Οι Μάντεις της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας – Α’ Μέρος

 

Η ελληνική λέξη θεός συνδέεται στενά με την τέχνη της μαντικής: ένα ερμηνευμένο σημείο είναι θέσφατον, η τέχνη του μάντη ονομάζεται θειάζειν ή ἐνθεάζειν, ο προλέγων τα μέλλοντα, ο οιωνιστής, θεοπρόποςθεοπροπία είναι η προφητεία, η μαντεία, θεοπροπέω σημαίνει προφητεύω, θεωρός λέγεται αυτός που πάει να ζητήσει χρησμό από μαντείο, ο Κάλχας είναι γιος του Θέστορος, ο μάντης που έβλεπε οπτασίες στην Οδύσσεια ονομάζεται Θεοκλύμενος και οι Θεσπρωτοί φύλασσαν το νεκρομαντείο στην Ήπειρο.

Το κυριότερο προσόν ενός μάντη ήταν η καταγωγή του από γένος μάντεων με απώτατο γενάρχη τον ίδιο τον θεό της μαντικής Απόλλωνα. Επρόκειτο μάλλον για έναν κλειστό κύκλο ομοτέχνων, όπου κυριαρχούσαν ορισμένες οικογένειες. Με αυτόν τον τρόπο μεταδιδόταν η γνώση από γενιά σε γενιά και παρέμενε μυστική, όπως συνέβαινε και σε άλλες συντεχνίες. Ενίοτε, οι μάντεις ήταν πολεμιστές και οικιστές. Ο Κλήμης Αλεξανδρείας κατονομάζει μυθολογικούς μάντεις:

Ερμῆς τε ὁ Θηβαῖος καὶ Ἀσκληπιὸς ὁ Μεμφίτης, Τειρεσίας τε αὖ καὶ Μαντὼ ἐν Θήβαις, ὥς φησιν Εὐριπίδης, Ἕλενος ἤδη καὶ Λαοκόων καὶ Οἰνώνη Κεβρῆνος ἐν Ἰλίῳ· † Κρῆνος γὰρ εἷς τῶν Ἡρακλειδῶν ἐπιφανὴς φέρεται μάντις καὶ Ἴαμος ἄλλος ἐν ῎Ηλιδι, ἀφ᾽ οὗ οἱ Ἰαμίδαι, Πολύιδός τε ἐν Ἄργει καὶ ἐν Μεγάροις, οὗ μέμνηται ἡ τραγῳδία. τί μοι Τήλεμον καταλέγειν, ὃς Κυκλώπων μάντις ὢν Πολυφήμῳ θεσπίζει τὰ κατὰ τὴν Ὀδυσσέως πλάνην, ἢ τὸν Ἀθήνησιν Ὀνομάκριτον ἢ τὸν Ἀμφιάρεων τὸν σὺν τοῖς ἑπτὰ τοῖς ἐπὶ Θήβας στρατεύσασι μιᾷ γενεᾷ τῆς Ἰλίου ἁλώσεως πρεσβύτερον φερόμενον ἢ Θεοκλύμενον ἐν Κεφαλληνίᾳ ἢ Τελμησσὸν ἐν Καρίᾳ ἢ Γαλεὸν ἐν Σικελίᾳ; εἶεν δ᾽ ἂν καὶ ἕτεροι πρὸς τούτοις, Ἴδμων ὁ σὺν τοῖς Ἀργοναύταις, Φημονόη Δελφίς, Μόψος ὁ Ἀπόλλωνος καὶ Μαντοῦς ἐν Παμφυλίᾳ καὶ Κιλικίᾳ, Ἀμφίλοχος Ἀμφιαράου ἐν Κιλικίᾳ, Ἀλκμέων ἐν Ἀκαρνᾶσιν, Ἄνιος ἐν Δήλῳ Ἀρίστανδρός τε ὁ Τελμησσεὺς ὁ σὺν Ἀλεξάνδρῳ γενόμενος. ἤδη δὲ καὶ Ὀρφέα Φιλόχορος μάντιν ἱστορεῖ γενέσθαι ἐν τῷ πρώτῳ Περὶ μαντικῆς. Θεόπομπος δὲ καὶ Ἔφορος καὶ Τίμαιος Ὀρθαγόραν τινὰ μάντιν ἀναγράφουσι, καθάπερ ὁ Σάμιος Πυθοκλῆς ἐν τετάρτῳ Ἰταλικῶν Γάιον Ἰούλιον Νέπωτα. ἀλλ᾽ οἳ μὲν «κλέπται πάντες καὶ λῃσταί,» ὥς φησιν ἡ γραφή, τὰ πλεῖστα ἐκ παρατηρήσεως καὶ ἐξ εἰκότων προειρηκότες, καθάπερ οἱ φυσιογνωμονοῦντες ἰατροί τε καὶ μάντεις, οἳ δὲ καὶ ὑπὸ δαιμόνων κινηθέντες ἢ ὑδάτων καὶ θυμιαμάτων καὶ ἀέρος ποιοῦ ἐκταραχθέντες· (Κλήμης Αλεξανδρείας, Στρωματείς 1.21.134.1.2-135.3.1)

Οι μάντεις λειτουργούσαν διαμεσολαβητικά ανάμεσα στον κόσμο των ανθρώπων και τον κόσμο των θεών, ερμηνεύοντας διάφορα σημεία (έντεχνη μαντεία) ή διατυπώνοντας διάφορους χρησμούς, έμμετρα, (εμπνευσμένη μαντική) ύστερα από ερώτημα που έθετε με διαζευκτικό τρόπο («να κάνω αυτό ή εκείνο;» «θα γίνει αυτό ή εκείνο;») αυτός που επιθυμούσε τη μαντεία. Ήταν πλανόδιοι ή συνδεδεμένοι με κάποιο μαντείο, επηρέαζαν την προσωπική ζωή των ανθρώπων -κατευνάζοντας πάθη, εξανθρωπίζοντας ήθη, ελέγχοντας και περιορίζοντας τις βίαιες αντιδράσεις, καθώς τις εκτόνωναν μέσα από τις τελετουργίες-, αλλά και την πολιτική πόλεων και ηγετών -το μαντείο των Δελφών έπαιξε σημαντικό ρόλο στον πρώτο και τον δεύτερο αποικισμό· άλλα μαντεία διαδραμάτισαν ρόλο στη διαμόρφωση και εξέλιξη της νομοθεσίας και των πολιτευμάτων ή και στην οικονομική ζωή. Διαμεσολαβητικό ερμηνευτικό ρόλο έπαιζαν οι χρησμολόγοι, οι οποίοι ερμήνευαν τους ακατάληπτους χρησμούς.

Τα κυριότερα μαντεία ήταν αφιερωμένα στον Δία (Δωδώνη, Αίγυπτος) ή στον Απόλλωνα (ΔελφοίΔίδυμα της Μιλήτου, Κλάρος κ.ά.), κάποια είχαν διεθνή ακτινοβολία, και αυτό προδηλωνόταν από τους θησαυρούς που αφιέρωναν σε αυτά ηγέτες ισχυρών δυνάμεων. Γνωστά ήταν και το Αμφιάραο στον Ωρωπό, όπου εφαρμοζόταν η ονειρομαντεία, το Τροφώνιο στη Λειβαδιά, τα Ασκληπιεία στο μεταίχμιο θεραπευτηρίων και μαντείων με κοινό στοιχείο των δυο το νερό. (Εικ. 123456789101112131415)

Κάμψη εμφάνισαν τα μαντεία μετά τους περσικούς πολέμους, κυρίως σε επίπεδο πολιτικό, καθώς το μαντείο των Δελφών δεν είχε προβλέψει τη νίκη των Ελλήνων επί των Περσών και είχε συμβουλεύσει υποταγή, αλλά και κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Πλήγμα δέχτηκαν και από τα διδάγματα των σοφιστών και την ορθολογιστική κριτική, για παράδειγμα από τον Θουκυδίδη.

Κοινό χαρακτηριστικό σε όλα τα μαντεία ήταν ότι επέβαλλαν και προϋπέθεταν καθαρμούς τόσο αυτού που ζητούσε τον χρησμό όσο και αυτού που τον έδινε. Στην Κλάρο υπήρχε θόλος που οδηγούσε κάτω από τον ναό στην ιερή πηγή, που κατά τη μυθολογία, ανέβλυσε από τα δάκρυα της κόρης του Τειρεσία Μαντώς. Από αυτήν έπινε ο θεσπιωδός και γινόταν ένθεος. Ιερή πηγή υπήρχε και στο μαντείο του Απόλλωνα στη Μ. Ασία, στα Δίδυμα κοντά στη Μίλητο. Ο ιερός χώρος του Τροφωνείου χωριζόταν από την πόλη της Λιβαδειάς από τον ποταμό Έρκυνα, όπου καθαίρονταν όσοι επρόκειτο να ζητήσουν χρησμό. Διηγούνται ότι, καθώς η κόρη του Τροφώνιου Έρκυνα, και θεσπίστρια της λατρείας της Ευρώπης Δήμητρας, έπαιζε με την Κόρη της Δήμητρας, της έφυγε μια χήνα που κρατούσε στην αγκαλιά και μπήκε μέσα σε ένα σπήλαιο. Η κοπέλα την ακολούθησε και μετακινώντας μια πέτρα για να την πιάσει ανέβλυσε το νερό της πηγής του ποταμού που από το κορίτσι ονομάστηκε Έρκυνας. Όσοι επιθυμούσαν χρησμό, παρέμεναν αρκετές μέρες στο ιερό άλσος σε ένα κτίριο αφιερωμένο στον Αγαθό Δαίμονα και την Αγαθή Τύχη, κάνοντας λουτρά στα κρύα νερά της Έρκυνας και τρώγοντας το κρέας των κριαριών που θυσιάζονταν. Αν οι θυσίες ήταν ευνοϊκές, τότε δύο δεκατριάχρονα αγόρια που ονομάζονταν Ἑρμαῖ, τον έπλεναν και τον άλειφαν με λάδι στις πηγές του ποταμού. Ύστερα οι ιερείς του έδιναν να πιει από το νερό της Λήθης για να λησμονήσει όσα είχε στο μυαλό του. Μόνο τότε τον κατέβαζαν στο μαντείο και όταν επιστρέψει του δίνουν να πιει από το νερό της Μνημοσύνης, για να θυμηθεί όσα είδε και όσα άκουσε (Παυσ. 9.39.2-14).

Στους Δελφούς υπήρχε η Κασταλία πηγή. Σε αυτήν καθαίρονταν οι ιερείς του μαντείου και η Πυθία, πριν μπουν στον ιερό χώρο ή στον ναό για θυσίες και για άλλες τελετές (Παυσ. 10.8.9. Πίνδ., Απ. 52f). Σε σχόλιο στις Φοίνισσες του Ευριπίδη (στ. 222-225) αναφέρεται: Κασταλία ἐστί πηγή ἐν Πυθίᾳ, εἰς ἥν λέγουσι τὰς ἱεροδούλους παρθένους λούεσθαι, μελλούσας θεοπρόπιον φθέγγεσθαι παρά τῷ τρίποδι. Από το νερό αυτής της πηγής έπινε η Πυθία και προφήτευε: «Η προφήτισσα στους Δελφούς, μόλις πιει από τ’ αγίασμα, γίνεται στη στιγμή θεόπνευστη και χρησμοδοτεί σ’ εκείνους που πάνε στο μαντείο» (Λουκ., Ερμότ. 60). Ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας δίδαξε την προφητική τέχνη στον Μελάμποδα στις όχθες του ποταμού Αλφειού. Κοντά στην πηγή κοιμήθηκε ο Πελίας και είδε σε όνειρο την ψυχή του Φρίξου που τον παρακινούσε να φέρει πίσω το χρυσόμαλλο δέρας (Πίνδ., Πυθιον. ΙV, 163). Όταν πλέον επικράτησε η νέα θρησκεία, το τέλος της παλαιάς δηλώθηκε με τον εξής χρησμό (362 μ.Χ.): σεσίγηται γοῦν ἡ Κασταλίας πηγὴ καὶ Κολοφῶνος ἄλλη πηγὴ καὶ τὰ ἄλλα ὁμοίως τέθνηκε νάματα μαντικά (Κλ. Αλεξ., Προτρ., ΙΙ, 11, 10)[1].

Άλλο χαρακτηριστικό κοινό των μαντείων, γενικά των ιερών τόπων και των θεοτήτων,[2] ήταν η παρουσία και η σημασία δέντρων στη μαντική και παρέπεμπαν σε ένα παλαιότερο λατρευτικό σύστημα δενδρολατρείας. Στη Δωδώνη από το θρόισμα των φύλλων της ιερής φηγού, της δρυός, οι ιερείς μάντευαν και ερμήνευαν τις βουλές του Δία, ενώ στα μαντεία του Απόλλωνα το φυτό δάφνη έπαιζε σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της μαντείας.

Ξεχωριστό είδος μαντείων ήταν τα νεκυιομαντεία (νεκρομαντεία, ψυχαγωγεία, ψυχομαντεία, ψυχοπομπεία ή νεκυώρια), και συνδέονταν με εισόδους στον Κάτω Κόσμο, δηλαδή με σπήλαια ή λίμνες. (Εικ. 16) Με αυτή τη λογική, κάθε πόλη είχε τη δική της είσοδο στον Κάτω Κόσμο και το δικό της νεκυιμαντείο. Ωστόσο, γνωστά και καθιερωμένα νεκυιομαντεία (νεκρομαντεία, ψυχαγωγεία, ψυχομαντεία, ψυχοπομπεία ή νεκυώρια) ήταν του Ποσειδώνα στον μυχό του Ταίναρου, στην Κύμη της Ιταλίας, το οποίο επισκέφθηκε ο Αινείας, στην Ερμιόνη της Αργολίδας, στην Κορώνεια της Βοιωτίας, στην Ηράκλεια του Πόντου κ.α. Το σπουδαιότερο και αρχαιότερο ήταν στον Αχέροντα της Θεσπρωτίας, κοντά στην Εφύρα (Οδ. κ 530 κ.ε., λ 11-50· Ηρ. 5, 92· Λουκ., Μένιππος 9.10.15· Παυσ. 1.17.5, 9.30· Πλούτ., Θησεύς 31.4).[3] Δεν αποκλείεται τα νεκυιομαντεία γενικά, και ειδικότερα του Αχέροντα, να συνέβαλαν στη διαμόρφωση της φιλοσοφικής αλληγορίας του σπηλαίου του Πλάτωνα (Πολιτεία 514a-520e).

Τα νεκυιομαντεία δεν ελέγχονταν από παρακείμενες πόλεις και δεν υποστηρίζονταν από προσοδοφόρα ιερά. Οι πληροφορίες γι’ αυτά δεν προέρχονται από επιγραφές, όπως για το μαντείο των Δελφών, αλλά από την επική και τραγική ποίηση και την πεζογραφία, κάτι που καθιστά δύσκολο τον ακριβή εντοπισμό τους αλλά και προκαλούνται αμφιβολίες για την ακρίβεια των πληροφοριών.

 

ΑΙΣΑΚΟΣ


Από τον πρώτο του γάμο με την Αρίσβη, κόρη του Μέροπα, ο Πρίαμος απέκτησε ένα γιο, τον Αίσακο. Κατείχε τη μαντική τέχνη της «ονειροκρισίας», δηλαδή της ερμηνείας των ονείρων από τον παππού του Μέροπα, και γι’ αυτό κλήθηκε να ερμηνεύσει το όνειρο που είδε η Εκάβη πριν από τη γέννηση του Πάρη ότι γεννούσε ένα φλεγόμενο δαυλό ή, σύμφωνα με τον Πίνδαρο, ένα τέρας με εκατό χέρια, στο καθένα από τα οποία κρατούσε δαυλό αναμμένο και σώριαζε την Τροία σε ερείπια. (Εικ. 17) Αυτός είπε ότι το παιδί θα γινόταν η καταστροφή της πατρίδας του και συμβούλευσε τον Πρίαμο να το αφήσει έκθετο. Άλλη εκδοχή αναφέρει πως και άλλοι μάντεις, κυρίως όμως ο Αίσακος, δήλωσαν πως το παιδί που θα γεννιόταν μια ορισμένη μέρα θα προκαλούσε την καταστροφή της Τροίας και ότι ο Πρίαμος όφειλε να διατάξουν να σκοτώσουν μητέρα και παιδί. Όμως την ορισμένη μέρα, εκτός από την Εκάβη, γέννησε και η Κίλλα τον Μούνιππο από τον Θυμοίτη, αδελφό ή κουνιάδο του Πριάμου. Αυτούς θανάτωσε ο Πρίαμος.

 

Ο Αίσακος παντρεύτηκε την κόρη του Κεβρήνα Αστερόπη. Ο θρήνος του για τον θάνατό της προκάλεσε τον οίκτο των θεών, ή μόνο της Θέτιδας, που τον μεταμόρφωσαν σε πουλί, αρπακτικό ή θαλασσοπούλι. Ο Οβίδιος (Μεταμορφώσεις, 11.749 κ.ε.) διηγείται την ιστορία παραλλάσσοντάς την και προσθέτοντας λεπτομέρειες που αιτιολογούν και τη μεταμόρφωση του Αίσακου στο πουλί αἴθυια. Πιο συγκεκριμένα: Ο Αίσακος ήταν νόθος γιος του Πριάμου και της Νύμφης Αλεξιρρόης, κόρης του ποτάμιου θεού Γρανικού. Μια μέρα στην εξοχή αντίκρυσε τη Νύμφη Εσπερία που την ερωτεύθηκε αμέσως και την κυνήγησε. Στην προσπάθειά της η Νύμφη να ξεφύγει, δεν πρόσεξε και πάτησε ένα δηλητηριώδες φίδι, από το δάγκωμα του οποίου πέθανε. Απαρηγόρητος ο Αίσακος ρίχτηκε από βράχο στη θάλασσα, αλλά καθώς έπεφτε μεταμορφώθηκε από την Τηθύ σε θαλασσοπούλι, που προσπαθεί διαρκώς να φτάσει στα βάθη της θάλασσας βουτώντας. Το πουλί αυτό ήταν η αἴθυια, επιδέξιος βουτηχτής (γι’ αυτό και σήμερα λέγεται και βουτήχτρα). (Εικ. 181920212223)

ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ


Ο Αμφιάραος ήταν γιος του Οϊκλή (ή και του ίδιου του θεού της μαντικής Απόλλωνα) και της Υπερμνήστρας, δισέγγονος του Μελάμποδα (Παυσ., 6.17.6), από τον οποίο και κληρονόμησε την τέχνη της μαντικής, όπως και άλλες γνώσεις, Ιατρικής και Φαρμακολογίας.

 

Από την Εριφύλη, αδελφή του Άδραστου, απέκτησε δύο γιους, τον Αλκμαίωνα και τον Αμφίλοχο, και δύο κόρες, την Ευρυδίκη και τη Δημώνασσα. Ο ποιητής Άσιος προσθέτει και την Αλκμήνη (Παυσ. 5.17.8), ενώ άλλες παραδόσεις του αποδίδουν γιους τρεις ήρωες της ιταλικής μυθολογίας, τον Τίβουρο, τον Κόρα, τον Κάτιλλο, ιδρυτές της πόλης Τίβουρα ή Τίβυρα, κοντά στη Ρώμη (το σημερινό Τίβολι).

Εκτός από μάντης, προστατευόμενος του Δία και του Απόλλωνα, ήταν πολεμιστής, έντιμος, ανδρείος, θεοσεβής. Πήρε μέρος στους επιτάφιους αγώνες προς τιμή του Πελία (Παυσ. 5.17.9 και λάρνακα του Κύψελου). (Εικ. 2425) Στην αρχή της βασιλείας του στο Άργος, για να αντιμετωπίσει εσωτερικούς αντιπάλους και έριδες ενδοοικογενειακές για την εξουσία, σκότωσε τον ξάδελφο του παππού του και πατέρα του Άδραστου Ταλαό και εξόρισε τον μικρανεψιό του Άδραστο στη Σικυώνα, όπου ο Πόλυβος του έδωσε την κόρη του για σύζυγο και το βασίλειό του. Αργότερα, και με δύναμη στα χέρια τους και οι δύο άνδρες, συμφιλιώθηκαν με τη συμφωνία να επιλύουν στο εξής τις διαφορές τους με τη διαιτησία της Εριφύλης, την οποία παντρεύτηκε ο Αμφιάραος. Ο γάμος και η συμφωνία οδήγησαν στον θάνατο του Αμφιάραου μπροστά στις πύλες της Θήβας. Πιο συγκεκριμένα: Ο Άδραστος, αφού πάντρεψε τον εξόριστο από τη Θήβα Πολυνείκη με την κόρη του Αργείη, δέχθηκε να τον βοηθήσει για να αποκατασταθεί στον θρόνο των Θηβών στη θέση του αδελφού του Ετεοκλή. Ανάμεσα στις άλλες συμμαχίες που έκανε, ζήτησε και από τον Αμφιάραο να πάρει μέρος στην εκστρατεία. Όμως εκείνος, χάρη στις μαντικές του ικανότητες, προέβλεψε το ατυχές τέλος της εκστρατείας εναντίον των Θηβών και προσπάθησε να αποτρέψει τον πόλεμο από τον οποίο μόνο ο Άδραστος θα επέστρεφε ζωντανός. Ο Πολυνείκης, ύστερα από συμβουλή του Ίφη, γιου του Αλέκτορα, προσέφερε στην Εριφύλη ως δώρο το περιδέραιο της Αρμονίας, (Εικ. 26272829) πολύτιμο δώρο των θεών στους γάμους της με τον Κάδμο, με την προϋπόθεση να πείσει τον άνδρα της να πάρει μέρος στον πόλεμο. Η Εριφύλη, διαιτητεύοντας ανάμεσα στον άνδρα της και στον αδελφό της, παρότρυνε τον σύζυγό της να εκστρατεύσει μαζί με τους υπόλοιπους, για να αποκτήσει δόξα και τιμή. Πιστός στη συμφωνία που είχε κάνει ο Αμφιάραος, ακολούθησε τους άλλους στην εκστρατεία που έγινε γνωστή ως «Επτά επί Θήβας». (Εικ. 25303132) Πριν φύγει για τον πόλεμο του χαμού του, όρκισε τα παιδιά του να σκοτώσουν τη μητέρα τους, για να εκδικηθούν τον θάνατό του, και να οργανώσουν μια δεύτερη εκστρατεία εναντίον των Θηβών, νικηφόρα αυτή, των «Επιγόνων».

Στον δρόμο προς τη Θήβα, στη Νεμέα, εμφανίστηκε σημάδι για την κακή έκβαση της εκστρατείας, όπως τουλάχιστον το ερμήνευσε ο Αμφιάραος και όπως αποδείχθηκε τελικά. Δηλαδή: Οι πολεμιστές δίψασαν και ζήτησαν από την Υψιπύλη, παλιά βασίλισσα στη Λήμνο, τώρα δούλα παραμάνα του Οφέλτη, γιου του βασιλιά της Νεμέας Λυκούργου και της Ευρυδίκης, να τους δείξει μια πηγή. Για να τους απαντήσει, άφησε κάτω το παιδί, ξεχνώντας τον χρησμό που όριζε ότι το παιδί δεν θα έπρεπε να το αφήσουν κάτω πριν περπατήσει. Φίδι που παραφυλούσε στην πηγή, το έπνιξε και ο Αμφιάραος αποκάλυψε τη σημασία του οιωνού για την εκστρατεία τους. Η απόφαση, ωστόσο, που πάρθηκε ήταν να συνεχίσουν την πορεία τους, αφού πρώτα οργανώσουν αγώνες προς τιμή του παιδιού που μετονόμασαν σε Αρχέμορο (=αρχή της Μοίρας). Ο Αμφιάραος διακρίθηκε στο άλμα και τη δισκοβολία και μεσολάβησε, ώστε να καταπραϋνθεί η οργή των γονιών του μικρού Οφέλτη για την Υψιπύλη, την οποία αρχικά ήθελαν να σκοτώσουν. Σύμφωνα με τον Ευριπίδη στην ομώνυμη τραγωδία Υψιπύλη, εμφανίστηκαν εκείνη την ώρα τα παιδιά της Υψιπύλης, ο Εύνεος και ο Θόαντας που αναζητούσαν τη μητέρα τους, και ο Αμφιάραος προκάλεσε την αναγνώριση χάρη σε ένα χρυσό κλαδί αμπελιού που είχε χαρίσει ο Διόνυσος στον παππού τους Θόαντα. Μετά την αναγνώριση ο Αμφιάραος έπεισε το βασιλικό ζεύγος να αφήσουν την Υψιπύλη να ακολουθήσει τους γιους της στη Λήμνο.

Φθάνοντας στη Θήβα, οι Επτά παρατάχθηκαν με τις δυνάμεις τους μπροστά στις ισάριθμες πύλες της πόλεως. Ο Αμφιάραος πολεμούσε μπροστά από τις Ομολωίδες ή Προιτίδες πύλες. Όταν ο Τυδέας, ένας από τους Επτά, πληγώθηκε στην κοιλιά από τον Μελάνιππο, ο Αμφιάραος τον σκότωσε, τον αποκεφάλισε και πήγε το κομμένο κεφάλι στον τραυματισμένο Τυδέα. (Εικ. 33) Εκείνος το άνοιξε και έφαγε το μυαλό του. Η Αθηνά, που σκόπευε να χαρίσει την αθανασία στον Τυδέα, από αποτροπιασμό για την πράξη του, παραιτήθηκε από τον σκοπό της.

Μετά τη μονομαχία των δύο αδελφών Ετεοκλή και Πολυνείκη και τον αμοιβαίο θάνατό τους, οι Θηβαίοι καταδίωξαν τους πολιορκητές που τράπηκαν σε φυγή. Ο Αμφιάραος κατά την υποχώρησή του έφτασε μέχρι τις όχθες του Ισμηνού, όπου τον πρόφτασε ο Θηβαίος Πολυκλύμενος. Ο Δίας, θέλοντας να αποτρέψει αυτό το πεπρωμένο, έριξε κεραυνό που άνοιξε στη γη μεγάλο χάσμα, όπου έπεσε ο Αμφιάραος, το άρμα, τα άλογα και ο ηνίοχός του Βάτων (Πίνδ., Ολυμπιόν. 6.12-17). (Εικ. 34) Στη συνέχεια ο Δίας τον έκανε αθάνατο και ο Αμφιάραος εξακολουθούσε να χρησμοδοτεί στον Ωρωπό της Αττικής (Παυσ. 1.34.1-4). (Εικ. 35)

Στην εποχή του Παυσανία ακόμη έδειχναν τον τόπου όπου χάθηκε ο ήρωας στις όχθες του Ισμηνού. Λεγόταν ότι εκεί όπου ανοίχθηκε το χάσμα κτίσθηκε αργότερα περίβολος με κολώνες στις οποίες ποτέ δεν πήγαιναν να καθίσουν πουλιά και τα ζώα απέφευγαν να βοσκήσουν εκεί. Αργότερα, όταν διαδόθηκε η λατρεία του Αμφιάραου σε πολλά άλλα μέρη, διεκδίκησαν και αυτά την τιμή αυτή, να βρίσκεται δηλαδή το χάσμα στα μέρη τους.

Η φήμη του Αμφιάραου ως μάντη είχε υπερβεί τα όρια της Ελλάδας. Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως πρέσβεις του βασιλιά των Λυδών Κροίσου κατέφυγαν στο χρηστήριό του στον Ωρωπό για να τον συμβουλευθούν αν έπρεπε να εκστρατεύσουν κατά των Περσών (1.46).

Εκτός από μάντης ο Αμφιάραος είναι θεός θεραπευτής, όπως ο Ασκληπιός. Στο Αμφιάρειο του Ωρωπού οι ασθενείς υποβάλλονταν σε εγκοίμηση, για να τους επισκεφθεί ο Αμφιάραος υπό μορφή ιερού φιδιού και να τους θεραπεύσει, κατά το πρότυπο του Ασκληπιού. (Εικ. 36)

 

Ο μύθος του Αμφιάραου αντανακλά δυναστικές έριδες, ο ρόλος της Εριφύλης θυμίζει τον ρόλο της Αερόπης ή της Κλυταιμνήστρας στη δυναστεία των Ατρειδών, κατάλοιπο της κυριαρχίας του θηλυκού στοιχείου, ενώ η καταβύθιση του άρματος σε χάσμα της γης παραπέμπει σε παλαιά χθόνια θεότητα της Αργολίδας πριν την κυριαρχία της Ήρας στην περιοχή και του Διόνυσου (πρβ. τη λεπτομέρεια της αναγνώρισης της Υψιπύλης και των δυο παιδιών της).

[Για την εκστρατεία των Επτά στη Θήβα, τη συμμετοχή του Αμφιάραου σε αυτήν και τον ρόλο της Εριφύλης, τέλος για την εκστρατεία των Επιγόνων βλ. Απολλόδωρος 3.57-3.77 και Διόδ. Σ. 4.65-67). Για το Αμφιάρειο βλ. και Δημόσια Ραδιοφωνία Τηλεόραση ]

ΑΜΦΙΛΟΧΟΣ


Δύο πρόσωπα παραδίδονται με αυτό το όνομα, συγγενικά μεταξύ τους. Ο πρώτος είναι ο γιος του Αμφιάραου και της Εριφύλης, αδερφός του Αλκμαίωνα. Ο δεύτερος είναι ο γιος του Αλκμαίωνα και της Μαντώς, κόρης του Τειρεσία, επομένως ανεψιός του Αμφίλοχου.

 

Τον πρώτο Αμφίλοχο, μαζί με τον αδελφό του Αλκμαίωνα, όρκισε ο πατέρας τους Αμφιάραος να εκδικηθούν τον βέβαιο από τη συμμετοχή του στον πόλεμο εναντίον των Θηβών θάνατό του σκοτώνοντας τη μητέρα τους Εριφύλη που με δόλο τον είχε αναγκάσει να λάβει μέρος στην εκστρατεία. (Εικ. 25) Όμως, ο Αμφίλοχος ήταν μικρό παιδί τότε, οπότε περιορισμένος ήταν ο ρόλος του στον φόνο της μητέρας του που τρέλανε τον αδελφό του. Σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες, δεν πήρε καν μέρος στον φόνο.

Πήρε μέρος στον πόλεμο των Επιγόνων εναντίον της Θήβας, για να εκδικηθούν τον θάνατο των πατεράδων τους που νικήθηκαν και σκοτώθηκαν από τους Θηβαίους, όταν ενεπλάκησαν στη διαμάχη του Ετεοκλή και του Πολυνείκη για τη διαδοχή στον θρόνο. Αμέσως μετά, και ως ένας από τους μνηστήρες της Ελένης, επομένως δεμένος με τον όρκο προς τον Τυνδάρεο να βοηθήσουν οι επίδοξοι μνηστήρες το ζευγάρι Ελένη – Μενέλαος σε κάποια δύσκολη στιγμή τους, πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο, αν και δεν αναφέρεται στην Ιλιάδα. ίσως, μάλιστα, να περευρίσκεται και στη θυσία της Πολυξένης. (Eικ. 37)

Προικισμένος από τον πατέρα του με μαντικές ικανότητες, συνόδευε τον μάντη Κάλχα στην Τροία και μαζί ίδρυσαν μαντεία στις ακτές της Μικράς Ασίας μετά τον πόλεμο. Εδώ αρχίζει να μπερδεύει ο μύθος τον δεύτερο Αμφίλοχο, τον ανεψιό του, καθώς σε αυτόν αποδίδουν την ίδρυση των μαντείων, αλλά και την ίδρυση της πόλης Άργος στην Αιτωλία, που για να διαφοροποιείται από το Άργος της Πελοποννήσου ονομαζόταν Άργος Αμφιλοχικό (Στρ. 6.2.4). Του αποδίδουν, επίσης, ότι και αυτός πήγε στην Τροία μαζί με τον μάντη Μόψο και ίδρυσαν την πόλη Μαλλό στην Κιλικία, πριν επιστρέψει στην πόλη που ίδρυσε στην Αιτωλία, το Άργος. (Εικ. 383940) Απογοητευμένος από την κατάσταση που βρήκε στο Άργος επέστρεψε στον Μαλλό και διεκδίκησε την εξουσία από τον Μόψο που βασίλευε εκεί. Ο Μόψος αρνήθηκε, οι δύο μάντεις μονομάχησαν, για να λυθεί το θέμα, αλλά σκοτώθηκαν και οι δυο. Άλλες μαρτυρίες θέλουν τη μονομαχία να προκαλείται από την αμοιβαία αμφισβήτηση που εξέφρασαν για τις μαντικές τους ικανότητες. Οι τάφοι, οι οποίοι υπήρχαν μέχρι την εποχή του Στράβωνα κοντά στο όρος Μαργάσα στην Πύραμο ήταν κτισμένοι έτσι που ο ένας τάφος να μην βλέπει τον άλλο –πεσόντας δ᾽ ἀμφοτέρους ταφῆναι μὴ ἐν ἐπόψει ἀλλήλοις· καὶ νῦν οἱ τάφοι δείκνυνται περὶ Μάγαρσα τοῦ Πυράμου πλησίον (Στρ. 14.5.16.20-23). Τέλος, κάποια άλλη παράδοση θέλει τον Αμφίλοχο να συνοδεύει τον Κάλχα στο μαντείο του Απόλλωνα στην Κλάρο, στην πορεία επιστροφής προς τις πατρίδες τους μετά την πολιορκία της Τροίας, όπου ο Κάλχας πέθανε, καθώς διαπίστωσε ότι ο Μόψος ήταν καλύτερος μάντης από εκείνον (Στρ. 14.1.27).

ΑΝΙΟΣ


Ο Άνιος συνδέεται τόσο με τον θεό της μαντικής Απόλλωνα – ήταν ο πατέρας του – όσο και με τον θεό της εκστατικής μανίας Διόνυσο – ήταν προπάππους του από την πλευρά της μητέρας του Ροιώς. Η Ροιώ ήταν κόρη της Χρυσοθέμιδας και του Στάφυλου, γιου του Διόνυσου και της Αριάδνης.

Όταν η Ροιώ έμεινε έγκυος από τον Απόλλωνα, ο πατέρας της Στάφυλος, νομίζοντας ότι η εγκυμοσύνη της κόρης του προέκυψε από σχέση με κάποιον θνητό και μη πιστεύοντας τα σχετικά με τη θεϊκή ένωση, την έκλεισε μέσα σε μια λάρνακα και την έριξε στη θάλασσα. Η λάρνακα εκβράσθηκε στις ακτές της Εύβοιας, σύμφωνα με μια εκδοχή, όπου η Ροιώ γέννησε τον γιο της Άνιο. Αμέσως μετά ο Απόλλωνας πήρε μητέρα και παιδί στη Δήλο και έδωσε στον Άνιο την εξουσία του ιερού νησιού και το χάρισμα της μαντικής. Ο Διόδωρος Σικελιώτης παραδίδει ότι η λάρνακα ξεβράστηκε κατ’ ευθείαν στη Δήλο, χωρίς την ευβοϊκή μεσολάβηση, και εκεί γέννησε η Ροιώ το παιδί της: […] άφησε το παιδί πάνω στον βωμό του Απόλλωνα και προσευχήθηκε στον θεό να σώσει τη ζωή του παιδιού αν εκείνο ήταν δικό του. Κι ο Απόλλων […] έκρυψε το παιδί αλλά αργότερα φρόντισε για την ανατροφή του, του έμαθε τη μαντική και το περιέβαλε με μεγάλες τιμές (5.62).

Ο Άνιος παντρεύτηκε τη Δωρίππη, με την οποία απέκτησε πολλά παιδιά. Μεταξύ των παιδιών του αναφέρονται οι τρεις Νύμφες της Δήλου, επονομαζόμενες Οινοτρόποι ή Οινοτρόφοι. Τα ονόματά τους, Σπερμώ, Οινώ, Ελαΐς, παραπέμπουν στα βασικά στοιχεία της διατροφής, το κρασί, το λάδι, το σιτάρι· από τον προπροπάππου τους Διόνυσο πήραν το χάρισμα να τα κάνουν να αναπηδούν από τη γη.

Ο Άνιος, χάρη στις μαντικές του ικανότητες, ήξερε ότι ο πόλεμος στην Τροία θα διαρκούσε δέκα χρόνια, γι’ αυτό έθεσε στη διάθεση των Ελλήνων τις ικανότητες των θυγατέρων του. Οι Έλληνες δεν πίστεψαν τις προφητείες του Άνιου και αρνήθηκαν την προσφορά του, όμως αργότερα, καθώς ο πόλεμος τραβούσε σε μάκρος, έστειλαν πρεσβεία στη Δήλο, αποτελούμενη από τον Μενέλαο και τον Οδυσσέα, για να ζητήσουν από αυτές τον ανεφοδιασμό του στρατού. Οι τρεις κοπέλες πήγαν στην Τροία αλλά γρήγορα βαρέθηκαν, οι Έλληνες τις καταδίωξαν και εκείνες ζήτησαν από τον Διόνυσο να τις μεταμορφώσει σε περιστέρια. Γι’ αυτό στη Δήλο απαγορευόταν να σκοτώνουν περιστέρια. (Εικ. 41424344)

Άλλα παιδιά του έγιναν επώνυμοι ήρωες διαφόρων πόλεων, όπως ο Άνδρος και ο Μύκονος.

Ο Βιργίλιος παραδίδει πως, όταν ο Αινείας και ο πατέρας του Αγχίσης έφτασαν στη Δήλο Ο βασιλιάς Άνιος, βασιλιάς των ανθρώπων και του Φοίβου ιερέας, με ταινίες στεφανωμένος και δάφνη ιερή τρέχει κατά μας· αναγνώρισε τον παλιό του φίλο Αγχίση. Δίνουμε τις δεξιές μας σε ένδειξη φιλοξενίας και μπαίνουμε στο σπίτι του (Βιργ., Αιν. 3. 80-83). (Εικ. 454647)

ΒΡΑΓΧΟΣ


Ο Βράγχος ήταν πρόγονος του Μαχαιρέα που σκότωσε ο Νεοπτόλεμος στους Δελφούς, γιος του ήρωα Σμίκρου από τους Δελφούς. Αυτός εγκαταστάθηκε στη Μίλητο, όπου και παντρεύτηκε. Η μητέρα του ονόμασε το παιδί που γέννησε Βράγχο, γιατί, πριν γεννήσει, ονειρεύθηκε τον ήλιο να μπαίνει στο κορμί της από τον λάρυγγα (βράγχιον), να το διαπερνά, και να βγαίνει από την κοιλιά της. Οι μάντεις θεώρησαν το όραμα ευνοϊκό οιωνό. Και πράγματι, το παιδί συνδέθηκε με τον Απόλλωνα και τη μαντική τέχνη. Γιατί, μια μέρα που έβοσκε τα πρόβατα του πατέρα του στο βουνό, έτσι όμορφος που ήταν και καθώς έπαιζε με τον σκύλο του, τον είδε ο Απόλλωνας και τον ερωτεύτηκε, τον φίλησε και του μετέδωσε το μαντικό χάρισμα. Γι’ αυτό και ο Απόλλωνας απέκτησε τα επίθετα «φίλιος» και «βράγχιος». Ο Βράγχος έχτισε βωμό προς τιμή του «φίλιου» Απόλλωνα και μαντείο στα Δίδυμα, νότια της Μιλήτου, ισότιμο σχεδόν με των Δελφών. Μάλιστα, έσωσε κάποτε την πόλη από λοιμό ραίνοντας τον λαό με κλαδιά δάφνης και ψάλλοντας ύμνους. Στο μαντείο ιερείς γίνονταν οι απόγονοί του, οι Βραγχίδες. Ως γιος του Βράγχου αναφέρεται ο Χίλων ο Λακεδαιμόνιος (Διογ. Λ. 1.72.8· Αρισταγόρας fr. 11.3)

ΓΑΛΕΩΤΗΣ


Ο Γαλεώτης ήταν γιος του θεού Απόλλωνα και της Θεμιστώς, θυγατέρας του βασιλιά των Υπερβορείων Ζάβιου. Με τον υπερβόρειο Τελμισσό πήγαν στο μαντείο του Δία στη Δωδώνη, για να ζητήσουν χρησμό. Το μαντείο τους είπε να βαδίσουν ο ένας στην Ανατολή, ο Τελμισσός, και ο άλλος στη Δύση, ο Γαλεώτης. Εκεί όπου ένας αετός θα άρπαζε το κρέας στη διάρκεια μιας θυσίας, εκεί έπρεπε να σταματήσουν και να ιδρύσουν βωμό. Ο Τελμισσός πήγε στην Καρία και ο Γαλεώτης στη Σικελία, στην πόλη που λεγόταν Ύβλα και αργότερα Γελεάτις, στην νότια πλαγιά της Αίτνας. Εκεί έγινε γενάρχης μιας σειράς μάντεων, των Γαλεωτών.

ΔΑΦΝΗ


Η νύμφη Δάφνη δεν εμπλέκεται άμεσα στον κύκλο των μάντεων παρά μόνο ως η αγαπημένη του θεού της μαντικής Απόλλωνα, ως το ομώνυμο φυτό στο οποίο μεταμορφώθηκε αναπόσπαστο στοιχείο του φυσικού τοπίου των Δελφών, προϋπόθεση για τη μαντική διαδικασία εκεί.

Και στην περίπτωση της Δάφνης της αποδίδονται διαφορετικοί γονείς. Άλλοτε είναι κόρη του ποταμού Λάδωνα της Πελοποννήσου και της Γης, άλλοτε του θεσσαλικού ποταμού Πηνειού άλλοτε του βασιλιά Αμύκλα της Λακωνίας.

Η Δάφνη είναι το αντιπρότυπο της κόρης που υπόκειται στους κοινωνικούς κανόνες του γάμου. Σαν θηλυκός Ιππόλυτος και αγαπημένη νύμφη της Άρτεμης, αδελφής του Απόλλωνα, περνούσε τον χρόνο της στα βουνά, αποφεύγοντας τη συναναστροφή των ανδρών και κυνηγώντας. Και γι’ αυτή την παρθένο νύμφη τα προβλήματα ανακύπτουν με τον έρωτα. Την ερωτεύτηκε ο Λεύκιππος, ο γιος του βασιλιά της Ήλιδας Οινόμαου. Ο νέος γρήγορα παραιτήθηκε από την προσπάθεια να την κάνει γυναίκα του, επινόησε όμως ένα τέχνασμα για να βρίσκεται κοντά της: Έπλεξε κοτσίδα τα μαλλιά του, που τα άφησε να μακρύνουν για να τα προσφέρει στον ποταμό Αλφειό, ντύθηκε σαν κόρη, παρουσιάστηκε στη Δάφνη ως κόρη του πατέρα του και την παρακάλεσε να τον/την αφήνει να κυνηγά μαζί της. Η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ τους ξύπνησε τη ζήλια του Απόλλωνα που, θέλοντας να εκδικηθεί, εμφύσησε στις κοπέλες την επιθυμία να κάνουν μπάνιο στα νερά του ποταμού. Εκείνες υποχρέωσαν τον διστακτικό Λεύκιππο να ξεντυθεί, ανακάλυψαν το πραγματικό του φύλο και τον σκότωσαν με τα ακόντια και τα μαχαίρια τους. Σύμφωνα με άλλες εκδοχές, οι θεοί τον έκαναν αόρατο. Ο Απόλλωνας τότε όρμηξε να αρπάξει τη Δάφνη. Κυνηγημένη η κόρη, έτρεχε ως τη στιγμή που, καθώς θα την έπιανε, ζήτησε από τον πατέρα της να τη μεταμορφώσει. (Εικ. 484950515253545556575859606162636465) Μεταμορφώθηκε σε δάφνη, το αγαπημένο φυτό του θεού, το οποίο θα έφερε στο εξής στην κεφαλή του. Η δαφνηφορία θα έφτανε μέχρι την κεφαλή της πολιτικής εξουσίας στη Ρώμη. (Οβ., Μετ. 1.452-567)

Η σημασία του δέντρου που διατηρείται σε διάφορα μαντεία, όπως στη Δωδώνη με τη δρυ ή στους Δελφούς και στα Δίδυμα της Μιλήτου με τη δάφνη του Απόλλωνα, είναι πολύ πιθανό ότι εκφράζει ένα παλαιότατο λατρευτικό στάδιο δενδρολατρείας, του οποίου τα νεότερα μαντεία παρέμεναν φορείς.

ΕΛΕΝΟΣ


Καταγωγή – Μαντική ικανότητα

Γιος του Πρίαμου και της Εκάβης, δίδυμος αδελφός της Κασσάνδρας. Όταν γεννήθηκαν, οι γονείς τέλεσαν γιορτή στον ναό του Θυμβραίου Απόλλωνα, λίγο έξω από τα τείχη της πόλης.[4] Το βράδυ οι γονείς, κουρασμένοι και μάλλον μεθυσμένοι, αποχώρησαν λησμονώντας τα παιδιά στον ναό που αποκοιμήθηκαν κουρασμένα από το παιχνίδι. Την άλλη μέρα τα αναζήτησαν και τα βρήκαν να κοιμούνται, ενώ δίπλα τους δύο φίδια τους έγλειφαν τα αυτιά καθαρίζοντάς τα. Ο Πρίαμος και η Εκάβη άρχισαν να φωνάζουν και τα φίδια κρύφτηκαν στις ιερές δάφνες του ναού, όμως ήδη είχαν πετύχει να τους δώσουν το χάρισμα της μαντικής. Για την Κασσάνδρα λεγόταν ότι προέλεγε το μέλλον μετά από θεϊκή έμπνευση, όπως η Σίβυλλα και η Πυθία, σε κατάσταση παραληρήματος, ενώ ο Έλενος ερμήνευε τις κινήσεις και τις κραυγές των πουλιών (οιωνοσκοπία). Οι μετά τον Όμηρο επικοί ποιητές αναφέρουν ότι είχε προείπει στους Τρώες, όπως και η Κασσάνδρα, την καταστροφή της πόλης τους και στον ίδιο τον Πάρι, όταν εκείνος έφευγε για το ταξίδι του στην Ελλάδα, οπότε απήγαγε την Ελένη. (Εικ. 66)

 

Πριν τον θάνατο του Πάρι

Εκτός από σπουδαίος μάντης, ο Έλενος υπήρξε και γενναίος πολεμιστής. Πήρε μέρος στους νεκρικούς αγώνες που έγιναν μπροστά στο κενοτάφιο του αδελφού του Πάρι, όταν ακόμη τον θεωρούσαν νεκρό ή χαμένο, πολύ πριν τα Τρωικά, και στη διάρκεια σχεδόν όλου του Τρωικού Πολέμου πολέμησε θαρραλέα κοντά στον Έκτορα, ενώ, απευθυνόμενος στον Έκτορα και τον Αινεία, τους συμβούλευσε τι πρέπει να κάνουν, ώστε οι Τρώες να αντιμετωπίσουν τις ορμητικές επιθέσεις του Διομήδη (Ζ 76-101). Συμβουλεύει, επίσης, τον Έκτορα να μονομαχήσει με κάποιον Αχαιό, γιατί ήξερε από την τέχνη του ότι δεν είχε έρθει η ώρα του αδελφού του να πεθάνει (Η 44-53). Όταν αργότερα ο Έκτορας σκοτώθηκε, ο Έλενος τον αντικατέστησε επάξια και πληγώθηκε από τον Μενέλαο. Στην αξιοσύνη του στον πόλεμο βοήθησε και ο Απόλλων που του δώρισε ένα τόξο από ελεφαντόδοντο, με το οποίο ο ήρωας πλήγωσε τον Αχιλλέα στο χέρι.

 

Μετά τον θάνατο του Πάρι

Η στάση του Έλενου άλλαξε και έγινε σχεδόν εχθρική προς την πατρίδα του μετά τον θάνατο του Πάρι, οπότε ο Πρίαμος όρισε την Ελένη ως έπαθλο για τον γενναιότερο. Παρουσιάστηκαν ως επίδοξοι μνηστήρες ο Δηίφοβος, ο Έλενος και ο Ιδομενέας. Νεότερος ο πρώτος, υπερίσχυσε και ο Έλενος, θυμωμένος, αποσύρθηκε στο όρος Ίδη δίνοντας βαρύ όρκο να μην πολεμήσει ξανά για την Τροία.

Όταν ο μάντης Κάλχας χρησμοδότησε στους Αχαιούς ότι μόνο ο Έλενος μπορούσε να τους πει πώς θα κυρίευαν την Τροία, ο Οδυσσέας παραμόνεψε πότε ο Έλενος θα βρισκόταν εκτός των τειχών της Τροίας, τον αιχμαλώτισε, δεμένο τον οδήγησε στους Αχαιούς και τον ανάγκασε, με τη βία και δωροδοκώντας τον, να αποκαλύψει αυτά που γνώριζε. Τότε ο Έλενος χρησμοδότησε ότι η Τροία θα έπεφτε με τις εξής προϋποθέσεις: 1) να λάβει μέρος στον πόλεμο ο Νεοπτόλεμος· 2) να πάρουν οι Αχαιοί στην κατοχή τους τα οστά του Πέλοπα· 3) να κλέψουν από τους Τρώες το θαυματουργό ουρανόσταλτο «Παλλάδιο»· 4) να επανέλθει στον πόλεμο ο Φιλοκτήτης, καθώς είχε το τόξο και τα βέλη του Ηρακλή. Λέγεται μάλιστα ότι τότε έριξε και την ιδέα για τον Δούρειο Ίππο, εκείνος και όχι ο Οδυσσέας, και ότι οι Έλληνες την υιοθέτησαν.

Τη νύχτα της άλωσης, ύστερα από συμφωνία με τον Οδυσσέα, από την ακρόπολη έκανε σινιάλο στον ελληνικό στόλο που παρέμενε κρυμμένος στην Τένεδο, για να επιστρέψει. Επιπλέον, άδειασε το σπίτι του Δηίφοβου από τα όπλα, οπότε ο Μενέλαος, σκότωσε εύκολα τον Δηίφοβο, όταν οι Αχαιοί μπήκαν στην Τροία.

 

Μετά τα Τρωικά

Για τις υπηρεσίες του προς τους πολιορκητές της Τροίας, καθώς και για το ότι είχε προσπαθήσει να αποτρέψει τον Πάρι από το να απαγάγει την Ελένη και είχε εμποδίσει τους Τρώες να αφήσουν το πτώμα του Αχιλλέα να το φάνε τα κοράκια, οι Αχαιοί εγγυήθηκαν για τη ζωή του.

Για την τύχη του μετά την πτώση της Τροίας λέγονταν τα εξής:

  1. Μαζί με τη μητέρα του Εκάβη, την Ανδρομάχη, την Κασσάνδρα και μερικούς άλλους Τρώες πήγε στη θρακική Χερσόνησο και εγκαταστάθηκε εκεί. Αργότερα, στο μέρος αυτό η Εκάβη μεταμορφώθηκε σε σκύλα και πέθανε. Ο Έλενος έθαψε τη μητέρα του σε τάφο που ονομάστηκεκυνός σῆμα(ο τάφος της σκύλας).
  2. Έπεσε στον κλήρο του Νεοπτόλεμου μαζί με την Ανδρομάχη. Με τη μαντική του ικανότητα, συμβούλευσε τον Νεοπτόλεμο να μη γυρίσει στην Ελλάδα από τη θάλασσα, αλλά από τη στεριά. Έτσι σώθηκε ο Νεοπτόλεμος από την καταστροφή που έπαθε ο ελληνικός στόλος στον Καφηρέα.

Μετά τη δολοφονία του Νεοπτόλεμου από τον Ορέστη στους Δελφούς το βασίλειο έμεινε στην Ανδρομάχη και σ’ εκείνον. Και όταν ο Αινείας πέρασε από την Ήπειρο, κατευθυνόμενος στη Δύση, τους βρήκε να βασιλεύουν ειρηνικά. Το ζευγάρι έχτισε εκεί τη νέα Τροία, το Ίλιον (Αινειάδα, 3.294 κ.ε.), και λεγόταν πως απέκτησαν ένα γιο, τον Κεστρίνο (Παυσ. 2.23.6). Ως νόμιμη σύζυγος του Έλενου αναφέρεται και η Κεστρία. (Εικ. 67686970)

Στην Ήπειρο ο Έλενος ίδρυσε και την πόλη Βουθρωτό, ενώ ονόμασε τμήμα του βασιλείου του Χαονία από τον Χάονα που σκοτώθηκε τυχαία στο κυνήγι ή γιατί στη διάρκεια μιας επιδημίας ο Χάονας θυσιάστηκε για τους συμπατριώτες του προσφέροντας τον εαυτό του εκούσιο θύμα στους θεούς. Διάδοχό του στη βασιλεία ο Έλενος όρισε όχι τον γιο του αλλά τον γιο του Νεοπτόλεμου Μολοσσό.

  1. Μία τρίτη παράδοση, πολύ μεταγενέστερα τεκμηριωμένη, αναφέρει ότι ο Έλενος, όταν απέτυχε στη διεκδίκηση της Ωραίας Ελένης, ζήτησε από τον πατέρα του την άδεια να φύγει και να πάει στην Ελλάδα, όπου ηγεμόνευσε στη χώρα των Μολοσσών. Ο μύθος αυτός πλάσθηκε για να απαλλάξει τον Έλενο από το βάρος του προδότη και συνεργού των Αχαιών που του αποδίνει ο άλλος μύθος.

ΕΠΙΜΕΝΙΔΗΣ


Μεταξύ μύθου και ιστορίας βρίσκεται η μορφή του Επιμενίδη που στα αρχαϊκά χρόνια πήρε τη θέση του Περίανδρου στον κατάλογο των επτά σοφών. (Εικ. 7172737475) Είναι ξακουστός σοφός και μάντης, με καταγωγή από την Κρήτη (κατά τον Διογένη Λαέρτιο από την Κνωσό, κατά τον Πλούταρχο από τη Φαιστό) αλλά και με παρεμβάσεις στην πολιτική ζωή της Αθήνας, τόσο με τρόπο θρησκευτικό όσο και πιο καθαρά πολιτικό. Ο Θεόπομπος και πολλοί άλλοι συγγραφείς υποστήριζαν ότι είναι γιος του Φαιστίου, ενώ άλλοι πίστευαν πως είναι γιος του Δωσιάδα ή του Αγήσαρχου. Σύμφωνα με τη μυθική παράδοση, όταν τον είχε στείλει ο πατέρας του να ψάξει κάποιο πρόβατο στα χωράφια, ο Επιμενίδης μπερδεύτηκε και μπήκε σε μια σπηλιά όπου κοιμήθηκε για πενήντα επτά χρόνια, εξ ου και η παροιμιώδης φράση Επιμενίδειος ύπνος. Όταν ξύπνησε, άρχισε και πάλι να ψάχνει το πρόβατο, πιστεύοντας ότι έχει κοιμηθεί λίγο. Δεν το έβρισκε και έτσι κατευθύνθηκε προς το χωράφι του, όπου τα βρήκε όλα διαφορετικά και με ξένο ιδιοκτήτη. Κατευθύνθηκε στην πόλη για να αναζητήσει απαντήσεις και βρήκε τον αδελφό του, γέροντα πια, ο οποίος του αποκάλυψε την αλήθεια. Όταν έμαθαν αυτή την ιστορία οι Έλληνες, τον θεώρησαν αγαπημένο των θεών, διότι στη διάρκεια του ύπνου του συνάντησε θεούς (Μάξιμος Τύριος, Διάλεξις 10.1.a-f)· ακόμη λεγόταν ότι ο Πυθαγόρας κατέβηκε μαζί με τον Επιμενίδη στο Ιδαίο άντρο, για να μυηθεί (Διογ. Λ. 8.3.4).

Ο Επιμενίδης έζησε συνολικά 157 ή 299 χρόνια. Το μόνο ιστορικό γεγονός του βίου του αφορά στην κάθαρση της Αθήνας από το Κυλώνειο Άγος (596 π.Χ.). Την αιτία του προβλήματος της Αθήνας περιγράφει ο Πλούταρχος στον βίο του Σόλωνα:

«Την πόλη των Αθηνών […] κρατούσε σε ταραχή και αναστάτωση το Κυλώνειο άγος [632 ή 628 π.Χ.], ακριβώς από την εποχή που ο άρχοντας Μεγακλής πρότεινε στους συνωμότες του Κύλωνα, οι οποίοι είχαν προσφύγει ικέτες στον ναό της θεάς, να κατέλθουν στην πόλη, για να δικαστούν. Οι συνωμότες […] αφού έδεσαν νήμα από το άγαλμα της θεάς, κρατιόντουσαν από αυτό και άρχισαν να κατεβαίνουν προς την πόλη. Όταν όμως έφτασαν κοντά στον ιερό χώρο τον αφιερωμένο στις σεμνές θεές, το νήμα κόπηκε αυτόματα και τότε ο Μεγακλής και οι άλλοι συνάρχοντές του όρμησαν και συνέλαβαν τους συνωμότες με την πρόφαση ότι η θεά δεν δεχόταν την ικεσία τους. Όσους συνέλαβαν έξω από τα ιερά τους σκότωσαν με λιθοβολισμό, κατέσφαξαν όμως όσους προσέφυγαν στους βωμούς, ενώ διασώθηκαν μόνο εκείνοι που είχαν καταφύγει ως ικέτες στις γυναίκες των αρχόντων. […]» (Πλούτ., Σόλων 12)

Οι Αθηναίοι επέβαλαν ηθικές ποινές στον Άρχοντα Μεγακλή, από την οικογένεια των Αλκμαιωνίδων, και σε όσους είχαν πάρει, μαζί με αυτόν, μέρος στη σφαγή: τον καταράστηκαν και τον απέφευγαν (είναι η ίδια ποινή που είχε διακηρύξει ο Οιδίποδας ότι έπρεπε να επιβληθεί στον φονιά του Λάιου). Όμως επειδή οι συνέπειες από το άγος συνεχίζονταν, το 597 π.Χ. επέβαλαν και νομικές ποινές: ο Μεγακλής και οι προσωπικοί του βοηθοί, όσοι ακόμη ζούσαν, όταν έπεσαν επιδημίες στην Αθήνα πέρασαν από δίκη μετά από υποκίνηση του Σόλωνα, κρίθηκαν ένοχοι και εξορίστηκαν ισόβια από την Αττική. Επειδή όμως η εξορία της ισχυρής οικογένειας των Αλκμαιωνίδων δεν απάλλαξε τους Αθηναίους από τις συμφορές και τους φόβους, το 596 π.Χ. προσκάλεσαν τον σοφό κρήτα Επιμενίδη:

«Και κάποιοι αόριστοι φόβοι από δεισιδαιμονία κατέλαβαν την πόλη και φαντάσματα την τρόμαζαν και οι μάντεις διακήρυσσαν ότι κατά τις θυσίες προς τιμή των θεών φαίνονταν μολύσματα και μιάσματα, τα οποία είχαν ανάγκη από καθαρμό. […] Ο Επιμενίδης με εξιλασμούς και καθαρμούς και με την κτίση ναών καθαγίασε και καθοσίωσε την πόλη και με τον τρόπο αυτό την κατέστησε ικανή να είναι υπήκοος του δικαίου και περισσότερο ευπειθής στην ομόνοια.» (Πλούτ., Σόλων 12).

Στο γένος των Αλκμαιωνίδων ανήκαν ο Κλεισθένης, ο Περικλής και ο Αλκιβιάδης, οι δύο τελευταίοι από την πλευρά της μητέρας τους. Επομένως, η αναμόχλευση και η διατήρηση του ζητήματος είχαν προφανώς και πολιτικά κίνητρα.

Ο Επιμενίδης έγινε αφορμή και για ένα γνωστό παράδοξο στη Λογική. Σε ένα ποίημά του είχε γράψει: «Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται (οι Κρήτες είναι πάντα ψεύτες)». Κατά τον 19ο αιώνα διατυπώθηκε με βάση τη φράση αυτή το εξής λογικό παράδοξο, γνωστό και ως παράδοξο του Επιμενίδη:

 

Ο Επιμενίδης λέει ότι όλοι οι Κρήτες είναι ψεύτες

Ο Επιμενίδης είναι Κρητικός

Άρα ο Επιμενίδης λέει ψέματα

Άρα οι Κρήτες λένε την αλήθεια

Άρα και ο Επιμενίδης λέει την αλήθεια

Άρα οι Κρήτες είναι ψεύτες κ.ο.κ.

 

Τη φράση του Επιμενίδη χρησιμοποίησε ο Απ. Παύλος στην επιστολή του προς τον επίσκοπο Κρήτης Τίτο, προκειμένου να ψέξει τους Κρητικούς για τα ελαττώματά τους με τα λόγια ενός δικού τους: «εἶπέ τις ἐξ αὐτῶν ἴδιος αὐτῶν προφήτης· Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται, κακὰ θηρία, γαστέρες ἀργαί» (1:12).

[Για τη ζωή του Επιμενίδη βλ. Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων]

ΕΡΑΤΩ


Από εδώ θα ανεβείς από μια σκάλα σε ένα ιερό του Πανός. Μέσα στο ιερό είναι χτισμένη στοά και υπάρχει ένα μικρό άγαλμα. Και ο Πάνας επίσης, το ίδιο με τους ισχυρότερους θεούς, μπορεί να εκπληρώνει τις ευχές των ανθρώπων και να ανταποδίδει τα δέοντα στους κακούς. Δίπλα σε αυτόν τον Πάνα μια φωτιά διατηρείται άσβεστη. Λένε ότι τα παλιά τα χρόνια αυτός ο θεός έδινε και χρησμούς και ότι μάντισσα του θεού ήταν η Νύμφη Ερατώ, που παντρεύτηκε τον Αρκάδα, γιο της Καλλιστώς. (Παυσ. 8.37.11)

 

Με τον Αρκάδα η Ερατώ απέκτησε τρεις γιους, τον Αζάνα, τον Αφείδαντα και τον Έλατο.

ΗΡΟΦΙΛΗ


Γεννήθηκε στη Μαρπησσό της Τρωάδας από μια Νύμφη και ένα βοσκό της Ίδης. Δεύτερη ηλικιακά από τις Σίβυλλες προέβλεψε ότι η καταστροφή της Τροίας θα ερχόταν από γυναίκα της Σπάρτης. Επιπλέον, όταν οι μάντεις, κυρίως ο Αίσακος, γιος του Πρίαμου από άλλη γυναίκα, την Αρίσβη, προέβλεψαν ερμηνεύοντας όνειρο της Εκάβης, πως το παιδί που θα γεννιόταν μια ορισμένη μέρα θα προκαλούσε την καταστροφή της Τροίας και ότι όφειλαν να σκοτώσουν μητέρα και παιδί, η Ηροφίλη, ιέρεια του Απόλλωνα, προέτρεψε να σκοτώσουν τον Πάρη που είχε γεννηθεί πριν νυχτώσει εκείνη την ημέρα. Όμως ο Πρίαμος λυπήθηκε το παιδί του και στη θέση του σκότωσε τον Μούνιππο, που επίσης γεννήθηκε την καθορισμένη και προορισμένη ημέρα, γιο της Κίλλας από τον Θυμοίτη, αδελφό ή κουνιάδο του Πριάμου (Ευφορίων, απ. 55).

Σε ύμνο της Δήλου, που η ίδια συνέθεσε προς τιμή του Απόλλωνα, αποκαλούσε τον εαυτό της νόμιμη γυναίκα του θεού αλλά και κόρη του.

Η Ηροφίλη ταξίδεψε σε πολλά μέρη, την Κλάρο, τη Σάμο, όπου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της, τη Δήλο, τους Δελφούς, και προφήτευε κάθε φορά πάνω σε μια πέτρα που κουβαλούσε μαζί της. Πέθανε στην Τρωάδα και έδειχναν τον τάφο της στο δάσος του Σμινθίου Απόλλωνα. Όμως η πέτρα πάνω στην οποία προφήτευε βρισκόταν στους Δελφούς. (Εικ. 76)

Νεότερή της ήταν μια άλλη Ηροφίλη, που κατοικούσε κοντά σε μια πηγή νερού στις Ερυθρές της Μικράς Ασίας. Οι Ερυθραίοι έδειχναν μια σπηλιά στο βουνό Κώρυκο,στη νοτιοδυτική πλευρά του Παρνασσού όπου έλεγαν ότι γεννήθηκε η Ηροφίλη, κόρη του ντόπιου βοσκού Θεοδώρου και μιας νύμφης που είχε την επωνυμία Ιδαία, επειδή τότε έλεγαν τις περιοχές με τα πολλά δέντρα «ίδες». (Ηράκλειτος, fr. 92· Παυσ. 10.12.1-3).

 

ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας

της Δήμητρας Μήττα

Advertisements

About Αρχαίων Τόπος

Ιστορία- Αρχαιολογία- Τέχνη- Φιλοσοφία- Επιστήμη
This entry was posted in ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ, Μυθολογία. Bookmark the permalink.