του μέτρου.

Η διάθεση για μικρότερα σε σχέση με τα παλαιότερα μεγέθη, αλλά και για χρήση νέων εξεζητημένων μορφών και σχημάτων που παρατηρείται κατ’ αρχήν εδώ, στη βασιλική οικοσκευή για να γίνει εν τέλει μόδα με καθολική ισχύ, δεν αποκλείεται καθόλου να δηλώνει κάποιες αλλαγές στη διαδικασία του συμποσίου και στο «τελετουργικό» της οινοποσίας που γίνεται τώρα περισσότερο πολύπλοκο και σοφιστικέ, με μια έντονη τάση για εκλέπτυνση.

Στο βασιλικό συμπόσιο στο τραπέζι καθενός υψηλού συνδαιτημόνα ο εκλεκτός οίνος έρχεται από το κελάρι άκρατος μέσα σε κομψές οινοχόες, όπως και το δροσερό φρέσκο νερό. Μαζί του καλά φυλαγμένα σαν ακριβά αρώματα μέσα σε ασημένιες μπουκάλες, όπως οι δύο αμφορίσκοι με τα ανάγλυφα κεφαλάκια του Ηρακλή και του Πάνα έρχονται και ακριβά, σπάνια, βαριά κρασιά, αλλά και μέλι, σμύρνα, μπαχαρικά και αρτύματα από αρωματικά φρούτα και λουλούδια.

Όλα αυτά τα απαραίτητα για το βασιλικό κοκταίηλ υλικά αναμιγνύονται σύμφωνα με τους κανόνες της γευσιγνωσίας και τις επιθυμίες του συμπότη μέσα στον κάδο και στη συνέχεια το κρασί σερβίρεται με την κομψή κουτάλα στα ποτήρια, αφού περάσει από το σουρωτήρι. Έτσι η οινοποσία γίνεται αληθινή ιεροτελεστία, διαδικασία υψηλής εξειδίκευσης που απευθύνεται στον εκλεπτισμένο ουρανίσκο ενός αληθινού γευσιγνώστη που ξέρει να απολαμβάνει την εκλεκτή γεύση του ποτού όσο και την αρμονία της μουσικής, την ομορφιά της μεγάλης τέχνης, τη γοητεία της υψηλής φιλοσοφίας….

Ας μην ξεχνάμε πως τα συμπόσια του Φιλίππου, όπως και του γιού του, διακρίνονταν όχι μόνον για τον πλούτο, την πολυτέλεια και την αφθονία των σκευών, των ποτών και των εδεσμάτων, αλλά και για τη συμμετοχή σε αυτά των σπουδαιότερων μουσικών, ηθοποιών, ποιητών και γενικότερα διανοητών της εποχής. Όσον αφορά στην τεχνική της κατασκευής, τα σώματα των αγγείων σχηματίζονται από ένα αρκετά παχύ ενιαίο έλασμα που διαμορφώνεται με σφυρηλάτηση και με τη βοήθεια τροχού.

Εκτός από το κουταλάκι, την κουτάλα και το σουρωτήρι που αποτελούνται από ένα κομμάτι μετάλλου, οι λαβές και οι βάσεις των υπόλοιπων αγγείων που είναι χυτές έχουν δουλευτεί χωριστά, όπως και οι διακοσμητικές ανάγλυφες κεφαλές. Η σφυρηλάτηση έχει γίνει με εξαιρετική ακρίβεια και προσοχή με αποτέλεσμα την αψεγάδιαστη γεωμετρική τελειότητα της φόρμας. Το ίδιο ισχύει και για την διαπραγμάτευση των διακοσμητικών λεπτομερειών στις οποίες εκδηλώνεται όλη η μαεστρία και η δημιουργική φαντασία του καλλιτέχνη.

Ιδιαίτερα χαριτωμένοι είναι οι δύο μικροσκοπικοί κάνθαροι με τα λουλούδια στις λαβές και οι δύο κάλυκες, τα κομψά μικρά κρασοπότηρα που θυμίζουν κάλυκα λουλουδιού, από τον πυθμένα ενός από τους οποίους αναδύεται προειδοποιητικά προς έκπληξη του πίνοντος το πρόσωπο ενός μεθυσμένου σάτυρου.

Ο Θώρακας από τη Χρυσοποίκιλτη Πανοπλία του Φιλίππου Β΄ 

Ο θώρακας από τη χρυσοποίκιλτη πανοπλία του Φιλίππου Β΄, είναι παρόμοιος με αυτόν που φορά ο Αλέξανδρος στην περίφημη απεικόνιση της μάχης του με τον Δαρείο στο Μωσαϊκό της Νεάπολης, ο θώρακας ήταν επενδεδυμένος με ύφασμα στο χρώμα της πορφύρας, και σε πρώτη ματιά, αν εξαιρέσουμε την πολύτιμη διακόσμησή του, δεν θα διέφερε από τους συνηθισμένους στην κλασική Ελλάδα λινοθώρακες. Στην πραγματικότητα όμως είναι ένα βαρύς κατάφρακτος θώρακας, ενισχυμένος ολόκληρος με πλατιά σιδερένια ελάσματα, που έκανε ουσιαστικά άτρωτο το σώμα του κατόχου του.

Αποτελείται από επτά κομμάτια, τα οποία εφάρμοζαν μεταξύ του με μεντεσέδες, ώστε να μπορεί να ανοίγει και να φοριέται. Για μόνωση και μεγαλύτερη άνεση ο θώρακας ήταν φοδραρισμένος με δέρμα. Από δέρμα ήταν κατασκευασμένη και η διπλή χαρακτηριστική «φούστα» με τις πτέρυγες που προστάτευε το κάτω μέρος το σώματος. Χρυσά ελάσματα με έκτυπα κοσμήματα διακοσμούν όλες τις πτέρυγες, αλλά και τον θώρακα. Τα τελευταία μάλιστα είχαν και λειτουργικό χαρακτήρα, αφού με τη βοήθεια τους καρφώνονταν και στερεώνονταν μεταξύ τους τα αλλεπάλληλα στρώματα από τα διάφορα υλικά (ύφασμα, μέταλλο, δέρμα).

Τα βαριά χρυσά κεφαλάκια των λιονταριών που χρησίμευαν για το κούμπωμα του θώρακα είναι στολίδι, αλλά συγχρόνως και σύμβολο της ανδρείας και της βασιλικής αρετής του Ηρακλείδη ηγεμόνα, ενώ η χρυσή εικονίτσα της Προμάχου Αθηνάς, βοηθού και συντρόφου όλων των ηρώων, ραμμένη στη δεξιά πλευρά που έμενε ακάλυπτη από την ασπίδα είχε την έννοια του φυλαχτού.

Το Χρυσό Στεφάνι Βελανιδιάς του Φιλίππου Β΄ 

Το στεφάνι βρέθηκε μέσα στη λάρνακα μαζί με τα καμένα οστά του Φιλίππου και επειδή, όπως φαίνεται, ο νεκρός το φορούσε, όταν το σώμα του παραδόθηκε στις φλόγες της ταφικής πυράς, έχει κακοπάθει αρκετά, ιδίως στο κεντρικό του τμήμα. Το εξαιρετικά εντυπωσιακό και πολυσύνθετο αυτό χρυσό αντικείμενο που μιμείται με ιδιαίτερα πειστικό τρόπο στεφάνι φτιαγμένο από κλαδιά βελανιδιάς, του ιερού δένδρου του Διός, είναι μια ιδιαίτερα πολυδαίδαλη κατασκευή, ένα πραγματικό επίτευγμα της τέχνης ενός σπουδαίου χρυσοχόου, που δεν μας σώθηκε το όνομά του.

Όπως πολύ εύστοχα σημειώνει ο Μανόλης Ανδρόνικος «Ίσως … η λάμψη του χρυσού μας εμποδίζει να εκτιμήσουμε ακριβοδίκαια την έξοχη επεξεργασία του τεχνίτη, που αποδίδει με πολλή σοφία και ευαισθησία όχι μονάχα την εξωτερική μορφή των φύλλων και των καρπών, αλλά την ουσιαστική τους υπόσταση. Περισσότερο από τη «φυσικότητα» ενδιαφέρεται για την αλήθεια των πραγμάτων που ξαναδημιουργεί.» .

Το στεφάνι του Φιλίππου που έχει σήμερα 313 φύλλα και 68 βελανίδια, με σωζόμενο βάρος 717 γραμμάρια και αρχικό οπωσδήποτε μεγαλύτερο, είναι όχι μόνο το βαρύτερο χρυσό στεφάνι που μας σώθηκε, αλλά και ένα από τα πιο βαρύτιμα που κατασκευάστηκαν ποτέ. Το χρυσό στεφάνι που αφιερώθηκε στον νεκρό, να το φορά ο ήρωας – βασιλιάς στα αιώνια συμπόσια των Μακάρων στα Ηλύσια πεδία, ανακαλεί το σκοτεινό χρησμό που πήρε ο φιλόδοξος Μακεδόνας λίγο πριν το τέλος: «Ο ταύρος στεφανώθηκε. Θα πεθάνει. Υπάρχει ο θύτης» .

Αλλά και τις λαμπρές και μοιραίες τελετές των Αιγών το καλοκαίρι του 336 π.Χ. όπου, όπως μαρτυρεί ο Διόδωρος,«στεφάνωσαν τον Φίλιππο με χρυσούς στεφάνους, όχι μόνον οι επιφανείς άνδρες, αλλά και οι περισσότερες από τις σημαντικές πόλεις, ανάμεσα τους και η πόλη των Αθηναίων.» .

Η Χρυσή Λάρνακα Φιλίππου Β΄ 

Η χρυσή λάρνακα του Φιλίππου του Β΄ είναι φτιαγμένη ολόκληρη από παχιά ελάσματα χρυσού 24 καρατίων που το συνολικό τους βάρος φτάνει σχεδόν τα 8 κιλά, η λάρνακα, στην οποία είχαν αποτεθεί τα οστά του νεκρού βασιλιά, είναι ένα από τα πολυτιμότερα αντικείμενα του αρχαίου κόσμου που έφτασαν ως εμάς.

Το μετάλλινο κιβώτιο που αντιγράφει με μεγάλη πιστότητα τα ξύλινα πρότυπά του είναι μια κατασκευή αρκετά απλή και συγχρόνως ιδιαίτερα ευρηματική και λειτουργική. Όπως μαρτυρούν διάφορα τεχνικά στοιχεία δεν έγινε για να τοποθετηθεί στο τάφο και να κλείσει άπαξ δια παντός, αλλά βρισκόταν σε χρήση, και όντας έργο ενός σπουδαίου χρυσοχόου αποτελούσε ένα ιδιαίτερα πολύτιμο σκεύος του βασιλικού θησαυροφυλακίου μέσα στο οποίο φυλάγονταν αντικείμενα εξίσου ή ακόμα περισσότερο πολύτιμα από αυτήν.

Η μεγάλη λάρνακα είναι πλούσια διακοσμημένη με φυτικά κοσμήματα και με λουλούδια τα πέταλα των οποίων γεμίζουν με γαλάζιο γυαλί, που ποικίλλουν ευχάριστα τη μονοχρωμία της χρυσής επιφάνειας, ενώ στο καπάκι της αναπτύσσεται ένα μεγάλο δεκαεξάκτινο αστέρι. Το χρυσό αστέρι που εμφανίζεται στην βασιλική νεκρόπολη των Αιγών ήδη από τον 5ο προχριστιανικό αιώνα, όντας ένα απλό διακοσμητικό μοτίβο στην αρχή, θα φτάσει να πάρει αξία συμβολική και μεταφορική, ώσπου να γίνει στο τέλος ο ήλιος – θυρεός των Μακεδόνων βασιλέων.

Η χρήση μιας λάρνακας σαν τεφροδόχου είναι μια πρακτική αρκετά συνηθισμένη, ωστόσο τίποτε δεν μπορεί να συγκριθεί με τη λάρνακα αυτή που δέχτηκε τα καμένα οστά του Φιλίππου Β΄, εκτός ίσως από τη μυθική εκείνη λάρνακα του Έκτορα που τραγούδησε ο Όμηρος: «μάζεψαν τα άσπρα κόκκαλα και τα βάλαν σε λάρνακα χρυσή σκεπάζοντάς τα με μαλακά πέπλα πορφυρά…».

Η Χρυσελεφάντινη Ασπίδα από τη Χρυσοποίκιλτη Πανοπλία του Φιλίππου Β’ 

Αυτή η αριστουργηματική χρυσελεφάντινη ασπίδα είναι το πιο εντυπωσιακό και οπωσδήποτε το πιο πολύτιμο όπλο του αρχαίου κόσμου που γνωρίζουμε. Ήταν κατασκευασμένη από ξύλο, δέρμα και ύφασμα που κάλυπτε την εσωτερική της επιφάνεια. Επίχρυσα, ασημένια ελάσματα, προσηλωμένα με πολλά μικροσκοπικά ασημένια καρφάκια στο εσωτερικό της, στερέωναν το σύστημα ανάρτησης -τη λαβή που περνούσε στο μπράτσο ο πολεμιστής και την αντιλαβή από όπου την έπιανε- και μαζί με τα στεφάνια και τα μικρότερα διάσπαρτα μετάλλινα στοιχεία συγκρατούσαν τα αλλεπάλληλα στρώματα.

Ανάγλυφα λιοντάρια και Νίκες που κρατούν ταινίες για να στεφανώσουν το νικητή διακοσμούν τα ελάσματα, θέματα με προφανείς συμβολισμούς που αναφέρονται στην ανδρεία και τις νίκες του κατόχου, ενώ το ρόπαλο του Ηρακλή, του θεϊκού προγόνου της δυναστείας, που εμφανίζεται επάνω σε ένα μικρό έλασμα φαίνεται πως ήταν το «φυλαχτό» του βασιλιά.

Εξαιρετικά εντυπωσιακός και απολύτως μοναδικός είναι ο διάκοσμος της εξωτερικής πλευράς της ασπίδας που ήταν ολόκληρη επιχρυσωμένη. Ένθετα μέσα στην επιχρύσωση, ώστε να σχηματίζουν ένα πολύπλοκο σύστημα μαιάνδρων και σπειρομαιάνδρων που καλύπτει την περιφέρεια της ασπίδας, βρίσκονται στοιχεία από ελεφαντόδοντο στα κενά των οποίων προσαρμόζονται πλακίδια από διάφανο, χυτό γυαλί -το μεγάλο τεχνολογικό επίτευγμα της εποχής- που πίσω του λαμπυρίζουν χρυσά ελάσματα.

Στο κέντρο, σαν επίσημα, υπάρχει το χρυσελεφάντινο ανάγλυφο σύμπλεγμα ενός Έλληνα πολεμιστή που κατατροπώνει μια Αμαζόνα, πιθανότατα μια παράσταση της τραγικής συνάντησης του Αχιλλέα με την Πενθεσίλεια, που διαπιστώνει ότι την ερωτεύεται την ώρα που την σκοτώνει. Ο χρόνος και η υγρασία του τάφου διάβρωσαν σε μεγάλο βαθμό το ελεφαντόδοντο των μορφών, ωστόσο η εξαιρετική ποιότητα του πλασίματος των λεπτομερειών και η τολμηρή σύνθεση των σωμάτων των δύο μορφών που εκφράζει με τρόπο απαράμιλλο όλη την ένταση και το πάθος της μοιραίας στιγμής μαρτυρούν την εξαιρετική ικανότητα του δημιουργού που θα πρέπει να ήταν σπουδαίος καλλιτέχνης.

Αντικείμενο χρηστικό που θα μπορούσε θεωρητικά να χρησιμοποιηθεί και στη μάχη η ασπίδα αυτή, όπως και ολόκληρη η χρυσοποίκιλτη πανοπλία, γίνεται ένα πραγματικό έργο τέχνης που δηλώνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο την δύναμη και το κύρος του κατόχου της και μοιάζει να ξεπερνά το πρωτογενές επίπεδο της λειτουργίας αποκτώντας συμβολική αξία.

Οι Βασιλικοί Τάφοι της Μεγάλης Τούμπας

Τα σημαντικότερα μνημεία της Βεργίνας είναι η συστάδα των Βασιλικών τάφων, που ανακαλύφθηκαν το 1977 – 78 μέσα στο σημερινό χωριό. Στην ομάδα περιλαμβάνονται τρεις Μακεδονικοί τάφοι και ένας κιβωτιόσχημος. Ανάμεσά τους συγκαταλέγεται ο τάφος του Φιλίππου Β΄ και ένας άλλος που ανήκε πιθανότατα στον βασιλιά Αλέξανδρο Δ’. Οι δύο αυτοί τάφοι βρέθηκαν ασύλητοι και κοσμούνται με λαμπρές τοιχογραφίες έργα μεγάλων επώνυμων καλλιτεχνών.

– Η Μεγάλη Τούμπα 

Στη δυτική άκρη του νεκροταφείου υψώνεται ένας τεράστιος τύμβος, η Μεγάλη Τούμπα, όπως ονομάζεται. Είχε διάμετρο 110 μέτρα και ύψος 12 μέτρα, μέγεθος σπάνιο σε όλο τον Ελλαδικό χώρο. Στο χώμα της Μεγάλης Τούμπας οι ανασκαφές έφεραν στην επιφάνεια εκατοντάδες κομμάτια από μαρμάρινες ταφόπετρες, που οι αρχαιολόγοι ονομάζουν επιτάφιες στήλες.

Οι επιτύμβιες στήλες που έχουν πολύτιμες επιγραφές, όλες γραμμένες στα Ελληνικά. Βρέθηκαν ακόμη και κομματιασμένα μαρμάρινα αγγεία που είχαν την ίδια αποστολή με τις ταφόπετρες, να δείχνουν τη θέση του τάφου και την ταυτότητα του νεκρού ένα έθιμο που διατηρείται ακόμη. Κάτω από τα χώματα και τις κομματιασμένες ταφόπετρες της Μεγάλης Τούμπας βρέθηκαν τρεις τάφοι και ένα Ηρώο. Ηρώα, βέβαια, δεν έκτιζαν κοντά στον τάφο οποιουδήποτε νεκρού, αλλά μόνο κοντά στον τάφο κάποιου προσώπου που το λάτρευαν μετά το θάνατό του.

Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι στη Μακεδονία μόνο δύο βασιλιάδες, απ’ αυτούς που θάφτηκαν στις Αιγές, λατρεύτηκαν μετά το θάνατό τους. Ο Αμύντας Γ’, 393 / 2 – 369 / 8, πατέρας του Φιλίππου Β’, και ο ίδιος ο Φίλιππος Β’, 359 – 336 π.Χ. Η μελέτη των ευρημάτων απέδειξε ότι οι τάφοι ήταν βασιλικοί και, για τον μεγαλύτερο απ’ αυτούς, ότι επρόκειτο για τον τάφο του Φιλίππου Β’, του ξακουστού βασιλιά της Μακεδονίας.

– Ο Κιβωτιόσχημος Τάφος της Μεγάλης Τούμπας. 

Δίπλα στα θεμέλια του ηρώου βρέθηκε ο μικρότερος από τους χτιστούς τάφους. Ο τάφος με την αρπαγή της Περσεφόνης. Είναι ένα τετράπλευρο κτίσμα σαν ένα μικρό υπόγειο δωμάτιο, που έχει μήκος 3,5, πλάτος 2,1 και ύψος 3 μέτρα. Πρόκειται δηλαδή για έναν κιβωτιόσχημο τάφο. Τα λίγα οστά που βρέθηκαν στο δάπεδο δείχνουν ότι μέσα στον τάφο αυτό ήταν θαμμένοι ένας άνδρας, μια γυναίκα και ένα νεογέννητο. Δυστυχώς ο τάφος συλήθηκε από τα αρχαία χρόνια, πιθανότατα από τους Γαλάτες του Πύρρου, που έκαναν και τις άλλες καταστροφές στην περιοχή.

Αυτό όμως που δεν μπόρεσαν να πάρουν μαζί τους οι τυμβωρύχοι ήταν η μεγάλη τοιχογραφία που διακοσμεί τις πλευρές του τάφου. Στο εσωτερικό του τάφου, το κάτω μέρος των τοίχων είναι κόκκινο, στη μέση υπάρχει γαλάζια ταινία με γρύπες και λουλούδια και επάνω βρίσκονται οι μεγάλες τοιχογραφίες.

Οι τρεις καθιστές γυναίκες που εικονίζονται στη μακριά πλευρά, στον νότιο τοίχο, είναι οι Μοίρες: Κλωθώ Λάχεσις και Άτροπος. Στον στενό ανατολικό τοίχο εικονίζεται μια γυναίκα καθισμένη σε βράχο και τυλιγμένη με το ιμάτιό της. Η γυναίκα είναι η Δήμητρα και ο βράχος, η «αγέλαστη πέτρα» πάνω στην οποία κάθισε η θεά όταν έφθασε κατάκοπη και απελπισμένη στην Ελευσίνα μετά την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα. Στα αριστερά της, στον βόρειο μακρύ τοίχο, εικονίζεται η στιγμή της αρπαγής.

Ο Ερμής με το κηρύκειό του τρέχει μπροστά από το άρμα του Πλούτωνα, που το σέρνουν τέσσερα άσπρα άλογα. Ο Πλούτωνας που μόλις έχει πηδήσει επάνω στο άρμα, βαστάει με το δεξί του χέρι τα γκέμια και το μακρύ του σκήπτρο, ενώ με το αριστερό κρατάει σφιχτά την Περσεφόνη που προσπαθεί να του ξεφύγει. Η θαυμάσια αυτή τοιχογραφία αποδίδεται σύμφωνα με τον Πλίνιο, στον Νικόμαχο τον γιο του Αριστείδη. Ο Νικόμαχος ήταν από τους σπουδαιότερους ζωγράφους της εποχής του (4ος αιώνας π.Χ.) και θεωρείται πραγματικός πρωτοπόρος του ιμπρεσιονισμού.

Ο Τάφος της Βεργίνας Ανήκει στον Βασιλέα της Μακεδονίας Φίλιππο Β’

Ο τάφος της Βεργίνας, ο μεγαλύτερος και ασύλητος Μακεδονικός τάφος με τα συγκλονιστικά αρχαιολογικά ευρήματα και ως τάφος βασιλέως της Μακεδονίας (Φιλίππου Β’), εχαρακτηρίσθη η σημαντικότερη αρχαιολογική ανακάλυψη του αιώνα. Ο τάφος διήγειρε το παγκόσμιο ενδιαφέρον ερευνητών, το οποίο όμως εντοπίστηκε «εις την ταυτότητα του νεκρού, παρά τη δήλωση του αειμνήστου Ανδρόνικου ότι το πιο σημαντικό είναι τα ευρήματα του τάφου».

Η Αμερικανίδα Ρ. Lehmann και ορισμένοι άλλοι ξένοι διατύπωσαν αντιρρήσεις ως προς την ταυτότητα του νεκρού και υπεστήριξαν ότι ο νεκρός είναι του βασιλέως Φιλίππου του Αρριδαίου και όχι του Φιλίππου Β’. Ο καθηγητής Ανδρόνικος αντέκρουσε τη θέση αυτή και κατέγραψε οκτώ λόγους εις το εκδοθέν το 1984 βιβλίο του «Βεργίνα ­ Βασιλικοί τάφοι» που αποκλείουν τον Φίλιππο Αρριδαίο ως τον νεκρόν του τάφου. Δεκατέσσερα χρόνια μετά την κυκλοφορία του βιβλίου «Βεργίνα» διετυπώθησαν αντιρρήσεις σε ΜΜΕ και ιδιαίτερα

α) Εις «Το Βήμα» της 12.7.1998, της αρχαιολόγου καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Αθηνών κυρίας Όλγας Παλαγγιά για την ταυτότητα του νεκρού, και

β) Εις «Το Βήμα» της 30.8.1998, του αναπληρωτού καθηγητού, συνεργάτου του καθηγητού Ανδρόνικου στην ανασκαφή της Βεργίνας Παν. Φακλάρη, τόσο για την ταύτιση της Βεργίνας με τις Αιγές όσο και για τον ήλιο της Βεργίνας ως σύμβολον των Μακεδόνων.

Τα Τέσσερα Τεκμήρια

1) Εις την ανασκαφήν της Μεγάλης Τούμπας ευρέθησαν καμένα όστρακα αγγείων, ίχνη φωτιάς κλπ. που μαρτυρούν θυσία για τον νεκρό, τα οποία «χρονολογούνται αβίαστα» στο τρίτο τέταρτο του 4ου π.Χ. αιώνα.

2) Η εκθαμβωτική χρυσή λάρνακα, ένα από τα πολυτιμότερα ευρήματα του αρχαίου κόσμου, και το εντός αυτής βαρύτιμο χρυσό στεφάνι ενίσχυσαν (αναφέρει ο Ανδρόνικος) τη γνώμη ότι ο τάφος ήτο βασιλικός. Με το άνοιγμα της λάρνακος, γράφει ο Ανδρόνικος, «ήταν αδύνατο να φαντασθούμε αυτό που είδαμε ­ τα καμένα οστά που πλύθηκαν και τυλίχθηκαν σε πορφυρό ύφασμα ολοκάθαρο, με προσοχή τοποθετημένα».

Η ταφή ήταν ανάλογη με αυτή που ιστορούν τα Ομηρικά Έπη για την ταφή Αχιλλέα και Έκτορα: «Και αυτά τα μάζεψαν με μαλακούς πορφυρούς πέπλους και τ’ απόθεσαν μέσα σε χρυσή λάρνακα». Η σκέψη (γράφει ο Ανδρόνικος) της αγάπης του Αλεξάνδρου, που επέβλεψε στην ταφή του πατέρα του, για τα Ομηρικά Έπη κατηύθυνε αμέσως τη σκέψη για την ταυτότητα του νεκρού.

3) Ο μοναδικός σιδερένιος θώρακας. Το πρώτο Μακεδονικό σιδερένιο κράνος και η χρυσελεφάντινη τελετουργική ασπίδα (χρειάστηκαν πέντε χρόνια για την αποκατάστασή της), το μοναδικό αυτό αριστούργημα τέχνης του 4ου π.Χ. αιώνα, αποκαλύπτουν ότι μόνο σε βασιλιά που αγαπούσε τα όπλα μπορούσαν να τεθούν εις τον τάφον του και αυτός ήτο ο Φίλιππος Β’. Ο απόλεμος και διανοητικά ανάπηρος Φίλιππος ο Αρριδαίος θα ήτο ο τελευταίος που θα ήτο δυνατόν να έχει στη ζωή ή στον τάφο του τ’ ανωτέρω όπλα.

4) Εις τον τάφον ευρέθησαν ένα θαυμάσιο σουρωτήρι με το όνομα ΜΑΧΑΤΑ, που ήτο ιστορικό πρόσωπο (γυναικαδελφός του Φιλίππου Β’), ελεφαντοστέινα κεφαλάκια Φιλίππου, Αλεξάνδρου, Ολυμπιάδος (μινιατούρες αντιστοίχων αγαλμάτων του Φιλιππείου της Ολυμπίας, καθώς και σκεύη, δόρατα και άλλα αντικείμενα τα οποία κατά τον Ανδρόνικο «χρονολογούνται όλα πριν από το 336 π.Χ.».

Ο αποθανών ακαδημαϊκός Κώστας Ρωμαίος, εις ομιλίαν του εις το Δ’ Συμπόσιον Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού χώρου, αναφέρει ότι «το χρυσό στεφάνι βαλανιδιάς που βρέθηκε στη μεγάλη χρυσή λάρνακα ανήκε στον Φίλιππο Β’ ως απόγονο του Ηρακλή και έμμεσα του Δία, ο οποίος (Ζευς) εικονίζεται με στεφάνι βαλανιδιάς σε αργυρά νομίσματα της Μακεδονίας».

Η Εξέταση των Οστών

Η ταυτότητα του τάφου ως τάφου του Φιλίππου Β’ επιβεβαιώθηκε και από ανθρωπολογική εξέταση των οστών της μεγάλης λάρνακος. Τρεις Άγγλοι επιστήμονες (ανθρωπολόγοι – ανατόμοι), οι J. Masgrave (Πανεπιστημίου Μπρίστολ), R. Neave (Πανεπιστημίου Μάντσεστερ) και Α. Prage (Μουσείου Μάντσεστερ), ειδικευμένοι στις μούμιες της Αιγύπτου, εξεδήλωσαν την επιθυμία για την μελέτη της ταφής της Βεργίνας.

Με πρόσκληση του τότε υπουργού Πολιτισμού ήλθαν στην Ελλάδα, συνάντησαν τον Μανόλη Ανδρόνικο και με την συνδρομή Ελλήνων αρχαιολόγων και τεχνικού ετοίμασαν εκμαγείον του κρανίου της μεγάλης λάρνακος. Με την βοήθεια πεπειραμένων Άγγλων πλαστικών χειρουργών και ορθοδοντιστών, βάσει φωτογραφιών, ανακατασκεύασαν το κρανίο. Αυτό δεν απέδωσε μεν πλήρη την μορφή του νεκρού, αλλά, με το ιατρικό ιστορικό (τραυματισμό) και την στρατιωτική σταδιοδρομία, προσδιόρισαν ότι τα οστά της μεγάλης λάρνακος ανήκουν εις τον Φίλιππο Β’.

Περίληψη της μελέτης των, με τίτλο «Το κρανίο του τάφου της Βεργίνας. Φίλιππος ο Β’ ο Μακεδών», που δημοσιεύθηκε εις την «Journal of Hellenic Studies Siv» (1984), παρουσίασαν εις το 12ο Διεθνές Συνέδριο Αρχαιολογίας στην Αθήνα το 1983, σε εφημερίδες, περιοδικά εικονογραφημένα και σε διαλέξεις των στο Μάντσεστερ, στο Λονδίνο, στο Μπρίστολ και αλλού.

Τις απόψεις των αυτές κανείς μέχρι σήμερα δεν αμφισβήτησε, με συνέπεια να επιβεβαιώνεται πλήρως και από τους ειδικοτέρους για την περίπτωση (ανθρωπολόγους, ανατόμους) η άποψη του αειμνήστου Ανδρόνικου για τον νεκρό του τάφου, δηλαδή του Φιλίππου Β’.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ
(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)
ΠΗΓΕΣ :
(1) :
(2) :
(3) :
(4) :
(5) :
(6) :
(7) :
(8) :

 

Advertisements

About Αρχαίων Τόπος

Ιστορία- Αρχαιολογία- Τέχνη- Φιλοσοφία- Επιστήμη
This entry was posted in Αρχαία Ιστορία, ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ. Bookmark the permalink.