Λυρική ποίηση – Αρχαία Λαϊκά Τραγούδια

Λυρική ποίηση

Για να ορίσουμε το έπος χρησιμοποιήσαμε ευδιάκριτα μορφολογικά στοιχεία: τη μεγάλη έκταση, τη σύνθεση κατά στίχο και το δακτυλικό εξάμετρο. Στη λυρική όμως ποίηση ο ορισμός είναι δύσκολος, καθώς και η έκταση και ο τρόπος της σύνθεσης και τα μέτρα ποικίλλουν. Το όνομα λυρική ποίηση δε μας βοηθά.

Οι αλεξανδρινοί φιλόλογοι το καθιέρωσαν, γιατί τα περισσότερα λυρικά έργα συνοδεύονταν στην παρουσίασή τους από τη λύρα· παράβλεψαν όμως ότι το ίδιο όργανο συνόδευε και το έπος, και ακόμα ότι ορισμένες κατηγορίες λυρικών τραγουδιών δε συνοδεύονταν από τη λύρα αλλά από τον αυλό. Έτσι, δε μένει άλλο από το να πούμε ότι στη λυρική ποίηση εντάσσουμε όλα τα ποιητικά έργα που δεν ανήκουν στο έπος ή στη δραματική ποίηση,και να επιχειρήσουμε, χρησιμοποιώντας διάφορα κριτήρια, να τα κατατάξουμε σε μικρότερες κατηγορίες.

Πρώτο κριτήριο ο λαϊκός ή όχι χαρακτήρας. Από τη μια ξεχωρίζουμε ορισμένα τραγούδια (εθιμικά και εργατικά τα περισσότερα) που είχαν ολοφάνερα λαϊκό χρώμα και κυκλοφορούσαν ανώνυμα· από την άλλη όλα τα ποιητικά έργα που είχαν συνθέσει επώνυμοι ποιητές και κυκλοφορούσαν με το όνομά τους.

Δεύτερο κριτήριο για να διαιρέσουμε τα επώνυμα έργα σε κατηγορίες είναι ο τρόπος της παρουσίασης. Ξεχωρίζουμε:

(α) Χορικά: έργα που παρουσιάζονταν τραγουδισμένα από ένα σύνολο με πολλούς τραγουδιστές, τον Χορό.

(β) Μονωδίες: έργα που παρουσιάζονταν τραγουδισμένα από ένα μόνο τραγουδιστή.

(γ) Ελεγείες: έργα που παρουσιάζονταν τραγουδισμένα από έναν τραγουδιστή πλαισιωμένο από Χορό, που τον υποστήριζε.

Στον πίνακα που ακολουθεί σημειώνονται και άλλες, μικρότερες κατηγορίες, που τα χαρακτηριστικά τους θα καθοριστούν στη συνέχεια.

Κατάταξη των λυρικών έργων

 

Η κατάταξη των λυρικών έργων όπως τη βλέπουμε στον πίνακα, παρουσιάζει και μιαν ιδιοτυπία. Αν εξαιρέσουμε τα λαϊκά τραγούδια, που προσαρμόζονται στη διάλεκτο και το ιδίωμα του κάθε τόπου, οι υπόλοιπες κατηγορίες χαρακτηρίζονται και από τη γλωσσική τους μορφή: στις ελεγείες οι ποιητές χρησιμοποιούσαν την τεχνητή γλώσσα του έπους και στους ιάμβους την ιωνική διάλεκτο· και ακόμα, κατά κανόνα οι ωδές γράφονταν στην αιολική διάλεκτο και τα χορικά τραγούδια στη δωρική.

Εύκολα διαπιστώνουμε ότι αυτές οι γλωσσικές προτιμήσεις σχετίζονται άμεσα με τη διάλεκτο της περιοχής όπου αναπτύχτηκε το κάθε ποιητικό είδος και έδρασαν οι κυριότεροι εκπρόσωποί του· σημειώνουμε όμως ότι το ιδιαίτερο διαλεκτικό χρώμα κάθε είδους διατηρήθηκε, τουλάχιστον επιφανειακά, σε όλες τις περιόδους της αρχαιοελληνικής λογοτεχνίας, ακόμα και όταν πια το είδος είχε επεκταθεί έξω από τα όρια της αρχικής του κοιτίδας και το καλλιεργούσαν ποιητές που η φυσική τους διάλεκτος ήταν διαφορετική.

Κοινό χαρακτηριστικό σε όλα τα πρώιμα λυρικά έργα είναι η συνύπαρξή τους με το μουσικό μέλος.[39] Δεν υπάρχει στην Αρχαϊκή και στην Κλασική εποχή λυρικό ποίημα που να προορίζεται για σιωπηλή ανάγνωση ή για απλή απαγγελία. Τα λυρικά έργα ήταν όλα γραμμένα για να τραγουδιούνται, πολλά και για να χορεύονται. Ήταν οι ίδιοι οι ποιητές που μαζί με τα λόγια συνθέταν τη μουσική και τη χορογραφία, όπου χρειαζόταν, των έργων τους.[40] Μπορεί κάτι τέτοιο να μας παραξενεύει σήμερα που οι ποιητές σπάνια ταυτίζονται με τους μουσικοσυνθέτες και τους χορογράφους, αλλά πρέπει να το δεχτούμε ως πραγματικότητα – μια πραγματικότητα που θα την καταλαβαίναμε καλύτερα, αν δεν ήταν τόσο φτωχές οι γνώσεις μας για την αρχαιοελληνική μουσική και χορό.

Στο περιεχόμενό της η λυρική ποίηση χαρακτηρίζεται από την έντονη προβολή του ποιητή και τον άμεσο σχολιασμό του σύγχρονού του κόσμου. Βέβαια, καμιά ανθρώπινη δημιουργία δε γίνεται να αποδεσμευτεί από τον τόπο της, την εποχή της και την προσωπικότητα του δημιουργού της· ενώ όμως οι επικοί ποιητές εκφράζονταν έμμεσα, τοποθετώντας τα έργα τους σε μια περασμένη μυθική εποχή, οι λυρικοί ποιητές, ακόμα και όταν χρησιμοποιούσαν μύθους,[41] πρόβαλλαν απροκάλυπτα τις σκέψεις και τα συναισθήματα τους, παρουσίαζαν και σχολίαζαν απερίφραστα την εποχή και τον γύρω τους κόσμο: πρόσωπα, πράγματα, γεγονότα, καταστάσεις και ό,τι άλλο.

 

39 Γι᾽ αυτό η λυρική ποίηση ονομάζεται και μελική.

40 Η λέξη μολπή (μέλπω = τραγουδώ) μπορεί στον Όμηρο να σημαίνει και μόνο το τραγούδι και την ενότητα του τραγουδιού με τον χορό. Ο χορός μόνος ονομαζόταν ὀρχηθμόςὄρχημα και ὄρχησις.

41 Στην αρχαϊκή λυρική ποίηση «ο μύθος, κυρίως ο μύθος που πέρασε από το φίλτρο της επικής ποίησης, παραθέτει πλάι στο γήινο γεγονός μιαν ανάλογη θεϊκή ή ηρωική εικόνα και έτσι προσδίδει στις εφήμερες ανθρώπινες πράξεις νόημα και αξία», Β. Snell, Η ανακάλυψη του πνεύματος, μετάφρ. Δ. Ιακώβ, Αθήνα (Μ.Ι.Ε.Τ.) 1981, σ. 83.


Λαϊκά τραγούδια


Ἄλει, μύλα, ἄλει·

καὶ γὰρ Πιττακὸς ἄλει,

μεγάλας Μυτιλήνας βασιλεύων.

 

Πολύ αργά, στα νεότερα μόνο χρόνια, αναγνωρίστηκε η αξία της ανώνυμης λαϊκής ποιητικής παραγωγής, που βέβαια στην αρχαιότητα κανείς δε σκέφτηκε να την καταγράψει. Έτσι, μόνο από καλή τύχη μάς σώζονται κάποια αρχαιοελληνικά δημοτικά τραγούδια, εργατικά, εθιμικά, λιανοτράγουδα κλπ. (ελάχιστα μπροστά στο μεγάλο πλήθος που σίγουρα υπήρχε), και που η επίδρασή τους, μορφολογική και θεματική, ανιχνεύεται σε μεγάλους ποιητές, στον Όμηρο, στη Σαπφώ κ.ά.

Εργατικό τραγούδι για τον χερόμυλο είναι η προμετωπίδα, και μεταφράζεται:

Άλεθε, μύλε, άλεθε,

γιατί άλεθε κι ο Πιττακός,

ο βασιλιάς της τρανής Μυτιλήνης.

Οι νεότεροι συγγραφείς που παραθέτουν το τραγούδι διευκρινίζουν ότι πραγματικά ο Πιττακός, τύραννος της Μυτιλήνης στα χρόνια του Αλκαίου, δούλευε ο ίδιος τον χερόμυλο, για να γυμναστεί εντατικά σε μικρό χώρο, αλλά και για να ετοιμάσει το φαγητό του!

Εθιμικά τραγούδια σώζονται αρκετά, ανάμεσα τους το χελιδόνισμα, που το τραγουδούσαν τα παιδιά την άνοιξη, γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι, αναγγέλλοντας ότι έφτασε το πρώτο χελιδόνι και μαζεύοντας δώρα. Εθιμικό τραγούδι ήταν και η εἰρεσιώνη, που την τραγουδούσαν πάλι τα παιδιά, όταν το φθινόπωρο κρεμούσαν στις πόρτες κλαρί ελιάς τυλιγμένο με μαλλί (εἶρος) και στολισμένο με καρπούς, για το καλό του χρόνου:

Φέρε σύκα, ειρεσιώνη, και χοντρά ψωμιά,

μες στο κιούπι φέρε μέλι, φέρε λάδι…

Ειδική κατηγορία αποτελούσαν τα σκόλια, λιανοτράγουδα με ποικίλο περιεχόμενο, που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα. Τα τραγουδούσαν με συνοδεία λύρας στα συμπόσια, όταν ερχόταν η ώρα να κρατήσει καθένας με τη σειρά του ένα κλαδί μυρτιάς και να πει ένα τραγουδάκι, από τα γνωστά ή καινούργιο, μακάρι δικό του εκείνης της στιγμής, αυτοσχέδιο.

Έχουμε την τύχη να μας σώζεται μια συλλογή από 25 αττικά σκόλια, τετράστιχα ή δίστιχα τα περισσότερα, σε διάφορα μέτρα. Ο λαϊκός χαρακτήρας είναι σε ορισμένα ολοφάνερος, π.χ.

Μακάρι να γινόμουνα μαλαματένιο γκόλφι,

μια όμορφη να με φορεί, γυναίκα μυαλωμένη.[58]

Συμβαίνει όμως παρόμοια σκόλια να παραδίδονται και με το όνομα γνωστών ποιητών, του Σιμωνίδη, του Αλκαίου, του Ανακρέοντα κ.ά.

 

58Εἴθ᾽ ἄπυρον καλὸν γενοίμην μέγα χρυσίον
και με καλὴ γυνὴ φοροίη καθαρὸν θεμένη νόον (455 Ρ.)·
πρβ. π.χ. το νεοελληνικό
Στα παχουλά σου τα λαιμά, τα γαλακτοπλασμένα,
ήθελα να ᾽μαι μενταγιό με μια χρυσή καδένα.

 


Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία

του Φάνη Κακριδή
Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών

Advertisement

About Αρχαίων Τόπος

Ιστορία- Αρχαιολογία- Τέχνη- Φιλοσοφία- Επιστήμη
This entry was posted in Αρχαία Γραμματεία/ Γλώσσα, Αρχαία Ιστορία, Αρχαία Τέχνη/ Αρχιτεκτονική, ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ, Ιστορία της Λογοτεχνίας, Ιστορία της Τέχνης, Φιλοσοφία/ Επιστήμη. Bookmark the permalink.