Κλεισθένης ο Μεγακλέους. Ο Μεταρρυθμιστής

Η μετάβαση από το καθεστώς των Πεισιστρατιδών στο καθεστώς της Δημοκρατίας του Κλεισθένη χαρακτηρίζεται από σύγχυση, ανωμαλία και, κυρίως, από την διπλή και αντιφατική επέμβαση της Σπάρτης.

Κύριοι αίτιοι της πτώσεως του Ιππία και της οικογενείας του ήσαν οι Αλκμεωνίδες, οι επιφανέστεροι εξόριστοι τους οποίους πρώτους απομάκρυνε ο Πεισίστρατος.

Ένα συμβάν του 548 π.Χ., η πυρκαϊά που κατέστρεψε’ τον ναό του Απόλλωνος στους Δελφούς, προσέφερε την ευκαιρία στους εξορίστους Αλκμεωνίδες ν’ αποκτήσουν φήμη κι επιρροή τόσο στους Δελφούς όσο και στην Σπάρτη. Για να ανοικοδομηθεί ο ναός χρειάζονταν υπέρογκα ποσά και οι Αμφικτύονες, αρμόδιοι για τα πράγματα του Ναού, όρισαν ότι το 1/4 των δαπανών θα βάρυνε τους Δελφίους που βρήκαν τόσο υπέρογκη την φορολογία ώστε έστειλαν αντιπροσώπους σε όλες τις ελληνίδες πόλεις ζητώντας συνδρομή. Το αναγκαίο για την ανοικοδόμηση ποσό ήταν 300 τάλαντα και χρειάστηκαν ίσως περισσότερα από δέκα χρόνια για να συγκεντρωθεί. Συνεισέφεραν και πολύ απομεμακρυσμένες πόλεις, όπως τα ελληνικά εμπορεία της Αιγύπτου και ο Φαραώ Άμασις έστειλε 1.000 τάλαντα στύψης συνεισφορά.

Η ανοικοδόμηση χρειάστηκε 36 χρόνια -τελείωσε δηλαδή το 512- και πιθανόν να είχε χρειασθεί περισσότερος καιρός αν οι Αλκμεωνίδες δεν είχαν αναλάβει την εργολαβία της. Όχι μόνο εξετέλεσαν γρήγορα το έργο αλλά και, ως φαίνεται, πολύ πριν από τις αναμενόμενες προθεσμίες, και δαπάνησαν και από δικά τους χρήματα, διότι, αντί να κτισθεί η πρόσοψη του ναού από πώρινο λίθο, όπως πρόβλεπε η εργολαβία, οι Αλκμεωνίδες την έκτισαν με το πολύ δαπανηρότερο παριανό μάρμαρο.

Η γενναιόδωρη συμβολή των Αλκμεωνιδών είχε πανελλήνια απήχηση και η οικογένεια, πιθανότατα ο ίδιος ο Κλεισθένης, εκμεταλλεύτηκε την επιρροή της στους Αμφικτύονες και τους Δελφίους. Έπεισαν το ιερατείο των Δελφών να προτάσσεται πριν από κάθε χρησμό που θα έδιναν στην Σπάρτη ή σε Σπαρτιάτη ιδιώτη, η φράση “να ελευθερώσουν την Αθήνα”, “προφέρειν σφι τάς Ἀθήνας ἐλευθεροῦν”.

Ασφαλώς θα χρειάστηκε πολύς καιρός και πολλή επιμονή της Πυθίας για να λειτουργήσει η βαθύτατη δεισιδαιμονία των Λακεδαιμονίων ώστε να αποφασίσουν να επέμβουν και να διώξουν τον Ιππία. Δεν είναι απίθανο να βοήθησαν και δωροδοκία στην Σπάρτη, η οποία από καιρό διατηρούσε φιλικές σχέσεις τόσο με τον Πεισίστρατο όσο και με τους διαδόχους του.

Η πρώτη απόπειρα εκδιώξεως των Πεισιστρατιδών απέτυχε οικτρά. Οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν, με καράβια, μιαν εκστρατευτική δύναμη, με αρχηγό τον Αγχιμόλιο, που αποβιβάστηκε στο Φάληρο. Εκεί όμως ο Ιππίας, προειδοποιημένος, τον περίμενε με τους μισθοφόρους του και με θεσσαλικό ιππικό που εί­χε ζητήσει.

Στην σύγκρουση που έγινε, το θεσσαλικό ιππικό έσπειρε τον θάνατο στις τάξεις των Σπαρτιατών που αναγκάστηκαν να επιβιβαστούν στα καράβια τους και να φύγουν. Στην μάχη σκοτώθηκε και ο Αγχιμόλιος.

Ασφαλώς η αποτυχία αυτή θα κέντρισε οδυνηρά την φιλοτιμία των Σπαρτιατών που ήσαν, τα χρόνια εκείνα, οι αδιαμφισβήτητοι ρυθμιστές των πραγμάτων. Η αντίδραση δεν άργησε. Η Σπάρτη έστειλε τον βασιλιά Κλεομένη με μεγαλύτερες δυνάμεις και διά ξηράς αυτή τη φορά, εισέβαλαν στην Αττική από όπου απουσίαζε, τώρα, το θεσσαλικό ιππικό. Ο Κλεομένης δε συνήντησε αντίσταση. Αντιθέτως οι Αλκμεωνίδες και οι άλλο αντίπαλοι του Ιππία είχαν κινητοποιηθεί και οι Σπαρτιάτες κυρίεψαν εύκολα την ατείχιστη, τότε, Αθήνα. Μόνο η Ακρόπολις ήταν οχυρωμένη και εκεί είχε καταφύγει ο Ιππίας με όλου τους συγγενείς του και με τους Θράκες μισθοφόρους του. Ο τύραννος, προβλεπτικός, είχε φροντίσει να συγκεντρώσει αρκετά εφόδια ώστε να ανθέξει σε μακρά πολιορκία, την οποία άλλα στε οι αντίπαλοί του δεν ήσαν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν.

Το πατρικό αίσθημα του τυράννου τον ώθησε να κάνει ένα μοιραίο λάθος. Θέλοντας να εξασφαλίσει τα παιδιά του προσπάθησε να τα φυγαδεύσει κρυφά, αλλά οι εχθροί του τα αιχμαλώτισαν και τότε ο Ιππίας, για να τα σώσει, κάμφθηκε κε δέχθηκε τους όρους που του επιβλήθηκαν. Να εγκαταλείψει τη Αττική εντός πέντε ημερών. Ο Ιππίας έφυγε από την πατρίδα του και εγκαταστάθηκε στο Σίγειο της Τρωάδος από όπου μετακινήθηκε στα Σούσα. Θα είχε κληρονομήσει το πείσμα και την εφευρετικότητα του πατέρα του αφού δαπάνησε το υπόλοιπο της ζωής του για να επιτύχει την επιστροφή του στην Αθήνα Είκοσι χρόνια αργότερα, το 490 π.Χ., τον βρίσκομε, υπέργηρο, στην ακτή του Μαραθώνα, σύμβουλο του αρχηγείου του περσικού εκστρατευτικού σώματος στις διαταγές του Δάτι και Αρταφέρνη.

Το λάθος του Ιππία είναι, άραγε, “ιστοριογόνο” γεγονός; A δεν είχαν αιχμαλωτισθεί τα παιδιά του θα είχε πάρει άλλη τροπή η εξέλιξη της Αθήνας ή θα είχε απλώς επιβραδυνθεί η πορεία προς την εγκαθίδρυση δημοκρατικού καθεστώτος; Μάλλον το δεύτερο θα είχε συμβεί, διότι οι καιροί είχαν αλλάξει και ι τυραννικά καθεστώτα εξασθένιζαν σε όλο τον ελληνικό χώρο (με εξαίρεση λίγες πόλεις της Σικελίας). Πάντως, μικρά γεγονότα, το λάθος του Ιππία, δημιουργούν καταστάσεις από τις οποίες προκύπτουν, αιφνιδιαστικά, απρόβλεπτες εξελίξεις.

Η σπαρτιατική επέμβαση απήλλασσε οριστικά την Αθήνα από τον κίνδυνο της τυραννίας; Όχι βέβαια και τούτο επειδή, ευθύς αμέσως μετά την εκδίωξη του Ιππία ανεπήδησαν οι παλιές έριδες των πλουτίνδην μεταξύ τους που και πάλι παρέσυραν οπαδούς από τις πτωχότερες τάξεις δημιουργώντας κοινωνικές ταραχές, πράγμα που δεν είχε γνωρίσει η Αθήνα επί 30 χρόνια. Μόλις εκδιώχθηκε ο Ιππίας, το 510 π.Χ., βρέθηκαν αντιμέτωποι, διεκδικώντας την εξουσία, ο Ισαγόρας και ο Κλεισθένης. Και οι δύο ήσαν γόνοι μεγάλων και ισχυρών οικογενειών.

Ο πρώτος, Ισαγόρας ο Τεισάνδρου “οἰκίης ἐών δοκίμου” και “φίλος ὤν ταῶν τυράννων” μας λένε οι αρχαίες πηγές (Ηρόδοτος, Αριστοτέλης) κατόρθωσε να υπερισχύσει προσωρινά εξασφαλίζοντας την υποστήριξη των “εταιρειών”, δηλαδή των πολιτικών ομάδων (λέσχες), που, όπως προκύπτει από το γεγονός, είχαν εξακολουθήσει να υπάρχουν σε όλο το διάστημα της πεισιστρατικής τυραννίας, χωρίς όμως να έχουν πολιτική δραστηριότητα παρά μόνο όση τους επέτρεπε ο Πεισίστρατος.

Ο δεύτερος, Κλεισθένης ο Μεγακλέους, ήταν Αλκμεωνίδης και είχε παππού τον τύραννο της Σικυώνος Κλεισθένη που είχε δώσει την κόρη του Αγαρίστη στον Μεγακλή αντί να την δώσει στον Ιπποκλείδη, γιο του Τεισάνδρου. Είχε προτιμηθεί από τον τύραννο ως γαμπρός, αλλά χόρεψε τόσο άπρεπα επάνω σ’ ένα τραπέζι ώστε ο Κλεισθένης του είπε “ἀπορχήσαο τοῦ γάμου” και ο αποπεμπόμενος αποκρίθηκε με το περίφημο “οὐ φροντίς Ἱπποκλείδι”.

Ο Κλεισθένης για να αντιμετωπίσει τον Ισαγόρα κινήθηκε και εκείνος αλλά ηττήθηκε στον αγώνα για την εξουσία και τότε “ἐσσούμενος δέ ὁ Κλεισθένης τόν δῆμον προσεταιρίζεται” (Ηρόδοτος, 5, 66-69) εξαγγέλλοντας ότι θα κάνει μεταρρυθμίσεις.

Ο Ισαγόρας όμως αναγκάστηκε, για να στερεώσει την εξουσία του, να προσφύγει στην βοήθεια της Σπάρτης που έστειλε ολιγάριθμο στρατό υπό τον βασιλέα Κλεομένη. Τότε ο νεόκοπος τύραννος εξόρισε τους Αλκμεωνίδες ως εναγείς – τους βάρυνε πάντα το Κυλώνειον άγος που, ογδόντα χρόνια αργότερα, θα επικαλεσθεί η Σπάρτη επιχειρώντας να απαλλαγεί από τον Περικλή, Αλκμεωνίδη και αυτόν, τις παραμονές του Πελοποννησιακού πολέμου.

Ο Ισαγόρας εξόρισε και επτακόσιες οικογένειες προσκείμενες στους Αλκμεωνίδες και προσπάθησε να στερεώσει την εξουσία του αφαιρώντας αρμοδιότητες από την Εκκλησία του Δήμου και εγκαθιστώντας στην θέση της ένα σώμα τριακόσια πλουτίνδην. Τότε όμως κινήθηκαν οι Αθηναίοι, πολιόρκησαν στην Ακρόπολη τον Ισαγόρα και τον Κλεομένη, που είχε μικρή στρατιωτική δύναμη μαζί του και ήταν απροετοίμαστος. Αναγκάστηκε να φύγει, υπόσπονδος, με τον Ισαγόρα. Κύριος της καταστάσεως έγινε ο Κλεισθένης που επέστρεψε ευθύς με τους άλλους εξορίστους.

Δεν μπορούμε να αποκλείσομε το ενδεχόμενο ότι η διαμάχη Ισαγόρα – Κλεισθένη προέκυψε διότι ο Αλκμεωνίδης, προτού εξασφαλίσει ευρεία πολιτική υποστήριξη είχε βιασθεί (ακριβώς για ν’ αποκτήσει αυτήν την υποστήριξη) να εξαγγείλει τις προτάσεις μεταρρυθμίσεως που είχε κατά νουν και οι οποίες προκάλεσαν την βίαιη αντίδραση του Ισαγόρα και των “εταιρειών”

Η σπουδή όμως του Κλεισθένη καθιστά σαφές ότι ήτο πραγματικά εχθρός της τυραννίας και ότι η ενέργεια του δεν ήταν ένας πολιτικός ελιγμός για να εξασφαλίσει την υποστήριξη των πενεστών. Δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί το αντίθετο.

Και ο Κλεισθένης, καθώς και ο Σόλων, δεν εμπνεύστηκε από καμιά πολιτική ιδεολογία για να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις του που είχαν ως επιδίωξη την δημιουργία πολιτικής καταστάσεως η οποία να εξασφαλίζει την κοινωνική ηρεμία. Βασικό στοιχείο των μεταρρυθμίσεών του ήταν να γίνει η μεγαλύτερη δυνατή διεύρυνση του σώματος των πολιτών, δηλαδή τα προσώπων τα οποία, αυτοδικαίως, να μετέχουν στην πολιτική ζωή του άστεως και να την διαμορφώνουν κατά κάποιο μέτρο Τελική επιδίωξη, λοιπόν, του Κλεισθένη ήταν να εγκαθιδρύσει σταθερή και μόνιμη κοινωνική ηρεμία και γαλήνη. Το έργο του Κλεισθένη πέτυχε λαμπρά αφού, εκτός από την παρένθεση λίγων μηνών του 411 π.Χ. (όταν εγκαταστάθηκε το καθεστώς των 400) και την παρένθεση των Τριάκοντα το 404 (την οποία επέβαλε η Σπάρτη στην Αθήνα), η λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος σταμάτησε ουσιαστικά το 322, όταν ο Αντίπατρος (ένας από τους επιγόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου) επέβαλε ένα ήπιο ολιγαρχικό πολίτευμα στους Αθηναίους. Η Δημοκρατία τους λειτούργησε από το 508 έως το 322, δηλαδή σχεδόν δύο αιώνες.

Η βασική φροντίδα του Κλεισθένη ήταν να καταστήσει αδύνατον εφεξής τον σχηματισμό ισχυρής ολιγαρχικής παρατάξεως ή ολιγαρχικών ομάδων οι οποίες, προσεταιριζόμενες μια από τις τρεις κατηγορίες πολιτών – Πεδιείς, Παράλιοι, Διάκριοι – , είχαν δημιουργήσει, στο παρελθόν, καταστάσεις πολιτικής και κοινωνικής ανωμαλίας.

Η διάσπαση των ολιγαρχικών δεν ήταν πράγμα εύκολο και ο Κλεισθένης το γνώριζε καλά, αλλά η διάσπαση των άλλων τάξεων (που ήσαν οι πελάτες των ολιγαρχικών οι οποίοι τους εκμεταλλεύονταν) ήταν ευκολότερη.

Τρεις είναι οι καταστατικές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, και οι τρεις τεχνικές αλλά με προέκταση πολιτική.

Α. Ενώ υπήρχαν μόνο 4 φυλές από τις οποίες προερχόταν η Βουλή των 400 (100 βουλευτές κατά φυλή) ο Κλεισθένης αύξησε τον αριθμό των φυλών σε 10 και τον αριθμό των βουλευτών σε 500, δηλαδή 50 βουλευτές για κάθε φυλή. Οι τέσσερις αρχαϊκές φυλές της Αττικής είναι γνωστές με τα ονόματα Αιγικορείς, Αργαδείς, Γελέοντες, Όπλητες. Ο Κλεισθένης τις κατήργησε και τις αντικατέστησε με δέκα: Ερεχθηίς, Αιγηίς, Πανδιονίς, Λεοντίς, Ακαμαντίς, Οινηίς, Κεκροπίς, Ιπποθοοντίς, Αιαντίς, Αντιοχίς. Σε όλες έδωσε ονόματα αττικών ηρώων ή βασιλέων.

Β. Διήρεσε την κάθε φυλή σε τρεις τριττύες κατά τρόπο ώστε καμιά φυλή να μην έχει γεωγραφική ενότητα, όπως φαίνεται στο χάρτη του C. W. J. Eliot (Coastal Demes of Attica, 1962, σελ. 133).’ Κάθε φυλή περιελάμβανε μια τριττύα του άστεως, μια τριττύα των Πεδιέων και μια τριττύα των Παραλίων. Λόγου χάριν η φυλή Ακαμαντίς είχε τριττύα του άστεως την Αλωπεκή, τριττύα των Πεδιέων την Κηφισιά και τριττύα των Παραλίων τον Φρέαρο. Η διάσπαση αυτή δυσκόλευε την δημιουργία πολιτικών παρατάξεων ή φρατριών ομοιογενούς κοινωνικής συνθέσεως.

Γ. Θεωρώ όμως ότι το ουσιαστικότερο μεταρρυθμιστικό μέτρο του Κλεισθένη το οποίο ή αναφέρεται παρεμπιπτόντως ή και αγνοείται από πολλούς ιστορικούς είναι ότι απένειμε την ιδιότητα του πολίτου σε πολύ μεγάλο αριθμό ατόμων. Ενώ έως τότε υπήρχε ένα πλήθος προσώπων που δεν ήσαν πολίτες, δηλαδή δεν είχαν δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτική ζωή της χώρας αφού αποκλείονταν από κάθε αξίωμα και δεν ήσαν δεκτοί στην Εκκλησία του Δήμου, με το μέτρο του Κλεισθένη δημιουργήθηκε ο Δήμος στην πλατύτατη έννοιά του. Συνέπεια ήταν ν’ αποκτήσει η Εκκλησία του Δήμου ένα πολιτικό βάρος ασύγκριτα μεγαλύτερο από πριν παρά το γεγονός ότι η Βουλή παρέμενε ο μοχλός ασκήσεως της εξουσίας.

Ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι ο Κλεισθένης “ἐφυλέτευσε” ξένους, μετοίκους και δούλους” (Πολιτ., 3, 2, 15). Ο Κλεισθένης εμφανίζεται, έτσι, πολύ πιο φιλελεύθερος από τον εκλεκτικό αλλά “σοσιαλιστή” Περικλή, ο οποίος, μετά μισό περίπου αιώνα (όταν δηλαδή η δημοκρατία είχε οριστικά εδραιωθεί), προ κάλεσε νόμο με τον οποίο Αθηναίοι πολίτες ήσαν μόνο όσοι είχαν πατέρα και μητέρα Αθηναίους. Ο λαμπρός και υψηλόφρων Περικλής θέσπιζε έτσι ένα νόμο οιονεί “ρατσιστικό” που εγκαθιστούσε ένα είδος κλειστής κοινωνίας και που δημιουργούσε τον κίνδυνο να αναπτυχθεί μισαλλοδοξία έναντι των μη Αθηναίων ή, τουλάχιστον, μια ψυχολογία αλαζονίας. Ο Περικλή υπήρξε θύμα ο ίδιος του νόμου αυτού αφού οι δύο νόμιμοι γιοι του πέθαναν και επέζησε μόνο ο εξ Ασπασίας νόθος γιος του, Περικλής, τον οποίο για χάρη του πατέρα του δέχθηκαν οι Αθηναίοι να πολιτογραφήσουν.

Η μεγάλη εξόγκωση του αριθμού των πολιτών ασφαλώς προκάλεσε βαθιά και πλατειά ικανοποίηση στις κατώτερες τάξεις του λαού και ίσως είναι η κυρία αιτία δημιουργίας κοινού και εντόνου σεβασμού προς το δημοκρατικό καθεστώς αν και, μετά την μεταρρύθμιση του Κλεισθένη μόνο οι ανώτερες τάξεις εξακολουθούσαν να έχουν πρόσβαση στα μεγάλα αξιώματα – άρχοντες, στρατηγοί. Πρέπει, επίσης να τονισθεί ότι η τιμοκρατική διάκριση των τάξεων που είχε θεσπίσει ο Σόλων δεν άλλαξε με την μεταρρύθμιση του Κλεισθένη που, ασφαλώς, επεδίωξε να μην προκαλέσει οξείες αντιδράσεις των αριστίνδην και πλουτίνδην.

Ο Κλεισθένης πρέπει να είχε συνείδηση του πόσο εύκολα ο λαός μπορεί να μεταβληθεί σε δυσκυβέρνητο όχλο και δεν κατήργησε ένα από τα κύρια και αποτελεσματικά μέσα που είχε επινοήσει ο Σόλων, δηλαδή τον περιορισμό τη εξουσίας της Εκκλησίας του Δήμου η οποία δεν μπορούσε να συζητήσει και ν’ αποφασίσει παρά μόνο για τα ζητήματα τα οποία της παρουσίαζε στην ημερήσια διάταξη η Βουλή. Με την πάροδο όμως του χρόνου φαίνεται ότι ο περιορισμός αυτός ατόνησε, προς βλάβην, φυσικά, της εύρυθμης λειτουργίας του πολιτεύματος.

Δεν θεωρώ παράτολμο να πω ότι η Εκκλησία του Δήμου των Αθηναίων, που αριθμούσε μερικές δεκάδες χιλιάδες πολιτών, λειτουργούσε σαν ένα οιονεί δημοψήφισμα, και ας μην αντιπροσώπευε παρά ένα μέρος των πολιτών, αφού η απαιτούμενη απαρτία ήταν, κατά τεκμήριο, 6.000 πολίτες. Και στα σύγχρονα δημοψηφίσματα (ιδίως στην Ελβετία όπου είναι θαμιστικά και για δευτερεύοντα, τοπικά ζητήματα) οι αποχές είναι πολύ μεγάλες. Επίσης στις προεδρικές δημοκρατίες (Η.Π.Α., Γαλλία) το ποσοστό της αποχής είναι τεράστιο. Στις Η.Π.Α. έχει σημειωθεί αποχή 70%. Η λεγομένη άμεση δημοκρατία είναι χωλή.

Άλλη πτυχή της μεταρρυθμίσεως του Κλεισθένη είναι το σύνολο των μέτρων που πήρε για να καταστήσει δυσχερέστατη, α όχι αδύνατη, την εγκαθίδρυση τυραννίας ή ολιγαρχικού καθεστώτος. Τα τελευταία σκληρά χρόνια της τυραννίας του Ιππία και οι διωγμοί τους οποίους έκαμε ο Ισαγόρας πρέπει να είχα προκαλέσει σοβαρό φόβο ενδεχομένης υποτροπής, αλλιώς δε εξηγείται ούτε ο θεσμός της ενιαύσιος θητείας όλων των αξιωμάτων (βουλή – εννέα άρχοντες – στρατηγοί – διαχειριστές δημοσίου χρήματος) ούτε η ανά εικοσιτετράωρο διαδοχή του προέδρου της Φυλής που πρυτάνευε.

Σαφής είναι η βούληση του νομοθέτου που απαγορεύει τη ανάδειξη, στα περισσότερα αξιώματα, του αυτού προσώπου περισσότερο από δύο φορές κατά την διάρκεια της ζωής του!

Στο ίδιο πνεύμα οφείλεται και ο θεσμός του οστρακισμού που ίσως απέτρεψε να σημειωθούν ανωμαλίες, αλλά δημιούργησε αρκετές εντάσεις και, σε μερικές περιπτώσεις, κατέληξε ο αδικία. Σκοπός του θεσμού ήταν να προστατευθεί το πολίτευμα από την φιλοδοξία προσώπου το οποίο θα αποκτούσε τόση ισχύ και θα ήταν τόσο δημοφιλές ώστε να του προσφέρεται πειρασμός να επιβληθεί ως τύραννος.

Ο Θεόπομπος (Frag. Hist. 79b) αναφέρει «…μετά δέ τοῦτο (Ὑπέρβολον) κατελύθη ἀρξαμένου νομοθετήσαντος Κλεισθένους ὅτε τούς τυράννους κατέλυσε, ὅπως συνεκβάλῃ καί τούς φίλους αὐτῶν…». Ασφαλώς ο σκοπός του Κλεισθένη ήταν γενικότερος. Δεν περιοριζόταν στην αποπομπή των φίλων των Πεισιστρατιδών αλλά επεδίωκε να δημιουργήσει δικλείδα ασφαλείας αποτρεπτική κάθε είδους αντιδημοκρατικής φιλοδοξίας.

Για την εφαρμογή του οστρακισμού θεσπίστηκε ειδική διαδικασία, όπως αναφέρει ο Θεόπομπος στο ίδιο απόσπασμα.

Προτού συνέλθει η Εκκλησία του Δήμου, κατά την διάρκεια της 8ης πρυτανείας (ή της 6ης, σύμφωνα με άλλες πηγές) για νι ασκήσει το δικαίωμα του εξοστρακισμού, έπρεπε να προηγηθεί “προχειροτονία”, δηλαδή προκαταρκτική απόφαση της Εκκλησίας του Δήμου, έπειτα από πρόταση της Βουλής, ότι υπήρχε περίπτωση να εφαρμοσθεί ο οστρακισμός. Η απόφαση λαμβανόταν κατ’ αρχήν χωρίς να αναφέρονται ονόματα και μόνο στην δεύτερη Εκκλησία του Δήμου γινόταν ο οστρακισμός, δηλαδή οι Αθηναίοι πολίτες, με απαρτία τουλάχιστον 6.000 παρόντων, έγραφαν σε όστρακο (ένα θραύσμα αγγείου, συνήθως) το όνομα του οστρακιστέου. Όπως διατυπώνει τη φράση του ο Θεόπομπος, δεν καθιστά σαφές αν έπρεπε να συγκεντρωθούν 6.000 όστρακα καταφατικά για να εξοστρακισθεί ένας πολίτης ή αν εξοστρακιζόταν εκείνος που συγκέντρωνε τον μεγαλύτερο αριθμό οστράκων από τα 6.000, αν μάλιστα οι “υποψήφιοι” του οστρακισμού ήσαν περισσότεροι των δύο.

Το αποτέλεσμα του οστρακισμού ήταν σκληρότατο. Ο εξοστρακισμένος έπρεπε, με προθεσμία 10 ημερών, να φύγει από την πόλη αφού κάνει εκκαθάριση της περιουσίας του (!) και να μείνει εξόριστος για 10 χρόνια. Αργότερα η διάρκεια της εξορίας μειώθηκε στα 5 χρόνια. Στις αρχές της εφαρμογής του εξοστρακισμού ο εξόριστος μπορούσε να εγκατασταθεί όπου θέλει εκτός Αττικής, δηλαδή σε πολύ γειτονικές πόλεις, τα Μέγαρα λόγου χάριν ή την Θήβα. Επειδή όμως ο εξόριστος μπορούσε από τόσο κοντά να επικοινωνεί εύκολα με τους φίλους και οπαδούς του, αργότερα έπρεπε να ζει σε μέρος ανατολικά από την ιδεατή γραμμή μεταξύ των ακρωτηρίων Καφηρέως (Κάβο Ντόρο της Ευβοίας) και Σκυλέου (Τσελεβίνια της Πελοποννήσου).

Ο κατάλογος των θυμάτων του εξοστρακισμού προκαλεί έντονη απορία επειδή περιλαμβάνει μεγάλα και ένδοξα ονόματα: Μεγακλής, Ξάνθιππος, Θεμιστοκλής, Αριστείδης, Κίμων, Δάμων (του οποίου ανάστημα ήταν ο Περικλής) και ακολουθούν υποδεέστεροι. Ο Θουκυδίδης ο Μελησίου, ο Τύσανδρος, ο Κλεϊππίδης, ο Ίππαρχος (εγγονός ή δισέγγονος του Πεισιστράτου) ο Καλλιξένης, ο Καλλίας, ο Κυδροκλής και τέλος ο Υπέρβολος, μετά τον εξοστρακισμό του οποίου ο θεσμός ατόνησε γιατί θεωρήθηκε εξευτελισμός η εφαρμογή του επί του Υπερβόλου – ανθρωπάριο ευτελές που δολοφονήθηκε 10 χρόνια περίπου αργότερα στον τόπο της εξορίας του, την Σάμο, από επαναστατημένο αθηναϊκό στρατόπεδο, τα τελευταία χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου.

Ο Πλούταρχος (Θεμιστοκλής, 22) καταδικάζει αυστηρά τον θεσμό του εξοστρακισμού:

«Κόλασις γάρ οὐκ ἦν ὁ ἐξοστρακισμός, ἀλλά παραμυθία φθόνου καί κουφισμός, ἡδομένου τῷ ταπεινοῦν τούς ὑπερέχο­ντας καί τήν δυσμένειαν εἰς ταύτην τήν ἀτιμίαν ἀποπνέοντος».

Ενδεικτικό του ότι ο εξοστρακισμός στερούσε την πολιτεία από τις υπηρεσίες σπουδαίων πολιτών είναι το γεγονός ότι την παραμονή της ναυμαχίας της Σαλαμίνας, ανακλήθηκαν όλοι οι εξόριστοι από την Αίγινα – όπου είχαν εγκατασταθεί. Μεταξύ τους ήταν ο Αριστείδης και ο Ξάνθιππος. Ο Αριστείδης ένα χρόνο αργότερα ήταν ο στρατηγός των Αθηναίων στη μάχη της Πλάταιας και ο Ξάνθιππος στρατηγός του αθηναϊκού στόλου στην ναυμαχία της Μυκάλης – 479 π.Χ.

Τα όσα αναφέρθηκαν για τον οστρακισμό συνδυασμένα με άλλα στοιχεία οδηγούν στην διαπίστωση ότι η αθηναϊκή δημοκρατία ήταν πολίτευμα σκληρό, απαιτητικό, με πολλά συντηρητικά στοιχεία, πολίτευμα επικίνδυνο για τους ηγέτες και πολιτικούς άνδρες που αποφάσιζαν να εμπλακούν στον πολιτικό βίο του άστεως. Το θέμα θα αναπτυχθεί σε επόμενες σελίδες αφού προηγουμένως αναφερθούν και περιγραφούν οι θεσμοί που αποτελούσαν το πολίτευμα, Νομοθετική, Εκτελεστική, Δικαστική εξουσία, μετά την τελευταία μεταρρύθμιση του Εφιάλτη.

Διάκριση εξουσιών κατά την σημερινή σημασία δεν υπήρχε αφού η νομοθετική εξουσία (Βουλή, Εκκλησία) είχε και δικαστικά καθήκοντα, όπως η διεξαγωγή ανακρίσεων με τον διορισμό “μηνυτών” που επιφορτίζονται να την διεξάγουν. Τούτο γινόταν είτε έπειτα από μήνυση ιδιώτου είτε αυτεπαγγέλτως. Την προανάκριση ακολουθούσε ο διορισμός από την Εκκλησία του Δήμου πέντε κατηγόρων ή συνδίκων που υποστήριζαν την κατηγορία. Η Εκκλησία του Δήμου ήταν αρμοδία για πράξεις (εγκλήματα) που έβλαπταν και την πολιτεία. Επί πλέον η Εκκλησία του Δήμου ήταν αρμόδια να κρίνει υποθέσεις “εισαγγελίας”, δηλαδή κατηγορίες οιουδήποτε εναντίον οιουδήποτε για έγκλημα που αφορούσε την κοινή σωτηρία ή για εγκλήματα που αφορούσαν “άγραφα αδικήματα”, δηλαδή αδικήματα που δεν προέβλεπε ο νόμος. Τις περιπτώσεις αυτές μπορούσε να δικάσει η Εκκλησία του Δήμου αμέσως, χωρίς προκαταρκτική διαδικασία. Τούτο σημαίνει ότι στην Αθήνα δεν ίσχυε ο βασικοί κανών του Δικαίου nula poena sine lege.

Και η Βουλή – κύριο εκτελεστικό σώμα – είχε δικαστικά καθήκοντα διότι ήταν ο διαχειριστής του δημοσίου χρήματος κα είχε το δικαίωμα να διατάξει, εκείνη και όχι δικαστήριο, τη· φυλάκιση ενός πολίτου.

Η Βουλή είχε επίσης το δικαίωμα να δέχεται ή να απορρίπτει “εισαγγελίες” τις οποίες κατέθεταν “μηνυτές”. Εάν δεχόταν “εισαγγελία” που αφορούσε πράξεις που είχαν σκοπό την “του δήμου κατάλυσιν” τότε διέτασσε την άμεσο φυλάκιση του μηνυομένου. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο μηνυόμενος μπορούσε να αποφύγει την φυλάκιση παρουσιάζοντας τριτεγγυητή.

ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΣΕ 30 ΤΡΙΤΥΕΣ

 

 

Ο Αρειος Πάγος (Παρένθεση)

Όπως αναφέρει ρητά ο Αριστοτέλης (Αθ. Πολ. 23) ο Άρειο Πάγος “διώκει τήν πόλιν” επί 17 χρόνια μετά τα Μηδικά Όπως θ’ αναπτυχθεί, λεπτομερώς, στο κεφάλαιο Δικαστική Εξουσία, Ἄρειος Πάγος, το ανώτατο αυτό δικαστικό σώμα είχε αποκτήσει εξαιρετικό κύρος διότι είχε σώσει την κατάσταση τι παραμονές της ναυμαχίας της Σαλαμίνος.

Κατόρθωσε να συγκεντρώσει αρκετό ποσόν για να διάνειμε σε κάθε μέλος των πληρωμάτων του στόλου 8 δραχμές κι έτσι τα πληρώματα δέχθηκαν να επιβιβασθούν στα καράβια.

Η ναυμαχία της Σαλαμίνος έγινε το 480 π.Χ. Ο Άρειος Πάγος κυβέρνησε το άστυ επί 17 χρόνια, δηλαδή έως το 463 π.Χ Δύο χρόνια αργότερα, το 461 π.Χ., δολοφονείται ο άκρος δημοκρατικός Εφιάλτης που, μέσα σε δύο χρόνια, κατόρθωσε να εξασθενίσει τον Άρειο Πάγο σε βαθμό ώστε να του στερήσει κάθε μέσον να ασκεί πολιτική εξουσία.

Στα 17 αυτά χρόνια βεβαίως λειτούργησε ομαλά το πολίτευμα της δημοκρατίας αλλά οι εκτεταμένες εξουσίες του Αρείου Πάγου του έδιναν την δυνατότητα να ασκεί μια πραγματική κηδεμονία στην δημόσια ζωή. Ο κύριος μοχλός για την άσκηση της “κηδεμονίας” αυτής ήταν η αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου να δέχεται ή να απορρίπτει όλους τους εκλεγομένους ή κληρουμένους άρχοντες που έπρεπε να υποστούν την “δοκιμασία” ενώπιον του ανωτάτου αυτού δικαστηρίου.

(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Άγγελου Βλάχου

«Η ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»)

Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ TOΥ ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ: ΙΣΟΝΟΜΙΑ

 (αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Μ. Β. Σακελλαρίου

«Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ»

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ της τυραννίδας διαμορφώθηκαν δύο πολιτικά ρεύματα: το ένα με αρχηγό τον Κλεισθένη, το άλλο με αρχηγό τον Ισαγόρα. Κατά τις εκλογές του έτους 508/7 π.Χ. πλειοψήφησε το ρεύμα του Ισαγόρα, ο οποίος εξελέγη ’Άρχων. Με τον Ισαγόρα συντάχθηκαν όλοι σχεδόν οι ευπατρίδες, οι οποίοι συμφωνούσαν μαζί του για την εγκαθίδρυση αριστοκρατικού καθεστώτος. Αλλά μόνοι οι αριστοκράτες δεν θα επαρκούσαν για να τον φέ­ρουν στην εξουσία’ πρέπει λοιπόν να υπερψηφίσθηκε και από μη ευπατρίδες. Πολλοί αγρότες και λαϊκά στοιχεία της πόλεως, από συμπάθεια προς τον Πεισίστρατο, δεν θα είχαν καλές διαθέσεις για τους Αλκμεωνίδες, που υπήρ­ξαν οι πιο αδιάλλακτοι αντίπαλοι του ίδιου και του Ιππία, ενώ θα ήσαν περισ­σότερο πρόθυμοι να εμπιστευθούν ανθρώπους όπως ο Ισαγόρας, που δεν είχαν συγκρουσθεί με τους τυράννους.

Ο Κλεισθένης αντέδρασε προτείνοντας, ως απλός ιδιώτης, κατ’ ευθείαν στο Δήμο σειρά ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων: διεύρυνση του πολιτικού σώματος, ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Δήμου και της Βουλής, καθώς και μέτρα περιοριστικά της πολιτικής και κοινωνικής επιρροής των ευπατριδών. Φυσικά, οι προτάσεις του Κλεισθένη υπερψηφίσθηκαν από τους θήτες, τους εμπορευομένους, ακόμη και μέσους αγροτικούς ιδιοκτήτες, δηλαδή την πλειοψηφία των πολιτών. Ο Ισαγόρας ζήτησε τη βοήθεια των Σπαρτιατών. Με σπαρτιατικό τελεσίγραφο ο Κλεισθένης και όλοι οι Αλκμεωνίδες ξορίσθηκαν. Επειδή οι αριστοκράτες δεν ένοιωσαν ούτε και τότε ασφαλείς, ήλθε στην Αθήνα ο βασιλέας της Σπάρτης, Κλεομένης, με στρατό. Ο Κλεομένης απαίτησε από επτακόσιες δημοκρατικές οικογένειες να εκπατρισθούν, αλλά προσέκρουσε στην αντίσταση της Βουλής, η οποία τότε έδειξε πόσο έντονα εκπροσωπούσε τη δημοκρατική πλειοψηφία του σώματος των πολιτών. Ο Κλεομένης απαίτησε τη διάλυση της Βουλής, αλλά τα μέλη της δεν υπάκουσαν. Παίρνοντας θάρρος από τη στάση των βουλευτών, ο λαός κινήθηκε εναντίον του σπαρτιατικού εκστρατευτικού σώματος και των οπαδών του Ισαγόρα. Σε δύο ημέρες οι Σπαρτιάτες εγκατέλειψαν το αττικό έδαφος μαζί μ’ ένα μέρος των Αθηναίων που είχαν συνεργασθεί μαζί τους. Όσοι δεν μπόρεσαν να φύγουν πέρασαν από δίκη και θανατώθηκαν. Οι Αλκμεωνίδες και οι άλλες οικογένειες επέστρεψαν από την εξορία και η νομιμότητα αποκαταστάθηκε. Αλλά η Αθήνα διέτρεξε και πάλι κινδύνους από τους Σπαρτιάτες και τους συμμά­χους τους που εισέβαλαν από τα δυτικά, καθώς και από τους Βοιωτούς και τους Χαλκιδείς που καιροφυλακτούσαν από βορρά. Οι Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοί τους σταμάτησαν την προέλασή τους, έτσι οι Αθηναίοι διέθεσαν όλες τις δυνάμεις τους με επιτυχία κατά των Βοιωτών και των Χαλκιδέων (506 π.Χ.). Ανάμεσα σε τέτοιους περισπασμούς οι Αθηναίοι έθεταν σ’ εφαρμογή τις μεταρρυθμίσεις που είχαν ψηφίσει το 508/7 και άλλες που ψήφιζαν τώρα. Ώς το 505/4 είχε περατωθεί το ουσιαστικό μέρος του όλου έργου που ολοκληρώθηκε το 501/0 π.Χ. Οι μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη εκτείνονται σε πολλούς τομείς.

Ο Κλεισθένης διεύρυνε το πολιτικό σώμα των Αθηναίων εισάγοντας σ’ αυτό ξένους, όπως φαίνεται από τις ακόλουθες δύο ενδείξεις. Η μία από αυτές είναι ένας αθηναϊκός νόμος αρχαιότερος από τον 5ον αιώνα π.Χ., που επέβαλε στις φρατρίες να δεχθούν ως μέλη τους άτομα που χαρακτηρίζονται ὀργεῶνες και επί πλέον όριζε ότι αυτά τα άτομα θα είχαν τα ίδια δικαιώματα με άτομα που χαρακτηρίζονται ὁμογάλακτες (λέξη σύνθετη από ὁμός και γάλα), ή γενῆται (μέλη γένους, ευγενείς). Προφανώς, οι δύο τελευταίοι όροι δήλωναν άτομα που συνδέονταν με συγγένεια. Σ’ αντιδιαστολή, οι ὀργεῶνεςδεν είχαν αυτή την ιδιότητα. Η άλλη ένδειξη προσφέρεται από την πληροφορία ότι κατά τους κλασσικούς χρόνους οιφρατρίες περιλάμβαναν θιάσους που είχαν ως συνεκτικό δεσμό μια κοινή λατρεία. Στο συνδυασμό των δύο αυτών ενδείξεων στηρίζεται η εύλογη υπόθεση ότι οι θίασοι ήσαν τεχνητές ομάδες που συγκροτήθηκαν από το κράτος με αποστολή να συνάψουν άτομα χωρίς συγγενικούς δεσμούς και ότι αυτά τα άτομα ήσαν οι λεγόμενοι ὀργεῶνες. Για ποιο λόγο θα έγιναν δεκτοί στις φρατρίες άτομα ξένα προς αυτές; Η απάντηση που δίνεται είναι λογική: πρόκειται για νέους πολίτες, ξένης καταγωγής, ενδεχομένως και μετοίκους, στοιχεία εγκατεστημένα στην Αττική από πολλούς αιώνες, ίσως από την εποχή των μετακινήσεων που σημειώθηκαν στο τέλος της μυκηναϊκής εποχής και αργότερα. Γιατί όμως οι νέοι πολίτες και τα μέλη των οικογενειών τους έπρεπε να ενταχθούν σε φρατρίες; Επειδή οι πολίτες έπρεπε να είναι μέλη της πολιάδας κοινότητας και οι φρατρίες ήσαν οι υποδιαιρέσεις αυτής της κοινότητας (βλ. σελ. 19, 59). Οι πηγές μας δεν αναφέρουν τον εισηγητή αυτού του νόμου, αλλά υποτίθεται πως ήταν ο Κλεισθένης, επειδή ταιριάζει με το όλο πνεύμα των μεταρρυθμίσεων του Κλεισθένη, και μάλιστα με έναν άλλο νεωτερισμό του, ο οποίος απέβλεπε στην εξάλειψη των ενδείξεων που διαφοροποιούσαν τους πολίτες ως προς την καταγωγή τους, μέτρο που θα μνημονευθεί πιο κάτω (σελ. 104). Οι νέοι πολίτες αναφέρονται στις πηγές με το χαρακτηριστικό όνομα νεοπολῖται.

Η διεύρυνση του πολιτικού σώματος και η σύγχρονη εισδοχή των νέων πολιτών στις φρατρίες και δι’ αυτών στην πολιάδα κοινότητα συνδέθηκαν από τον Κλεισθένη με δύο άλλες πρωτοτυπίες: την αντικατάσταση των τεσσάρων παραδοσιακών φυλών από δέκα τεχνητές, σ’ επίπεδο ανωτέρων μονάδων και την αντικατάσταση των φρατριών από τους δήμους, στο ρόλο των βασικών μονάδων πλαισιώσεως των πολιτών και διαιρέσεων του πολιτικού σώματος. Οι δήμοι ήσαν δομημένες και αυτοδιοίκητες κοινότητες που ένωναν όχι συγγενείς ή θεωρουμένους συγγενείς, αλλά συντοπίτες. Κάθε πολίτης, παλαιός ή νέος, εγγράφηκε στο ληξιαρχικόν γραμματεῖον του δήμου όπου βρέθηκε να κατοικεί. Ο Κλεισθένης κατένειμε τους δήμους σε τριάντα τριττύες: δέκα στο ἄστυ (Αθήνα, Πειραιά, προάστια), δέκα στην Παραλία (όλα τα παράλια της Αττικής) και δέκα στη Mεσογαία (το εσωτερικό). Καθεμιά από τις νέες φυλές απαρτίσθηκε από τρεις τριττύες, όχι συνεχόμενες γεωγραφικά, αλλά απομακρυσμένες μεταξύ τους αφού βρίσκονταν μια στο ἄστυ άλλη στην Παραλία και άλλη στη Mεσογαία (εικόνα 2). Ο Κλεισθένης σχημάτισε τις νέες φυλές με αυτόν τον τρόπο, γιατί τις προόρισε να λειτουργούν και ως εκλογικοί σύλλογοι χωρίς τοπικά όρια, έτσι ώστε να περιορίζεται η επίδραση των τοπικών ευγενών και να εξουδετερώνονται τα τοπικά συμφέροντα. Για την ονοματο­θεσία των νέων φυλών ο Κλεισθένης υπέβαλε στο μαντείο των Δελφών έναν κατάλογο εκατό ηρώων της Αττικής και ζήτησε από αυτό να επιλέξει τα δέ­κα. Ο καθένας από τους ήρωες που επέλεξε το μαντείο ορίσθηκε επώνυμος ήρως μιας φυλής. Έτσι οι φυλές πήραν τα ακόλουθα ονόματα με την εξής επί­σημη σειρά: Ἐρεχθηίς, Λίγηίς, Πανδιονίς, Ἀβοντίς, Ἀκαμαντίς, Οἰνηίς, Κεκροπίς, Ἱπποθοωντίς, Αἰαντίς, Ἀντιοχίς. Αυτές οι φυλές είχαν συνέλευση των μελών τους, αιρετούς άρχοντες, έσοδα και έξοδα, αρχεία. Οι τέσσερες παραδοσιακές φυλές και οι φρατρίίς, αποψιλωμένες από τις δικαιοδοσίες και τις αποστολές που είχαν ώς τότε μέσα στον κρατικό μηχανισμό, εξακολούθησαν να λειτουργούν ως κοινωνικά και θρησκευτικά σωματεία. Έτσι προσέγγισαν το χαρακτήρα που είχαν πριν από την ανάπτυξη του κράτους, δηλαδή έγιναν αποκλειστικός χώρος της πολιάδας κοινότητας. Ωστόσο δεν έπαψαν να ελέγχονται από το κράτος και να εγγίζουν κάποιες περιοχές της δράσεώς του. Ως και τον 4ον αιώνα π.Χ. οι ευπατρίδες Φυλοβασιλεῖς θα δικάζουν ως κρατικοί ἄρχο­ντες ζώα ή αντικείμενα που προκάλεσαν το θάνατο ανθρώπου, οι επίσης ευπατρίδες ἐξηγηταί των φυλών θα ερμηνεύουν το ιερό δίκαιο, οι φρατρίες θα στέλνουν στα κρατικά δικαστήρια δέκα μέλη τους, επίσης εκλεγμένα μεταξύ των ευγενών, για να υποστηρίζουν τα συμφέροντα της πλευράς που έπεσε θύμα ανθρωποκτονίας.

H METARYTHISH TOU KLEISTHENHΕπί πλέον του ότι συναπάρτισε από δήμους τις νέες φυλές, ο Κλεισθένης ανέθεσε στους δήμους μόνιμες κρατικές λειτουργίες. Δύο από αυτές, η δοκιμασία των εφήβων κάθε δήμου από τη συνέλευση των δημοτών και η εγγραφή τους στο οικείο ληξιαρχικόν γραμματέων, αποτελούσαν προϋποθέσεις για την απόκτηση της ιδιότητας του Αθηναίου πολίτη (βλ. σελ. 130). Παράλληλα οι δήμοι ρύθμιζαν τοπικές υποθέσεις τους: σχετικές αποφάσεις λαμβάνονταν από τη συνέλευση των δημοτών και εκτελούνταν από τον Δήμαρχο, αιρετό άρχοντα. Για να επιτελούν τις λειτουργίες τους, οι δήμοι είχαν ιδιαίτερα έσοδα και έξοδα, καθώς και αρχεία.

Ως την κλεισθένεια νομοθεσία οι ευγενείς ονομάζονταν με το προσωπικό τους όνομα και με το όνομα του γένους τους: π.χ. Κλεισθένης Μεγακλέους Αλκμεωνίδης. Ο Κλεισθένης όρισε ότι όλοι οι Αθηναίοι θα ονομάζονταν με ενιαίο τρόπο: προσωπικό όνομα, πατρωνύμιο, δημοτικό. Έτσι συγκαλύφθηκαν οι ενδείξεις για το αν ένας πολίτης ήταν από τους παλαιούς ή από τους νέους, αν καταγόταν ή όχι από αριστοκρατική γενιά. Σχετική είναι η μαρτυ­ρία: ὅθεν ἐλέχθη καί τό μή φυλοκρινεῖν πρός τούς ἐξετάζειν τα γένη βουλομένους. Δηλαδή όσοι έψαχναν να βρουν σε ποιο γένος ανήκε κανείς προτρέπονταν να πάψουν να κάνουν διακρίσεις σύμφωνα με την καταγωγή. Δεν ξέρουμε αν αυ­τή η μαρτυρία απηχεί νομικό κείμενο του Κλεισθένη ή ανακλά αντιδράσεις της δημοκρατικής κοινής γνώμης σε περιπτώσεις συνεχίσεως της αριστοκρατικής συνήθειας να αναφέρουν το όνομα του γένους τους ή εμφανίσεως ενδιαφέροντος για την καταγωγή κάποιου πολίτη εκ μέρους άλλου.

Οι άλλοι νεωτερισμοί του Κλεισθένη ήσαν θεσμικοί. Ο νομοθέτης έδωσε στο Δήμο το δικαίωμα να αποφασίζει περί πάντων. Επειδή ο Δήμος περιλάμ­βανε ήδη από την εποχή του Σόλωνα όλους τους Αθηναίους, αυτός ο νεωτερισμός του Κλεισθένη έκαμε αυτόματα τη λαϊκή κυριαρχία πραγματικότητα για πρώτη φορά στην Αθήνα και στην ιστορία γενικά. Ως προς την αιρετή Βουλή, ο Κλεισθένης πρόσθεσε δικαιοδοσίες σ’ εκείνες που της είχε αναθέσει ο Σόλων. Κατά τις πηγές μας, ο Κλεισθένης κατέστησε τη Βουλή σύνεργό των ἀρχόντων στη διοίκηση και εποπτεύουσα ἀρχή των λειτουργιών του κράτους. Πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι ο Κλεισθένης ήταν εκείνος που εγκαινίασε το σύστημα των Πρύτανεων και τουἘπιστάτου των Πρύτανεων. Ακόμη μετέφερε την ανάδειξη των Βουλευτών από τις παλαιές φυλές στις νέες, όρισε η κάθε νέα φυλή να εκπροσωπείται με 50 βουλευτές, συνακόλουθα αύξησε τον αριθμό των βουλευτών από 400 σε 500. και κατέστησε τους θήτες εκλόγιμους σε τούτο το σώμα. Οι πηγές αποδίδουν στον Κλεισθένη επίσης την ίδρυση της συλλογικής ἀρχῆς των δέκα Στρατηγών, ενός από κάθε φυλή, τον ὀστρακισμό και τον βουλευτικόν ὅρκον. Οι πρώτοι Στρατηγοί εκλέχθηκαν το 501/0 π.Χ. Το ίδιο έτος καθιερώθηκε και. ο βουλευτικός ὅρκος, που δέσμευε τους βουλευτές αφ’ ενός να συντρέχουν με λόγο και με έργα, με την ψήφο τους και με τα χέρια τους στη θανάτωση εκείνων που θα έκαναν απόπειρα να καταλύσουν το πολίτευμα, καθώς και των συνεργών τους και αφ’ ετέρου να τιμούν ως όσιον τον πολίτη που θα σκότωνε τον τύραννο. Ο νόμος περί ὀστρακισμοῦ, που δεν ήταν 7τοινή, αλλά πολιτικό μέτρο ]Αε σκοπό την απομάκρυνση από την πόλη προσώπων υπόπτων για πρόθεση να καταλάβουν την εξουσία παράνομα, εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά το 487 π.Χ.

Όλοι οι νεωτερισμοί του Κλεισθένη είναι σημαντικοί και μαζί συγκροτούν ένα πρωτότυπο σύνολο. Μερικοί όμως υπήρξαν επαναστατικοί. Ένας από αυτούς, η διεύρυνση του σώματος των πολιτών και της πολιάδας κοινότητας με ξένους αντιστρατευόταν στην τάση της κοινότητας να μένει κλειστή. Αυτή η τάση, που ήταν πολιτισμική, υπερνικήθηκε από μια πολιτική πρόθεση: την ανάγκη για τις μεταρρυθμιστικές δυνάμεις να αποκτήσουν μεγαλύτερα περιθώρια πλειοψηφίας στο Δήμο. Ωστόσο, το μέτρο της διευρύνσεως του πολιτικού σώματος πέραν των ορίων της πολιάδας κοινότητας δεν ήταν πρωτόγνωρο. Επί πλέον, οι παλαιότερες εφαρμογές του είχαν λάβει έκταση πολύ πιο μεγάλη από την έκταση που έδωσε σε τούτο το μέτρο η κλεισθένεια νομοθεσία (βλ. σελ. 580-581).

Ο Κλεισθένης πρωτοτύπησε σε δύο σημεία: Πρώτον, ενώ εκείνα περιορίζονταν σε προσθήκες νέων φυλών στις προϋφιστάμενες, ο Κλεισθένης δημιούργησε ένα τελείως νέο φυλετικό σύστημα. Δεύτερον, φρόντισε ώστε οι φυλές που συγκρότησε να μην έχουν εδαφική συνοχή. Για ποιο λόγο; Επειδή ανάμεσα στον Σόλωνα και στον Κλεισθένη είχε συσσωρευθεί μια πείρα ογδόντα ετών. Από τη μια μεριά είχε φανεί ότι το πολίτευμα του Σόλωνα δεν εμπόδιζε τους λίγους να επηρεάζουν τους πολλούς, ότι ο λαός δεν εξέλεγε παρά αριστοκράτες, ότι οι εκλεγμένοι ’Άρχοντες μπορούσαν να κατακρατούν την εξουσία με συγκατάθεση ή ανοχή μεγάλου μέρους του λαού και ότι ο Πεισίστρατος έγινε τύραννος με δημαγωγικά μέσα. Από την άλλη μεριά είχε διαπιστωθεί ότι οι ευγενείς και ο Πεισίστρατος επηρέαζαν συγκεκριμένες λαϊκές δυνάμεις καλλιεργώντας πελατειακές σχέσεις και ασκώντας ηθική επιβολή μέσα στα όρια κάποιας περιοχής. Το νέο φυλετικό σύστημα δικαίωσε τις προσδοκίες του δημιουργού του. Εξ άλλου φάνηκε ότι οι νέες φυλές δεν επηρεάζονταν από τοπικά συμφέροντα.

Επίσης οι διαφορές μεταξύ των προκλεισθενείων και των κλεισθενείων φυλών εμφανίζουν ριζοσπαστικά στοιχεία. Οι προκλεισθένειες ήσαν «φυσικές», θεωρούνταν ως αιματοσυγγενικές, αποτελούσαν συστατικά στοιχεία της πολιάδας κοινότητας και είχαν σχηματισθεί σε συνάφεια μαζί της οι δεύτερες ήσαν σχεδιασμένες, τεχνητές, και τμήματα ενός προϋπάρχοντος σώματος, που ήταν εξ άλλου όχι πολιτισμικό και οιονεί αιματοσυγγενικό, αλλά πολιτικό: του σώματος των πολιτών.

Ενώ έληγε ο 6ος αιώνας π.Χ., οι φρατρίες δεν ήσαν πια ανόθευτες ενώσεις συγγενικών οικογενειών, μερικές μάλιστα ήσαν εξ ολοκλήρου τεχνητές. Και αυτές όμως λογίζονταν και συμπεριφέρονταν ως αιματοσυγγενικές ομάδες. Οι δήμοι, αντίθετα, αποτελούσαν τοπικές κοινότητες τα μέλη των οποίων μπορούσαν να ανήκουν σε διαφορετικές φρατρίες. Έτσι ο Κλεισθένης, τοποθετώντας στη θέση των φρατριών τους δήμους και στη θέση των παραδοσιακών φυλών τις δικές του, τεχνητές, φυλές, οι οποίες βασίζονταν σε δήμους. αντικατέστησε σε πολιτικό επίπεδο την αιματοσυγγένεια με την εντοπιότητα. Μέ­σα σε κάθε &?μο, που περιλάμβανε κάθε συντοπίτη, αδιάφορα από την όποια προέλευσή του, ευγενική ή λαϊκή, παλαιά αθηναϊκή ή νεοπολιτική, συμπλησίασαν και εξισώθηκαν ετερόκλητα στοιχεία.

Κορυφαία όμως επαναστατική πρωτοτυπία του Κλεισθένη υπήρξε η ανάθεση στο Δήμο της εξουσίας να αποφασίζει κυριαρχικά περί πάντων, μ’ επακόλουθο την καθιέρωση της λαϊκής κυριαρχίας.

Από τον κύκλο του Κλεισθένη πλάστηκαν και κυκλοφόρησαν οι όροι ἰσό­νομος και ἰσονομία. Αυτοί, καθώς και οι όροιἰσηγορία και ἰσοκρατία, που επίσης δόθηκαν στο πολίτευμα του Κλεισθένη, εξήραν τα χαρακτηριστικά αυτού του πολιτεύματος που, στα μάτια των υποστηρικτών του, το διέκριναν από το προγενέστερο καθεστώς, την τυραννίδα (βλ. σελ. 323-325).

Σε σύγκριση με το πολίτευμα του Σόλωνα οι μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη αφ’ ενός περιόρισαν το πολιτικό βάρος των ευπατριδών, αφ’ ετέρου αύξησαν το πολιτικό βάρος των υπολοίπων τελῶν. Στο εσωτερικό όμως του νέου καθεστώτος διατήρησαν αρκετές ανισότητες μεταξύ των τελῶν. Έτσι ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ των τελῶν δεν επηρεάσθηκε ακόμη από τις αναλογίες των αριθμητικών μεγεθών, όπου υπερτερούσαν οι θῆτες, ακολου­θούσαν οι ζευγῖται, υστερούσαν οι ἱππεῖς και στο τέλος έρχονταν οι πεντακοσιομέδιμνοι, μεταξύ των οποίων διακρίνονταν οι ευπατρίδες. Οι ἱππεῖς, οι ζευγῖται και οι θῆτες θα διεκδικήσουν τα επόμενα χρόνια διαρκώς περισσότερα δικαιώματα. θα τα αποκτήσουν χωρίς ρήξεις, γιατί οι μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη έχουν ανοίξει το δρόμο σ’ επόμενες δημοκρατικές κατακτήσεις.

Η  ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ  ΤΟΥ  ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ

 

 «Με μια θαυμαστή καθαρότητα σκέψης ολοκλήρωσε το έργο που άφησε ο Σόλων, και έδωσε στο δημοκρατικό σύνταγμα της Αθήνας την τελειωτική του μορφή (508/7). Ήθελε να εμποδίσει την επιστροφή της τυραννίας, να διαλύσει την ισχυρή οργάνωση που είχε αποκτήσει η αριστοκρατία στις φρατρίες και στις τέσσερις ιωνικές φυλές, να αποτρέψει τις κοινωνικές τάξεις να ενωθούν κατά περιοχή.[…] Δημιουργήθηκαν περιφέρειες, όπου ταξινομήθηκαν όλοι οι πολίτες σύμφωνα με την κατοικία τους. Ολόκληρη η χώρα μοιράστηκε σε δήμους, μικρές κοινότητες, κάθε μια από τις οποίες είχε τη συνέλευσή της, τους άρχοντές της, τη διοίκησή της. Κάθε πολίτης γράφτηκε στον κατάλογο ενός δήμου, και το δημοτικό όνομα, προστιθέμενο στο ατομικό όνομά του, απόδειχνε την ιδιότητα του πολίτη. Όλοι οι δήμοι, των οποίων ο αριθμός ξεπερνούσε αισθητά την εκατοντάδα, έπρεπε να μοιραστούν σε δέκα φυλές, οι οποίες μ’αυτόν τον τρόπο, δεν ήταν πια συγγενικές, αλλά τοπικές. Ήταν λοιπόν αδύνατο στις παλαιές φυλές να ξαναβρεθούν μέσα στις καινούργιες. Αλλά υπήρχε κίνδυνος, με τη συμμαχία των γειτονικών φυλών, να συνεχιστούν οι αντιθέσεις των περιοχών. Για να αποφύγει αυτό τον κίνδυνο, ο Κλεισθένης βρήκε έναν πολύ έξυπνο τρόπο. Σκέφτηκε ότι ήταν χρήσιμο να συστήσει οργανισμούς ενδιάμεσους των δήμων και των φυλών. Χώρισε λοιπόν κάθε μια από τις τρεις περιοχές της Αττικής, το Άστυ, την Παραλία και τη Μεσογαία, σε δέκα τομείς και παραχώρησε με κλήρο σε κάθε φυλή έναν τομέα από κάθε περιοχή. Μ’αυτόν τον τρόπο, κάθε φυλή είχε τρεις ομάδες δήμων, τρείς τριττύες.

Ο Κλεισθένης απέβλεπε στη διάσπαση των τοπικιστικών παρατάξεων και τον περιορισμό της δυνατότητας επηρεασμού των ασθενέστερων πολιτών από έναν αριστοκράτη αρχηγό η οποία παλαιότερα είχε οδηγήσει σε τυραννικά καθεστώτα. Συγκεκριμένα αμέσως μετά το Σόλωνα εμφανίζονται στην Αττική τρεις παρατάξεις (παράλιοι: ασχολούνταν με το εμπόριο, την αλιεία τη ναυσιπλοία κλπ, οι πεδιακοί: πλούσιοι γαιοκτήμονες ευγενικής ή μη καταγωγής, διάκριοι: αγρότες υποβαθμισμένων περιοχών ή οπλίτες που ζητούσαν αναδασμό της γής), οι οποίες πιθανόν εξέφραζαν τους ανταγωνισμούς τριών αριστοκρατών (Μεγακλή, Λυκούργου, Πεισίστρατου αντίστοιχα) και των οπαδών τους που κατάγονταν απ’; τις περιοχές αυτές, οι οποίοι είχαν ως κύριο στόχο την κατάληψη της εξουσίας και τη διατήρηση των μεταρρυθμίσεων του Σόλωνα ή την καταστρατήγησή τους. Γι’ αυτό ο Κλεισθένης χώρισε τις τριττύες ανά δέκα: δέκα «περί το άστυ», δέκα «παράλιες» και δέκα «μεσόγειες», και ύστερα, με κλήρο, δόθηκαν σε κάθε φυλή πάλι τρεις τριττύες, αλλά μία από κάθε τομέα (άστυ, παραλία, μεσογαία).

 

Εκηβόλος

 […] Το δεκαδικό σύστημα των φυλών εφαρμόστηκε σε όλη την πολιτική και διοικητική οργάνωση της πόλης. Η βουλή αποτελείται από 500 μέλη, 50 κατά φυλή, παρμένα από τους δήμους ανάλογα με τον πληθυσμό τους. Κάθε μια φυλή της βουλής(οι βουλευτές κάθε φυλής) σχηματίζει, εκ περιτροπής, μια μόνιμη επιτροπή για το ένα δέκατο του έτους. Επειδή οι άρχοντες ήταν εννιά, τους προσθέτουν κι ένα γραμματέα, έτσι ώστε οι δέκα φυλές να αντιπροσωπεύονται στο συλλογικό όργανο. Ο στρατός υποδιαιρείται σε δέκα τμήματα που λέγονται επίσης φυλαί, και καθένα τους διοικείται από ένα φύλαρχο.

Σε όλες τις περιστάσεις ο λαός εμφανίζεται χωρισμένος σε δέκα ομάδες.

Απλή, καθαρά λογική κατασκευή, και γι’ αυτό αντίθετη σε κάθε παράδοση, το δεκαδικό σύστημα αποτελεί ουσιαστικό μέρος του δημοκρατικού πολιτεύματος, όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά και σε πολλές Ελληνικές πόλεις που ελευθερώθηκαν από το ολιγαρχικό πολίτευμα».

 Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ «ΠΟΛΙΣ», Gustave Glotz

 

Η αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης του Κλεισθένη εκπορεύτηκε απ’ την ανάγκη αντιπροσώπευσης του συνόλου των πολιτών ή της πλειοψηφίας, ήτοι τη διεύρυνση της πολιτικοποίησης.

 

(Για τον τίτλο του αποσπάσματος που ακολουθεί

Εκηβόλος)

 

…Για να δημιουργηθεί πολιτική ταυτότητα και παρουσία των πολιτών στην πολιτική σκηνή , όπου αυτή η ταυτότητα θα αποκτούσε, υπόσταση, ήταν απαραίτητες πολλές θεσμικές προϋποθέσεις. Ο κύκλος των ελεύθερης βούλησης ρυθμιστών του πολιτικού καθεστώτος έπρεπε να διευρυνθεί ουσιαστικά. Τότε έγινε δυνατόν, μάλλον για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, να διαχωριστεί το πολιτικό από το κοινωνικό καθεστώς και να γίνει σε σημαντικό βαθμό αυτόνομο. Γιατί το νέο σύνταγμα έδινε εξουσία σε μια ολόκληρη τάξη πολιτών, τα μέλη της οποίας δεν μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να αναμετρηθούν σαν άτομα με τους αριστοκράτες. Έτσι, αν και εξακολουθούσαν να υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες τάξεις, οι πολίτες αυτοί θα μπορούσαν στο εξής να υπερισχύουν πολιτικά των ευγενών ή τουλάχιστον να τους έχουν υπό έλεγχο.

Η νέα τοποθέτηση επί του πολιτικού καθεστώτος, οι νέοι θεσμοί και η νέα πολιτική ταυτότητα αποτελούν τις τρεις διαστάσεις κατά τις οποίες μεταμορφώθηκε η Αθήνα της εποχής του Κλεισθένη. Δεν γνωρίζουμε πώς και κατά πόσο είχαν συναίσθηση αυτής της μεταμόρφωσης οι Αθηναίοι, αλλά τουλάχιστον ένα πράγμα πρέπει να ήταν σαφές: αρκετά μεγάλη μερίδα πολιτών ήθελε μελλοντικά ενεργό και συστηματική στα κοινά και έπρεπε να βρεθούν τρόποι αντιπροσώπευσης της βούλησής της.

Το πρόβλημα της αντιπροσώπευσης της βούλησης του συνόλου ή μιας πλειοψηφίας των πολιτών σε ένα σημείο προέκυψε επανειλημμένα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Ρώμη και στη συνέχεια σε πολλές ιστορικές στιγμές των μέσων και των νεότερων χρόνων, αλλά και πρόσφατα. ¨ομως ενώπιον των Ελλήνων το πρόβλημα τέθηκε με τρόπο μοναδικό από πολλές ουσιαστικές απόψεις. Εδώ οι δυνατότητες, οι δυσκολίες και οι ανάγκες ήταν διαφορετικές.

Μόνο όταν αναγνωρίσουμε αυτό το πρόβλημα, πιο συγκεκριμένα τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο τέθηκε στην Αθήνα, θα κατανοήσουμε τη μεγάλη μεταρρύθμιση, με την οποία ο Κλεισθένης έδωσε σάρκα και οστά στην ισονομία…

 

Όλα όσα γνωρίζουμε συνηγορούν υπέρ του ότι η έννοια της δημοκρατίας ήταν ακόμη άγνωστη στον Κλεισθένη και τους συγχρόνους του. Συνεπώς δεν μπορεί πρόθεσή τους να ήταν η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Σήμερα τείνουμε περισσότερο να προσδιορίσουμε το πολίτευμα που δημιουργήθηκε τότε με τον περισσότερο αρμόζοντα, χρονικά, όρο ισονομία. Εν πάση περιπτώσει, φαίνεται βέβαιο ότι ήταν πολύ βαθιά η αλλαγή που εισήγαγε ο Κλεισθένης και ότι η μεταρρύθμισή του υπήρξε το αποφασιστικό βήμα προς την αποτελεσματική και συστηματική συμμετοχή της ευρύτερης μάζας του αθηναϊκού πληθυσμού στα πολιτικά πράγματα· κατά συνέπεια ίσως ήταν ένα βήμα προς την κατεύθυνση της δημοκρατίας…

 

Ένα όμως πολύ απλό ερώτημα γεννιέται: πώς ήταν δυνατόν η μεταρρύθμιση της διοικητικής δομής ενός δήμου και η δημιουργία ή η ανασύσταση ενός συμβουλευτικού σώματος, ανταγωνιζόμενου την παλιά Βουλή των ευγενών, να αποβεί τόσο σημαντική, ώστε να δημιουργήσει

τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανάδυση της δημοκρατίας;…

 

Είναι σαφές ότι, κερδίζοντας τον λαό με το μέρος του, ο Κλεισθένης επιδίωκε την εξουσία, τόσο για τον εαυτό του όσο και για το γένος του. Εντούτοις τα συμφέροντά του πρέπει να ήταν εν μέρει όμοια ή τουλάχιστον παράλληλα με τα συμφέροντα των πολιτών στους οποίους απευθυνόταν. Αυτή ακριβώς η περιοχή μερικής σύμπτωσης είναι που μας ενδιαφέρει εδώ.

 

Δεν είναι εύκολο να κατανοήσουμε γιατί ήταν αναγκαίο να υποδιαιρεθεί ο πληθυσμός των έτσι και αλλιώς μικρών ελληνικών κοινοτήτων σε όλο και μικρότερες ομάδες. Μπορούμε να υποθέσουμε πως αυτή η διαίρεση διέθετε μια πρακτική πλευρά, χάρη στις διαμεσολαβητικές λειτουργίες της. Έτσι χρησιμοποιήθηκε για την κατανομή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ακόμη και των στρατιωτικών καθηκόντων. Ο στρατός ήταν οργανωμένος με βάση τις φυλές. Ταυτόχρονα ο πολίτης ήταν σε θέση να φροντίζει τα συμφέροντά του μέσα στην κοινωνία, με τη βοήθεια των συντρόφων του στις διάφορες ομάδες όπου ανήκε. Όμως αναμφίβολα πολύ σημαντικότερος ήταν ο ρόλος του συστήματος να προσφέρει προστασία και κοινωνική θέση στον πολίτη, καθώς και την αίσθηση ότι ανήκε σ΄ ένα είδος οικογένειας, τόσο στον άμεσο χώρο της καθημερινής του ζωής όσο και στον χώρο της ευρύτερης κοινότητας. Αυτό πρέπει να το κατανοήσουμε πλήρως· όποιος δεν ανήκε σε φρατρία, ο αφρήτωρ, βρισκόταν εκτός κοινότητας και δεν είχε δικαιώματα… Οι Έλληνες πίστευαν ότιή από κοινού συμμετοχή σε λατρεία και θυσία δημιουργούσε ισχυρούς δεσμούς. Όταν παντρευόταν κάποιος, παρουσίαζε τη νύφη στα υπόλοιπα μέλη της φρατρίας σε ειδικό θυσιαστικό συμπόσιο. Όποιος αποκτούσε γιό, τον παρουσίαζε εκεί τελετουργικά, για να ενταχθεί, όταν ενηλικιωνόταν, στον κατάλογο των μελών της φρατρίας. Από τη στιγμή που ο νέος γινόταν δεκτός στη φρατρία, αποκτούσε και πολιτικά δικαιώματα (με την πρώιμη μορφή τους)· μόνο αν ήσουν μέλος φρατρίας μπορούσες να γίνεις αθηναίος πολίτης. Η φρατρία αποτελούσε επομένως τον χώρο όπου οι πολίτες συναντούσαν ο ένας τον άλλο με δημόσια ιδιότητα, ενώ ταυτόχρονα ήταν και η νομιμοποιούσα αρχή των σημαντικότερων γεγονότων της ιδιωτικής ζωής…

 

Ό, τι ίσχυε για τη φρατρία, ίσχυε ως ένα βαθμό και για τις ανώτερες και κατώτερες υποδιαιρέσεις. Αυτές καθόριζαν σε διαφορετικό βαθμό το «περιβάλλον» του αθηναίου πολίτη και μέσω αυτών δεσμευόταν με διάφορες μορφές υποχρέωσης αλληλεγγύης, άλλες στενότερες και άλλες ευρύτερες. Μόνο μέσω αυτών των υποχρεώσεων γινόταν ο Αθηναίος μέλος της κοινότητας της πόλης και εξασφάλιζε το ότι δεν θα ζούσε σε απομόνωση…Τέτοιες σχέσεις μέσα στις διάφορες ομάδες, μπορούσαν να συνυπάρχουν με διαφορές και αντιθέσεις. Κατά πόσο συνέβαινε αυτό στην Αθήνα δεν μας είναι γνωστό. Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι υποδιαιρέσεις της κοινότητας μπορούσαν να οδηγήσουν σε συγκρούσεις, αλλά μπορούσαν να βοηθήσουν στην εξουδετέρωση συγκρούσεων. Αντιμετωπίζοντας με σεβασμό ορισμένες διαφορές και αντιθέσεις, κατάφερναν να διατηρούν ένα μέγιστο ενότητας…

 

Μέσα σ΄ αυτή την οικογένεια όμως υπήρχε μια δεσπόζουσα διαφορά· η διαφορά ανάμεσα στο υψηλό και το χαμηλό, το ευγενές και το λαϊκό. Οι αριστοκρατικές οικογένειες είχαν τον έλεγχο των υποδιαιρέσεων, τα υπόλοιπα μέλη ήταν εξαρτημένα από αυτές με πολλούς τρόπους…Οι κοινοί θνητοί αποτελούσαν λοιπόν, κατά μία έννοια, πελάτες των αριστοκρατών και οι δεσμοί αυτοί ήταν ιδιαίτερα στενοί και οργανωμένοι στο πλαίσιο κάθε ομάδας.

Δεχόμαστε ότι οι πραγματικές σχέσεις ευγενών και κοινών θνητών ήταν εξαρτημένες από τις γενικά επικρατούσες στην κοινότητα ταξικές σχέσεις. Χωρίς αμφιβολία, τις χαρακτήριζε συχνά πατριαρχική αυστηρότητα. Όταν όμως στα τέλη του 7ου και αρχές του 6ου αι. έκανε και στην Αθήνα την εμφάνισή της η βαθιά κοινωνική κρίση της αρχαϊκής Ελλάδας, συνταράζοντας και δημιουργώντας σύγχυση στις παραδοσιακές κοινωνικές σχέσεις, πρέπει να επλήγησαν και οι υπάρχοντες δεσμοί στις διάφορες ομάδες της πόλης. Οι χρεωμένοι αγρότες βυθίζονταν συχνά στην ανέχεια, εξαιτίας πιέσεων αριστοκρατών της ομάδας τους, και όταν η ασυγκράτητη οργή των αγροτών απείλησε να μετατραπεί σε ανοιχτή στάση, στην αρχή του 6ου αι., οι σχέσεις μέσα στις ομάδες πρέπει να έφτασαν σε επικίνδυνο σημείο. Τελικά η τυραννία του Πεισίστρατου δεν θα πέρασε χωρίς να επηρεάσει τις «συνήθεις φιλικές σχέσεις»: οι αγρότες επωφελήθηκαν από την καλή θέληση των κυβερνώντων, που ως ένα βαθμό περιόρισε την αλλοτινή επιρροή και ελευθερία δράσης της αριστοκρατίας. Αλλά οι παλιές σχέσεις και η παραδοσιακή κυριαρχία των αριστοκρατών μέσα στις φρατρίες δεν είχαν ακόμη περιπέσει σε αχρηστία. Αποδυναμώθηκαν αναμφίβολα – μειώθηκε η αξιοπιστία τους σαν στήριγμα στις δύσκολες στιγμές – αλλά γενικά φαίνεται ότι επιβίωσαν ως παραδοσιακό χαρακτηριστικό της ελληνικής ζωής, σαν καθιερωμένο τμήμα του «οδικού δικτύου» στο οπο΄έπρεπε να πορευτεί στη ζωή του ο πολίτης. Οι ευγενείς διατήρησαν την πανθομολογούμενη πνευματική (και οικονομική) υπεροχή τους, και τον 5ο αι. εξακολουθούσαν να είναι ευγενείς (ἐσθλοί), ηγέτες του λαού (ἡγεμόνες τοῦ δήμου).

Εδώ ίσως χρειάζεται να κάνουμε σαφή διάκριση μεταξύ κανόνα και εξαίρεσης. Σε εξαιρετικές για παράδειγμα περιπτώσεις, οι πολίτες στην Εκκλησία του Δήμου μπορούσαν να δράσουν κατά των ευγενών. Αυτό έπραξαν όταν πέτυχαν τον διορισμό του Σόλωνα ωςκαταρτιστῆρος και όταν αποφάσισαν να παράσχουν σωματοφυλακή στον Πεισίστρατο. Αλλά στη συνήθη εξέλιξη της πολιτικής δεν ήταν ελεύθερα σκεπτόμενοι πολίτες, ήταν μάλλον οπαδοί των αριστοκρατών, που χάνονταν στο φόντο των λατρευτικών κοινοτήτων, διαθέσιμοι σαν ιδιωτικοί ακόλουθοι των οικογενειών που τις εξουσίαζαν. Οι ευγενείς λοιπόν εξακολούθησαν, λίγο πολύ, να κρατούν γερά την εξουσία. Αυτό φάνηκε για τελευταία φορά μετά την απελευθέρωση από την τυραννία, όταν αντίπαλες φρατρίες ευγενών, όλες με την υποστήριξη των ακολούθων το;ς, ήρθαν σε σύγκρουση, θυμίζοντας παλιές εποχές.

 

  (Απόσπασμα από το έργο του Christian Meier «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ»)

Δείτε σχετικά εδώ

 

 

ΣΧΗΜΑΤΙΚΗ  ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ  ΤΗΣ  ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ

ΤΟΥ  ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ

ΑΣΤΥ ΠΑΡΑΛΙΑ ΜΕΣΟΓΑΙΑ

Α τ τ ι κ ή

τριττύς τριττύς τριττύς ΦΥΛΗ (Ερεχθιής) 10  δήμοι
τριττύς τριττύς τριττύς ΦΥΛΗ (Αιγηίς) 10  δήμοι
τριττύς τριττύς τριττύς ΦΥΛΗ (Πανδιονίς) 10  δήμοι
τριττύς τριττύς τριττύς ΦΥΛΗ (Λεοντίς) 10  δήμοι
τριττύς τριττύς τριττύς ΦΥΛΗ (Ακαμαντίς) 10  δήμοι
τριττύς τριττύς τριττύς ΦΥΛΗ (Οιηνίς) 10  δήμοι
τριττύς τριττύς τριττύς ΦΥΛΗ (Κεκροπίς) 10  δήμοι
τριττύς τριττύς τριττύς ΦΥΛΗ (Ιπποθωοντίς) 10  δήμοι
τριττύς τριττύς τριττύς ΦΥΛΗ (Αιαντίς) 10  δήμοι
τριττύς τριττύς τριττύς ΦΥΛΗ (Αντιοχίς) 10  δήμοι
30 Τριττύες 10 ΦΥΛΕΣ 100 Δήμοι

                                                                                                           Εκηβόλος

 

Η μεταρρύθμιση του Κλεισθένη από οργανωτική – διοικητική άποψη σύμφωνα με τον

Christian Meier («Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ»)

 

    Ο Κλεισθένης επινόησε ένα ιδιόρρυθμο σύστημα για να εντάξει τους δήμους στις φυλές· χώρισε την Αττική σε τρεις περιφέρειες στην πόλητης Αθήνας και τα περίχωρα (με τα λιμάνια), τα υπόλοιπα παράλια και τη μεσογαία. Σε κάθε μια από αυτές τις περιφέρειες ένωσε τους δήμους σε δέκα ομάδες, τις τριττῦς, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη του δεσμούς γειτνίασης και γεωγραφικούς τομείς. Προέκυψαν τριάντα ομάδες δήμων, από τις οποίες δημιούργησε δέκα φυλές, ενώνοντας με κλήρωση τρεις ομάδες δήμων – μια από κάθε περιοχή – σε μια φυλή. Σε κάθε φυλή ορίστηκε από το μαντείο των Δελφών ένας ήρωας προστάτης (ως «φυλετικός πρόγονος»).

Οι λεπτομέρειες μιας τόσο περίεργης οργάνωσης δεν μας ενδιαφέρουν εδώ. Τουλάχιστον η αρχή που ακολουθήθηκε είναι σαφής. Κάθε φυλή έπρεπε να είναι αντιπροσωπευτικό τμήμα των τριών περιφερειών. Κάθε περιφέρεια έπρεπε να εκπροσωπείται σε κάθε φυλή. Εξάλλου καμιά φυλή δεν έπρεπε να εκπροσωπεί ειδικά τοπικά συμφέροντα.· κάθε μια έπρεπε να εκπροσωπεί το ένα δέκατο ολόκληρης της κοινότητας και να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο ομοιογενής. Τα μέλη της φυλής έπρεπε να έχουν κοινή μόνο την ιδιότητα του πολίτη, που θα αποτελούσε τη βάση της μεταξύ τους αλληλεγγύης, χωρίς αμφιβολία και το πλαίσιο ανταγωνισμού και άμιλλας ανάμεσά τους.

Η μεταρρύθμιση των φυλών ενείχε συνεπώς δύο βασικά στοιχεία: η οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών στηριζόταν στους δήμους, ενώ οι φυλές δημιουργήθηκαν τεχνητά, με την ανάμειξη των πιο διαφορετικών τμημάτων της κοινότητας. Όπως ακριβώς οι δήμοι ανέλαβαν πολλές από τις αρμοδιότητες των φρατριών, έτσι και οι νέες φυλές ανέλαβαν και τις περισσότερες από τις αρμοδιότητες των παλιών φυλών, για παράδειγμα τη στρατολογία και την κατανομή των υποχρεώσεων. Κάθε φυλή έστελνε πενήντα αντιπροσώπους στη Βουλή των Πεντακοσίων οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, ορίζονταν από τους δήμους κατ΄ αναλογίαν προς τον αριθμό των κατοίκων τους. Τί ήθελε όμως να πετύχει ο Κλεισθένης με τη μεταρρύθμιση αυτή;

 

Advertisements

About Αρχαίων Τόπος

Ιστορία- Αρχαιολογία- Τέχνη- Φιλοσοφία- Επιστήμη
This entry was posted in Αρχαία Ιστορία, ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ. Bookmark the permalink.