ΑΡΧΑΙΑ ΘΕΑΤΡΑ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑ 
Η ΑΡΧΑΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑ

Η δημιουργία ενός περιβάλλοντος φιλικού προς τον άνθρωπο, μετά το λιώσιμο των πάγων κατά τη 10η χιλιετία, συντέλεσε στη μετάβαση από το κυνήγι και την τροφοσυλλογή στην αγροτική οικονομία του Νεολιθικού Πολιτισμού. Η απέραντη Θεσσαλική πεδιάδα που πλούσια αρδεύει ο Πηνειός και οι παραπόταμοι του, τριγυρισμένη από ψηλά βουνά, αποτέλεσε από πολύ νωρίς έναν ιδανικό χώρο για να αναπτυχθούν σπουδαίοι οικισμοί. Γαίης απάσης άμεινον -σύμφωνα με το μεταγενέστερο Δελφικό χρησμό- ήταν η εύφορη Θεσσαλική γη, όπου ιδρύθηκαν στην πεδιάδα και στη χαμηλή λοφώδη περιοχή περισσότεροι από 300 Νεολιθικοί οικισμοί, που είναι γνωστοί με τον όρο «μαγούλες», χαμηλά δηλαδή εξάρματα που σχηματίστηκαν με τη συσσώρευση αλλεπάλληλων στρωμάτων κατοίκησης στον ίδιο χώρο…


Οι αρχαιότερες μόνιμες Νεολιθικές εγκαταστάσεις εμφανίστηκαν στις αρχές της 7ης χιλιετίας π.Χ. (Άργισσα, Σέσκλο, Γεντίκι, Σουφλί Μαγούλα) και χαρακτηρίζονται από την απουσία κεραμεικής και από κτίσματα με τη μορφή ορυγμάτων στο έδαφος. Λίγο αργότερα, στις πρώτες περιόδους της Αρχαιότερης Νεολιθικής, ιδρύονται οι πρώτοι υπαίθριοι οικισμοί, ενώ παράλληλα χρησιμοποιούνται ακόμη και τα σπήλαια της Παλαιολιθικής εποχής τα οποία διέθεταν ως τόποι κατοίκησης, όπως είναι το σπήλαιο στη Θεόπετρα Καλαμπάκας.
Στη Μέση και Νεότερη Νεολιθική, στην 6η και 5η χιλιετία, έχουμε πλέον οργανωμένους οικισμούς, με γνωστότερους τους οικισμούς στο Σέσκλο και στο Διμήνι, από τους οποίους προέρχονται και οι περισσότερες πληροφορίες μας σχετικά με την οργάνωση του χώρου. Οι κάτοικοί τους υιοθέτησαν εξ αρχής τη γεωργία και την κτηνοτροφία και τη μόνιμη εγκατάσταση σε σπίτια με λίθινα θεμέλια και ανωδομή από πηλό, και χώρους κατανεμημένης εργασίας και παραγωγής. Αυτές οι σημαντικές αλλαγές αποτέλεσαν τις προϋποθέσεις για μια ανεπτυγμένη αγροτική οικονομία.
Έτσι, προς το τέλος της Νεολιθικής περιόδου, εμφανίζεται μια καινούρια τεχνοοικονομική οργάνωση που μαρτυρεί την ισορροπημένη συνεργασία και την εξειδίκευση των μελών του συνόλου για την επίτευξη ενός κοινού στόχου. Κατά τη μετάβαση από τη Νεολιθική Εποχή στην Εποχή του Χαλκού, η οποία θεωρείται μεγάλη πολιτισμική τομή στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, στη Θεσσαλία δεν παρατηρούνται άμεσες και ουσιαστικές διαφορές, αφού για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα εξακολούθησαν να υφίστανται οι πρακτικές και οι μέθοδοι των Νεολιθικών χρόνων στη μορφή των οικισμών και τον τρόπο ζωής που συνεχίζει να στηρίζεται στην παλιά γεωργική και κτηνοτροφική παράδοση.
Στο τέλος όμως της Μέσης Εποχής Χαλκού παρατηρείται στη Θεσσαλία η ίδρυση νέων μικρών και μεσαίων οικισμών, καθώς και η ανάπτυξη οικισμών γύρω από παλαιότερες νεολιθικές εγκαταστάσεις (Μαγούλες), γεγονός που υπαινίσσεται ότι διαμορφώθηκαν πλέον καλύτερες συνθήκες διαβίωσης που προέκυψαν μετά από την οικονομική αλλαγή των Προϊστορικών κοινοτήτων. Έτσι, στην ανατολική παράκτια Θεσσαλία διαπιστώνουμε ότι γύρω από τον κόλπο του Παγασητικού αναπτύχθηκαν οικισμοί, όπου υπήρχαν μικρά ή μεγάλα φυσικά λιμάνια που διέθεταν και πηγές νερού, όπως είναι οι οικισμοί στα Παλιά / Κάστρο Βόλου, στο Διμήνι, στα Πευκάκια, στην Πύρασσο, στην Άλο, στον Πτελεό, στην Ανδρώνα και από την άλλη πλευρά του Παγασητικού.
Ίσως στο Χόρτο, και -έξω από τον Παγασητικό κόλπο- στις Βόρειες Σποράδες, όπως στο Στάφυλο, στη Σκόπελο και στην Κεφάλα στη Σκιάθο, για να αναφέρουμε τις πιο σημαντικές παράλιες θέσεις. Επίσης, λίγο ενδότερα από τον κόλπο του Παγασητικού, στην πεδιάδα που απλώνεται γύρω από τη λίμνη Κάρλα (αρχαία Βοιβηίς), αναπτύχθηκαν σπουδαίοι Μυκηναϊκοί οικισμοί στην Πέτρα, στις Φερές, στο Αερινό, στο λόφο του Αγίου Αθανάσιου (πιθανά Βοιβηίδα) και στις πρόσφατα ερευνημένες θέσεις Κορυφούλα και Τσιγγενίνα, αλλά και άλλοι οικισμοί λίγο βορειότερα στο Μ. Μοναστήρι με πιο γνωστό τον οικισμό στο Μπουρνάμπασι στην Όσσα όπου βρίσκονται και οι θολωτοί τάφοι.
Οι οικισμοί αυτοί βασίζονταν ακόμη στη γεωργία, την κτηνοτροφία και λιγότερο στην αλιεία και το εμπόριο, αφού η Θεσσαλία παρέμεινε κατά βάση πάντα μια αγροτοκτηνοτροφική περιοχή. Γενικά, εξετάζοντας το σύνολο των γνωστών Μυκηναϊκών οικισμών (περίπου 200) που έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα στη Θεσσαλία, παρατηρούμε ότι στην τελευταία περίοδο της Ύστερης Εποχής Χαλκού (1435 – 1050 π.Χ.) οι οικισμοί απλώνονται σε ολόκληρη τη Θεσσαλική πεδιάδα καθώς και στις υπώρειες των βουνών που την πλαισιώνουν.
Γνωρίζουμε όμως περισσότερους κυρίως στην ανατολική παράκτια Θεσσαλία, και κατά μήκος του Πηνειού ποταμού και των παραποτάμων του, και λιγότερους στην ενδοχώρα, ίσως γιατί ο πληθυσμός προτιμούσε τις παράκτιες και τις ημιορεινές περιοχές, λόγω της ευκολίας στην επικοινωνία, ή ίσως η έρευνα είναι ακόμη ελλιπής. Σε κανέναν από αυτούς τους οικισμούς δε διαπιστώθηκαν με βεβαιότητα μέχρι σήμερα ίχνη από κάποια μορφή οχύρωσης, γεγονός που -αν δεν είναι έλλειμμα της έρευνας- μπορεί να δηλώνει ότι ο πληθυσμός της Θεσσαλίας στα Μυκηναϊκά χρόνια ζούσε ειρηνικά, χωρίς το φόβο των επιδρομών από άλλους γειτονικούς πληθυσμούς, ή υποδηλώνει ότι οι οικισμοί υπακούουν σε ένα κέντρο που είναι ασφαλές και δεν χρειάζεται να οχυρώνονται.
Αναμφίβολα αυτό το κέντρο ελέγχει το μεγαλύτερο λιμάνι της Θεσσαλίας στο μυχό του Παγασητικού κόλπου. Κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, που χαρακτηρίζεται από την άνθηση των πρώτων οργανωμένων Μυκηναϊκών πόλεων, το σημαντικότερο Μυκηναϊκό ανακτορικό κέντρο είναι αυτό της Ιωλκού, της μυθικής πόλης των Μινύων βασιλιάδων και των Αργοναυτών, η οποία ήλεγχε το λιμάνι του Παγασητικού, από το οποίο πραγματοποιούνταν οι επαφές της Θεσσαλικής πεδιάδας με το Αιγαίο μέσω των θαλασσίων οδών. Αν και δεν υπάρχουν στον Όμηρο αναφορές στο όνομα της Θεσσαλίας, στον Ομηρικό «Κατάλογο των Νηών» περιγράφονται 9 βασίλεια που κατελάμβαναν το χώρο της μετέπειτα καλούμενης Θεσσαλίας.
Αναφέρονται 29 πόλεις, πολλές από τις οποίες είναι άμεσοι πρόγονοι των πόλεων των ιστορικών χρόνων (π.χ. Τρίκκα), ενώ άλλες προφανώς άλλαξαν όνομα (π.χ. Αστέριον). Πολλές από τις Ομηρικές αυτές θέσεις ταυτίστηκαν (π.χ. Φεραί), ενώ άλλες μένουν αταύτιστες (π.χ. Οιχαλία). Επίσης ο Όμηρος αναφέρει 4 από τους μετέπειτα γνωστούς περίοικους λαούς της Θεσσαλίας: τους Αινιάνες, τους Περραιβούς, τους Μάγνητες και τους Δόλοπες. Αργότερα, στην αυγή των Ιστορικών χρόνων, η ιστορία της Θεσσαλίας ανιχνεύεται αφ’ ενός μέσα από το κείμενο του Θουκυδίδη, που θέλει τους Θεσσαλούς να έρχονται, 60 χρόνια μετά τον Τρωϊκό πόλεμο, στη μετέπειτα ονομαζόμενη θεσσαλική πεδιάδα από τα Δυτικά, από τη Θεσπρωτία, και να εγκαθίστανται στην περιοχή της Άρνης, στη Β.Δ Θεσσαλία.
Η έλευσή τους εκτόπισε -σύμφωνα με το μύθο- τους παλαιότερους κατοίκους, τους Βοιωτούς, που μετακινήθηκαν νοτιότερα στη μετέπειτα Βοιωτία, και διαδέχθηκε τους παλαιότερους γηγενείς Πελασγούς, τους Μινύες και άλλα ντόπια φύλλα. Η συγκέντρωση των νέων πληθυσμιακών ομάδων σε οργανωμένες πόλεις έλαβε προφανώς χώρα στο τέλος του 7ου αιώνα και προκάλεσε την εξαφάνιση των Ομηρικών βασιλείων που αναφέρονται στον Κατάλογο των Νηών. Έτσι δημιουργήθηκαν αυτόνομες διοικητικές ενότητες με μικρότερη χωροταξική δικαιοδοσία.
Η Θεσσαλία είναι γενικότερα γνωστή από τα κείμενα της λυρικής ποίησης της Αρχαϊκής εποχής που περιγράφουν μια περιοχή εύρωστη και πλούσια, γνωστή για την εκτροφή αλόγων και τους τοπικούς αριστοκρατικούς της οίκους που είχαν την έδρα τους στις νεοϊδρυθείσες πόλεις της Θεσσαλικής πεδιάδας και συνδέονταν με αλληλένδετους δεσμούς φιλίας με αντίστοιχους οίκους της υπόλοιπης Ελλάδος. Γενικά, το όνομα Θεσσαλία χρησιμοποιήθηκε από τις αρχαίες πηγές για να περιγράψει:
α) Τις 4 Θεσσαλικές διοικητικές περιοχές της Ιστορικής εποχής, γνωστές και ως τετράδες, και
β) Μια ευρύτερη γεωγραφική περιοχή από τον Όλυμπο μέχρι το Σπερχειό και από το Αιγαίο μέχρι την Πίνδο, που περιελάμβανε εκτός από τις τετράδες και τις περίοικες περιοχές (Περραιβία, Μαγνησία, Αχαία Φθιώτιδα, Αινιάδα, Μαλίδα, Οιταία), οι οποίες δεν ανήκαν διοικητικά στη Θεσσαλία κατά την Κλασική περίοδο.
Σήμερα έχει ευρύτερα επικρατήσει η δεύτερη χρήση του όρου. Ειδικότερα, η διοικητική οργάνωση των νέων Θεσσαλικών πληθυσμών και πόλεων σε 4 τετράδες (Θεσσαλιώτις, Εστιαιώτις, Φθιώτις και Πελασγιώτις) αποδίδεται από τον Αριστοτέλη στον γηγενή Λαρισαίο Αλεύα τον Πυρρό και χρονολογήθηκε στα τέλη του 6ου αιώνα. Η εδαφική αυτή δομή αποτέλεσε με μικρές αλλαγές τη βάση της πολιτικής και στρατιωτικής οργάνωσης της Θεσσαλίας κατά τους επόμενους αιώνες και έφτασε με την ίδια περίπου μορφή μέχρι και τα Ρωμαϊκά χρόνια. Αργότερα, στα Κλασικά χρόνια, το εθνικό Θεσσαλός ή Πετθαλός εμφανίζεται στα επιγραφικά κείμενα της εποχής, ενώ οι Θεσσαλοί, ως έθνος, ανήκουν στα μέλη της Δελφικής Αμφικτιονίας.
Η ύπαρξη μεγάλων πόλεων σχετίζεται με τα οικιστικά πρότυπα των Κλασικών και Ελληνιστικών χρόνων. Η πρώτη γεωγραφική περιγραφή της Θεσσαλίας ανήκει στον Περίπλου του Ψευδο-Σκύλακα (4ος αιώνας π.Χ.), ενώ ο μεταγενέστερος Στράβων (1ος αιώνας π.Χ. – 1ος αιώνας μ.Χ.) είναι αυτός που παραδίδει την πιο λεπτομερή περιγραφή της περιοχής, δίνοντας και τα γεωγραφικά της όρια: Βόρεια η Μακεδονία, ανατολικά από τις Θερμοπύλες έως το δέλτα του Πηνειού, νότια η Οίτη και η Αιτωλία, και δυτικά οι Ακαρνάνες και οι Αμφιλοχείς και οι λαοί της Πίνδου. Σήμερα έχουν ταυτιστεί με ακρίβεια 25 Θεσσαλικές πόλεις που χρονολογούνται από τα Αρχαϊκά έως τα Ελληνιστικά χρόνια, ενώ πολλές ακόμη έχουν εντοπιστεί.
Στη δυτική Θεσσαλία, ορισμένες από τις ονομαστές πόλεις της τετράδας Θεσσαλιώτιδος, περίπου στα όρια που καταλαμβάνει ο νομός Καρδίτσας, ήταν το Κιέριον, το οποίο κατέλαβε τη θέση της Ομηρικής Άρνης, που σύμφωνα με το μύθο αποτελεί τη μυθική κοιτίδα των Θεσσαλών κατά την έλευσή τους στη Θεσσαλική πεδιάδα, το Θητώνιον, η Όρθη, η Καλλίθηρα, το Μεθύλιον, το Φάκιον, το Αστέριον, η Πειρασία (Πειρεσία ή Πειρασιαί), ο (η) Φύλλος, οι Ίχναι ή Άχναι. Από την περιοχή της αρχαίας Μητρόπολης και προς τα βόρεια που οριοθετούνταν η τετράδα Εστιαιώτις, ως κύριες πόλεις αναφέρονται η Τρίκκη, οι Γόμφοι, η Πέλιννα, η Φαρκαδόνα, η Φαϋττός, ο Άτραγας και άλλες στην περίμετρο του νομού Τρικάλων, όπως το Αιγίνιον, η Φαλώρεια, η αρχαία πόλη στην Αγρελιά.
Νοτιότερα της τετράδος Θεσσαλιώτιδος βρίσκονταν τα γεωγραφικά και διοικητικά όρια της Τετράδος Φθιώτιδος που κατελάμβανε την κατώτερη και τη μέση κοιλάδα του ποταμού Ενιπέα. Η τετράδα αυτή διακρινόταν από την γειτονική προς νότο Αχαία Φθιώτιδα, η οποία αποτελούσε την εποχή αυτή και μέχρι τα Ρωμαϊκά χρόνια περίοικη περιοχή του Θεσσαλικού έθνους. Πρωτεύουσα της τετράδος Φθιώτιδος ήταν η Φάρσαλος και κυριότερες πόλεις οι Παλαιφάρσαλος, Πειρασία και Μακκάραι. Η τετράδα Πελασγιώτις καταλάμβανε στα Κλασικά χρόνια το κεντρικό τμήμα της Θεσσαλικής πεδιάδας με κυριότερες πόλεις τη Λάρισα, τις Φερές, την Κρανώνα, τη Σκοτούσσα, τη Γυρτώνη, το Μόψιον, την Άργουσσα, κλπ.
Στη συνέχεια, κατά τον 5ο αιώνα π.Χ., η Πελασγιώτιδα διεύρυνε τα διοικητικά όρια της, αφού ενσωματώθηκαν σε αυτή οι πόλεις του λιμανιού του Παγασητικού κόλπου, οι Παγασές, οι Αμφανές και η Πύρασος. Συγκεκριμένα, η αρχαία πόλη των Φερών, που βρίσκεται στη θέση της σημερινής κωμόπολης του Βελεστίνου, χρησιμοποιούσε πλέον ως επίνειό της τις Παγασές, στο μυχό του Παγασητικού κόλπου. Οι Φερές βρίσκονταν πάνω στο σταυροδρόμι των οδικών αξόνων που οδηγούν και σήμερα από το Νότο στο Βορρά και από το εσωτερικό της Θεσσαλίας προς τη θάλασσα. Σημειώνουμε ότι η σύγχρονη έρευνα έφερε στο φως την αρχαία οδό Φερών – Παγασών και αργότερα Φερών – Δημητριάδος.
Στο μυχό του Παγασητικού, τα ερείπια της σύγχρονης πόλης των Αμφανών βρίσκονται πάνω στο κωνικό ύψωμα Σωρός, ανάμεσα στις Παγασές και το Ακρωτήρι Πύρρα (σημερινό Αγκίστρι). Μια άλλη πόλη που άκμασε στην περιοχή αυτή κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. αποκαλύφθηκε πάνω στο λόφο της Γορίτσας, στο ΒΑ άκρο του μυχού. Η πόλη χτίστηκε πιθανόν όταν ο Φίλιππος ο Β’ έκανε οχυρώσεις στη Μαγνησία στα πλαίσια ενός γενικότερου πολιτικού – στρατιωτικού σχεδιασμού. Η οχύρωση αυτή ολοκληρώθηκε πιθανότατα από τον Κάσσανδρο μεταξύ 316 – 298 π.Χ., και η πόλη κατοικήθηκε για μικρό χρονικό διάστημα. Επίσης, κατά τον 4ο αιώνα, οι Μακεδόνες με τον Φίλιππο το Β΄ έρχονται στη Θεσσαλία και εδραιώνουν σταδιακά την κυριαρχία τους.
Την εποχή αυτή, νοτιότερα από το μυχό του Παγασητικού, στην περιοχή που συμπίπτει με τη σημερινή επαρχία του Αλμυρού, αναπτύσσονται δύο σημαντικές θέσεις: οι πόλεις των Φθιωτίδων Θηβών και της Άλου. Την ίδια εποχή, το δεύτερο μεγάλο λιμάνι του Παγασητικού, η Πύρασος, που βρίσκεται κοντά στα ΝΔ παράλια του Παγασητικού κόλπου, θα περάσει στην κυριαρχία των γειτονικών Φθιωτίδων Θηβών, όταν στον 4ο αιώνα π.Χ. ενισχύθηκε η αρχική πόλη με τον συνοικισμό των γειτονικών πόλεων και κωμών. Οι Φθιώτιδες Θήβες βρίσκονται πάνω στον τραπεζοειδή λόφο «Κάστρο», κοντά στην κοινότητα Άκετσι (Μικροθήβες) και σε απόσταση 4 χλμ. από τη Νέα Αγχίαλο και τον Παγασητικό κόλπο.
Σύμφωνα με τον Πολύβιο, η πόλη απλωνόταν σε τρεις λόφους και η έκταση της «χώρας» της ήταν πολύ μεγάλη, αφού συνόρευε με τη Φάρσαλο, τη Δημητριάδα και τις Φερές. Από την πόλη αυτή έχουν ερευνηθεί το ιερό της Αθηνάς Πολιάδας, το ιερό του Ασκληπιού, τμήμα των ισχυρών τειχών και τμήματα των νεκροταφείων της. Η ανασκαφή του αρχαίου θεάτρου, το οποίο εντοπίστηκε σε περίοπτη θέση της πόλης, βρίσκεται σε εξέλιξη. Η αρχαία πόλη της Άλου βρίσκεται στη θέση «Κεφάλωση», στα νοτιοανατολικά της σύγχρονης πόλης του Αλμυρού. Η ακμή της πόλης εντοπίζεται στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. Υπολογίζεται ότι εδώ ζούσαν 3.000 άνθρωποι.
Η στρατηγική θέση της πόλης της επέτρεπε να ελέγχει το πέρασμα από τη Βόρεια προς τη Νότια Ελλάδα. Το 256 π.Χ. καταστράφηκε από σεισμό. Στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. ο Δημήτριος Πολιορκητής ίδρυσε στο μυχό του Παγασητικού κόλπου το Μακεδονικό βασίλειο της Δημητριάδας. Η πόλη ιδρύθηκε με το συνοικισμό των πόλεων του Παγασητικού και μικρότερων Μαγνητικών πολισμάτων της περιοχής του Πηλίου. Σκοπός της ίδρυσης της ήταν να αποτελέσει βάση του Μακεδονικού στρατού και στόλου. Η Δημητριάδα εξελίχθηκε γρήγορα σε μεγάλο, διεθνές εμπορικό λιμάνι και δέχτηκε πολλούς Έλληνες και ξένους από όλη την ανατολική Μεσόγειο.
Γενικότερα όμως, κατά τον 3ο αιώνα π.Χ., η κυριαρχία των Μακεδόνων στο Θεσσαλικό χώρο δεν επέφερε ουσιαστικές αλλαγές στη διοικητική και χωροταξική διάρθρωση της Θεσσαλίας. Το 2ο αιώνα π.Χ. η Θεσσαλία ενσωματώθηκε επίσημα στη Ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας (148 π.Χ.). Τότε θα προσαρτηθούν σε αυτή και οι περίοικες περιοχές (Αχαία Φθιώτιδα, Μαλίδα, Αιανεία, Δολοπία, Περραιβία) καθώς και το βόρειο τμήμα της περιοχής των Μαγνήτων (Βόρειο Πήλιο, Όσσα).
Κατά τα χρόνια της Ρωμαϊκής κυριαρχίας, 4 μεγάλες Θεσσαλικές πόλεις -η Λάρισα, η Δημητριάδα, που πλέον διοικούνταν από το Κοινό των Θεσσαλών, η Μητρόπολις και η Υπάτη- αποτέλεσαν 4 μεγάλα κέντρα γύρω από τα οποία αναπτύχθηκαν μικρότεροι οικισμοί. Αργότερα, το 300 μ.Χ. η Θεσσαλία αποτέλεσε ξεχωριστή επαρχία με πρωτεύουσα τη Λάρισα.

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΘΕΣΣΑΛΟΙ

Ένα από τα σημαντικά φύλα της κεντρικής Ελλάδος, το οποίο έδωσε το όνομά του στην περιοχή που μέχρι σήμερα είναι γνωστή ως Θεσσαλία και η οποία παλαιότερα έφερε την ονομασία Αιμονία από τους Αίμονες, Πελασγία και Αιολίς. Κατά την παράδοση, γενάρχης των Θεσσαλών ήταν ο επώνυμός τους, Θεσσαλός, υιός του Αίμονος και εγγονός του Πελασγού. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Θεσσαλός ήταν βασιλεύς της Φθίας και πατέρας του Γραικού, από τον οποίον πήραν το όνομά τους οι κάτοικοι της περιοχής, Γραικοί. Οι Θεσσαλοί, εντοπίζονται στην αρχή της Μεσοελλαδικής Εποχής (1900 π.Χ.) στα σύνορα Ηπείρου και Θεσσαλίας, όπου θα διαμορφωθούν γλωσσολογικά, με αποτέλεσμα η διάλεκτός τους να καταλαμβάνει ενδιάμεση θέση μεταξύ της Δυτικής (Ηπειρωτικής) ομάδος και της Αιολικής.

Στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. οι Θεσσαλοί, ακολουθώντας το παράδειγμα των μέχρι τότε γειτόνων τους Βοιωτών, θα εισβάλουν και αυτοί στις εύφορες πεδιάδες ανατολικά και αφού εκδιώξουν το μεγαλύτερο τμήμα των Βοιωτών, θα υποτάξουν βαθμιαία, μέχρι το τέλος του 12ου αιώνα π.Χ., τα Aιολόφωνα φύλα των δυτικών περιοχών της χώρας που θα πάρει από αυτούς το όνομά της (Θεσσαλία). Ευρήματα από διάφορες θέσεις της Θεσσαλίας του 11ου και 10ου αιώνα π.Χ. αποκαλύπτουν τρεις τοπικούς πολιτισμούς. Ο πρώτος, κάλυπτε την δυτική και κεντρική Θεσσαλία και αποδίδεται στους εισβολείς Θεσσαλούς.

Ο δεύτερος και ο τρίτος, στην περιοχή της Λάρισας και στα παράλια του Παγασητικού αντίστοιχα, αποδίδονται στους παλαιότερους κατοίκους αυτών των περιοχών, που δεν είχαν υποταχθεί ακόμη. Τα αρχαιολογικά στοιχεία πάντως αποδεικνύουν ότι η πολιτιστική ενότητα της Θεσσαλίας αποκαταστάθηκε στην διάρκεια του 9ου αιώνα π.Χ. γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τότε ολοκληρώθηκε η κατάκτηση της χώρας από τους Θεσσαλούς. Οι Θεσσαλοί, όταν ολοκλήρωσαν την κατάκτηση, μοίρασαν την χώρα σε τέσσερα τμήματα με επικεφαλής τους λεγόμενους τετράρχες :
α) Την Πελασγιώτιδα, η οποία περιλάμβανε κυρίως την λεκάνη της Βοιβηίδος λίμνης, εκτεινόμενη λίγο προς τα Β.Δ και πέρα από τον Πηνειό, καθώς και προς Ν.Α μέχρι τον Παγασητικό κόλπο. Σημαντικότερες πόλεις, η Λάρισα, η Γυρτώνη, η Κρανών, Φεραί με το λιμάνι των Παγασώνκαι η Σκοτούσσα, κοντά στον περίφημο λόφο Κυνός Κεφαλαί, όπου το 197 π.Χ. ο Φίλιππος Ε΄ της Μακεδονίας ηττήθηκε από τους Ρωμαίους.
β) Την Θεσσαλιώτιδα, στο Ν.Δ τμήμα της χώρας, με σπουδαιότερες πόλεις την Φάρσαλο, την Άρνη (η οποία αργότερα μετονομάσθηκε σε Κιέριον ή Πιέριον) και την Μητρόπολιν.

γ) Την Ιστιαιώτιδα ή Εσταιώτιδα, στο Β.Δ τμήμα, εκτεινόμενη και προς τα ανατολικά για να περιλάβει την Περραιβία. Κυριότερες πόλεις οι Γόμφοι, η Τρίκκη, και η Ολοοσσών.

δ) Την Φθιώτιδα και σωστότερα την Αχαΐα Φθιώτιδα, στα Ν.Α της χώρας, με πόλεις την Άλον, την Ίτωνα, την Πύρασο, την Λάρισα Κρεμαστήν, την Λαμία, την Ηράκλεια (Τραχίς, η παλαιότερη ονομασία της) και την Υπάτη.
Τέλος πρέπει να αναφέρουμε και την Μαγνησία, στα ανατολικά, η οποία περιλάμβανε ολόκληρο το παραθαλάσσιο τμήμα νοτίως των Τεμπών. Οι παλαιότεροι κάτοικοι της χώρας, κυρίως Αιολόφωνα φύλα, αλλά και προελληνικοί λαοί, υποδουλώθηκαν στους Θεσσαλούς και έγιναν δουλοπάροικοι, οι λεγόμενοι Πενέσται. Η θέση τους ήταν καλύτερη από τους Είλωτες της Σπάρτης, όπως προκύπτει από διάφορες αναφορές αρχαίων κειμένων. Αρχικά, ανώτατος άρχων ήταν ο Ταγός, ο οποίος ήταν αιρετός και ισόβιος. Αργότερα με τις νέες κατακτήσεις, υπήρξε ανάγκη αναδιοργάνωσης και η χώρα χωρίσθηκε όπως προαναφέραμε σε τέσσερα μέρη με επικεφαλής τους τετράρχες.
Στους Περσικούς πολέμους, στην αρχή, μόνον ο ταγός της Λαρίσης, από τον περίφημο οίκο των Αλευαδών, τάχθηκε με το μέρος των Περσών. Οι υπόλοιποι Θεσσαλοί συμφώνησαν να αντιτάξουν άμυνα με τους άλλους Έλληνες στην κοιλάδα των Τεμπών. Όταν το σχέδιο αυτό ματαιώθηκε, αναγκάσθηκαν και οι υπόλοιποι Θεσσαλοί να πάνε με το μέρος των Περσών. Την περίοδο των συγκρούσεων μεταξύ Αθήνας, Σπάρτης και Θηβών για την ηγεμονία της Ελλάδος, οι Θεσσαλοί ήσαν διεσπασμένοι και οι συμμαχίες συνάπτονταν αναλόγως των συμφερόντων κάθε περιοχής, κυρίως δε βάσει των συμφερόντων των ισχυρών οίκων, όπως οι Αλευάδες της Λαρίσης, οι Σκοπάδες της Κραννώνος, οι Εχεκρατίδες της Φαρσάλου κ.λ.π.
Γύρω στο 380 π.Χ. στην Θεσσαλία δεσπόζει η σημαντική μορφή του τυράννου των Φερών Ιάσονα, ο οποίος πέτυχε να κυριαρχήσει στο μεγαλύτερο τμήμα της Θεσσαλίας. Είχε συνάψει συμμαχία με τον βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα τον Γ΄ ενώ κατέστησε υποτελή του, τον βασιλιά Αλκέτα της Ηπείρου. Τα σχέδιά του για την ένωση όλων των Ελλήνων σε κοινή εκστρατεία εναντίον των Περσών είχαν ζωηρή απήχηση στις ψυχές των Αθηναίων πατριωτών και κυρίως του Ισοκράτους. Δυστυχώς, ο μεγάλος αυτός Έλληνας δολοφονήθηκε το 370 π.Χ. Οι Θηβαίοι επωφελούμενοι της δολοφονίας του Ιάσονος εισέβαλαν στην Θεσσαλία με αρχηγό τον Πελοπίδα και στις πόλεις που κατέλαβαν δημιούργησαν το «Κοινόν των Θεσσαλών».
Στην συνέχεια όμως, οι εμφύλιες διαμάχες που ξέσπασαν είχαν ως τελικό αποτέλεσμα να υπαχθεί βαθμιαία ολόκληρη η Θεσσαλία στην σφαίρα επιρροής της Μακεδονίας και ως το 344 π.Χ. ο βασιλεύς των Μακεδόνων Φίλιππος Β΄ θα καταστεί ο αδιαφιλονίκητος άρχων της Θεσσαλίας. Το περίφημο ιππικό των Θεσσαλών θα χρησιμοποιηθεί ευρύτατα από τον Μέγα Αλέξανδρο στην εκστρατεία του στην Ασία και στις κατακτήσεις του. Μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου οι Θεσσαλοί συμμάχησαν με τους Αθηναίους σε μια προσπάθεια κατάλυσης της Μακεδονικής κυριαρχίας αλλά χωρίς αποτέλεσμα, παρά τις κάποιες αρχικές επιτυχίες.
Η Θεσσαλία θα γίνει η βάση του Δημητρίου του Πολιορκητή, ο οποίος θα ιδρύσει την Δημητριάδα, που θα γνωρίσει σύντομα περίοδο ακμής και θα αναδειχθεί σε μία από τις σπουδαιότερες Θεσσαλικές πόλεις. Η Θεσσαλία σε όλη σχεδόν την διάρκεια του 3ου αιώνα π.Χ. θα παραμείνει στην εξουσία των Μακεδόνων, συνδεδεμένη άμεσα με τον Μακεδονικό θρόνο. Μετά την επικράτηση των Ρωμαίων στους πολέμους τους εναντίον της Μακεδονίας, ανακήρυξαν την Θεσσαλία «ελεύθερη» και Ρωμαϊκές φρουρές διαδέχθηκαν τις Μακεδονικές. Το 194 π.Χ. οργάνωσαν νέο «Κοινό» στο οποίο δεν περιλαμβανόταν η Μαγνησία και η Περραιβία.
Η Θεσσαλία θα γίνει θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων στην διάρκεια των εμφυλίων πολέμων των Ρωμαίων, μέχρι την τελική ανάδειξη του Οκταβιανού Αυγούστου ως Αυτοκράτορος. Με την αναδιοργάνωση των επαρχιών που ακολούθησε η Θεσσαλία θα υπαχθεί στην Ρωμαϊκή επαρχία της Αχαΐας (Νότια Ελλάς).
Η ΔΙΠΛΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ 
Η Πολιτική και η Τέχνη

Το να μιλήσει κανείς για το αρχαίο θέατρο με ένα σύντομο κείμενο, είναι ένα δύσκολο εγχείρημα. Ωστόσο αξίζει να διατυπωθούν ορισμένες σκέψεις για τη λειτουργία του όχι μόνο στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής ζωής, αλλά και στην πολιτική ζωή της αρχαίας πόλης και της κοινωνίας. Συγχρόνως, είναι πολύ χρήσιμο να αξιολογηθεί η σημασία των αρχαίων θεάτρων στο σημερινό γίγνεσθαι όχι μόνο ως μνημείων, αλλά και ως γόνιμων στοιχείων της σύγχρονης πολιτιστικής και πολιτισμικής δραστηριότητας.

1) Έχει σημασία να ξεκινήσει κανείς από την τελευταία παρατήρηση, αυτή που αφορά τον σύγχρονο πολιτισμό. Το αρχαίο θέατρο με τα φυσικά και πνευματικά χαρακτηριστικά του είναι βέβαιο ότι κατέχει μια εμβληματική θέση στη σημερινή ζωή. Στο μεσογειακό τοπίο, και μάλιστα στο Ελληνικό τοπίο, το ρηπιδωτό σχήμα των λειψάνων των αρχαίων θεάτρων είναι ένα από τα κύρια γνωρίσματα. Καθώς η δημιουργία του λίθινου αρχαίου θεάτρου απαιτούσε ορισμένους φυσικούς όρους, άμεσα συνδεδεμένους με το φυσικό περιβάλλον του, είναι σήμερα το «μνημείο» εκείνο που χωρίς άλλη μεσολάβηση εξακολουθεί έως τις ημέρες μας να διατηρεί τη φυσική του θέση και το τοπίο όμοιο, όπως διαγράφεται στα αρχαία χρόνια.
Σήμερα το αρχαίο θέατρο μπορεί να συνεχίσει την αρχαία λειτουργία του με τον ίδιο τρόπο, όπως μόνο στις παλιές εκκλησίες συμβαίνει, όπου παρά τις ποικίλες προϋποθέσεις και τους κινδύνους χρησιμοποιούνται για τον ίδιο αρχικό σκοπό. Στην πραγματικότητα τα αρχαία θέατρα σώζουν μέσα στους αιώνες το άυλο περιεχόμενο της λειτουργίας τους, παραμένουν ζωντανά και δεν υφίστανται μόνο ως «μουσειακά» αντικείμενα. Παρατηρώντας τα πράγματα με μεγαλύτερη προσοχή αναγνωρίζει κανείς πολλά σημαντικά: τη σπουδαιότερη πληροφορία της αρχαίας θεατρικής πρακτικής προσφέρουν πρωταρχικά τα αρχαία λίθινα θέατρα και υποστηρίζουν όσα προκύπτουν από τα αρχαία θεατρικά κείμενα.
Όσο δυσερμήνευτη και αν είναι η πληροφορία αυτή, παραμένει η πλέον άμεση, ακριβώς επειδή αφορά στον τόπο και το σχήμα της θεατρικής παράστασης. Σχεδόν όμοια όπως και στην εκκλησία (και άλλους σύγχρονους τόπους λατρείας) μπορεί να επαναληφθεί η θεατρική πράξη, όχι ως «μουσειακό έκθεμα», αλλά ως πραγματικό θεατρικό δρώμενο, ως έργο της σύγχρονης σκέψης και αισθητικής. Με βάση τις παραπάνω γενικές παρατηρήσεις αποτιμάται η αξία των λίθινων θεάτρων σήμερα ως πολύ μεγάλη. Το γεγονός ότι αποτελούν συγχρόνως μέρος του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά και του πολιτισμικού, δημιουργεί μια σειρά προϋποθέσεων και όρων για τη διαχείριση και χρήση των χώρων αυτών.
Απαιτούνται εξειδικευμένες μελέτες και αρχές έτσι ώστε να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της φθοράς του χρόνου και των σύγχρονων πολλαπλών κοινωνικών απαιτήσεων. Είναι φανερό ότι τα αρχαία θέατρα σημειοδοτούν ένα σημαντικό θέμα του σύγχρονου πολιτισμού που αφορά δημιουργούς, αλλά και το ευρύ κοινό, τους εξειδικευμένους επιστήμονες, αλλά και το κοινωνικό περιβάλλον. Η σχέση αυτή υποδεικνύει ένα συνεχή διάλογο και τη λεπτομερή έρευνα των πραγματικών δεδομένων για το καλύτερο αποτέλεσμα.

2) Ο σύνθετος αυτός χαρακτήρας του αρχαίου θεάτρου είναι κύριο συστατικό του από αιώνες τώρα, από τη γένεση του. Βασισμένο σε παλιότερες θρησκευτικές παραδόσεις, σε μύθους και κοινωνικά δρώμενα, αναπτύσσεται και παγιώνει τη μορφή του στις τελευταίες δεκαετίες του 6ου αιώνα π.Χ. σχεδόν συγχρόνως με την Αθηναϊκή Δημοκρατία. Στον 5ο προχριστιανικό αιώνα πολλοί και σπουδαίοι ποιητές με τα θεατρικά έργα τους θα διατυπώσουν όλα όσα βασανίζουν τον σύγχρονό τους άνθρωπο και πολίτη. Τα έργα παίζονται σε ανοιχτούς χώρους, με ξύλινες κατασκευές για τις ανάγκες των θεατών και των ηθοποιών.

Η πολιτεία φροντίζει με νόμους όλοι οι πολίτες να συμμετέχουν και να παρακολουθούν τις παραστάσεις που πραγματοποιούνται συνήθως στο πλαίσιο των εορτών του Διονύσου. Άλλωστε στην Αθήνα ένας από τους σπουδαιότερους τόπους των θεατρικών αυτών γεγονότων βρισκόταν κοντά στο ιερό του πολιούχου αυτού Θεού στους νότιους πρόποδες του βράχου της Ακρόπολης. Στον 4ο αιώνα π.Χ. οι ξύλινες κατασκευές για τις ανάγκες των θεατρικών παραστάσεων αντικαθίστανται πλέον από τις μόνιμες λίθινες εγκαταστάσεις των θεατρικών οικοδομημάτων (επί άρχοντος Λυκούργου το 336 π.Χ.).
Η μορφή του λίθινου θεάτρου ολοκληρώνεται και παγιώνεται ως τύπος έτσι ώστε με την χαρακτηριστική του μορφή αρχίζει να εμφανίζεται βαθμιαία στις περισσότερες Ελληνικές πόλεις και τα Ιερά. Η δυνατότητα να συγκεντρώνεται εκεί μεγάλος αριθμός ανθρώπων, με σκοπό μάλιστα να εκφράσουν όσα απασχολούσαν τη σκέψη και τη ζωή τους, καθιστούσε το χώρο του θεάτρου αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής ζωής των Ελληνικών κοινωνιών. Το θέατρο αναδεικνύεται προφανώς ως μία δημόσια – πολιτική υπόθεση και έτσι θα την αναγνωρίσουν οι επόμενοι από την δημιουργία του αιώνες.
Παράλληλα προς τη Διονυσιακή λατρεία στον 5ο αιώνα π.Χ., με την οποία το θέατρο συνδέεται πολύ στενά, πολύ νωρίς η θέση του θεατρικού χώρου σημειοδοτεί τις έννοιες της Εκκλησίας του Δήμου, του δημόσιου λόγου και γενικά της Δημοκρατίας. Όταν το 403 π.Χ. στην Αθήνα επιστρέφει η Δημοκρατία, μετά τις περιπέτειες των ολιγαρχικών στάσεων, η Εκκλησία του Δήμου πραγματοποιεί την πρώτη συγκέντρωσή της στο Διονυσιακό θέατρο, σε αντίθεση προς τους αντιπάλους ολιγαρχικούς, οι οποίοι είχαν κηρύξει την στάση τους στο Ιερό του Ποσειδώνα στον Κολωνό.
Πολύ γρήγορα, στο τέλος του 4ου – αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. τα λίθινα θέατρα γίνονται σταθερά και απαραίτητα συστατικά στοιχεία της αρχαίας πόλης, ακόμη και όταν το πολιτικό σύστημά της δεν είναι το δημοκρατικό ή ακόμη και αν αυτή ανήκει σε κάποιο Ελληνιστικό βασίλειο. Οι κοινωνικές, πολιτικές και καλλιτεχνικές ανάγκες καθιστούν την ύπαρξη ενός λίθινου θεάτρου επιτακτική για την Ελληνική πόλη και πολύ γρήγορα εμφανίζονται στις Ελληνικές χώρες ή στις χώρες της Ελληνικής επιρροής εκατοντάδες θεατρικά οικοδομήματα.
Αξίζει να σημειωθεί η σχέση των θεατρικών εγκαταστάσεων με τα Κοινά, τους πολιτικούς εκείνους σχηματισμούς των Ελληνιστικών χρόνων που δημιουργούν Ελληνικές πόλεις ή φύλα για να μπορέσουν να επιβιώσουν πολιτικά. Στις έδρες των Κοινών ιδρύονται κατά κανόνα θέατρα, και μάλιστα συνήθως μεγάλου μεγέθους, με σκοπό να χρησιμεύσουν ως τόποι συνάθροισης των αντιπροσώπων των μελών των Κοινών. Τα γνωστά παραδείγματα των θεάτρων της Λάρισας ή της Μεγαλόπολης δηλώνουν τη σχέση αυτή με τον πλέον εντυπωσιακό τρόπο. Την πολιτική σημασία του θεάτρου υπογραμμίζει ένα ακόμη εντυπωσιακό παράδειγμα, αυτό του θεάτρου της αρχαίας πρωτεύουσας των Μακεδόνων, των Αιγών (4ος αιώνας π.Χ.).
Σύμφωνα με τα ιστορικά κείμενα, στην παλιά πόλη των Μακεδόνων θα υποδεχόταν ο βασιλιάς Φίλιππος τους αντιπροσώπους των Ελληνικών πόλεων. Αφορμή ήταν ο γάμος της κόρης του με τον βασιλιά της Ηπείρου Αλέξανδρο, στην πραγματικότητα όμως ο Μακεδόνας βασιλιάς επιθυμούσε, ως αρχηγός των Ελλήνων και πριν ξεκινήσει για την εκστρατεία του εναντίον της Ασίας, να κάνει επίδειξη της δύναμής του. Για όλους αυτούς τους λόγους η πόλη των Αιγών αποκτά ένα από τα πρώτα λίθινα θέατρα, πολύ κοντά στο εντυπωσιακό ανάκτορο. Εκεί ο Φίλιππος θα κάνει την εμφάνισή του, σχεδόν «Θεϊκός», ως αρχηγός των συνασπισμένων Ελλήνων.
Εκεί όμως, όπως γράφει ο αρχαίος συγγραφέας, θα γραφεί με τον πιο δραματικό τρόπο η τελευταία πράξη της βασιλείας του ισχυρού αυτού βασιλιά που δολοφονείται από ανθρώπους της φρουράς του. Με αυτόν το τρόπο ανοίγει ο δρόμος για την διαδοχή του Αλέξανδρου Γ΄. Τα παραπάνω παραδείγματα χρήσης του θεάτρου στις πολιτικές λειτουργίες δεν αποτελούν μεμονωμένα φαινόμενα. Πολύ γρήγορα στις έδρες των Κοινών ιδρύονται μεγάλα θέατρα για να εξυπηρετήσουν τις συγκεντρώσεις των αντιπροσώπων των πόλεων. Το λίθινο θέατρο γίνεται το αναπόσπαστο στοιχείο της δημόσιας ζωής τους και ίσως λιγότερο της αντίστοιχης θρησκευτικής.
Τα βουλευτήρια δανείζονται από τα θέατρα την βασική ιδέα εγκατάστασης για την εξυπηρέτηση των συμμετεχόντων. Ακολουθούν τα ωδεία και αργότερα τα Ρωμαϊκά αμφιθέατρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ύπαρξη θεατρικών οικοδομημάτων στις χώρες της Μεσογείου δηλώνει και τα όρια της επιρροής του Ελληνικού πολιτισμού και της Ελληνικής πολιτικής σκέψης. Με τις παραπάνω σύντομες και γενικές παρατηρήσεις και σε συνδυασμό με το μοναδικό θεατρικό – ποιητικό έργο γίνεται φανερή η σημασία των αρχαίων θεάτρων για τον κόσμο μας και τη σύγχρονη σκέψη.
3) Η σύντομη αυτή επισκόπηση του θέματός μας επιστρέφει στο αρχικό σημείο του σχολιασμού μας, τους κανόνες αποκατάστασης της μορφής και της λειτουργίας των αρχαίων θεάτρων. Οφείλουν να διατυπώνονται με αλήθεια και έχοντας υπόψη ένα ξεχωριστό στοιχείο: τα μνημεία μπορούν να λειτουργούν ακόμη όπως και τα αντίστοιχα δραματουργικά έργα. Δεν είναι «μουσειακά» είδη, αλλά δοκιμασμένες εκφράσεις της ελεύθερης σκέψης των ανθρώπων και ακριβείς περιγραφές της μοίρας τους, με κύρος για όλες τις εποχές. Η προστασία του αρχαίου υλικού αλλά και του φυσικού περιβάλλοντος, αποτελεί βασική προϋπόθεση.
Από το σημείο αυτό ξεκινά η ανάγκη για μια ειδική και συνεχή φροντίδα καθώς και μελέτη του θέματος. Στο θέατρο χρειάζονται, περισσότερο από τους επισκέπτες του «μνημείου», κυρίως οι θεατές και οι μετέχοντες του θεατρικού γεγονότος.
ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΘΕΑΤΡΩΝ ΛΑΡΙΣΑΣ
Στη Λάρισα έχουν αποκαλυφθεί δύο αρχαία θέατρα. Το μεγάλο θέατρο του 3ου αιώνα και το θέατρο του 1ου αιώνα π.Χ. που κατασκευάστηκε στα χρόνια του Οκταβιανού.

Το Αρχαίο Θέατρο του 3ου αιώνα π.Χ.

Το μεγαλειώδες αρχαίο θέατρο της πόλης κατασκευάστηκε στις νότιες υπώρειες του λόφου «Φρούριο», όπου βρισκόταν οχυρωμένη η αρχαία ακρόπολη και είχε προσανατολισμό προς νότο, προς την λεγόμενη ελεύθερη αρχαία αγορά η οποία σύμφωνα με ασφαλείς αρχαιολογικές ενδείξεις τοποθετείται στο κέντρο της σημερινής πόλης. Είχε διάρκεια ζωής έξι αιώνων, περίπου από τις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. μέχρι το τέλος του 3ου αιώνα μ.Χ.. Μετά το 2ο αιώνα π.Χ. πέραν από τις θεατρικές παραστάσεις αποτέλεσε και χώρο υπαιθρίων συνεδριάσεων του ανώτατου διοικητικού οργάνου των Θεσσαλών, του περίφημου «Κοινού των Θεσσαλών».

Στο τέλος του 1ου αιώνα π.Χ. μετατράπηκε σε Ρωμαϊκή αρένα και με αυτή τη μορφή συνέχισε να λειτουργεί μέχρι το τέλος του 3ου αιώνα μ.Χ., ενώ την περίοδο αυτή, οι θεατρικές παραστάσεις και άλλες εκδηλώσεις πραγματοποιούνταν στο λιτό Β΄ αρχαίο θέατρο της πόλης. Όσο το θέατρο ήταν ορατό, έγινε σε διάφορες εποχές συστηματική λιθοθηρία σε ορισμένα τμήματά του για εξαγωγή του οικοδομικού υλικού. Η αποξήλωση του επιθεάτρου κυρίως συνεχίστηκε και μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881. Τούτη την εποχή κατασκευάστηκαν στο επιχωμένο θέατρο ισόγειες κατοικίες και καταστήματα με ρηχές θεμελιώσεις πλέον μεν, αλλά βαθείς βόθρους λυμάτων, αρκετοί από τους οποίους τραυμάτισαν τα μάρμαρα.

Το 1910 διανοίχθηκε οδός πάνω ακριβώς από το μνημείο, η λεγόμενη οδός Ακροπόλεως με την οποία επικοινωνούσαν οι Λαρισαίοι με την εβδομαδιαία αγορά της περιοχής δίπλα από το Τούρκικο Μπεζεστένι. Μέχρι το 1950 οι ζημιές που προκλήθηκαν στο μνημείο από τις οικοδομές που κατασκευάστηκαν πάνω σ΄ αυτό ήταν ασήμαντες, σχεδόν αμελητέες. Από την δεκαετία όμως αυτή, και ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1960, οι βλάβες έγιναν πάρα πολύ σοβαρές με τις νέες οικοδομές που ανεγέρθηκαν στη θέση των παλαιών.
Πολυκατοικίες θεμελιώθηκαν στο μνημείο, σηπτικοί βόθροι διανοίχτηκαν πάνω στις κερκίδες, πεδίλωση κατασκευάσθηκε με υποδομή τα μάρμαρα των τοίχων και την κορύφωση της σκηνής, παλιά ισόγεια καταστήματα περιβλήθηκαν από κολώνες με οπλισμένο σκυρόδεμα και μεταβλήθηκαν στο πλαίσιο της ανακαίνισής τους σε διώροφα κτίσματα με υπόγεια. Το 1952 κατασκευάσθηκε πάνω στο επιθέατρο το ρολόι της πόλης, το οποίο εγκαινιάστηκε με πανηγυρισμούς και τυμπανοκρουσίες την επόμενη χρονιά.
Οι ανασκαφές του αρχαίου θεάτρου έχουν μια μακρόχρονη ιστορία και ξεκινούν το 1910 από την εποχή του Απόστολου Αρβανιτόπουλου. Ο τότε Έφορος Αρχαιοτήτων είχε ανασκάψει ένα τμήμα της σκηνής το οποίο από τότε είχε απαλλοτριώσει και περιφράξει. Οι πρόσφατες ανασκαφές έδειξαν ότι το τμήμα αυτό δεν ήταν προσκήνιο, όπως θεώρησε ο Αρβανιτόπουλος, αλλά η ίδια η σκηνή. Το 1968 εκσκαφή θεμελίων για την ανέγερση οικοδομής σε ιδιωτικό οικόπεδο επεσήμανε ένα τμήμα του κοίλου. Η τότε Εφορεία Αρχαιοτήτων Βόλου είχε ανασκάψει το οικόπεδο και είχε αποκαλύψει 3 κερκίδες από τις οποίες η μία είχε 14 σειρές εδωλίων.

Το οικόπεδο αυτό κτίσθηκε το 1970, με άδεια ελαφράς διώροφης οικοδομής και έτσι τα μαρμάρινα εδώλια εγκλωβίστηκαν μέσα στα θεμέλια. Τελικά η οικοδομή αυτή, αφού απαλλοτριώθηκε, κατεδαφίστηκε το Δεκέμβριο του 1981 και οι κερκίδες του αρχαίου θεάτρου, λαβωμένες από τα σίδερα και το μπετόν ξαναντίκρυσαν το Θεσσαλικό ουρανό. Αποφασιστικής σημασίας για την πλήρη αποκάλυψή του τα τελευταία χρόνια υπήρξε ένα ευρύτατο πρόγραμμα απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Πολιτισμού. Τα ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν, καθώς και το ρολόι της πόλης και το παλιό επισκοπικό μέγαρο, κατεδαφίστηκαν με δαπάνες τόσο την Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, όσο και του Δήμου των Λαρισαίων.
Η πρώτη κατεδάφιση πραγματοποιήθηκε το 1992, η δεύτερη το 1998, η τρίτη το 2000 και η τέταρτη τον Δεκέμβριο του 2008. Το έργο εντάχθηκε στα ΠΕΠ Θεσσαλίας και κόστισε περίπου 6.317.000,00 ευρώ. Με τις εργασίες των τελευταίων ετών η εικόνα του μνημείου είναι σχεδόν πλήρης. Πρόκειται για ένα τεράστιο μαρμαροδομημένο μνημείο. Κοίλο αποτελούσε η ίδια η πλαγιά του λόφου, που είχε διαμορφωθεί σε αναβαθμούς για την τοποθέτηση των μαρμάρινων εδωλίων. Το λευκό μάρμαρό τους προέρχεται από το αρχαίο λατομείο στο Καστρί Αγιάς. Ένας διάδρομος πλάτους 2 μ., το διάζωμα, χωρίζει το κοίλο στο κάτω ή κυρίως θέατρο και στο επιθέατρο, το οποίο στο μεγαλύτερο μέρος του έχει καταστραφεί.
Αποτελούνταν από 22 κερκίδες με 14 ή 15 σειρές εδωλίων πιθανόν η καθεμιά και 20 κλιμακίδες ανόδου. Το επιθέατρο στα πλαϊνά του ήταν πιο περιορισμένο, δημιουργώντας χώρο για ράμπα ή κλίμακα για την άνοδο των θεατών. Το κυρίως θέατρο χωριζόταν με 10 κλιμακίδες ανόδου σε 11 κερκίδες με 23 ή 25 πιθανόν σειρές εδωλίων η καθεμιά. Το πέρας του κυρίως θεάτρου προς την ορχήστρα είναι κατασκευασμένο με μαρμάρινους κυβόλιθους, που χρησίμευαν για την αντιστήριξη των κερκίδων. Κατά τη μετατροπή του θεάτρου σε Ρωμαϊκή αρένα, τον 1ο αιώνα π.Χ., αφαιρέθηκαν οι 2 ή οι 3 πρώτες σειρές των εδωλίων για να διευρυνθεί η ορχήστρα κατά 4 μ. περίπου.
Τα εδώλια των πρώτων σειρών που αφαιρέθηκαν, τοποθετήθηκαν για στατικούς λόγους κάτω από τα θυρώματα. Μπροστά από το κατώτατο τμήμα του κυρίως θεάτρου και περιμετρικά της ορχήστρας βρέθηκε κτιστός αποχετευτικός αγωγός πλάτους 1 μ. καλυμμένος με λειασμένες μαρμάρινες πλάκες. Ο αγωγός διαπερνά την θεμελίωση της σκηνής με 2 εξόδους και κάπου πίσω από αυτή έστριβε προς τον Πηνειό ποταμό. Οι δύο πάροδοι, μαζί με τους αναλημματικούς τοίχους τους, διατηρούνται σε άριστη κατάσταση και αποτελούνται από λειασμένους κυβόλιθους λευκού μαρμάρου.
Ο αναλημματικός τοίχος της δεξιάς παρόδου αποκαλύφθηκε σε μήκος 40,86 μ., ύψος 4,50 μ., και πλάτος 3,55 μ., και ο αντίστοιχος της αριστεράς παρόδου βρέθηκε σε μήκος 24,75 μ., ύψος 3,55 μ. και πλάτος 3,16 μ. Το κτίριο της σκηνής, με τρείς οικοδομικές φάσεις, είναι το καλύτερα διατηρημένο τμήμα του θεάτρου. Έχει μήκος 37 μ. και αποτελείται από 4 δωμάτια, με 3 εισόδους ανάμεσά τους. Η πρώτη φάση της ανάγεται στο πρώτο μισό του 3ου αιώνα π.Χ. και είναι σύγχρονη με την κατασκευή του θεάτρου. Οι τοίχοι της σκηνής είναι κατασκευασμένοι με λαξευτούς πωρόλιθους και κοσμούνταν με ζωγραφικούς πίνακες.
Τα δύο εσωτερικά δωμάτια επικοινωνούν με εσωτερικές θύρες και ήταν χώροι για την προετοιμασία των υποκριτών. Στη δεύτερη φάση οικοδόμησης, το πρώτο μισό του 2ου αιώνα π.Χ., μπροστά από τη σκηνή, προς την πλευρά της ορχήστρας, κατασκευάστηκε το προσκήνιο, συνολικού μήκους 20 μ. και πλάτους 2 μ. Αποτελείται από 6 παραστάδες και 6 μονολιθικούς δωρικούς ημικίονες σε παράταξη που πατούν πάνω σε μαρμάρινη ευθυντηρία. Πάνω στην κιονοστοιχία του προσκηνίου στηριζόταν Δωρικός θριγκός. Το προσκήνιο υποβάσταζε ένα ξύλινο πατάρι, το λογείο όπου έπαιζαν οι υποκριτές.
Στη τρίτη οικοδομική φάση της σκηνής, στα χρόνια των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων, η πρόσοψη των πλαϊνών δωματίων επενδύθηκε με μαρμάρινους κυβόλιθους και Δωρικούς ημικίονες, αφού αφαιρέθηκε η μπροστινή σειρά των πώρινων δόμων. Ακόμα, προστέθηκε δεύτερος όροφος, για την μορφή του οποίου δεν υπάρχουν ακόμα αρκετά στοιχεία. Την εποχή αυτή το θέατρο έχει μετατραπεί ήδη σε αρένα και αρχίζει η σταδιακή βεβήλωσή του. Στα εδώλια ανοίγονται οπές για την τοποθέτηση σκιαδίων και γράφονται τα ονόματα των εκμισθωτών των θέσεων. Στο πίσω μέρος της σκηνής ανιχνεύτηκε ένα τεράστιο σύνολο αρχιτεκτονικών μελών πώρινων κυρίως, όπως κιονοκράνων, σπονδύλων και βάσεων κιόνων, το οποίο ενισχύει την υπόθεση ότι στο σημείο αυτό υπήρχε στοά.
Η παρουσία έξι ανάγλυφων ογκωδών ασπίδων προς το παρόν δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθεί. Υπάρχει βέβαια το ερώτημα εάν σε μία από τις δύο παρόδους υπήρχε μνημείο ασπίδων το οποίο δεν επισημάνθηκε ανασκαφικά ακόμα ή έχει καταστραφεί πλήρως. Βάσεις, επίσης, τιμητικών ανδριάντων διάσημων μονομάχων ή νικητών στους Πανθεσσαλικούς αγώνες ήταν στημένες στις παρόδους ή στο πίσω μέρος της σκηνής. Το μεγαλειώδες αυτό μνημείο, χρειάζεται ακόμα πολύ εργασία για να αποκαλυφθεί πλήρως και ενδεχομένως στο άμεσο μέλλον να αναστηλωθεί.
Είναι ασφαλώς αναγκαίες επιπλέον απαλλοτριώσεις σε ότι αφορά την πλήρη αποκάλυψη των παρόδων και ορισμένες εξειδικευμένες μελέτες. Βεβαίως μέχρι τώρα έχει ανταποδώσει με πληρότητα ευρήματα και επιστημονικά στοιχεία τόσο για την κτιριακή εξέλιξη του ίδιου του μνημείου, όσο και για την ιστορία της Λάρισας γενικότερα. Έχουν αποκαλυφθεί χιλιάδες επιγραφές και ένας μεγάλος αριθμός γλυπτών.
Το Αρχαίο Θέατρο του 1ου αιώνα π.Χ. 

Το δεύτερο αρχαίο θέατρο εκτείνεται στις νοτιοδυτικές υπώρειες του χαμηλού λόφου «Πευκάκια», στη συμβολή των δρόμων Εργατικής Πρωτομαγιάς και Ταγματάρχου Βελισσαρίου. Στη θέση αυτή υπήρχε ένας Χριστιανικός ναός και αργότερα κατά την Τουρκοκρατία χτίστηκε το περίφημο τζαμί του Χασάν Μπέη που απεικονίζεται σε διάφορες χαλκογραφίες. Βεβαίως στο λόφο «Πευκάκια», όπου ήταν θεμελιωμένο το θέατρο, σύμφωνα με τις επιγραφές υπήρχε ιερό της Δήμητρας. Επισημάνθηκε τυχαία το 1978 και ανασκάφηκε συστηματικά το 1985 και 1986.

Δεν είναι βέβαιο, αν ο λόφος αυτός ήταν ξέχωρος ή αποτελούσε συνέχεια του λόφου Φρούριο, γνωρίζουμε, όμως, ότι ο χώρος κατοικήθηκε ήδη από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (3η χιλιετία π.Χ.). Από την εύρεση μιας ενεπίγραφης στήλης αφιερωμένης στη Δήμητρα και στην Κόρη, εικάζεται ότι εδώ κατά την κλασική αρχαιότητα, εκτός από το θέατρο, υπήρχε και Θεσμοφόριο, δηλαδή ναός αφιερωμένος στις δύο αυτές θεότητες. Στα Βυζαντινά χρόνια φαίνεται ότι στην ίδια θέση κτίστηκε ο ναός της Αγίας Σοφίας ή, κατά άλλους, της Αγίας Παρασκευής και η θρησκευτική σημασία του χώρου δεν έσβησε ούτε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όταν στα ερείπια πλέον του Βυζαντινού ναού ανεγέρθηκε ένα από τα πιο γνωστά τεμένη της πόλης, αυτό του Χασάν Μπέη.

Με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα, η κατασκευή του Β΄ αρχαίου θεάτρου ανάγεται στο δεύτερο μισό του 1ου αιώνα π.Χ. Με τις έρευνες αυτές αποκαλύφθηκαν η σκηνή, η ορχήστρα, το κοίλο, η δεξιά πάροδος και τμήμα της αριστερής παρόδου. Χτίστηκε στο τέλος του 1ου αιώνα π.Χ. στα χρόνια του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου. Η σκηνή έχει συνολικό μήκος 15,70 μ. και αποτελείται από τρία δωμάτια. Οι τοίχοι της, που σώζονται σε ύψος 0,60 μ., είναι χτισμένοι με μικρές ακατέργαστες πέτρες και λάσπη. Η ανωδομή της αποτελούνταν από ωμά πλιθιά. Πίσω από την σκηνή υπάρχει ένας ισχυρός αντερεισματικός περίβολος, μήκους 50 μ., ο οποίος κατασκευάσθηκε για να συγκρατεί τα χώματα του λόφου.

Η ορχήστρα έχει διάμετρο 29,70 μ. Το δάπεδό της αποτελείται από δύο στρώσεις ποταμίσιου χαλικιού. Στη δεξιά πλευρά της βρέθηκε ένα βάθρο από άσπρο μάρμαρο, το οποίο αποτελεί τη βαθμιδωτή θυμέλη του θεάτρου. Νοτιότερα από την θυμέλη, βρέθηκε στη θέση του ένας μαρμάρινος κυβόλιθος, με τόρμους στην πάνω επιφάνειά του, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε πιθανότατα ως βάση αγάλματος. Το κοίλο είχε συνολικά δεκατρείς κερκίδες, από δύο σειρές μαρμάρινων εδωλίων η καθεμιά, και δεκατέσσερις κλίμακες ανόδου. Η συμπλήρωση του κοίλου θα γινόταν ίσως με ξύλινα έδρανα, τα ικρία.

Η ανωδομή ήταν πλίνθινη και η στέγη καλυπτόταν με Λακωνικού τύπου κεραμίδια. Τα δάπεδα των χώρων είναι από πατημένο χώμα με ψιλό χαλίκι, και κάθε δωμάτιο έχει είσοδο προς την ορχήστρα με μαρμάρινο κατώφλι. Στο πίσω μέρος της σκηνής αποκαλύφθηκε τμήμα ισχυρού τοίχου, μάλλον περιβόλου, σε μήκος 50 μ., ενώ δεξιά και αριστερά του σκηνικού οικοδομήματος βρέθηκαν δύο κατασκευές ανεξάρτητες από αυτό, σε σχήμα Τ. Προς το παρόν δεν έχει διευκρινισθεί ο χαρακτήρας τους και η πιθανή σχέση τους με τη σκηνή.

Αξιοσημείωτο για την κατασκευή του θεάτρου είναι το γεγονός, ότι τα μάρμαρα, που χρησιμοποιήθηκαν για τα εδώλια και τις κλίμακες του κοίλου, καθώς και για τους αναλημματικούς τοίχους των παρόδων, δεν προέρχονται από λατόμευση, αλλά αποτελούν επαναχρησιμοποιημένο οικοδομικό υλικό κάποιου παλιότερου κτηρίου. Από το σχήμα των λίθων υποθέτουμε ότι το κτήριο αυτό είχε κυκλική κάτοψη, ενώ χαρακτηριστική και ίσως ενδεικτική της χρήσης του είναι η αναγραφή στην επιφάνεια των λίθων επιγραφών απελεύθερων δούλων, που χρονολογούνται στο τέλος του 3ου αιώνα π.Χ.
Στη μία επιφάνειά τους έχουν επιγραφές απελευθέρωσης δούλων, οι οποίες προϋπήρχαν από παλιό κτίριο και δεν έχουν καμία σχέση με το θέατρο. Χρονολογούνται στο τέλος του 3ου αιώνα π.Χ. και έχουν μεγάλη ιστορική σπουδαιότητα, καθόσον είναι οι παλιότερες απελευθερωτικές επιγραφές στη Θεσσαλία. Το δεύτερο αρχαίο θέατρο προοριζόταν, εκτός από τις θεατρικές παραστάσεις, και για άλλες πνευματικές εκδηλώσεις. Είναι πολύ πιθανό, μετά την μετατροπή του λαμπρού πρώτου θεάτρου σε Ρωμαϊκή αρένα, να χρησιμοποιήθηκε και για την τέλεση φιλολογικών, χορευτικών και μουσικών αγώνων.
Οι αρχαίες επιγραφές συνηγορούν για μια τέτοια υπόθεση, καθόσο αναφέρουν με σαφήνεια ότι κατά την περίοδο της Ρωμαιοκρατίας στη Θεσσαλία, στη μεγάλη Πανθεσσαλική γιορτή της Λάρισας τα «Ελευθέρια», προς τιμή του Ελευθερίου Διός, τελούνταν, παράλληλα με τους ιππικούς αγώνες, και αγώνες φιλολογικοί, χορευτικοί και μουσικοί.
ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

Η Αρχαία Δημητριάδα

Η αρχαία Δημητριάδα καταλαμβάνει το νότιο τμήμα του κόλπου του Βόλου απέναντι από τη σύγχρονη πόλη. Η Δημητριάδα ιδρύθηκε το 294 – 292 π.Χ. από το Μακεδόνα βασιλιά Δημήτριο Πολιορκητή, από το όνομα του οποίου έλαβε το όνομα η πόλη. Σκοπός της ίδρυσης της Δημητριάδος ήταν η δημιουργία ενός μεγάλου ναυστάθμου του Μακεδονικού στόλου, που θα υποστήριζε τα Μακεδονικά συμφέροντα σε όλη την Ελληνική χερσόνησο. Για το λόγο αυτό η Δημητριάδα περιτειχίστηκε με ισχυρά τείχη (έχουν μήκος μεγαλύτερο από οκτώ χιλιάδες μέτρα) που περικλείουν μια μεγάλη έκταση στην ευρύτερη περιοχή των «Πευκακίων» και του σύγχρονου οικισμού των «Ν. Παγασών».

Η Ελληνιστική πόλη ιδρύθηκε το 293 π.Χ. για να αποτελέσει Μακεδονικό βασίλειο και τη μια από τις τρεις «κλείδες» ή «πέδες» της Ελλάδας μαζί με τη Χαλκίδα και την Κόρινθο. Ο Δημήτριος και οι άλλοι βασιλείς της δυναστείας των Αντιγονιδών τη χρησιμοποίησαν ως ορμητήριο για πολιτικές και στρατιωτικές επεμβάσεις στη Θεσσαλία και στη νότια Ελλάδα. Με την υποστήριξη των Μακεδόνων βασιλέων η Δημητριάδα εξελίχθηκε σε μεγάλο διεθνές εμπορικό λιμάνι, όπου συνέρρεαν και είχαν εγκατασταθεί μόνιμα πολλοί Έλληνες και ξένοι, από την Ιλλυρία, την Ήπειρο και από διάφορες χώρες της Μεσογείου ως τη Μέση Ανατολή, όπως μαρτυρούν τα ονόματα που αναγράφονται σε γραπτές επιτύμβιες στήλες που έχουν βρεθεί στο χώρο.

Η μεγάλη ακμή της πόλης ως οικονομικό, εμπορικό και πολιτικό κέντρο σημειώθηκε από το 217 π.Χ. έως το 168 π.Χ. Η ίδρυσή της έγινε με συνοικισμό πολλών πόλεων της Μαγνησίας και η χώρα της περιλάμβανε τα όρη του Πηλίου και της Όσσας, φθάνοντας μέχρι τα στενά των Τεμπών τα οποία ήλεγχε. Η Δημητριάδα έγινε μια κοσμοπολίτικη πόλη που άνθησε κυρίως καθ’ όλη τη διάρκεια που οι Μακεδόνες βασιλείς ήταν η κυρίαρχη Ελληνική δύναμη. Από τις αρχές και κυρίως από τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. η Δημητριάδα έγινε η πρωτεύουσα του Κοινού των Μαγνήτων, ρόλο τον οποίο συνέχισε να παίζει και τη Ρωμαϊκή περίοδο κατά την οποία, όμως, η έκταση της κατοικημένης περιοχής της πόλης περιορίστηκε στην περιοχή του βόρειου λιμανιού και στην περιοχή του Αλυγαρορρέματος.

Σύμφωνα με πρόσφατα επιγραφικά ευρήματα επιβεβαιώθηκε ότι η Δημητριάδα ανήκε στο Μακεδονικό βασίλειο. Η κατάληψη, βέβαια, ολόκληρης της Μαγνησίας από τους Μακεδόνες μαρτυρείται ότι είχε γίνει ήδη από τον Φίλιππο Β΄ στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. Από τη δημιουργία του Κοινού των Μαγνήτων, το 196 π.Χ., η Δημητριάδα γίνεται πρωτεύουσά του. Την περίοδο του Στράβωνα, τον 1ο αιώνα μ.Χ., είχε χάσει τη λάμψη της και τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της. Η μεγαλύτερη από τις Παλαιοχριστιανικές βασιλικές, που έχουν αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα, η λεγόμενη Βασιλική της «Δαμοκρατίας» λειτουργούσε μέχρι τον 6ο αιώνα μ.Χ.

Από τον 1ο αιώνα π.X. η Δημητριάδα έχασε την πολιτική της δύναμη και άρχισε να συρρικνώνεται εδαφικά. Εγκαταλείφθηκε το μεγαλύτερο μέρος της και ο οικισμός περιορίσθηκε στο βόρειο τμήμα της, προς τη θάλασσα, και ακόμη λιγότερο στο νότιο τμήμα της αρχαίας πόλης. Kατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους έχασε μεγάλο μέρος της σημασίας της, εξακολούθησε όμως να παραμένει η πρωτεύουσα του Κοινού των Μαγνήτων, που ήταν περιορισμένο στα όρια της Μαγνησίας. Τo Κοινό των Μαγνήτων επιβίωσε, όπως μαρτυρούν επιγραφές και νομίσματα, έως τα τέλη του 3ου αιώνα μ.X. Στα τέλη του 3ου – αρχές 4ου αιώνα μ.X., ο Αυτοκράτορας Διοκλητιανός κατέλυσε τα Κοινά των Θεσσαλών και Μαγνήτων και ανέδειξε τη Θεσσαλία σε ξεχωριστή επαρχία με πρωτεύουσα τη Λάρισα.

Από τις αρχές του 6ου αιώνα μ.Χ. ο πληθυσμός της μετακομίζει στην απέναντι πλευρά του κόλπου, στον αρχαίο οικισμό στη συνοικία του Βόλου «Παλιά», και μαζί με τους ανθρώπους μεταφέρεται και το όνομα της πόλης Δημητριάδας στη θέση της νέας εγκατάστασης. Η δημοσίευση το 2006 μιας επιγραφής που είχε βρεθεί στην περιοχή του αρχαίου θέατρου της Δημητριάδας προσέφερε νέα στοιχεία για την πολιτική θέση της Δημητριάδος μέσα στον αρχαίο κόσμο και για τη σχέση της με τη Μακεδονία. Πρόκειται για ένα διάταγμα του Μακεδόνα βασιλιά Φιλίππου Ε΄ (χρονολογείται το 184 π.Χ.) με το οποίο ο βασιλιάς επέβαλε το γκριζόμαυρο («πελλό») ως χρώμα που έπρεπε να έχουν οι πέτασοι και οι χλαμύδες που φορούσαν οι Κυνηγοί του Ηρακλέους.

Οι Κυνηγοί του Ηρακλέους, οι οποίοι ταυτίστηκαν με τους «βασιλικούς εφήβους», ένα «σώμα» που λειτουργούσε ανάμεσα στους μαρτυρημένους θεσμικά «βασιλικούς Παίδες» και στους «βασιλικούς Νεανίσκους» το οποίο βρίσκουμε στην κοινωνική και εκπαιδευτική οργάνωση των νέων στις Μακεδονικές πόλεις, σε συνδυασμό με την ανεύρεση του διατάγματος αυτού στη Δημητριάδα, αποτέλεσε την απόδειξη ότι η Δημητριάδα δεν ήταν μια πόλη «σύμμαχος», που απλώς βρισκόταν κάτω από την άμεση επιρροή των Μακεδόνων βασιλέων, αλλά ήταν μια πόλη που δεν διέφερε στην οργάνωση από τις υπόλοιπες πόλεις του Μακεδονικού βασιλείου.

Προς το ίδιο συμπέρασμα οδηγεί την έρευνα και η διαπίστωση της ύπαρξης «Βασιλικής χώρας» στη Μαγνησία, εντός της οποίας μπορούσαν να πραγματοποιούνται τα μεγάλα βασιλικά κυνήγια. Με τη διαπίστωση ότι η Δημητριάδα ήταν μια πόλη του Μακεδονικού βασιλείου γίνεται απόλυτα κατανοητή η παρουσία στην πόλη του Ανακτόρου, αφού η πόλη ήταν ο ναύσταθμος του Μακεδονικού στόλου και το Ανάκτορο έδινε τη δυνατότητα της ασφαλούς παραμονής των Μακεδόνων βασιλέων για μεγάλα χρονικά διαστήματα στη Δημητριάδα.

Ταυτόχρονα, η ύπαρξη Ανακτόρου στη Δημητριάδα την κάνει να ξεχωρίζει από τις περισσότερες πόλεις της Μακεδονίας, επειδή ανάκτορα δεν υπήρχαν σε όλες τις Μακεδονικές πόλεις παρά μόνον στις Αιγές (Βεργίνα) και στην Πέλλα, δηλαδή στην παλαιά και στη νέα πρωτεύουσα των Μακεδόνων. Η αποκάλυψη της πραγματικής σχέσης της Δημητριάδος με τη Μακεδονία είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι ανοίγει ένα νέο παράθυρο μέσα από το οποίο μπορεί να αντικρύσει κανείς την αλήθεια και να αντιμετωπίσει με διαφορετική οπτική τα μέχρι τώρα ευρήματα της Δημητριάδος και τα συμπεράσματα που έχουν εξαχθεί από τη μελέτη τους.

Η αναφορά του Προκοπίου για ανανέωση του περιβόλου (των τειχών) της Δημητριάδος, την περίοδο του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού (6ος αιώνας μ.Χ.), ο οποίος μπορεί να ταυτιστεί με τα αποκαλυφθέντα στη συνοικία των «Παλαιών» του Βόλου μοναδικά τείχη αυτής της περιόδου στην περιοχή, κάνει πολύ πιθανή την υπόθεση ότι η κατασκευή των νέων τειχών συνοδεύτηκε και με μετακίνηση του πληθυσμού από τη θέση της αρχαίας Δημητριάδος προς τον οικισμό των «Παλαιών», δηλαδή από το νότιο στο βόρειο τμήμα του κόλπου του Βόλου.

H Ρωμαϊκή περίοδος της θεσσαλικής ιστορίας έκλεισε οριστικά με την ίδρυση της Επισκοπής της Δημητριάδος, επί Μεγάλου Κωνσταντίνου. Η πόλη ξαναγνώρισε σχετική ακμή κατά τον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ., αλλά εγκαταλείφθηκε οριστικά τον 6ο αιώνα μ.Χ. Στους τελευταίους αιώνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας τη Δημητριάδα διαδέχθηκε ο Βόλος, η θέση Κάστρο / Παλιά πάνω στο λόφο των Αγίων Θεοδώρων, που βρίσκεται περίπου 1,5 χλμ. βορειότερα και εξελίχθηκε σε σημερινή πρωτεύουσα του Νομού Μαγνησίας.

Το Θέατρο της Δημητριάδος 

Η αναγνώριση της θέσης του αρχαίου θεάτρου για πρώτη φορά έγινε από τον W. Leake, το 1809, πριν ακόμη αποκαλυφθεί η ταυτότητα της αρχαίας πόλης στην οποία ανήκε. Τότε πίστευαν ότι η αρχαία πόλη της περιοχής ήταν οι Παγασές και όχι η Δημητριάδα, όπως διαπιστώθηκε αργότερα. Το ιστορικό των ανασκαφών στο αρχαίο θέατρο Δημητριάδος ξεκινά από το 1901 με τον Βαλέριο Στάη και συνεχίζεται λίγο αργότερα με τον Απόστολο Aρβανιτόπουλο το 1907 και το 1912. H αποκάλυψη όμως, του θεάτρου έγινε τα έτη 1957 – 1958 με τις ανασκαφικές εργασίες του τότε Εφόρου Θεσσαλίας Δημήτρη P. Θεοχάρη, ο οποίος είχε την οικονομική αρωγή της συσταθείσης το 1957 Φιλαρχαίου Εταιρείας Βόλου.

H νέα περίοδος των ανασκαφικών ερευνών στο θέατρο Δημητριάδος ξεκίνησε μετά από εικοσιοκτώ χρόνια, το 1986, και πραγματοποιήθηκε με μικρότερα ή μεγαλύτερα κενά για οκτώ χρόνια μέχρι και το έτος 2000. Το θέατρο της Δημητριάδος κατασκευάστηκε ταυτόχρονα με την ίδρυση της πόλης το 294 – 292 π.Χ. Έχει διαπιστωθεί ότι το θέατρο για μεγάλο χρονικό διάστημα, μεταξύ του 1ου αιώνα π.Χ. και του 1ου αιώνα μ.Χ., περιέπεσε σε αχρηστία λόγω καταστροφών του (η έναρξη της περιόδου μη λειτουργίας του θεάτρου είναι πολύ πιθανόν ότι ξεκίνησε γύρω στο 120 π.Χ.12 και έληξε με την ανακαίνισή του λίγο πριν ή πιθανότερα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Aυτοκράτορα Τίτου (79 – 81 μ.Χ.).

Τελικά, το θέατρο εγκαταλείφθηκε οριστικά τον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν με την επικράτηση του Χριστιανισμού και την ανάπτυξη των νέων κοινωνικοπολιτικών δομών στις πόλεις, το θέατρο έπαψε να φιλοξενεί εκδηλώσεις της δημόσιας ζωής και όχι μόνον δεν χρησιμοποιείτο, αλλά μεταβλήθηκε σε ένα μεγάλο λατομείο στο οποίο έβρισκαν έτοιμους γωνιασμένους λίθους που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην κατασκευή των νέων Χριστιανικών Βασιλικών, οι οποίες αποτελούσαν τους λατρευτικούς χώρους της νέας θρησκείας.

Παράδειγμα τέτοιας χρήσης των λίθων του θεάτρου διαπιστώθηκε στην εκτός τειχών Κοιμητηριακή Βασιλική (τέλος του 4ου αιώνα μ.Χ. με αρχές 5ου αιώνα μ.Χ.). Η Βασιλική αυτή ιδρύθηκε σε απόσταση μόλις χιλίων μέτρων νότια από το αρχαίο θέατρο και στη βάση του λόφου νότια της σύγχρονης εκκλησίας του Προφήτη Ηλία. Μέσα στο Ιερό του ναού βρέθηκαν μεγάλα τμήματα εδωλίων του θεάτρου, που χρησιμοποιήθηκαν για τη διαμόρφωση της περιοχής του σύνθρονου στο εσωτερικό της κόγχης του ιερού. Το θέατρο της Δημητριάδος ως αρχιτεκτονική μορφή έχει όλα τα βασικά χαρακτηριστικά των Ελληνιστικών θεάτρων, δηλαδή το κοίλο, την ορχήστρα και τη σκηνή.

Το Κοίλο

Το κατώτερο τμήμα του κοίλου έχοντας ύψος 18 μ. και κατά πάσα πιθανότητα εννέα κλίμακες και οκτώ κερκίδες, αγκαλιάζει την ορχήστρα που είχε μορφή πετάλου. Ψηλότερα, το επιθέατρο εκτείνεται σε μικρότερη έκταση και καταλαμβάνει τα δυο τρίτα του εύρους του κάτω τμήματος του κοίλου. Από τη λίθινη επένδυση του κοίλου με τα εδώλια σώθηκαν μόνο δυο ομάδες εδωλίων πάνω στους βατήρες. Το υλικό κατασκευής των εδωλίων της πρώτης ομάδας είναι ο μαλακός πωρόλιθος. Τα εδώλια αυτά αποτελούν τα μόνα δείγματα των αρχικών εδωλίων που βρίσκονται ακόμη στο κοίλο, παρόλο που η σημερινή τους θέση οφείλεται σε μια επιδιόρθωση που έγινε κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο.

Κομμάτια εδωλίων βρέθηκαν κατά την περίοδο ανασκαφών του Δ. Ρ. Θεοχάρη, αλλά αναγνωρίστηκαν μόνον πρόσφατα και μάλιστα σε ένα από αυτά τα κομμάτια υπάρχουν χαραγμένα δυο γράμματα (..]ΠΛ[..) που δείχνουν ότι υπήρχαν επιγραφές στη μπροστινή ζώνη των εδωλίων, στα σημεία που προορίζονταν για να κάθονται οι θεατές. Συνέβαινε δηλαδή και στην περίπτωση του θεάτρου Δημητριάδος αυτό που διαπιστώνεται συχνά και σε άλλα θέατρα. Ένα από τα θέατρα που έσωσαν πολύ πιο ολοκληρωμένες επιγραφές, οι οποίες χαράχθηκαν σε όλα σχεδόν τα εδώλια, ότι είναι το μεγάλο θέατρο της Λάρισας.

Ένα κοινό στοιχείο που συνδέει τη Λάρισα με τη Δημητριάδα είναι ότι οι δυο πόλεις ήταν οι πρωτεύουσες των Κοινών των Θεσσαλών και των Μαγνήτων αντίστοιχα. Ήταν οι πόλεις στις οποίες συνεδρίαζαν τα πολιτικά όργανα των δυο Κοινών και τα θέατρα είναι οι δημόσιοι χώροι που θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν πολιτικές δραστηριότητες. Τέτοιες δραστηριότητες θα μπορούσαν να αφήσουν τα αποτυπώματά τους με επιγραφές πάνω στα εδώλια των θεάτρων. H δεύτερη ομάδα εδωλίων είναι φτιαγμένη από γκρίζο ασβεστόλιθο και ανήκει σε μια μεταγενέστερη επισκευαστική φάση του κοίλου.

Tα εδώλια πατούν πάνω σε μεγάλους γωνιόλιθους, τους βατήρες, από τους οποίους το κεντρικό τμήμα κατασκευάστηκε από λευκό μάρμαρο. Πάνω στο τμήμα αυτό των βατήρων ήταν τοποθετημένο το προεδρείο που περιλάμβανε και θρόνους, όπως αποδεικνύεται από ορισμένα σπαράγματα θρόνων από λευκό μάρμαρο που βρέθηκαν κατά τις ανασκαφές του Δ. P. Θεοχάρη. Οι υπόλοιποι σωζόμενοι βατήρες είναι από γκρίζο ασβεστόλιθο. H διαφορά του υλικού κατασκευής καθώς και η διαφορετική θεμελίωση των βατήρων προσδιορίζει τις διακρινόμενες δυο αρχιτεκτονικές φάσεις του κοίλου.

Οι βατήρες από λευκό μάρμαρο πατούν σε πλάκες πράσινου σχιστόλιθου, ενώ οι βατήρες από γκρίζο ασβεστόλιθο εδράζονται σε πωρόλιθους, ορισμένοι από τους οποίους φαίνεται ότι ανήκαν σε κατεστραμμένα κομμάτια εδωλίων. Είναι δηλαδή φανερό ότι οι βατήρες από γκρίζο ασβεστόλιθο αποτελούν μια επισκευή μετά από μια καταστροφή του κοίλου και ότι τα πώρινα εδώλια, κατεστραμμένα πλέον, χρησιμοποιήθηκαν στη θεμελίωση. Τη διαπίστωση αυτή ενισχύει και η παρατηρούμενη καταστροφή της μιας παρειάς του αγωγού της ορχήστρας στα σημεία στα οποία τοποθετήθηκαν τα κατεστραμμένα εδώλια, ως θεμελίωση των βατήρων.

Ψηλότερα στο κοίλο δεν σώζονται εδώλια, παρά μόνον σποραδικά πλάκες πωρόλιθου ή αρχιτεκτονικά μέλη σε δεύτερη χρήση, όπως ένα τμήμα εμβόλου μαρμάρινης στήλης, ένας Ιωνικός αμφικίονας, ένα τμήμα βάσης Ιωνικού κίονα, μια κατακόρυφη φέτα Δωρικού κίονα, ένα μικρό κομμάτι Δωρικού γείσου κ.ά.

H Πεταλόσχημη Ορχήστρα

H πεταλόσχημη ορχήστρα, η οποία δεν έχει ιδιαίτερα διαμορφωμένο δάπεδο, έχει άνοιγμα 24.20 μ. Αποτελείται από πατημένο χώμα και ορίζεται περιμετρικά από έναν κτιστό αγωγό που περισυνέλεγε τα νερά της βροχής και τα απομάκρυνε νότια του θεάτρου. Tα νερά έμπαιναν στον αγωγό από κυκλικά ανοίγματα που υπήρχαν κατά διαστήματα στα καλύμματα του αγωγού, τα οποία ήταν απλές ακανόνιστες πλάκες από πράσινο σχιστόλιθο. Στο μέσον της ορχήστρας βρίσκεται η μαρμάρινη βάση της θυμέλης την οποία αποτελούσε ένας κυλινδρικός βωμός από γκρίζο μάρμαρο με ανάγλυφα βουκράνια πάνω στα οποία στηρίζονται γιρλάντες.

Τρεις πέτρες που βρέθηκαν δίπλα στη βάση της θυμέλης και είχαν σιδερένιους κρίκους (σώζεται μόνον ο ένας) είχαν χρησιμοποιηθεί για την πρόσδεση των ζώων που προορίζονταν για τις θυσίες.

H Σκηνή

H σκηνή με το προσκήνιο έκλεινε την ορχήστρα από ανατολικά αφήνοντας διαδρόμους δεξιά και αριστερά, τις παρόδους. Tο τμήμα της σκηνής που είναι σήμερα ορατό (μήκους 23.75 μ., πλάτους 8.75 μ.) ανήκει στην περίοδο των Αυτοκρατορικών χρόνων και κατασκευάστηκε μετά την περίοδο βασιλείας του Αυτοκράτορα Τιβερίου (14 – 37 μ.X.), όπως μπορεί να συμπεράνει κανείς από ένα εντοιχισμένο ενεπίγραφο θραύσμα στο οποίο αναφέρεται ο Αυτοκράτορας Τιβέριος (Σεβασ]τώ Τιβερίω). Η σκηνή είχε τρία δωμάτια στη σειρά, κάθε ένα από τα οποία είχε πρόσβαση προς την ορχήστρα.

Την περίοδο αυτή η σκηνή είχε τουλάχιστον έναν όροφο, όπως συμπεραίνεται από τα σωζόμενα πρώτα τρία κτιστά σκαλοπάτια μιας σκάλας στη NA γωνία του βόρειου δωματίου. Σε δίλοβα ή πολύλοβα ανοίγματα των ορόφων είναι πιθανόν να ανήκουν κομμάτια από μαρμάρινους αμφικίονες που βρέθηκαν κατά τις ανασκαφές του Δ. P. Θεοχάρη. Στην επίστεψη του τοίχου της Ρωμαϊκής σκηνής πιθανόν να ανήκει ένα μεγάλο, ογκώδες και περίτεχνα δουλεμένο τμήμα μαρμάρινου Ιωνικού γείσου που βρίσκεται σήμερα μέσα στο μεσαίο δωμάτιο της σκηνής.

H σκηνή δεν είχε την ίδια μορφή καθ’ όλη τη μακραίωνη διάρκεια λειτουργίας του θεάτρου. Από τις πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες αποκαλύφτηκαν μικρά μόνον τμήματα δύο παλιότερων αρχιτεκτονικών της φάσεων από τα οποία προς το παρόν είναι δύσκολο να αποκατασταθεί η συνολική τους κάτοψη, λόγω μη ολοκλήρωσης της ανασκαφής. Από τις διακρινόμενες τέσσερις συνολικά φάσεις της σκηνής, οι πρώτες τρεις ανήκουν στην Ελληνιστική περίοδο. Δυτικά της σκηνής, προς την πλευρά της ορχήστρας και κατά μήκος της πρόσοψής της, αναπτύσσεται το προσκήνιο.

Πρόκειται για ένα στεγασμένο, στενό διάδρομο με στοά προς την πλευρά της ορχήστρας (πλάτους 2.75 μ.). Από το προσκήνιο σώζεται σήμερα μόνον ο στυλοβάτης της στοάς, ο οποίος διατηρεί τους τόρμους (τρύπες) στήριξης των κιόνων. Από την Ελληνιστική στοά του προσκηνίου βρέθηκαν πώρινα κομμάτια Δωρικών κιονόκρανων ημικιόνων και Δωρικού γείσου, καθώς επίσης από ένα κομμάτι επιστυλίου και ζωφόρου με τρίγλυφα και ακόσμητες μετόπες βάσει των οποίων αποκαθίσταται η μορφή της Δωρικής στοάς της παλιότερης φάσης του προσκηνίου.

Δύο μαρμάρινα Ιωνικά κιονόκρανα αμφικιόνων και ένα μικρό τμήμα Ιωνικού γείσου που βρέθηκε κατά τις παλιότερες ανασκαφές του θεάτρου, κατά πάσα πιθανότητα θα προέρχονται από τη σκηνή. Δεν υπάρχουν ίχνη ύπαρξης στοάς προσκηνίου κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο.

Το Θέατρο – η Ανασκαφή – η Χρήση Σήμερα

Δεξιά και αριστερά από την ορχήστρα, προς την πλευρά της σκηνής, ανοίγονται οι δύο πάροδοι διά μέσου των οποίων ήταν εφικτή η προσέλευση και αποχώρηση των θεατών. Κατά την Ελληνιστική περίοδο υπήρχαν και στις δύο παρόδους μνημειακές πύλες με τεράστιες δίφυλλες πόρτες από τις οποίες σώθηκαν μόνον τα λίθινα κατώφλια.

Στη βόρεια πάροδο, όπου έχει πραγματοποιηθεί εκτεταμένη ανασκαφική έρευνα, διαπιστώθηκε η καταστροφή της πύλης ύστερα από την κατάρρευση του μεγάλου αναλήμματος του κοίλου, που ήταν κατασκευασμένο από ωμά πλιθιά, του οποίου το κατώτερο τμήμα είναι σήμερα ορατό. Στην τελευταία επισκευή του θεάτρου, κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, η πύλη καταργήθηκε, ένα μέρος της κατέλαβε ο νέος αναλημματικός τοίχος του κοίλου, με γωνιολίθους που προέρχονται από τα τείχη της πόλης, και στη θέση της επίπεδης παρόδου δημιουργήθηκε ένα κεκλιμένο επίπεδο από χώμα (ράμπα), που επέτρεπε την ομαλή μετάβαση των θεατών από το ψηλότερο επίπεδο βόρεια της παρόδου προς το χαμηλότερο της ορχήστρας.

Κατά τις ανασκαφές των τελευταίων ετών διαπιστώθηκε ότι στη βόρεια πλευρά του θεάτρου υπήρχαν κτιστά αναλήμματα για τη συγκράτηση των χωμάτων στο πίσω μέρος του κοίλου, τα οποία αποτελούσαν ταυτόχρονα και το πίσω όριο του θεάτρου. Κατά μήκος των αναλημματικών αυτών τοίχων, εξωτερικά του θεάτρου, το φυσικό έδαφος ισοπεδώθηκε για να δημιουργηθεί πρόσβαση προς το επιθέατρο ή πιθανόν για να δημιουργηθεί ένα μονοπάτι από το οποίο θα μπορούσε να φθάσει κανείς στην κορυφή του λόφου πάνω από το θέατρο, όπου βρισκόταν το ηρώο των αρχηγετών και κτιστών της πόλης.

Η μικρή απόσταση που χωρίζει το ανωτέρω ηρώο από το θέατρο και η χρήση του λευκού μαρμάρου στα δυο μνημεία, υλικό που πολύ σπάνια χρησιμοποιήθηκε στη μνημειακή αρχιτεκτονική των Μακεδόνων βασιλέων, έκανε τον Peter Marzolff, έναν από τους σημαντικότερους μελετητές της Δημητριάδος, να συσχετίσει τη λειτουργία των δυο μνημείων και να υποστηρίξει ότι το θέατρο χρησιμοποιήθηκε και για την πραγματοποίηση τελετών που σχετίζοταν με τις αποδιδόμενες τιμές στους κτίστες και αρχηγέτες της πόλης, ανάμεσα στους οποίους λατρευόταν ως κτίστης ο ιδρυτής της πόλης, Μακεδόνας βασιλιάς, Δημήτριος Πολιορκητής.

Θα πρέπει να σημειωθεί επίπλέον ότι και στις Αιγές (δηλ. στη Βεργίνα) το θέατρο δεν είναι απομονωμένο, αλλά βρίσκεται κοντά στο ανάκτορο, η λειτουργία του οποίου είναι βεβαίως διαφορετική από το ηρώο της Δημητριάδος, ήταν, όμως, όπως και το ιερό των αρχηγετών στη Δημητριάδα, ένας από τους χώρους για τους οποίους υπήρχε το έντονο ενδιαφέρον των Μακεδόνων βασιλέων. Το θέατρο είναι ένα σχολείο στο οποίο η εφαρμογή της ανασκαφικής μεθόδου αποτελεί το εργαλείο για την αποκάλυψη των πληροφοριών που θα μετουσιωθούν σε γνώσεις, όχι μόνο για την ιστορία του μνημείου, αλλά πολλές φορές και για την ιστορία ολόκληρης της πόλης της Δημητριάδος.

Με βάση την Αρχιτεκτονική Προμελέτη για τη μορφή του προσκηνίου, έχει προταθεί η αναστήλωση δυο ημικιόνων του Ελληνιστικού προσκηνίου που θα γεφυρώνονται από πάνω με το θριγκό. Η πρόταση αυτή ευελπιστούμε ότι θα έχει την υποστήριξη της τοπικής κοινωνίας και ότι θα βρεθούν τελικά οι πόροι για να υλοποιηθεί. Σχετικά με τη σύγχρονη χρήση του μνημείου έχουμε υποστηριχθεί και αποδείξει εμπράκτως την άποψή της, εδώ και πολλά χρόνια, ότι μπορούν να πραγματοποιούνται επιλεγμένες παραστάσεις στο χώρο του αρχαίου θεάτρου.

Η αποκάλυψη, όμως, του μνημείου από το 1958, η απουσία των λίθινων εδωλίων στο κοίλο, η μη πραγματοποίηση κάποιου προγράμματος συντήρησης και η περιορισμένη χρήση του, επέφεραν σημαντικές βλάβες, κυρίως στην ευαίσθητη περιοχή του κοίλου, με αποτέλεσμα το ίδιο το μνημείο να μη μπορεί να αντέξει και άλλη επιπλέον καταπόνηση.

Μπροστά στην κατάσταση αυτή πρέπει να δηλωθεί, ότι η έννοια της προστασίας δεν είναι αντίθετη με τη χρήση των θεάτρων κάτω από ορισμένες αυστηρές προϋποθέσεις (το πρόβλημα βέβαια τις περισσότερες φορές γεννάται με το είδος και την αυστηρότητα των προϋποθέσεων, που θα θέτουν την προστασία των θεάτρων υπεράνω της σύγχρονης χρήσης τους). Για το λόγο αυτό ήδη από το 2006 αποφασίσθηκε να εισηγηθεί για πρώτη φορά η χρήση της υπάρχουσας πλατείας ανατολικά από τη σκηνή του θεάτρου με τρόπο ώστε οι θεατές, οι οποίοι ήταν εστραμμένοι προς τα δυτικά, να αντικρίζουν το κοίλο του αρχαίου θεάτρου.

Με τον τρόπο αυτό το κοίλο λειτουργούσε ως αρχιτεκτονικό φόντο της σύγχρονης σκηνής, δημιουργώντας ένα εξαιρετικό αισθητικά αποτέλεσμα. Η επιτυχημένη κατά γενική ομολογία και χωρίς κανένα πρόβλημα ή αρνητική επίπτωση στο θέατρο χρήση της περιοχής του αρχαίου θεάτρου το 2006, η οποία μπορεί να εξυπηρετήσει πολύ μεγάλο αριθμό θεατών, δεδομένου ότι ανέκαθεν η προσέλευση του κοινού στις παραστάσεις που γίνονται στο αρχαίο θέατρο Δημητριάδος είναι μεγάλη. Η ανεύρεση βέβαια αυτής της ικανοποιητικής λύσης δεν θα πρέπει να γίνει αιτία χαλάρωσης της προσπάθειας για συντήρηση του θεάτρου της Δημητριάδος, αλλά και για συνέχιση της ανασκαφής του.

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΩΝ ΦΘΙΩΤΙΔΩΝ ΘΗΒΩΝ 

Περιγραφή και Θέση του Μνημείου

Το λίθινο θέατρο των Φθιωτίδων Θηβών βρίσκεται στο ανατολικό πρανές της αρχαίας πόλης των Φθιωτίδων Θηβών, τα ερείπια της οποίας εκτείνονται πάνω στον τραπεζοειδή λόφο «Κάστρο» που δημιουργήθηκε από τη λάβα ενός ηφαιστείου που έδρασε στην περιοχή αυτή πριν από 100.000.000 χρόνια. Ο λόφος αυτός βρίσκεται στο βόρειο άκρο του Kρόκιου πεδίου, τη σημερινή πεδιάδα του Aλμυρού, και κοντά στo σημερινό χωριό Mικροθήβες (παλιότερα Άκετσι), στα δεξιά του οδικού άξονα Βόλου – Αθηνών και σε απόσταση 4 χλμ. περίπου νότια από τη σημερινή N. Aγχίαλο και τον Παγασητικό κόλπο.

H θέση της αρχαίας πόλης των Φθιωτίδων Θηβών ταυτίστηκε το 1835 από τον W. Leake, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Στράβωνα, ενώ η πόλη ταυτίστηκε ανασκαφικά από τον A. Aρβανιτόπουλο το 1907 και το 1908. Μετά τον Αρβανιτόπουλο και μέχρι το 1991 δεν πραγματοποιήθηκαν ανασκαφικές έρευνες στην αρχαία πόλη και μόνο ευκαιριακά ερευνήθηκε ένα τμήμα του ανατολικού νεκροταφείου από τους Δ. P. Θεοχάρη και Γ. Χουρμουζιάδη, ενώ το 1972, ο Παύλος Λαζαρίδης καθάρισε ένα τμήμα από την ανατολική παρειά του τείχους και η E. Δεϊλάκη ερεύνησε έναν αρχαίο ληνό (πατητήρι) έξω από τα τείχη της πόλης.

Ωστόσο, όλα αυτά τα χρόνια, τα καλλιεργητικά μηχανήματα έφερναν στο φως επιτύμβιες στήλες και άλλα σημαντικά ευρήματα, κυρίως από το χώρο των νεκροταφείων, τα οποία μαρτυρούσαν το σημαντικό χαρακτήρα της πόλης αυτής. Έτσι, η ιστορία και η οικιστική οργάνωση της πόλης των Φθιωτίδων Θηβών, μιας από τις πλέον σημαντικές πόλεις της Αχαίας Φθιώτιδας, που κατοικήθηκε για πρώτη φορά στο τέλος της Τελικής Νεολιθικής, μας ήταν ελάχιστα γνωστές.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Πολύβιο, ήταν γνωστό ότι η πόλη απλωνόταν σε τρεις λόφους και ότι η έκταση της «χώρας» της ήταν πολύ μεγάλη, αφού συνόρευε με τη Φάρσαλο, την Άλο, τη Δημητριάδα και τις Φερές. Στα Αρχαϊκά χρόνια λειτουργούσε ήδη πάνω στην Ακρόπολη ένα σημαντικό ιερό αφιερωμένο στην Αθηνά Πολιάδα, το οποίο ερεύνησε εν μέρει ο Αρβανιτόπουλος το 1907, και το οποίο -όπως έδειξαν οι νεότερες έρευνες- ανακαινίστηκε στον 4ο αιώνα π.Χ., όταν ενισχύθηκε η αρχική πόλη με τον συνοικισμό των γειτονικών πόλεων και κωμών.

Σύμφωνα με το Διόδωρο, ο Κάσσανδρος επεδίωξε τη ριζική αναμόρφωση της περιοχής με το συνοικισμό των Αχαϊκών πόλεων με κέντρο τις Φθιώτιδες Θήβες και ίσως επί Κασσάνδρου κατασκευάστηκαν και τα ισχυρά τείχη της πόλεως που είναι ορατά σήμερα δεξιά της Ε. Ο. Βόλου – Αθηνών, καθώς και τα περισσότερα δημόσια κτίρια της, όπως η αγορά και ίσως και το Ασκληπιείο, ενώ το 302 π.Χ. η πόλη έκοψε το δικό της νόμισμα. Το λιμάνι της ήταν η «ευλίμενος» Πύρασος, όπως την αποκαλεί ο Στράβων, η σημερινή Νέα Αγχίαλος, και αποτελούσε το κύριο λιμάνι των Φερών αλλά και των Θεσσαλών, αφού οι Παγασές και η μετέπειτα Δημητριάδα ήταν πλέον το λιμάνι των Μακεδόνων.

Αν και η πόλη υπέστη πολλές καταστροφές από σεισμούς, όπως το 265 π.Χ. όταν ένας ισχυρός σεισμός κατέστρεψε και τη γειτονική αρχαία πόλη Άλο, φαίνεται ότι η μεγαλύτερη καταστροφή έγινε το 217 π.Χ., όταν -σύμφωνα με τον Πολύβιο- τα στρατεύματα του Μακεδόνα βασιλιά Φιλίππου του Ε΄, πολιόρκησαν και κατέλαβαν την πόλη και το λιμάνι της. Τον 1ο αιώνα μ.Χ., όταν την επισκέφτηκε ο Στράβων, οι Θήβες ήταν μια άσημη πόλη πάνω στο λόφο και το λιμάνι της δε λειτουργούσε. Ωστόσο το 2ο αιώνα μ.Χ. οι Θήβες αποκτούν τη μορφή μιας εκτεταμένης Ρωμαϊκής πόλης. Στα Παλαιοχριστιανικά χρόνια, οι πρόσφατες ανασκαφές έδειξαν ότι η πόλη δεν εγκαταλείπεται, αφού ένας Χριστιανικός ναός και διάφορα άλλα κτίρια οικοδομήθηκαν αυτή την περίοδο.

Από το 1991, η ΙΓ΄ ΕΠΚΑ άρχισε, εκτεταμένες έρευνες στην αρχαία πόλη των Φθιωτίδων Θηβών με αφορμή ένα μεγάλο έργο που εκτέλεσε το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας στην περιοχή αυτή. Οι τελευταίες αυτές έρευνες, που πραγματοποιήθηκαν με χρηματοδότηση του ΓΕΑ και με τεχνική υποστήριξη -για την καταγραφή του υλικού- από το πρόγραμμα Ibicus του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, έφεραν στο φως μοναδικά μνημεία που μας ήταν άγνωστα μέχρι τότε και τα οποία συμπλήρωσαν την γνώση μας για την «λαμπρότατη πόλη» των Φθιωτίδων Θηβών.

Η έρευνα για τον εντοπισμό του αρχαίου θεάτρου των Φθιωτίδων Θηβών άρχισε τον Ιανουάριο του 1992 στο πλαίσιο του έργου του ΓEA, και βασίστηκε στις πληροφορίες των περιηγητών του 19ου αιώνα και κυρίως του W. Leake και σε ένα τοπογραφικό σχέδιο του 1906 του F. Stählin, όπου ήταν σημειωμένη η θέση του θεάτρου. Εξάλλου, το 1970 η εύρεση μιας επιτύμβιας στήλης με την επιγραφή «BAKXIOΣ ΔIONYΣIOΣ» και ενός πήλινου τραγικού προσωπείου, οδήγησε τους ανασκαφείς Δ. Θεοχάρη και Γ. Χουρμουζιάδη να θεωρήσουν ότι αυτά αποτελούσαν ένα σαφή υπαινιγμό για την ύπαρξη καλλιτεχνικής ζωής στην πόλη των Θηβών.

Με βάση λοιπόν τις παραπάνω πληροφορίες και δεδομένου ότι το θέατρο θα ήταν σίγουρα ένα σημαντικό κτίριο της αρχαίας πόλης των Φθιωτίδων Θηβών και θα ξεχώριζε από τα υπόλοιπα κτίρια, άρχισαν οι έρευνες, υπό την εποπτεία της Β. Αδρύμη, στο βόρειο πρανές, όπου υπήρχαν βάσιμες πληροφορίες για την ύπαρξη ενός θεάτρου. Αρχικά έγινε μια τομή στον υποτιθέμενο κεντρικό άξονα του θεάτρου με σκοπό να επιβεβαιωθεί η ύπαρξή του, και μετά από 2 μήνες, σε βάθος 3,20μ., βρέθηκε το πρώτο εδώλιο, ενώ εν συνεχεία αποκαλύφθηκε το κεντρικό τμήμα του κοίλου, από την ορχήστρα μέχρι το πρώτο διάζωμα.

Αμέσως μετά ερευνήθηκαν οι αναλληματικοί τοίχοι των παρόδων, ενώ ένα χρόνο αργότερα ερευνήθηκε το κτίριο της σκηνής όπως είχε διαμορφωθεί στα Ρωμαϊκά χρόνια. Το θέατρο των Φθιωτίδων Θηβών, η ανασκαφή του οποίου δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα, ήταν χτισμένο σε μια λοφοπλαγιά στα ανατολικά της αρχαίας πόλης, κοντά στην αρχαία αγορά και σε θέση ιδανική, που εξασφάλιζε πολύ καλή ακουστική -λόγω της λίθινης εξολοκλήρου κατασκευής του- και συγχρόνως προσέφερε στους θεατές απεριόριστη θέα στο περίφημο Κρόκιο Πεδίο και κυρίως στον Παγασητικό Κόλπο, όπου υπήρχε και το λιμάνι των Φθιωτίδων Θηβών, η «Ανθεμόεσσα», όπως την αποκαλεί ο Όμηρος, «Πύρασος».

Το σκηνικό οικοδόμημα του θεάτρου, τουλάχιστον στην αρχική του φάση, ήταν αρκετά χαμηλό, ώστε να μην εμποδίζει τη θέα. Ο προσανατολισμός του θεάτρου με την εκλογή της θέσης ήταν δεδομένος. Η απόκλιση του άξονα της σκηνής από τον μαγνητικό βορρά ήταν σχεδόν 90 μοίρες προς τα ανατολικά. Αυτή η επιλογή ήταν πολύ σημαντική, αφού οι αλλαγές στον φωτισμό και κυρίως η κυριαρχία της σκιάς και του φωτός στην περιοχή της σκηνής και της ορχήστρας είχαν πολύ μεγάλη σημασία για την επιτυχία της αρχαίας παράστασης σ’ ένα ανοιχτό Ελληνιστικό θέατρο.

Με μέγιστη χωρητικότητα 3.000 θεατών, το Θέατρο των Φθιωτίδων Θηβών, φιλοξενούσε παραστάσεις αρχαίου δράματος, μουσικούς αγώνες, και κατά τη Ρωμαϊκή Εποχή θηριομαχίες και αγώνες μονομάχων. Η θέση του αρχαίου θεάτρου στο πρανές του λόφου «Κάστρο» που εξασφάλιζε πολύ καλή ακουστική λειτουργία, σε συνδυασμό με την άπλετη θέα που αντίκριζαν οι θεατές στη «χώρα» της πόλης και το λιμάνι της -την Πύρασο- στον Παγασητικό κόλπο, καθώς και στο περίφημο Κρόκιο πεδίον, καθιστούν το οικοδόμημα βασικό μάρτυρα της αισθητικής, της ευμάρειας και της δύναμης της «λαμπροτάτης πόλης» των Φθιωτίδων Θηβών.

Η έρευνα στο χώρο του θεάτρου δεν έχει ολοκληρωθεί και φυσικά δεν έχουν γίνει αναστηλωτικές επεμβάσεις. Μόνο μια κεντρική τομή έγινε για να εντοπισθεί και να επιβεβαιωθεί η ύπαρξή του. Ζητούμενο της έρευνας σήμερα είναι η πλήρης αποκάλυψη του σημαντικού αυτού μνημείου, το οποίο εν συνεχεία χρήζει αναστηλωτικών έργων, με σκοπό να καταστεί επισκέψιμο στο Κοινό, αλλά και να φιλοξενήσει παραστάσεις αρχαίου δράματος και άλλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Το γεγονός ότι το μνημείο έχει κατασκευστεί εξ΄ολοκλήρου από ντόπιο ηφαιστειακό λίθο, ένα ιδιαίτερα ανθεκτικό υλικό το οποίο δεν έχει υποστεί λιθοθηρεία, ενδείκνυται για την μελλοντική αναστήλωση και εν συνεχεία χρήση του μνημείου, ως θεάτρου.

Η μέχρι σήμερα ανασκαφική έρευνα στο θέατρο των Φθιωτίδων Θηβών εντόπισε δύο αρχιτεκτονικές φάσεις του μνημείου, την Ελληνιστική και τη Ρωμαϊκή φάση. Ίσως υπήρχε και παλαιότερη φάση του θεάτρου, όπως υπαινίσσεται η εύρεση νομισμάτων και κεραμεικής, καθώς και τμήματος ενός πώρινου Δωρικού κίονα. Ωστόσο χρειάζεται περαιτέρω έρευνα για να υποστηρίξουμε μια τέτοια πρώιμη χρονολόγηση.

Ελληνιστική Περίοδος 

Το κοίλο Στην Ελληνιστική περίοδο κατασκευάστηκε το κοίλο του θεάτρου με ακτίνα 27 μ. (για σύγκριση αναφέρουμε ότι το κοίλο στο θέατρο της αρχαίας Δημητριάδας είχε ακτίνα 40 μ.), το οποίο δημιουργήθηκε στο φυσικό πρανές, παίρνοντας τη μορφή ενός κογχυλιού, και το οποίο από την πρώτη του κατασκευή επενδύθηκε εξολοκλήρου με λίθινα εδώλια από ντόπιο ηφαιστειακό λίθο. Το κοίλο ορίστηκε μ’έναν εξωτερικό τοίχο και διαιρέθηκε σε δύο μέρη με ένα πλακοστρωμένο διάδρομο, το γνωστό διάζωμα, στο επιθέατρο και στο κάτω θέατρο. Tο μόνο στοιχείο που έχουμε από το επιθέατρο είναι η αρχή μιας πέτρινης κλίμακας ανόδου.

Tο κάτω θέατρο ερευνήθηκε μόνο στο κεντρικό τμήμα του. Εκεί αποκαλύφθηκαν 11 σειρές εδωλίων από ντόπιο ηφαιστειακό λίθο (διαστάσεων κατά μέσο όρο 1,40 μ.x0,60 μ.x0,33 μ.) και οι 3 κλίμακες ανόδου. Ένα σιδερένιο κοπίδι, εργαλείο επεξεργασίας των εδωλίων που βρέθηκε ανάμεσα στα εδώλια, μαρτυρεί την επί τόπου τελική επεξεργασία των εδωλίων. Πολλά από τα εδώλια, που ήταν θεμελιωμένα απ΄ευθείας στο πρανές του λόφου, είναι σήμερα παρασυρμένα από την αρχική τους θέση λόγω των σεισμικών δονήσεων που είναι γνωστό ότι από την αρχαιότητα ταλαιπωρούν την περιοχή. Τελικά υποθέτουμε ότι το κάτω θέατρο θα είχε αρχικά 15 σειρές εδωλίων και 6 κλίμακες ανόδου που το χώριζαν σε 7 κερκίδες.

Οι Πάροδοι 

Στα Ελληνιστικά χρόνια χρονολογούνται επίσης και οι αναλληματικοί τοίχοι των παρόδων του θεάτρου, που έχουν μήκος 18 μ. Οι αναλημματικοί τοίχοι και των δύο παρόδων έχουν πλάτος 1,80 μ. και η εξωτερική εμφανή τους επιφάνεια είναι επενδυμένη με λαξευτούς κυβόλιθους από ηφαιστειακό λίθο. Βέβαια δεν γνωρίζουμε αν όλο το ύψος των αναλληματικών τοίχων ήταν επενδεδυμένο με κυβόλιθους, ή από ένα ύψος και μετά υπήρχαν πλιθιά, όπως στο θέατρο της αρχαίας Δημητριάδος. Στη νότια πάροδο οι λίθοι θεμελίωσης του αναλημματικού τοίχου ανεβαίνουν κλιμακωτά προς τα νότια, ακολουθώντας την φυσική κλίση του εδάφους, ενώ στη βόρεια πάροδο το έδαφος είναι οριζόντιο. Η Ελληνιστική φάση της ορχήστρας καθώς και του κτιρίου της σκηνής δεν έχουν ερευνηθεί ακόμη.

Ρωμαϊκή Περίοδος 

Στη Ρωμαϊκή περίοδο, όπως προκύπτει από τα ανασκαφικά δεδομένα, έγιναν σημαντικές αλλαγές για να μετατραπεί το θέατρο σε αρένα και τότε διευρύνθηκε η ορχήστρα με αφαίρεση μιας σειράς καθισμάτων -μάλλον των προεδρικών- και κατασκευάστηκε το προστατευτικό στηθαίο γύρω από την ορχήστρα με ανεστραμμένα εδώλια, πάνω στα οποία στερεώθηκαν κιγκλιδώματα ή δίχτυα για την προστασία των θεατών. Επίσης, στην ίδια περίοδο έγινε περιμετρική κάλυψη του ευρίπου της ορχήστρας, με πλακόστρωση πλάτους 1,50 μ. Oι πλάκες της πλακόστρωσης προέρχονται όλες από την πρώτη φάση του Ελληνιστικού θεάτρου και είναι εδώ σε δεύτερη χρήση.

Στο νότιο άκρο της ορχήστρας διακόπτεται αυτή η πλακόστρωση 1,40 μ. πριν από τον αναλημματικό τοίχο της νότιας παρόδου. Πιθανόν εκεί να ήταν τοποθετημένο κάποιο βάθρο με άγαλμα ή κάποια στήλη με επιγραφή. Τέλος, στη Ρωμαϊκή περίοδο, στον τοίχο που περιέβαλλε το κοίλο ανοίχθηκαν -στα δύο άκρα του διαζώματος- δύο πύλες, στις οποίες κατέληγαν αντίστοιχοι δρόμοι της αρχαίας πόλης, από τις οποίες εισέρχονταν πλέον οι θεατές στο θέατρο. Αυτό έγινε λόγω της κατασκευής του στηθαίου γύρω από την ορχήστρα, εξαιτίας του οποίου δεν ήταν δυνατή πλέον η πρόσβαση στο κοίλο από την ορχήστρα.

Η Σκηνή 

Επίσης στη Ρωμαϊκή περίοδο ανήκει εξ’ ολοκλήρου το κτίριο της σκηνής, γνωστό στα Ρωμαϊκά χρόνια ως postscaenae, μήκους 22,60 μ. και πλάτους 7,40 μ., που αποτελείται από 4 ισόγεια, στεγασμένα με κεραμοσκεπή στέγη, δωμάτια με υπόγειο και με ένα διάδρομο ανάμεσά τους, καθώς και από ένα δεύτερο οριζόντιο διάδρομο που διαμορφωνόταν πίσω από την πρόσοψη της σκηνής. Από το κυρίως κτίριο της σκηνής, το δωμάτιο Ι σώζεται σε ύψος 1.30 μ. και έχει υπόγειο χώρο με ερευνημένο μέχρι σήμερα βάθος 3,30 μ. Το δωμάτιο αυτό έχει δύο εισόδους προς τον εσωτερικό διάδρομο, πάνω από τις οποίες ήταν διαμορφωμένα τοξωτά υπέρθυρα με πλίνθους, που στο σύνολό τους σώζονται ακέραια πεσμένα στο διάδρομο.

Η τοιχοποιία αυτών των τόξων συνίσταται εξ’ ολοκλήρου από λεπτές και μεγάλες πλίνθους, που συνδέονται με κονίαμα και καταλαμβάνουν όλο το πάχος του τόξου, χαρακτηριστική των τεχνικών της Ρωμαϊκής περιόδου, όπως και η τοιχοποιία των τοίχων του ισογείου και του υπογείου, που είναι χτισμένοι με αργολιθοδομή και κονίαμα και ενδιάμεσες πληρώσεις πλίνθων και κεράμων. Προς το παρόν δεν είναι γνωστό αν η Ρωμαϊκή σκηνή ακολούθησε την κάτοψη της Ελληνιστικής σκηνής, χρησιμοποιώντας ένα μέρος από την υπάρχουσα θεμελίωση της, γιατί η χρήση κυβολίθων από την Ελληνιστική περίοδο στη θεμελίωση αποτελεί συνήθη πρακτική των Ρωμαίων, όπως τη γνωρίζουμε και από το Δίον.

Τέλος, στο δωμάτιο Ι της σκηνής εντοπίστηκαν όλα τα αρχιτεκτονικά στοιχεία που αποδεικνύουν τη στήριξη ενός ξύλινου δαπέδου, ενώ για το διάδρομο είναι φανερό ότι χρησιμοποιήθηκαν πήλινες πλάκες. Όλα τα δωμάτια της σκηνής στο επίπεδο του ισογείου τα διατρέχει εσωτερικά, στην ανατολική τους πλευρά, ένας αγωγός. Μπροστά από τα δωμάτια της σκηνής διαμορφώνεται τοίχος που αποτελούσε την πρόσοψη της Ρωμαϊκής σκηνής. Πρόκειται για ένα ισχυρό τοίχο, μήκους 22,50 μ. -όσο και η διάμετρος της ορχήστρας- που είναι χτισμένος με αργολιθοδομή, πλίνθους και κονίαμα, με τυπική δηλαδή τοιχοποιία των Ρωμαϊκών χρόνων.

Στον οποίο τοίχο, διαμορφώνονται οι τρεις είσοδοι που βλέπουν προς την ορχήστρα, μια κεντρική μεγάλη είσοδος και σε απόλυτη συμμετρία εκατέρωθεν δύο μικρότερες. Σε απόσταση μόλις 30 εκ. μπροστά από τον τοίχο αυτό σώζεται στο ίδιο επίπεδο ο στυλοβάτης της κιονοστοιχίας του Ελληνιστικού προσκηνίου, κτισμένος εξ’ ολοκλήρου με μεγάλους λαξευμένους κυβόλιθους από ηφαιστειακό λίθο. Στην επιφάνεια του στυλοβάτη του Ελληνιστικού προσκηνίου πρέπει να πάτησε και η Ρωμαϊκή κιονοστοιχία, το γνωστό Ρωμαϊκό columnatio, που στόλιζε την πρόσοψη της Ρωμαϊκής σκηνής.

Σήμερα δεν σώζεται κανένα ίχνος από τις βάσεις των κιόνων που θα πατούσαν στο στυλοβάτη του Ελληνιστικού προσκηνίου, ίσως λόγω του ηφαιστειακού λίθου, όμως κίονες, Ιωνικά κιονόκρανα και Ιωνικές βάσεις κιόνων από λευκό μάρμαρο, καθώς και μονολιθικοί κίονες από πράσινο μάρμαρο βρέθηκαν πεσμένοι μπροστά από το Ελληνιστικό προσκήνιο και δεν μπορεί παρά να προέρχονται από την κιονοστοιχία που στόλιζε την πρόσοψη της Ρωμαϊκής σκηνής. Μερικά από αυτά τα αρχιτεκτονικά μέλη ήταν ακέραια και ήταν πεσμένα ελεύθερα μπροστά από το κτίριο της σκηνής, ενώ άλλα ήταν εντοιχισμένα σε ένα πρόχειρο τοίχο που προστέθηκε αργότερα, άγνωστο προς το παρόν για ποιο λόγο, μπροστά από τη σκηνή.

Το αρχαιότερο χρονολογικά αρχιτεκτονικό μέλος που βρέθηκε εντοιχισμένο σε αυτό τον πρόχειρο τοίχο είναι ένα κομμάτι ενός πώρινου ραβδωτού Δωρικού κίονα, και είναι παρόμοιο μ’αυτό που βρέθηκε το 1993 πίσω από το στηθαίο της ορχήστρας. Ο σπόνδυλος αυτός ίσως προέρχεται από την Ελληνιστική κιονοστοιχία, ίσως όμως και να μεταφέρθηκε στο θέατρο από ένα γειτονικό μνημείο, από το οποίο εντοπίστηκαν και άλλα τμήματα πώρινων Δωρικών κιόνων, όπως το κιονόκρανο που βρίσκεται στα σύνορα των ιδιοκτησιών Τιμπλαλέξη και Σκούπρα, και τα οποία πρέπει να ανήκουν στο αταύτιστο δημόσιο κτίριο, που ήταν κτισμένο αμέσως ανατολικά του θεάτρου και το οποίο είχε εν μέρει ερευνήσει το 1907 – 1908 ο Αρβανιτόπουλος.

Τα 7 Ιωνικά κιονόκρανα, που βρέθηκαν ακέραια μπροστά από το προσκήνιο, έχουν πολύ χαμηλό επίθημα και έλικες με βαθειές αύλακες, ενώ στις γωνίες τους έχουν ημιανθέμια που περιβάλλουν σχεδόν 3 αυγά. Όπως δείχνουν αρκετές δεκάδες από θραύσματα, οι Ιωνικοί αυτοί κίονες με τα κιονόκρανά τους στήριζαν ένα ευθύγραμμο επιστύλιο που βρέθηκε και αυτό πεσμένο σε πολλά θραύσματα στον ίδιο χώρο με τα Ιωνικά κιονόκρανα.

Η κατασκευή των Ιωνικών κιονοκράνων -με βάση τα χαρακτηριστικά τους και σύμφωνα με την άποψη του J. Hermann για τα Ιωνικά κιονόκρανα της Ύστερης Αρχαιότητας- μπορεί να τοποθετηθεί στον 3ο αιώνα μ.Χ., αφού έχουν καλά παράλληλα στα Ιωνικά κιονόκρανα που κατασκευάστηκαν στη Ρώμη, ίσως από Μικρασιάτες λιθοξόους που μετακινήθηκαν προς τη Ρώμη στο τέλος του 2ου και στις αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ., στην εποχή δηλαδή του Σεπτίμιου Σεβήρου (193 – 214 μ.Χ.). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και οι κορμοί από δύο μονολιθικούς αράβδωτους κίονες από πράσινο μάρμαρο, που βρέθηκαν και αυτοί πεσμένοι μπροστά από το κτίριο της σκηνής, μαζί με πολλά θραύσματα από το ίδιο πράσινο μάρμαρο.

Παρόμοιοι κίονες χρησιμοποιήθηκαν λίγο αργότερα στις Παλαιοχριστιανικές βασιλικές των Φθιωτίδων Θηβών. Ωστόσο, οι κίονες του θεάτρου μας δείχνουν ότι η χρήση κιόνων από πράσινο μάρμαρο πρέπει να άρχισε νωρίτερα στην περιοχή μας. Εξάλλου, είναι γνωστή η αγάπη των Ρωμαίων για τη χρήση των πολύχρωμων μαρμάρινων στοιχείων στις προσόψεις των Ρωμαϊκών σκηνών των θεάτρων τους, αφού φαίνεται ότι αποτελούσε βασικό στοιχείο της Ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής. Επίσης είναι γνωστό ότι οι Ρωμαίοι επιζητούσαν την αντίθεση στα κτίριά τους χρησιμοποιώντας παράλληλα λευκά μάρμαρα και μάρμαρα κόκκινα, πράσινα και κίτρινα.

Μεταξύ των έγχρωμων μαρμάρων που χρησιμοποίησαν οι Ρωμαίοι, είναι και το Θεσσαλικό verde antico, όπως ονομάστηκε αργότερα, στην Αναγέννηση, το πράσινο μάρμαρο της Θεσσαλίας. Το πράσινο αυτό μάρμαρο, πασίγνωστο σε όλους από τους κίονες της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, χρησιμοποιήθηκε στην περιοχή στα Παλαιοχριστιανικά μνημεία των Χριστιανικών Θηβών, αλλά η χρήση του ξεκίνησε στα Ρωμαϊκά χρόνια -αν και περιορισμένη- και εντοπίστηκε κυρίως στη Λάρισα και τη Δημητριάδα. Το μάρμαρο προέρχεται από τα μεγάλα λατομεία της Χασάμπαλης, το σημερινό χωριό Ομορφοχώρι, που βρίσκεται περίπου 10 χλμ. Β.Α από τη Λάρισα.

Δεν υπάρχουν φιλολογικές πηγές ή αρχαιολογικά δεδομένα για την ακριβή ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του λατομείου αυτού. Ωστόσο είναι γνωστό ότι το πράσινο μάρμαρο της Χασάμπαλης κάνει την πρώτη παρουσία του με ασφαλή χρονολόγηση στο 2ο αιώνα μ.Χ., στη Villa Andriana στο Tivoli της Ιταλίας, της οποίας ο αρχιτέκτονας, σύμφωνα με τις πηγές, επισκέφθηκε την κοιλάδα των Τεμπών για να το προμηθευτεί. Επομένως, είναι φανερό ότι η έναρξη λειτουργίας του λατομείου της Χασάμπαλης έγινε στα χρόνια του Αδριανού.

Δηλαδή στο α΄ μισό του 2ου αιώνα (117 – 138 μ.Χ.), πιθανά από τους ίδιους τους Ρωμαίους Αυτοκράτορες -όπως έκαναν και με πολλά άλλα λατομεία έγχρωμων μαρμάρων της Μεσογείου- και ίσως αυτοί να οργάνωσαν και τη θαλάσσια μεταφορά του με πλοία προς διάφορους προορισμούς της Μεσογείου, αφού πράσινο μάρμαρο Χασάμπαλης χρησιμοποιήθηκε στην Ιταλία, Σικελία, Κρήτη και την Αίγυπτο. Επομένως είναι φανερό ότι το λατομείο αυτό λειτουργούσε την περίοδο κατασκευής της Ρωμαϊκής κιονοστοιχίας. Εξάλλου, μπροστά από την πρόσοψη της σκηνής, εντοπίστηκαν επιχώσεις που χρονολογούνται στο 2ο και 3ο αιώνα μ.Χ., ενώ στα βαθύτερα στρώματα υπήρχαν επιχώσεις Ελληνιστικών χρόνων (Μεγαρικοί Σκύφοι).

Στην ίδια περίοδο μας παραπέμπουν και άλλα ευρήματα από τον ίδιο χώρο, όπως δύο ακέραια Ρωμαϊκά λυχνάρια, καθώς και θραύσματα άλλων λυχναριών, όπως και άλλα χάλκινα νομίσματα του 2ου και 3ου αιώνα μ.Χ. που βρέθηκαν στον ίδιο χώρο. Στην ίδια περίοδο ανήκουν και οι μεγάλοι αμφορείς της ομάδας Κ, που χρονολογούνται επίσης στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. Καθώς και η πληθώρα κεραμικών θραυσμάτων από χρηστικά αγγεία αυτής της περιόδου, όπως η χαρακτηριστική πορτοκαλέρυθρη στιλβωμένη κεραμεική, ή κεραμεική terra sigillata και η συνήθης Ρωμαϊκή χονδροειδής κεραμεική, καθώς και θραύσματα από πήλινες τερρακότες, πλακίδια και μεγάλος αριθμός πλίνθων.

Γενικότερα, κατά τη Ρωμαϊκή εποχή, το θέατρο μετατράπηκε σε αρένα για την τέλεση θηριομαχιών και μονομαχικών αγώνων και αρκετές αλλαγές έγιναν και στο χώρο της ορχήστρας.

Η Ορχήστρα 

Η ορχήστρα, με διάμετρο 22,40 μ. απέκτησε αυτή τη μορφή στα Ρωμαϊκά χρόνια, όταν το Ελληνιστικό κοίλο σχεδόν ενώθηκε με το κτίριο της σκηνής, ενώ επίσης διευρύνθηκε η ορχήστρα με αφαίρεση μιας σειράς καθισμάτων, μάλλον των προεδρικών, και κατασκευάστηκε ένα προστατευτικό στηθαίο γύρω από την ορχήστρα με εδώλια σε δεύτερη χρήση, πάνω στα οποία ήταν στερεωμένα -όπως δηλώνουν οι οπές στερέωσης- προστατευτικά κιγκλιδώματα και σκιάδια για την προστασία των θεατών. Για αυτή τη διαδικασία ανακατασκευής χρησιμοποιήθηκαν ανεστραμμένα εδώλια που πιθανόν αφαιρέθηκαν από το επιθέατρο. Ένα εδώλιο διακοσμήθηκε με χαμηλό ανάγλυφο βουκράνιο.

Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι κατά την ανασκαφική έρευνα στο χώρο μπροστά από το προστατευτικό στηθαίο της ορχήστρας βρέθηκαν πολλά απολεπίσματα μαρμάρου, που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε την προέλευσή τους. Ίσως να ανήκουν στα προεδρικά καθίσματα, τα οποία μπορεί να ήταν μαρμάρινα. Το δάπεδο της ορχήστρας δεν αποκαλύφτηκε ακόμα. Πιστεύουμε όμως ότι πρέπει να είναι στρωμένο με άμμο όπως συνηθιζόταν στα Ρωμαϊκά θέατρα στα οποία εκτελούνταν μονομαχίες, γι’ αυτό και η ορχήστρα στα Ρωμαϊκά θέατρα ονομαζόταν αρένα.

Γενικότερα λοιπόν, με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα, μπορούμε πλέον να θεωρήσουμε βέβαιο ότι το θέατρο -με μέγιστη χωρητικότητα 3.000 θεατών- θεμελιώθηκε στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. Και ανακατασκευάστηκε στις αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ., οπότε λειτούργησε ως αρένα όλο τον 3ο αιώνα μ.Χ., μάρτυρας της αισθητικής, της ευμάρειας και της δύναμης της «λαμπροτάτης πόλης» των Θηβών. Ύστερα εγκαταλείφθηκε, αφού μέχρι σήμερα στις επιχώσεις του θεάτρου δεν βρέθηκε κανένα εύρημα που να μπορεί να χρονολογηθεί αργότερα από το τέλος του 3ου αιώνα μ.Χ.

Η μετατροπή του σε αρένα ή αλλιώς ο εκμοντερνισμός του στον 3ο αιώνα μ.Χ. ήταν απαραίτητη, προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των Ρωμαίων, για τα δικά τους θεάματα, τα οποία αφορούσαν κυρίως σε αγώνες μονομάχων και θηριομαχίες, και πραγματοποιήθηκε την ίδια περίοδο κατά την οποία και τα άλλα παλιά Ελληνιστικά θέατρα της Θεσσαλίας μετατράπηκαν σε αρένες. Όπως το θέατρο της Δημητριάδος, της Λάρισας, αλλά και στη Μακεδονία, όπως τα θέατρα της Μαρώνειας, της Θάσου και των Φιλίππων.

Ειδικότερα, όσον αφορά στα κινητά ευρήματα που εντοπίστηκαν στο χώρο του αρχαίου θεάτρου των Φθιωτίδων Θηβών, εκτός από το σημαντικό αριθμό από αρχιτεκτονικά μέλη που προέρχονταν από τον αρχιτεκτονικό διάκοσμο του κτιρίου της σκηνής, βρέθηκαν επίσης τμήματα που προέρχονται από μαρμάρινα αγάλματα που ίσως διακοσμούσαν το θέατρο, τα οποία δεν είναι δυνατόν να ταυτιστούν. Εκτός από αυτά βρέθηκε ένας ακέφαλος κορμός Αρτέμιδος καθώς και ένα αταύτιστο μαρμάρινο κομμάτι (ίσως από μηρό) που φέρει την επιγραφή «Απόλλωνι». Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ένα τμήμα πήλινης πλίνθου που φέρει εγχάρακτη τη λέξη ΘHB, που αποτελεί αναμφισβήτητη μαρτυρία για την ταύτιση του ονόματος της πόλης.

Επίσης, από το χώρο του θεάτρου προέρχεται και η ενεπίγραφη αναθηματική στήλη, με τα ονόματα των οι Αιγυπτιακών θεοτήτων Σαράπιδος και Ίσιδος, που επίσης λατρεύονταν στη Ρωμαϊκή περίοδο ανάμεσα στους άλλους θεούς. Επίσης, στο θέατρο βρέθηκαν 60 νομίσματα που χρονολογούνται από τις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. έως και τον 3ο αιώνα μ.Χ., ενισχύοντας την άποψή μας για μια μακροχρόνια χρήση του θεάτρου. Μεταξύ των νομισμάτων περιλαμβάνονται το ασημένιο νόμισμα των Ροδίων που χρονολογείται στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. και σύγχρονο χάλκινο νόμισμα της Θεσσαλικής Μελίβοιας των Μελιβοιέων, νόμισμα Αντιγόνου Γόνατα του 2ου αιώνα π.Χ., καθώς επίσης και αρκετά στρωματογραφημένα νομίσματα του κοινού των Θεσσαλών του 1ου αιώνα π.Χ.

Τέλος, βρέθηκε ένας μεγάλος αριθμός από θραύσματα αγγείων που χρονολογικά αντιστοιχούν στους αιώνες που χρονολογούνται και τα νομίσματα και βεβαιώνουν τη μακρόχρονη χρήση του θεάτρου. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ένας μικρός αριθμός από πήλινα ενσφράγιστα στρογγυλά αντικείμενα, που ίσως αποτελούσαν τα εισιτήρια θεατών. Σήμερα, ο χώρος που καταλαμβάνει το θέατρο αλλά και η αρχαία πόλη των Φθιωτίδων Θηβών με τα τείχη της και τα νεκροταφεία της αποτελεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της δημοτική έκταση και έκταση ιδιοκτησίας του ΥΠ.ΠΟ.Τ., και για την καλύτερη δυνατή προστασία του θεσπίστηκαν, το 2004, ζώνες απολύτου προστασίας Α και Β.

Έτσι το θέατρο αλλά και ολόκληρη η αρχαία πόλη των Φθιωτίδων Θηβών προστατεύονται από το ΥΠ.ΠΟ.Τ. και αποτελούν σήμερα επισκέψιμα μνημεία, ύστερα από συνεννόηση με την αρμόδια Εφορεία. Το ΑΙΘΣ έχει εκπονήσει για το θέατρο αυτό ειδικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα, με τίτλο «Θεατρικοί περίπατοι», για την Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Σήμερα, η αρχαιολογική έρευνα στο χώρο του αρχαίου θεάτρου των Φθιωτίδων Θηβών εντάσσεται στην κοινή προσπάθεια και επιθυμία όλων να ξαναζωντανέψει το σημαντικό αυτό αρχαίο μνημείο. Ζητούμενο της έρευνας είναι αρχικά η πλήρης αποκάλυψη του μνημείου.

Στη συνέχεια, ως μακροπρόθεσμος προγραμματισμός, τίθεται η εκπόνηση μιας αρχιτεκτονικής μελέτης που θα περιλαμβάνει την αρχιτεκτονική τεκμηρίωση του μνημείου και την καταγραφή της παθολογίας του. Με βάση τα παραπάνω, θα καταστεί δυνατή η εκπόνηση μιας μελέτης για τη μελλοντική δομική αποκατάσταση του θεάτρου, με πλήρη παρουσίαση των προτάσεων επέμβασης στο μνημείο, μαζί με μια πρόταση για τη δημιουργία ενός δικτύου διαδρομών για τη σύνδεση του αρχαίου θεάτρου με τα άλλα ήδη ανασκαμμένα δημόσια κτίρια της πόλης των Φθιωτίδων Θηβών, όπως με την αρχαία αγορά, το ναό της Αθηνάς Πολιάδος, το Ασκληπιείο αλλά και με τα ίδια τα τείχη που σώζονται σε μήκος 8 χιλιομέτρων.

Στην επιτυχή δομική αποκατάσταση του αρχαίου μνημείου συνηγορούν ιδιαίτερα τα πορίσματα της σύγχρονης έρευνας του πεδίου, αφού είναι φανερό ότι μεγάλο μέρος του οικοδομικού υλικού όλων των φάσεων βρίσκεται στη θέση του, διάσπαρτο στο χώρο του αρχαίου θεάτρου ή -ένα μέρος- ενσωματωμένο σε κατασκευές μεταγενέστερης φάσης, και σε μερικές περιπτώσεις είναι σχετικά εύκολο να επανέλθει στη θέση του, αφού τα περισσότερα αρχιτεκτονικά μέλη μπορούν να ταυτιστούν και να επανατοποθετηθούν.

Τόσο τα εδώλια του κοίλου και οι κλίμακες ανόδου, όσο και η εξωτερική παρειά των αναλημματικών τοίχων των παρόδων κατασκευάστηκαν από ηφαιστειακό λίθο, όπως και το προσκήνιο, ενώ στο σκηνικό οικοδόμημα χρησιμοποιήθηκε και λευκό και πράσινο μάρμαρο, υλικά δηλαδή που δεν υφίστανται ποτέ αποσάρθρωση. Επίσης, δεν έχει γίνει λιθοθηρία από το χώρο του θεάτρου και έτσι όλο αυτό το υλικό είναι διαθέσιμο για την μελλοντική αναστήλωση του μνημείου.

Ελπίζουμε ότι στο μέλλον, θα είναι δυνατόν να συνεχίσει την αρχαία λειτουργία του με τον ίδιο τρόπο φιλοξενώντας παραστάσεις αρχαίου δράματος και άλλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, παραμένοντας έτσι ένα ζωντανό μνημείο στη φυσική του θέση, άμεσα συνδεδεμένο με το φυσικό του περιβάλλον που παραμένει ακόμη αλώβητο, γόνιμο πλέον και ενεργό στοιχείο της σύγχρονης πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Είναι γνωστός εξάλλου ο διττός χαρακτήρας των αρχαίων θεάτρων που από τη μια πλευρά ψυχαγωγούσαν τους θεατές, ενώ από την άλλη, μέσω του διαλόγου, διαμόρφωναν τις βασικές αρχές της δημοκρατίας.

Αρχαιολογική Έρευνα στο Αρχαίο Θέατρο των Φθιωτίδων Θηβών

Ύστερα από μια περίοδο διακοπής της έρευνας δεκαεπτά χρόνων, πραγματοποιήθηκαν ξανά ανασκαφές στο αρχαίο Θέατρο των Φθιωτίδων Θηβών, το Φθινόπωρο του 2010, υπό την εποπτεία της Προϊσταμένης του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Θεσσαλικών Σπουδών, Δρ. Β. Αδρύμη – Σισμάνη, με την υποστήριξη της κίνησης πολιτών του Διαζώματος και με τη χορηγία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας, με το ποσό των 50.000 ευρώ και του τέως Δήμου Νέας Αγχιάλου, με το ποσό των 30.000 ευρώ, και φυσικά και με τη συνδρομή του ΥΠ.ΠΟ.Τ.

Βασικό ζητούμενο της έρευνας του 2010 ήταν να ολοκληρωθεί η αποκάλυψη της ορχήστρας του αρχαίου θεάτρου, για να γίνει το μνημείο στο ελάχιστο λειτουργικό και εν συνεχεία να μελετηθεί η φάση του σκηνικού οικοδομήματος, όπως αυτή διαμορφώθηκε στα τελευταία χρόνια της χρήσης του θεάτρου. Η Ρωμαϊκή φάση του θεάτρου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφενός γιατί συνδέεται με την παρουσία των Ρωμαίων στην περιοχή της Θεσσαλίας, και αφετέρου επειδή είναι μια περίοδος που δεν είναι ακόμη αρκετά γνωστή.
Είναι γνωστό ότι στα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ. -όπως προκύπτει από ορισμένες επιγραφές- οι Φθιώτιδες Θήβες περιελήφθησαν στο Κοινό των Μαγνήτων και βέβαια και στο ευρύτερο Κοινό των Θεσσαλών, και απ’ ότι φαίνεται γνώρισαν τότε μια δεύτερη οικονομική ανάκαμψη, όπως αυτή αναγνωρίζεται στην ανακαίνιση των δημοσίων κτιρίων τους αλλά κυρίως στη μεγάλη οργάνωση και ανάπτυξη το λιμανιού τους που λειτουργούσε πλέον ως κεντρικό λιμάνι της Θεσσαλίας.
Τα ερείπια της αρχαία πόλης , όπου λειτουργούσε το σημαντικό αυτό θέατρο, εκτείνονται πάνω στο λόφο «Κάστρο», που βρίσκεται στο βόρειο άκρο του Kρόκιου πεδίου. Η ανασκαφική έρευνα θα συνεχισθεί το 2011, στην περιοχή του κοίλου και του Κάτω θεάτρου, για να αποκτήσει το μνημείο μια ολοκληρωμένη μορφή, ώστε να είναι δυνατόν να ενταχθεί στο πολιτιστικό δυναμικό του Βόλου. Ως άμεσος προγραμματισμός εργασιών σε μια Α΄ φάση είναι:
α) Η πλήρης αποκάλυψη του σημαντικού αυτού μνημείου με την ολοκλήρωση της ανασκαφικής έρευνας σε όλη την έκταση του κοίλου στο Κάτω θέατρο. Με το πέρας της φάσης αυτής θα επιτευχθεί μία ολοκληρωμένη εικόνα του θεάτρου. Με αυτή τη μορφή θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την οργάνωση σύγχρονων δράσεων που θα στηρίξουν την προβολή της τοπικής πολιτιστικής μας κληρονομιάς και αναμφισβήτητα θα αποτελούσαν ένα σημαντικό πόλο για τις πολιτιστικές δραστηριότητες, τα εκπαιδευτικά και τα τουριστικά προγράμματα. Στη συνέχεια, σε Β΄ φάση, προγραμματίζεται:

β) Η πλήρης αποκάλυψη των δύο παρόδων

γ) Η πλήρης έρευνα όλων των φάσεων του σκηνικού οικοδομήματος.

δ) Η πλήρης αποκάλυψη του επιθεάτρου (άνω θέατρο – διάζωμα), καθώς

ε) Η έρευνα του περιβάλλοντος χώρου του θεάτρου.

Στη συνέχεια της Α΄ φάσης, προέχει η εκπόνηση αρχιτεκτονικής μελέτης που θα περιλαμβάνει επιμέρους στάδια (τοπογραφική – φωτογραμμετρική αποτύπωση του μνημείου, αρχιτεκτονική τεκμηρίωση, δομική αποκατάσταση, κλπ).

Όταν ολοκληρωθούν οι ανασκαφικές εργασίες της Α΄φάσης μαζί με τις απαραίτητες μελέτες, τότε θα είναι δυνατόν να υποβληθεί ο φάκελος της αναστήλωσης και πλήρους ανάδειξης του θεάτρου για χρηματοδότηση στο ΕΣΠΑ, μαζί με μια πρόταση για τη δημιουργία ενός δικτύου διαδρομών για τη σύνδεση του αρχαίου θεάτρου με τα άλλα ήδη ανασκαμμένα δημόσια κτίρια της πόλης των Φθιωτίδων Θηβών, όπως με την αρχαία αγορά, το ναό της Αθηνάς Πολιάδος, το Ασκληπιείο αλλά και με τα ίδια τα τείχη που σώζονται σε μήκος 8 χιλιομέτρων.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι μεγάλο μέρος του οικοδομικού υλικού όλων των φάσεων βρίσκεται στη θέση του, διάσπαρτο στο χώρο του αρχαίου Θεάτρου ή -ένα μέρος- ενσωματωμένο σε κατασκευές μεταγενέστερης φάσης, και σε μερικές περιπτώσεις είναι σχετικά εύκολο να επανέλθει στη θέση του, αφού τα περισσότερα αρχιτεκτονικά μέλη, μπορούν να ταυτιστούν και να επανατοποθετηθούν. Τόσο τα εδώλια του κοίλου και οι κλίμακες ανόδου, όσο και η εξωτερική παρειά των αναλημματικών τοίχων των παρόδων κατασκευάστηκαν από ηφαιστειακό λίθο, όπως και το προσκήνιο, ενώ στο σκηνικό οικοδόμημα χρησιμοποιήθηκε και λευκό και πράσινο μάρμαρο, υλικά δηλαδή που δεν υφίστανται ποτέ αποσάρθρωση.

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΩΝ ΦΕΡΩΝ

Στα Ίχνη του Αρχαίου Θεάτρου των Φερών

Στη θέση του σημερινού Βελεστίνου βρίσκεται η αρχαία πόλη των Φερών, μια από τις πιο σημαντικές της Θεσσαλίας, που ιδρύθηκε στα τέλη της Νεολιθικής Εποχής και διήνυσε μια τρισχιλιετή και πλέον λαμπρή πορεία μέχρι το τέλος της αρχαιότητας. Σπουδαίο κέντρο της περιοχής ήδη από τη Μυκηναϊκή περίοδο, έφθασε στο απόγειο της ακμής της κατά το πρώτο ήμισυ του 4ου αιώνα π.Χ., εποχή της διακυβέρνησής της από τους τυράννους Λυκόφρονα, Ιάσονα και Αλέξανδρο. Τη σημαντικότερη θέση μεταξύ τους κατέχει ο Ιάσων, ο οποίος εξελέγη ταγός ολόκληρης της Θεσσαλίας, επικεφαλής του Κοινού των Θεσσαλών (371 π.Χ.).

Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο Ισοκράτης στον «Πανηγυρικό» του, επεδίωξε την ηγεμονία όλων των Ελληνικών πόλεων και οραματίστηκε πρώτος μια πανελλήνια εκστρατεία κατά των Περσών. Αλλά και κατά την Ελληνιστική εποχή, και κυρίως κατά τον 2ο και τον 1ο αιώνα π.Χ., η πόλη των Φερών γνώρισε μια τελευταία περίοδο ακμής, όταν ηγήθηκε και πάλι του Κοινού των Θεσσαλών, μετά την επανίδρυσή του το έτος 196 – 195 π.Χ. και την εκλογή του Φεραίου Παυσανία Εχεκράτους ως πρώτου στρατηγού του. Μια πόλη με αυτήν την ιστορική διαδρομή και την τόσο σημαντική θέση στα θεσσαλικά δρώμενα δεν είναι δυνατόν να μην διέθετε θέατρο.

Πράγματι, η παρουσία αρχαίου θεάτρου στην πόλη των Φερών μαρτυρείται από φιλολογικές πηγές. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο τύραννος των Φερών Αλέξανδρος (369 – 358 π.Χ.), γνωστός για την σκληρότητά του και τα εγκλήματά του κατά των πολιτών, παρακολουθούσε την τραγωδία «Τρωάδες» του Ευριπίδη στο θέατρο της πόλης. Αξίζει να ανατρέξουμε στο ίδιο το κείμενο του Πλουτάρχου για να θυμηθούμε τις λεπτομέρειες αυτού του γεγονότος. Ενώ παρακολουθούσε μια παράσταση των Τρωάδων του Ευριπίδη, σηκώθηκε και έφυγε από το θέατρο νεύοντας στον υποκριτή (τον ηθοποιό) να μην πάρει βαριά το πράγμα, αλλά να συνεχίσει την παράσταση χωρίς να μειώσει καθόλου την προσπάθειά του.

Γιατί δεν φεύγει από περιφρόνηση προς εκείνον, αλλά επειδή ντρέπεται τους πολίτες που θα τον έβλεπαν να δακρύζει για τις συμφορές της Εκάβης και της Ανδρομάχης, ενώ ποτέ του δεν σπλαχνίστηκε κανέναν από όσους ο ίδιος είχε σκοτώσει. Η μαρτυρία αυτή θεωρείται ενδεικτική για την κατασκευή του θεάτρου, πιθανότατα στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ., εποχή της μέγιστης ακμής της πόλης. Χαρακτηριστική είναι επίσης η ανεύρεση ενός μολύβδινου σφραγίσματος «συμβόλου» ελληνιστικής εποχής με παραστάσεις της θεάς Εν(ν) οδίας, που ίσως χρησίμευε ως εισιτήριο σε θεατρική παράσταση.

Η πιθανή θέση του αρχαίου θεάτρου των Φερών εντοπίζεται στη Β.Α πλαγιά του χαμηλού λόφου «Καστράκι», εκτός Σχεδίου Πόλης του Βελεστίνου του Ν. Μαγνησίας, αλλά σε επαφή σχεδόν με το βόρειο όριό του. Εμπίπτει σε κεντρικό σημείο της αρχαίας πόλης των Φερών, όπου τοποθετείται η «Ελευθέρα Αγορά», της οποίας η ταύτιση βασίζεται σε αρκετά ισχυρά αρχαιολογικά δεδομένα. Θα πρέπει με την ευκαιρία αυτή να υπενθυμίσουμε ότι σύμφωνα με τον Αριστοτέλη στις Θεσσαλικές πόλεις υπήρχε η «Ελευθέρα Αγορά», όπου ασκούνταν οι δημόσιες λειτουργίες και η οποία βρισκόταν σε διαφορετική θέση από την «των ωνίων αγοράν ή αναγκαίαν», όπου λάμβαναν χώρα οι καθημερινές εμπορικές δραστηριότητες.

Για την πρόταση ταύτισης της «Ελευθέρας Αγοράς» καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η αποκάλυψη τμήματος στοάς Ελληνιστικής εποχής με ημίεργους κίονες Δωρικού ρυθμού στη θέση τους πάνω στο στυλοβάτη, πολύ κοντά στην πιθανή θέση του θεάτρου, το οποίο είναι εύλογο να εντάσσεται σε ένα χώρο δημόσιων λειτουργιών. Ο χώρος όπου πιθανολογείται η θέση του αρχαίου θεάτρου είναι απαλλοτριωμένος και ανήκει στην ιδιοκτησία του Υπουργείου Πολιτισμού. Στην χαρακτηριστική κοίλη διαμόρφωση της πλαγιάς του λόφου διαγράφεται το κοίλο του θεάτρου, ενώ ένας παλιός δρόμος που βρίσκεται ακόμη σε λειτουργία φαίνεται να ακολουθεί την καμπύλη πορεία του διαζώματος.

Στους πρόποδες του λόφου, στο σημείο της κοιλότητας, διαμορφώνεται επίπεδος χώρος που θα μπορούσε να ταυτισθεί με την ορχήστρα. Η πιθανή θέση του θεάτρου των Φερών ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές που θέτει ο Βιτρούβιος βρίσκεται σε υγιεινή περιοχή, μακριά από έλη, δεν είναι εκτεθειμένη στο Νότο, αλλά είναι στραμμένη προς Β.Α, προς την ανατολική Θεσσαλική πεδιάδα και τη λίμνη Βοιβηΐδα, σε χώρο ανοιχτό, όπου δεν εμποδίζεται η διάδοση του ήχου και δεν δημιουργείται ηχώ.

Πρόσφατες μικρής κλίμακας δοκιμαστικές γεωφυσικές διασκοπήσεις έδωσαν ενθαρρυντικά αποτελέσματα, αλλά απαιτείται η διενέργεια δοκιμαστικών ανασκαφικών τομών για να επιβεβαιωθεί η ύπαρξη του θεάτρου στο σημείο αυτό. Έτσι θα κερδίσουμε ένα ακόμη μνημείο που θα ενταχθεί στο δημιουργούμενο Αρχαιολογικό – Ιστορικό Πάρκο Φερών – Βελεστίνου, αλλά και έναν ακόμη χώρο πολιτισμού όχι μόνο για το σημερινό Βελεστίνο, αλλά και για το Νομό Μαγνησίας και για ολόκληρη τη Θεσσαλία.

Ένα αρχαίο θέατρο φορτίζει μια περιοχή με ιδιαίτερα συμβολικό χαρακτήρα, καθώς δεν αποτελούσε απλά χώρο έκφρασης καλλιτεχνικής δημιουργίας υψηλού επιπέδου, αλλά και τόπο άσκησης δημοκρατικών λειτουργιών, όπως η συνάθροιση πολιτών και η διαβούλευση για δημόσιες υποθέσεις. Για το λόγο αυτό αναμένεται να δοθεί προσοχή και προτεραιότητα στην προστασία, την έρευνα, την ανάδειξη και την απόδοσή του μνημείου αυτού στους πολίτες ως ενός διακεκριμένου συμβόλου της οργανωμένης πόλης της αρχαιότητας, όπου οι πολίτες της σύγχρονης πόλης θα μπορούν να συμμετέχουν στο πολιτιστικό γίγνεσθαι.

Σημαντικό ρόλο θα έπαιζε η ένταξη των θεάτρων σε οργανωμένες πολιτιστικές διαδρομές ώστε να είναι εύκολα προσιτά, κάτι που ευτυχώς μπορεί να εφαρμοσθεί στη Θεσσαλία. Στο Νομό Μαγνησίας τα τρία αρχαία θέατρα, της Δημητριάδος, των Φθιωτίδων Θηβών και πιθανότατα των Φερών, βρίσκονται πάνω σε σημαντικούς οδικούς άξονες που συνδέονται μεταξύ τους: στον άξονα της Εθνικής Οδού ΠΑΘΕ, στην οδό Αθηνών – Βόλου και στην οδό Βόλου – Βελεστίνου – Λάρισας. Αυτοί οι άξονες συνδέουν την περιοχή με τη Λάρισα, όπου υπάρχουν άλλα δυο γνωστά θέατρα της Θεσσαλίας.

Η 4η Προγραμματική Περίοδος (ΕΣΠΑ) αποτελεί μεγάλη ευκαιρία για την εκπόνηση και υλοποίηση ενός συνολικού προγράμματος για τα αρχαία θέατρα της περιοχής, που χωρίς αμφιβολία θα προσελκύσουν το ενδιαφέρον των επισκεπτών και θα τύχουν διεθνούς προβολής, με θετικά αποτελέσματα και για τον τουρισμό μας. Το ενδιαφέρον και η προθυμία των αρχαιολόγων, αλλά και των αρμοδίων Εφορειών Αρχαιοτήτων, είναι δεδομένα, αφού κατά κανόνα είναι όλοι παρόντες και πανέτοιμοι να καταθέσουν προτάσεις.

Η έρευνα, η ανάδειξη και ένταξη των αρχαίων θεάτρων της περιοχής μας στη ζωή και τη δραστηριότητα της τοπικής κοινωνίας θα αποτελέσει, εκτός των άλλων, δικαίωση των οραμάτων του δικού μας Ρήγα Βελεστινλή, ο οποίος πρόβαλε μέσα από την Χάρτα του (1797) το πρότυπο του αρχαίου Ελληνικού θεάτρου ως θεμελιώδους στοιχείου αναγνώρισης των αξιών του Ελληνικού πολιτισμού, εκτιμώντας κυρίως την παιδευτική του σημασία, καθώς ό ίδιος, σαν γνήσιος διαφωτιστής, μετέφραζε θεατρικά έργα προορισμένα να παιχτούν και να συμβάλλουν στην αφύπνιση και την επιμόρφωση των μελλοντικών ελεύθερων πολιτών.

ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΘΕΑΤΡΑ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ 

Το θέατρο, ως αποτέλεσμα του χορού, της μίμησης και του διαλόγου κατά τις θρησκευτικές γιορτές που γίνονταν για να τιμήσουν τον Διόνυσο, συνδέθηκε αρχικά με τη λατρεία του θεού, την καρποφορία της γης, τη χαρά της ζωής. Στη συνέχεια μέγιστη υπήρξε η συμβολή των πολιτών της Αθήνας στην ανάπτυξη του θεάτρου, ως μορφή τέχνης και ως αρχιτεκτονικό δημιούργημα.

Από τον πρώτο ανοιχτό υπαίθριο θεατρικό χώρο, τμήμα του ιερού του Ελευθερίου Διονύσου στις παρυφές της Ακρόπολης, στην λαμπρότερη γιορτή τους για τον θεό, τα Μεγάλα Διονύσια, μέχρι τα μεγαλύτερα και πολύ αξιόλογα θεατρικά αρχιτεκτονήματα, το θέατρο συνδέθηκε με την Αθήνα, το πολίτευμα της δημοκρατίας και τη διαμόρφωση των δημοκρατικών θεσμών. Το αρχαίο Ελληνικό θέατρο, όπως το γνωρίζουμε, αποτελεί τον θεμελιακό θεσμό της αρχαίας Ελληνικής πόλης κράτους. Γεννήθηκε στα τέλη της Αρχαϊκής περιόδου και διαμορφώθηκε πλήρως κατά την Κλασική περίοδο, κυρίως στην Αθήνα.

Πόλη συνυφασμένη με τη γέννηση της δημοκρατίας και τις νέες αντιλήψεις για τη ζωή και τη θέση των ανθρώπων μέσα στην κοινωνία, τη συμμετοχή των πολιτών στην πολιτική ζωή της πόλης, που εκφράζει το πνεύμα του αρχαίου Ελληνικού διαφωτισμού. Στο μεταίχμιο του 6ου προς τον 5ο αιώνα π. Χ. οι νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης δημιουργούν καινοτομίες και στην τέχνη, όπως την εισαγωγή του δράματος ως καλλιτεχνικής έκφρασης που συνδυάζει την κίνηση, τον λόγο, τη μουσική και αποτελεί απόρροια της δημιουργικής συνεργασίας, της συμμετοχής και της μέθεξης πολλών ανθρώπων που βιώνουν το πολίτευμα της δημοκρατίας.

Έτσι σταδιακά δημιουργούνται τα θέατρα, καινούργια δημόσια οικοδομήματα, όπου μέσω της πραγμάτωσης ψυχαγωγικών δρώμενων και της διαλογικής έκφρασης των υποκριτών με το χορό, δημιουργούνται «διδασκαλίαι» πολιτικού, θρησκευτικού και παιδευτικού χαρακτήρα και διαμορφώνονται συνειδήσεις. Θεωρείται παραδεκτό ότι σε κάθε πόλη και σε κάθε Ιερό υπήρχε κάποιο θέατρο. Με τα μέχρι τώρα αρχαιολογικά δεδομένα, στον Ελλαδικό χώρο έχουν καταγραφεί περί τα 134 αρχαία θέατρα. Σε λίγα από αυτά πραγματοποιούνται συστηματικές ή ευκαιριακές πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Αρκετά από αυτά είναι γνωστά μόνο από τις αρχαίες μαρτυρίες, ενώ πολλά δεν έχουν εντοπισθεί, καθώς δεν ήταν όλα κατασκευασμένα με λίθους, και περιμένουν καρτερικά τον εντοπισμό, την αποκάλυψή τους και περαιτέρω, ενδεχομένως, την ανάδειξη τους, με όποιο φορτίο φέρει ο όρος αυτός. Στη Θεσσαλία θέατρα γνωστά είναι αυτά της Λάρισας (το α΄ και το β΄), της Δημητριάδας, των Φθιωτίδων Θηβών, όλα στην ανατολική πλευρά της περιοχής. Αφού είναι παραδεκτό ότι το θέατρο δεν είναι μόνον ένα αρχιτεκτόνημα, μια υπαίθρια κατασκευή ημικυκλική κατά το πλείστον, αλλά και χώρος για θρησκευτικές τελετές, μουσικούς και ποιητικούς αγώνες.

Καθώς επίσης χώρος συνάθροισης των πολιτών και κοινωνικών συναναστροφών, είναι πολύ πιθανό και στο χώρο της δυτικής Θεσσαλίας, την εποπτεία της οποίας ασκεί η ΛΔ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, να υπάρχουν αρχαία θέατρα που δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί, αποκαλυφθεί και καταγραφεί. Εξάλλου, «λιγότερες είναι οι πόλεις των οποίων τα κατάλοιπα είναι με ασφάλεια γνωστά και περισσότερες εκείνες που τα ονόματά τους δε μπορούν να συνδεθούν με ορισμένα ερείπια. Κάστρα είναι καταδικασμένα να καταρρέουν ανώνυμα και θεμέλια επιβλητικών οικοδομημάτων να πνίγονται για πάντα κάτω από πουρνάρια και βάτους, χωρίς ποτέ να μάθουμε σε ποιες πόλεις ανήκαν».

Εδώ θα επιχειρήσουμε μια γνωριμία με το δυτικό τμήμα της Θεσσαλίας και με ορισμένες από τις κύριες αρχαίες πόλεις, στα εδάφη των οποίων διαπιστώνεται η ύπαρξη κάποιων στοιχείων, τις οποίες πιστεύουμε ότι η έρευνα θα φέρει στο φως και θα αλλάξει τα δεδομένα για την ιστορία τους, την οργάνωση και τη συγκρότησή τους.

Σκιαγράφηση της Δυτικής Θεσσαλίας στους Αρχαίους Χρόνους 

Το δυτικό τμήμα της Θεσσαλίας, που περιλαμβάνει τις πεδινές και ορεινές εκτάσεις των περιοχών Καρδίτσας και Τρικάλων, ορίζεται στα δυτικά από τον ορεινό όγκο της Πίνδου και των Αγράφων, στα ανατολικά από τα βουνά Τιτάνιο (Δοβρούτς) και Φυλλήιον (Δογαντσί), την Όθρυ στα νότια, τα Χάσια και τα Καμβούνια όρη στα βόρεια. Το πεδινό τμήμα, που δημιουργήθηκε από ιζηματογενείς αποθέσεις, είναι σχετικά επίπεδο και διαρρέεται από τον Πηνειό ποταμό, στον οποίο σμίγουν οι μικρότεροι ποταμοί της τετράδας Θεσσαλιώτιδας.

Οι πρώτες ανθρώπινες δραστηριότητες στη δυτική Θεσσαλία τοποθετούνται με βάση τα ευρήματα στη Μέση Παλαιολιθική εποχή, ενώ είναι κυρίως γνωστή για τον σημαντικό Νεολιθικό πολιτισμό των Προϊστορικών κατοίκων της. Τα τελευταία χρόνια μέσα από τις έρευνες αποκαλύπτονται όλο και περισσότεροι οικισμοί της Εποχής του Χαλκού, Πρώιμης, Μέσης και Ύστερης (Μυκηναϊκής). Στους Ιστορικούς Χρόνους στο τμήμα αυτό υπήρχαν οι τετράδες της Εστιαιώτιδας και της Θεσσαλιώτιδας, όπου σε κάθε τετράδα αντιστοιχούσαν τέσσερις πόλεις, πολιτική οργάνωση και διοικητική διαίρεση που αποδίδεται στον Αλεύα τον Πυρρό (Αριστοτέλης, Αρποκρατίων λήμμα τετραρχία).

Το πεδινό τμήμα του νομού Καρδίτσας, κατά το μεγαλύτερο τμήμα προς τα νότια, υπαγόταν στη Θεσσαλιώτιδα, ενώ προς τα Β.Δ ( από τη Μητρόπολη ως το Μουζάκι – τους αρχαίους Γόμφους), καθώς και το πεδινό τμήμα του νομού Τρικάλων, ανήκε στην Εστιαιώτιδα. Στα ορεινά, στα Άγραφα, κατοικούσαν ως περίοικοι οι Δόλοπες και στον υπόλοιπο χώρο, προς τα βόρεια – βορειοδυτικά, στην Πίνδο, οι Αθαμάνες. Αναπτύχθηκαν αρκετές σημαντικές και οικονομικά ισχυρές πόλεις, κατάλοιπα των οποίων παρατηρούνται σε αρκετές θέσεις τόσο στην πεδιάδα, όσο και στους ορεινούς όγκους της Πίνδου και των Αγράφων, όπου υπήρχαν και οι σπουδαιότερες διαβάσεις και τα περάσματα από τη Θεσσαλία στην Ήπειρο και στην Αιτωλία – Ακαρνανία.

Αντιπροσωπευτικά αναφέρονται ορισμένες από τις αρχαίες πόλεις στη δυτική Θεσσαλία, όπως το Κιέριον, οι Πειρασιές, η Μητρόπολις, οι Γόμφοι, το Αιγίνιον, η Τρίκκη, η Πέλιννα, ο Άτραγας, ενώ μια σειρά άλλων αρχαίων πόλεων έρχονται στο φως και ταυτίζονται μέσα από την ανασκαφική δραστηριότητα και τα επιγραφικά τεκμήρια.

Έτσι, και για τις πόλεις αυτές, μετά τον 5ο και κυρίως στον 4ο αιώνα π. Χ., όταν δημιουργούνται νέες πόλεις με συνοικισμό ή όχι άλλων μικρότερων, με τη διαμόρφωση των άρτια οργανωμένων αστικών κέντρων που διαθέτουν εκτεταμένες επιβλητικές οχυρώσεις και οργανωμένο πολεοδομικό ιστό, θεωρείται λογικό επακόλουθο να κατασκευαστούν δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα κτήρια, ιερά, αγορές και θέατρα, ως έκφραση της ανάπτυξης, της οικονομικής ευμάρειας, της καλλιτεχνικής δημιουργίας και της πολιτικής συναυτουργίας των πολιτών, και να έχουμε υλικά δείγματα αυτών των δραστηριοτήτων.

Πόλις Κιεριέων – η Αρχαία Πόλη 

Η αρχαία πόλη «Κιέριον» της οποίας το όνομα έχει επιβεβαιωθεί επιγραφικά τόσο σε στήλες, όσο και σε σφραγίσματα σειράς κεραμίδων στέγης, αναφέρεται από τους αρχαίους συγγραφείς και ως Κιάριον, Κίερον ή Πιέριον. Ιδρύθηκε στα ιστορικά χρόνια στο κέντρο της τετράδας Θεσσαλιώτιδας, δυτικά του Σοφαδίτικου ποταμού που στην αρχαιότητα έφερε το όνομα «Κουάριος» ή «Κουράλιος». Κατέλαβε τη θέση της ομηρικής «Άρνης», η οποία ήταν η κοιτίδα των Αιολών και των Βοιωτών, καθώς οι τελευταίοι κατοικούσαν στην περιοχή πριν από την οριστική τους εγκατάσταση στην περιοχή της Βοιωτίας. Η κατοίκηση της πόλης στους Μυκηναϊκούς χρόνους έχει επιβεβαιωθεί ανασκαφικά.

Το Κιέριον, που βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα του Πύργου Κιερίου του Δήμου Άρνης, στον οδικό άξονα Καρδίτσας – Σοφάδων – Λαμίας, υπήρξε μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Θεσσαλιώτιδας, κατείχε πρωτεύουσα θέση στην πεδιάδα της δυτικής Θεσσαλίας και έλεγχε όλες τις διαβάσεις της περιοχής. Στη «χώρα» της αρχαίας πόλης περιλαμβάνονταν η ευρύτερη περιοχή με την καλλιεργήσιμη γη και τα βοσκοτόπια, καθώς και άλλοι μικρότερης εμβέλειας οικισμοί και ιερά, όπως το Ασκληπιείο στο Δημοτικό Διαμέρισμα των Αγ. Θεοδώρων, στη θέση «Παλαιόκαστρα». Στην κορυφή του ασβεστολιθικού λόφου «Ογλάς» βρίσκεται η ακρόπολη του Κιερίου, όπου είναι ορατά τα τείχη της.

Σε ορισμένα σημεία, ήτοι στη βόρεια και στη νότια πλευρά, το τείχος είναι κατασκευασμένο με τεράστιους, πολυγωνικά διαμορφωμένους ογκόλιθους που θυμίζουν «κυκλώπεια» κατασκευή, ενώ σε πολλά σημεία παρατηρούνται διάφορες οικοδομικές φάσεις των Αρχαϊκών, Κλασικών, Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων. Στη βορειοανατολική, νότια και δυτική πλευρά της ακρόπολης ισχυροί πύργοι, κατασκευασμένοι κυρίως κατά το ισοδομικό σύστημα, ενίσχυαν τον αμυντικό της χαρακτήρα. Κατά μήκος και παράλληλα της εσωτερικής παρειάς των τειχών, στο εσωτερικό της ακρόπολης, διατηρούνται λείψανα οικοδομημάτων.

Ο κύριος πολεοδομικός ιστός της πόλης αναπτυσσόταν στο πεδινό τμήμα, στο οποίο αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια σωστικών ανασκαφών τα κατάλοιπα διαφόρων κτηρίων. Το Κιέριον αναπτύχθηκε οικονομικά κατά τον 4ο αιώνα π. Χ., όπου έκοψε τα πρώτα αργυρά και χάλκινα νομίσματα με την επιγραφή ΚΙΕΡΙΕΩΝ. Το Κιέριον συμμετείχε στο δεύτερο Κοινό των Θεσσαλών (197 – 196 π. Χ.), ενώ οι πολίτες του είχαν τη φήμη δίκαιων δικαστών. Ο σημαντικός και πρωταγωνιστικός ρόλος της πόλης συνεχίζεται και κατά την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή εποχή, ενώ παύει να υπάρχει πιθανότατα κατά τους Παλαιοχριστιανικούς χρόνους.

Πιθανές Θέσεις Ύπαρξης Θεάτρου 

Μέχρι σήμερα η αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή του αρχαίου Κιερίου έλαβε χώρα σε οικόπεδα ιδιωτών στα πλαίσια οικοδόμησης κατοικιών από τους πολίτες και δημοτικών έργων του Δήμου Άρνης, με τη διενέργεια σωστικών κατά βάση ανασκαφικών εργασιών. Από τις έρευνες αυτές δεν εμφανίστηκαν απτές ενδείξεις που να βεβαιώνουν την ύπαρξη θεάτρου. Ωστόσο, θεωρείται παράξενο και περίεργο να παρατηρείται απουσία θεάτρου σε μια από τις πιο παλιές, ιστορικές και κύριες πόλεις της δυτικής Θεσσαλίας, όταν στις αρχαίες πόλεις στο ανατολικό τμήμα της Θεσσαλίας, στην Ήπειρο, στην Αιτωλία – Ακαρνανία έχουν αποκαλυφθεί και ερευνηθεί αξιόλογα αρχαία θέατρα.

Εξετάζοντας λοιπόν τη διαμόρφωση του χώρου στα πρανή της ακρόπολης του Κιερίου, στη θέση «Ογλάς», τόσο στη βόρεια – βορειοανατολική πλευρά, όσο και στη νότια – νοτιοανατολική, παρατηρούνται κοίλες επιφάνειες και πλατώματα, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν κατάλληλες και πρόσφορες για τη δημιουργία θεατρικής κατασκευής, στο πλαίσιο των αρχών της εξεύρεσης του κατάλληλου φυσικού τόπου, της κλίσης του εδάφους, της δομής της κατασκευής και της ακουστικής του συγκεκριμένου χώρου, καθώς επίσης της λειτουργίας των θεσμών της σε συνάρτηση με την ενασχόληση των κατοίκων της με τα δημόσια πράγματα.

Έτσι, στα ανατολικά πρανή του λόφου «Ογλάς», στα όρια με τον σύγχρονο οικισμό, παρατηρείται το πρώτο κοίλωμα, που παρουσιάζει στοιχεία κοίλου θεάτρου, ο πρώτος «ανοιχτός χώρος» για παράσταση θεάματος, ενώ το πεδινό τμήμα έχει τη διαμόρφωση πλατείας, πιθανόν ορχήστρας. Η δεύτερη πιθανή θέση για την ύπαρξη θεάτρου βρίσκεται στη νότια πλευρά του λόφου της αρχαίας πόλης, που δείχνει μια εικόνα με διαζώματα στο κύριο κοίλο μέρος και αναχώματα στις πλευρές. Αυτές όμως είναι απλές παρατηρήσεις και χρήζουν ανασκαφικής επιβεβαίωσης, με στόχο να αποδειχτεί ότι οι εικασίες έχουν σχέση με την πραγματικότητα.

Πόλις Μητροπολιτών – η Αρχαία Πόλη 

Μια σημαντική πόλη, που περιλαμβανόταν στη διοικητική διαίρεση της τετράδας Εστιαιώτιδας, ήταν η αρχαία Μητρόπολις. Βρισκόταν στους πρόποδες των Aγράφων στη θέση της σημερινής ομώνυμης κωμόπολης που παλαιότερα έφερε την ονομασία «Παλιόκαστρο», σε απόσταση 9 χλμ. δυτικά της Καρδίτσας. Την ταύτιση της αρχαίας πόλης οφείλουμε στην επιγραφή «ΠΟΛΙΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΩΝ» που βρέθηκε σε ασβεστολιθική πλίνθο σε παλιά οικία. Η αρχαία Μητρόπολη στη δυτική Θεσσαλία ήταν μια νέα πόλη και σύμφωνα με τις αρχαίες φιλολογικές πηγές δημιουργήθηκε, στις αρχές μάλλον του 4ου αιώνα π. Χ., από το συνοικισμό τριών μικρών και άσημων οικισμών της περιοχής.

Υπήρξε μία σημαντική και ισχυρά τειχισμένη πόλη που τη μεγαλύτερη ανάπτυξη φαίνεται πως γνώρισε κατά την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή εποχή. Τμήματα της αμυντικής οχύρωσης της Μητρόπολης των Κλασικών και Ελληνιστικών χρόνων έχουν ανασκαφεί σε οικόπεδα στα δυτικά και σε αγρούς στα ανατολικά της σύγχρονης κωμόπολης. Το τείχος ήταν καλοκτισμένο, με μέσο πάχος 3.50 μ. Επειδή πάνω στην αρχαία πόλη είναι κτισμένη η σύγχρονη κωμόπολη, μεγάλα τμήματα αυτής έχουν καταστραφεί.

Σε ορισμένες θέσεις έχουν ερευνηθεί τμήματα της ευθυντηρίας και της ανωδομής των πύργων και των μεσοπύργιων διαστημάτων, κατασκευασμένα με τετραγωνισμένους ογκόλιθους από ψαμμίτη λίθο και εσωτερικό γέμισμα. Από την ανασκαφική δραστηριότητα στον πολεοδομικό ιστό της πόλης αποκαλύφθηκαν πολλά αρχιτεκτονικά λείψανα ιδιωτικών και δημόσιων αρχαίων οικοδομημάτων, ιερών, κομμάτια αρχαίων οδών, καθώς και πήλινων αγωγών του δικτύου ύδρευσης, τμήματα λουτρών με ψηφιδωτά δάπεδα, όπως το θαυμάσιο με θέμα τον Δία – ταύρο και την Ευρώπη πριν την αρπαγή της, εργαστήρια κεραμεικής με κλιβάνους, και πολλά κινητά ευρήματα, ανάμεσα στα οποία μία πήλινη κεφαλή Διονύσου, σχεδόν σε φυσικό μέγεθος.

Η Μητρόπολη υπήρξε μια πόλη ισχυρή, άρτια οργανωμένη με βάση συγκεκριμένο σχέδιο ανάπτυξης. Στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. έκοψε δικά της νομίσματα, ενώ τον 3ο αιώνα π.Χ. συνεχίζονται οι αργυρές και χάλκινες νομισματικές κοπές. Στη Μητρόπολη λάτρευαν την Αφροδίτη, ως την κυριότερη θεότητα, το ιερό της οποίας τοποθετείται σε κεντρική θέση μέσα στην αρχαία πόλη, τον Απόλλωνα, του οποίου ο μεγάλος ναός έχει αποκαλυφθεί στην ύπαιθρο χώρα, τον Δία Ομολόϊο, τον Διόνυσο. Η πόλη συμμετείχε ενεργά στο Κοινό των Θεσσαλών και πολίτες της εκλέχθηκαν στο αξίωμα του Στρατηγού, ενώ κάποιοι τιμήθηκαν από άλλες πόλεις με προξενεία και ισοπολιτεία.

Το 198 π.Χ. οι Μητροπολίτες απέκρουσαν τους Αιτωλούς, ενώ κατά τη διάρκεια του Ρωμαϊκού εμφυλίου πολέμου ανάμεσα στον Πομπήιο και τον Ιούλιο Καίσαρα, το 48 π.Χ., ο τελευταίος κατέλαβε τη Μητρόπολη, χωρίς να την καταστρέψει. Τέλος από τον Προκόπιο, στο «Περί Κτισμάτων» έργο του, πληροφορούμαστε ότι τον 6ο αώνα μ.Χ. ο Ιουστινιανός επισκεύασε τα τείχη της πόλης.

Πιθανή Θέση Ύπαρξης Θεάτρου 

Σε μια πόλη από την αρχή σχεδιασμένη και δομημένη, με ισχυρή οικονομία, όπως η Μητρόπολη, είναι λογικός ο ισχυρισμός και πολύ πιθανή η άποψη να περιλαμβάνει στον σχεδιασμό της και την κατασκευή θεατρικού οικοδομήματος. Εξετάζοντας τον περιβάλλοντα χώρο της περιοχής που καταλάμβανε η αρχαία Μητρόπολη, παρόλες τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στον χώρο κατά την παρέλευση τόσων αιώνων, η πιθανότητα ύπαρξης θεάτρου παρατηρείται σε κοίλωμα που υπάρχει στην ανατολική πλευρά του παρακείμενου δυτικά λόφου, ενώ ένα άλλο στη νότια πλευρά του ίδιου λόφου. Στην ίδια περιοχή ο Δ. Ρ. Θεοχάρης είχε αποκαλύψει ψηφιδωτά δάπεδα.

Από πρώτη ματιά στις θέσεις αυτές δεν παρατηρείται κάποια ιδιαίτερη επεξεργασία και φαίνονται σχετικά αδύναμες, όμως μια περαιτέρω ουσιαστική έρευνα θα λύσει τον γρίφο για την ύπαρξη ή μη θεάτρου στη Μητρόπολη. Από την άλλη η εύρεση μιας πήλινης προτομής Διονύσου με έντονη πλαστικότητα αλλά ήρεμη έκφραση, ύψους 24 εκ. και πλάτους 22,5 εκ., στολισμένης με κισσόφυλλα, καρπούς και ταινία, καθώς επίσης και δύο ακόμη μικρότερων, σε ανασκαφικές εργασίες στην αρχαία Μητρόπολη, ενισχύει το σενάριο της Διονυσιακής λατρείας, των πανηγυρισμών και του εορτασμού της βλάστησης και της γονιμότητας στην πόλη.

Ενδιαφέρον έχει ότι και σήμερα στη σύγχρονη κωμόπολη οι κάτοικοι οργανώνουν λαϊκά δρώμενα και εκδηλώσεις την περίοδο των Απόκρεω, ενώ φημισμένη είναι η τοπική παραγωγή οίνου της περιοχής Μητρόπολης – Μεσενικόλα. Αναφέρουμε τα πιο πάνω για να ενισχύσουμε την άποψη ότι η Μητρόπολη, μια από τις σημαντικότερες αρχαίες πόλεις στη δυτική Θεσσαλία, θα είχε στρέψει την ενδιαφέρον της στη δημιουργία, στην κατασκευή ενός χώρου κοινωνικής συνύπαρξης και δράσης, όπως το θέατρο.

Γομφέων Πόλις – η Αρχαία Πόλη 

Εξίσου σημαντική και αξιομνημόνευτη θεωρείται η πόλη των αρχαίων Γόμφων, στη θέση «Επισκοπή», ιδρυμένη σε θέση στρατηγική που έλεγχε τις διαβάσεις από την πεδιάδα προς τα ορεινά, από τη Θεσσαλία προς την Ήπειρο και αντίστροφα. Κατά τον Στράβωνα περιλαμβανόταν στη διοικητική διαίρεση της τετράδας Εστιαιώτιδας, όπου μαζί με τις αρχαίες πόλεις Τρίκκη, Πέλιννα και Μητρόπολη σχημάτιζαν τετράπλευρο.

Η αρχαία πόλη ιδρύθηκε πιθανότατα τον 4ο αιώνα π. Χ. από συνοικισμό κωμών, στο εσωτερικό πλάτωμα αμφιθεατρικής θέσης που περιβάλλεται από σύστημα λόφων στα νότια, δυτικά, βόρεια, Β.Α και από την κοίτη του Πάμισου ποταμού στα ανατολικά, ΝΑ. Ήταν οχυρωμένη με ισχυρό τείχος που περιέτρεχε την κορυφογραμμή των λόφων από τα νοτιοδυτικά προς τα βορειοανατολικά, ενώ κατά διαστήματα ενισχυόταν με πύργους. Ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Β΄, με πρόσχημα την επιθετικότητα των Αθαμάνων εναντίον των Θεσσαλών, ενίσχυσε τον πληθυσμό της νέας πόλης με αποίκους.

Για το λόγο αυτό η πόλη έφερε για μικρό χρονικό διάστημα το όνομα «Φίλιπποι ή Φιλιππόπολις» και έκοψε νομίσματα με την επιγραφή «Φιλιππολιτών». Μετά το 330 π.Χ. εμφανίζεται ξανά με το παλιό της όνομα. Η πόλη των Γόμφων έκοψε δικά της νομίσματα, τα οποία φέρουν τις επιγραφές ΓΟΜ- ΦΕΩΝ, ΓΟΜΦΙΤΟΥΝ. Στην πόλη λάτρευαν τον Δία Ακραίο ή Παλά- μνιο, την Ήρα, τον Ερμή Κερδώο, τον Διόνυσο Κάρπιο, που υποδηλώ- νει την ενασχόληση με την καλλιέργεια της αμπέλου και των καρπών εν γένει. Επειδή οι αρχαίοι Γόμφοι βρίσκονταν σε επίκαιρη θέση, υπέστησαν αρκετές πολιορκίες και καταστροφές.

Το 198 π.Χ. την πόλη κατέλαβε ο Αμύνανδρος, ο βασιλιάς των Αθαμάνων, με τη βοήθεια των Ρωμαίων. Αργότερα, το 191 π.Χ., οι Γόμφοι περιήλθαν στον έλεγχο του Φιλίππου Ε΄, βασιλιά της Μακεδονίας, ως το 185 π.Χ., οπότε μετά το Συνέδριο στα Τέμπη απελευθερώθηκαν και συμμετείχαν ενεργά στα πράγματα της Θεσσαλίας. Το ισχυρότερο πλήγμα η πόλη το δέχτηκε το 48 π.Χ. από τον Ιούλιο Καίσαρα που κατέλαβε και λεηλάτησε την πόλη, επειδή οι κάτοι- κοί της είχαν ταχθεί με την πλευρά του αντιπάλου του, Πομπήιου.

Από τις φιλολογικές πηγές και από τα ανασκαφικά στοιχεία φαίνεται πως η πόλη των Γόμφων υπήρχε τον 6ο αιώνα μ.Χ., οπότε ανακαινίσθηκε το τείχος από τον Ιουστινιανό. Οι ανασκαφικές έρευνες μέσα στην αρχαία πόλη απέδωσαν λείψανα του πολεοδομικού της ιστού και μεγάλες αρχιτεκτονικές κατασκευές δημόσιου, ενδεχομένως τμήμα της αγοράς της αρχαίας πόλης, και ιδιωτικού χαρακτήρα, που χρονολογούνται κυρίως στους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς χρόνους.

Πιθανές Θέσεις Ύπαρξης Θεάτρου 

Ο αρχαιολογικός χώρος των Γόμφων είναι από μόνος του ένας «ανοιχτός χώρος» θέασης, καθότι είναι φυσικά αμφιθεατρικός, σαν ένα τεράστιο φυσικό κοχύλι. Επιφανειακές έρευνες στην ευρύτερη περιοχή έδω – σαν αρκετές πιθανές θέσεις, ανοιχτά φυσικά κοιλώματα, πρόσφορες για την κατασκευή θεατρικών οικοδομημάτων. Στην περίπτωση των Γόμφων διατίθενται ίσως τα περισσότερα στοιχεία από κάθε άλλη αρχαία πόλη της Εστιαιώτιδας και της Θεσσαλιώτιδας για την ύπαρξη αρχαίου θεάτρου.

Πέρα από την επιγραφική μαρτυρία για τη λατρεία του Διόνυσου Κάρπιου και τη φιλολογική αναφορά του Πλουτάρχου ότι οι στρατιώτες του Ιούλιου Καίσαρα θεραπεύτηκαν από λιμό ύστερα από την «κρασοκατάνυξη» που είχαν μετά την κατάληψη των Γόμφων, ευρήματα στην κοίτη του Πάμισου ποταμού ενισχύουν την εικασία ύπαρξης θεάτρου. Συγκεκριμένα, με την αποκάλυψη στην κοίτη του Πάμισου ποταμού βάθρου γέφυρας Ύστερων Ρωμαϊκών χρόνων, διαπιστώθηκε η χρήση αρχιτεκτονικών μελών από γκρίζο ασβεστόλιθο, που είχαν κομισθεί από άλλη θέση.

Η εξέταση των ορατών πλευρών των μελών, καθώς και όσων δεν είναι εντοιχισμένα μέσα στο βάθρο, δείχνει ότι αυτά είχαν υποστεί επεξεργασία και διαμορφώθηκαν για άλλο σκοπό και χρησιμοποιήθηκαν μετέπειτα στην κατασκευή της γέφυρας. Το σχήμα που έχουν τα εν λόγω αρχιτεκτονικά μέλη ενισχύουν την άποψη πως πιθανόν αυτά να προέρχονται από μια θεατρική κατασκευή των αρχαίων Γόμφων. Στο φυσικό ανάγλυφο του αρχαιολογικού χώρου των αρχαίων Γόμφων υπάρχουν αρκετές θέσεις στις οποίες θα ήταν δυνατό να υπάρχει μια τέτοια κατασκευή.

Επιλέγουμε να δείξουμε τρεις από αυτές, καθώς φαίνεται να είναι σε πιο σωστή θέση σε ό,τι έχει σχέση με τη χωροθέτηση ενός αρχαίου θεάτρου, αλλά αυτές βρίσκονται πιο κοντά και στα μεγάλα δημόσια κτήρια που έχουμε αποκαλύψει. Η μια θέση (αγρός Πάτα) βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του φυσικού πρανούς που περιβάλει την αρχαία πόλη, έχει ομαλές κλίσεις και φαίνεται να δημιουργεί δυο διαζώματα, ενώ μπροστά είναι επίπεδο. Η θέση αυτή είναι πιο κοντά στα δημόσια οικοδομήματα, πιθανόν της αγοράς. Η δεύτερη θέση (αγρός Κίσσα) βρίσκεται στην Β.Α πλευρά του πρανούς, κάτω από τη γραμμή που ορίζεται από την εσωτερική παρειά του τείχους των Γόμφων.

Οι κλίσεις του κοιλώματος είναι πολύ έντονες και σχετικά απότομες, ενώ στα Ν.Δ υπάρχει πλάτωμα. Στην τρίτη θέση (αγρός Μπάνια), που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του πρανούς των αρχαίων Γόμφων, διαμορφώνεται ένα φυσικό κοίλωμα με σχετικά έντονες κλίσεις, στα βόρεια και νότια δημιουργούνται προεξοχές στο έδαφος και μπροστά από το κοίλωμα αναπτύσσεται μεγάλη επίπεδη έκταση. Η θέση αυτή είναι σχετικά κοντά στα δημόσια κτήρια. Είναι αρκετά δύσκολο να υποστηρίξει κανείς τη μια ή την άλλη θέση ως πιθανό χώρο ύπαρξης αρχαίου θεάτρου στους Γόμφους. Η διενέργεια δοκιμαστικών τομών και η αποκάλυψη των ανάλογων αρχαιολογικών στοιχείων θα αποδείκνυε του λόγου το αληθές.

Τρικκαίων Πόλις – η Ιερή Αρχαία Πόλη

Η αρχαία Τρίκκη ταυτίζεται με τη σημερινή πόλη των Τρικάλων. Ονομάστηκε έτσι από τη νύμφη Τρίκκη, κόρη του Πηνειού ή κατ’ άλλους του Ασωπού ποταμού. Από τις αρχαίες πηγές, αλλά και τις επιγραφικές μαρτυρίες παραδίδεται ότι η πόλη ήταν ιερή και συσχετιζόταν με τη λατρεία του Ασκληπιού. Η θέση της πόλης, στην αριστερή όχθη του Ληθαίου ποταμού, είχε στρατηγική σημασία, καθότι κτισμένη στις υπώρειες μιας χαμηλής προβολής των Χασίων, όπου η ακρόπολη της Τρίκκης και σήμερα το «Κάστρο», ασκούσε τον έλεγχο στις διαβάσεις από την Ήπειρο προς τη Θεσσαλία.

Η ταύτιση της αρχαίας πόλης με τα σημερινά Τρίκαλα επιβεβαιώθηκε από τμήμα ενεπίγραφης στήλης, τέλος 3ου αιώνα π.Χ., που βρέθηκε στον χώρο του Ασκληπιείου. Σύμφωνα με επιφανειακές και ανασκαφικές έρευνες διαπιστώνονται δραστηριότητες και εγκαταστάσεις ήδη από την πρώιμη εποχή του χαλκού μέχρι τα Ιστορικά χρόνια. Η Τρίκκη συμμετείχε στον Τρωικό πόλεμο με τριάντα πλοία με αρχηγούς τους γιατρούς Μαχάωνα και Ποδαλείριο, γιούς του Ασκληπιού. Έπεσε στα χέρια των Περσών το 480 π.Χ., ενώ το 352 π. Χ. περιήλθε στην κυριαρχία του Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας.

Στους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς χρόνους η πόλη γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη, πολιτισμική και οικονομική. Από τις παλιές, αλλά και τις νεότερες ανασκαφικές έρευνες, στην αρχαία Τρίκκη παρατηρείται ένα οργανωμένο σύνολο δημοσίων και ιδιωτικών κτηρίων, τα οποία είχαν ιδρυθεί με βάση ένα συγκεκριμένο πολεοδομικό σχέδιο. Έχουν αποκαλυφθεί τμήματα του πολεοδομικού ιστού με δρόμους παράλληλους μεταξύ τους και εκατέρωθεν αυτών στα οικοδομικά τετράγωνα τμήματα μεγάλων οικοδομημάτων. Ακόμη, οι σωστικού χαρακτήρα ανασκαφικές έρευνες έφεραν στο φως τμήματα συγκροτήματος κτηρίων Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων που αποδίδονται στο Ασκληπιείο Τρίκκης.

Όπως στοά Ελληνιστικών χρόνων, που ταυτίζεται με το Γυμνάσιο της αρχαίας πόλης, τμήμα λουτρού Ρωμαϊκών χρόνων και μεγάλο δρομικό Ελληνιστικό κτήριο, παράλληλο προς το γυμνάσιο, με δύο οικοδομικές φάσεις και με ψηφιδωτά δάπεδα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει για την περίπτωση που εξετάζουμε το θέμα του ενός δαπέδου, καθώς συνδέεται με το Διονυσιακό κύκλο και το μύθο, που είναι γνωστός ήδη από τον Όμηρο, αφού στην παράσταση κυριαρχεί η μορφή του μυθικού βασιλιά της Θράκης Λυκούργου να επιτίθεται με το διπλό πέλεκυ με μανία στη νύμφη Αμβροσία, την τροφό του Διόνυσου.

Στην περίπτωση αυτή το ενδιαφέρον εστιάζεται στη Διονυσιακή λατρεία με τη συνακόλουθη λατρεία του Ασκληπιού. Επειδή θεωρούνταν ότι οι εκδηλώσεις ψυχαγωγίας είχαν ευεργετική επίδραση στην ψυχική υγεία των ασθενών, στα ιερά προστέθηκαν με τον χρόνο θέατρα, γυμνάσια και παλαίστρες. Ακόμη, στις ελεύθερες αγορές, που προορίζονταν για την πολιτική και θρησκευτική ζωή των ελεύθερων πολιτών, ιδρύονταν ιερά για τις θρησκευτικές ανάγκες της πόλης. Ίσως σε κάποιες περιπτώσεις το συγκρότημα του ιερού της λατρευόμενης θεότητας να απλωνόταν σε όλη την έκταση της ελεύθερης αγοράς και έτσι οι έννοιες της ελεύθερης αγοράς και του ιερού να συνυπήρχαν.

Ενδεχομένως στην αρχαία Τρίκκη, ιερή πόλη του Ασκληπιού, η ελεύθερη αγορά και το Ασκληπιείο να ταυτίζονταν και τα κτήρια του Ασκληπιείου να είχαν δημιουργηθεί στον χώρο της ελεύθερης αγοράς και να αποτελούσαν την εστία της θρησκευτικής και πολιτικής ζωής του τόπου. Τα πιο πάνω συγκροτήματα βρίσκονται στο επίπεδο τμήμα της αρχαίας πόλης, νότια και μπροστά από την ακρόπολη, στον λόφο «Κάστρο», στην παλιά συνοικία «Βαρούσι».

Πιθανή Θέση Θεάτρου 

Έτσι, η πολύ πιθανή ύπαρξη θεάτρου και στην αρχαία Τρίκκη βρίσκεται σε συνάρτηση με όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν. Άλλωστε τα νότια, Ν.Δ πρανή του λόφου «Κάστρο» και τα πρανή του παρακείμενου στα ανατολικά λόφου δημιουργούν τις φυσικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία και τη λειτουργία θεάτρου. Δύο είναι οι πιθανές θέσεις, η μία στη νότια, ΝΑ παρυφή του λόφου των Τρικάλων, όπου παρατηρούνται αναβαθμοί και επίπεδα στοιχεία, για πιθανά τμήματα της ορχήστρας και της σκηνής, και η δεύτερη στην περιοχή όπου βρίσκεται το σύγχρονο θέατρο στο Κάστρο των Τρικάλων, λόγω του υφιστάμενου κοιλώματος.

Πόλις Πελλιναίων – η Αρχαία Πόλη 

Τέλος, μια ακόμη αρχαία πόλη της τετράδας Εστιαιώτιδας με πιθανές θέσεις θεατρικού οικοδομήματος είναι η αρχαία Πέλιννα ή Πελινναίον, που απλωνόταν ανάμεσα στην Τρίκκη και τη Φαρκαδόνα στην αριστερή όχθη του Πηνειού ποταμού. Η πόλη έχει μυθολογική παράδοση, καθώς την ίδρυσε ο Πέλιννος, που ήταν γιος του Οιχαλιέα, από την πόλη του Ευρύτου Οιχαλία. Η πρώτη αναφορά της Πέλιννας γίνεται από τον Πίνδαρο, που την αναφέρει ως πατρίδα του Ιπποκλή, ο οποίος νίκησε στα Πύθια σε αγώνες διαύλου το 498 π.Χ. Η αρχαία Πέλιννα ταυτίστηκε με τα ερείπια στο βραχώδες ύψωμα που βρίσκεται στον ορεινό όγκο του Πελινναίου όρους, στη θέση «Παλαιογαρδίκι», 3 χλμ βορειανατολικά του χωριού Πετρόπορος.

Η Πέλιννα τον 6ο και τον 5ο αιώνα π. Χ. ήταν περιορισμένη στην κορυφή και τις μεσημβρινές κλιτύες του λόφου. Η ακρόπολη, σε υψόμετρο 185 μ., χωρίζεται από το Πελινναίον όρος από ένα φυσικό μάλλον βαθούλωμα, το «Ζούρπαπα». Τα αρχαία λείψανα φανερώνουν μια μεγάλη πόλη με ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, κυρίως κατά τη διάρκεια της Μακεδονικής παρουσίας στην Θεσσαλία (354 – 197 π.Χ.), αφού η Πέλιννα ακολούθησε φιλομακεδονική πολιτική και επεξέτεινε τα όριά της μετά την καταστροφή της Τρίκκης και της Φαρκαδόνας από τον Φίλιππο Β΄.

Στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. η πόλη επεκτάθηκε στα δυτικά και οχυρώθηκε με ισχυρό τείχος κατά το ισόδομο τραπεζιόσχημο σύστημα τειχοδομίας με δύο παρειές από γκρίζο ντόπιο ασβεστόλιθο. Το πάχος του τείχους είναι 2,70 μ.- 2,80 μ. Στη Β.Δ πλευρά υπάρχει μια μεγάλη πύλη, έχουν εντοπισθεί δύο πυλίδες, ενώ πύλες έχουν εντοπισθεί στην ανατολική και νότια πλευρά των τειχών. Οι σωζόμενοι πύργοι και τμήμα του τείχους στην ακρόπολη ανάγονται στις πρώιμες φάσεις ανάπτυξης της Πέλιννας. Οι πύργοι που κατασκευάστηκαν στις γωνίες ή στα ευπαθή σημεία του τείχους, στην επέκταση της δυτικής πλευράς, είναι τετράγωνοι, συμπαγείς και μεγαλύτεροι από τους υπόλοιπους και είχαν εσωτερικές κλίμακες ανόδου.

Οι πρώτες σωστικές ανασκαφικές έρευνες συνηγορούν σε μια χρονολόγηση της κατασκευής του τείχους γύρω στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. Στο δυτικό τμήμα του πολεοδομικού ιστού της Πέλιννας ανασκάπτεται μεγάλο δημόσιο κτήριο, ίσως ιερό, τα ευρήματα του οποίου -ανάγλυφη στήλη με παράσταση νεκρόδειπνου από τον κύκλο του Ασκληπιού και πήλινες κεφαλές ειδωλίων από τον κύκλο του Διόνυσου- παραπέμπουν στη συνύπαρξη λατρείας Ασκληπιού και Διόνυσου. Επιπλέον, από την Πέλιννα προέρχονται δύο χρυσά φυλλάρια από τάφο, τα οποία φέρουν επιγραφές βακχικών μυστικιστικών τελετουργιών.

Το τείχος, που είναι ορατό σε αρκετή έκταση, η κατασκευή ιερών και μεγάλων δημόσιων αλλά και ιδιωτικών κτηρίων, τα διάσπαρτα μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, καθώς και τα σπουδαία ανασκαφικά ευρήματα, παλαιότερα και νεότερα, αποδεικνύουν την οικονομική ευμάρεια της πόλης. Η πόλη έκοψε δικά της νομίσματα, αργυρά και χάλκινα. Η αρχαία Πέλιννα αρχίζει να παρακμάζει από το τέλος του 2ου αιώνα π. Χ. και μετατρέπεται σε άσημη κώμη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στα Βυζαντινά χρόνια πάνω στην ακρόπολη της Πέλιννας κτίσθηκε η πόλη Γαρδίκι, που αποτελούσε έδρα Επισκόπου.

Πιθανές Θέσεις Θεάτρου 

Στον αρχαιολογικό χώρο της Πέλιννας εξετάζουμε δύο θέσεις όπου ενδεχομένως θα μπορούσε να δημιουργηθεί και να λειτουργήσει κάποια θεατρική κατασκευή. Αρχικά προτείνεται ένας αμφιθεατροειδής χώρος, όπου παρατηρούνται στοιχεία λατόμευσης στο φυσικό βράχο στη νότια, Ν.Α πλευρά του αρχαιολογικού χώρου, κοντά στο ανατολικό σκέλος του τείχους. Η δεύτερη πιθανή θέση προτείνεται στις νότιες υπώρειες του λόφου «Παλαιογαρδίκι», όπου ο Stählin παρατήρησε βύθισμα ίσως του κοίλου του θεάτρου, καθώς και ίχνη της σκηνής.

Την ίδια θέση προτείνει και ο Αθαν. Τζιαφάλιας που συμπληρώνει ότι το αρχαίο θέατρο της Πέλιννας είχε προσανατολισμό προς το νότο, όπου σύμφωνα με τις ενδείξεις τοποθετείται η αρχαία αγορά της πόλης. Η πρόταση ενισχύεται και από το γεγονός ότι τα κοίλα των θεάτρων χρησιμοποιούνταν όχι μόνο για τα θρησκευτικού χαρακτήρα δρώμενα, αλλά και για τις συναθροίσεις των πολιτικών αρχών των αρχαίων πόλεων και αποτελούσαν κέντρο της κοινωνικής ζωής των πολιτών. Ακόμη, και στην περίπτωση της Πέλιννας ίσως να ισχύουν όσα αναφέρθηκαν για το Ασκληπιείο της Τρίκκης και τη Διονυσιακή λατρεία. Μελλοντικές επισταμένες έρευνες στον αρχαιολογικό χώρο πιθανά θα προσφέρουν νέα δεδομένα στην έρευνα.

Επίλογος

Ενδιαφέρον πάντως παρουσιάζει το στοιχείο ότι και στις τέσσερις πόλεις της Εστιαιώτιδας, ήτοι τη Μητρόπολη, τους Γόμφους, την Τρίκκη και την Πέλιννα, για τις οποίες ο Στράβωνας αναφέρει ότι αποτελούσαν ένα τετράπλευρο, διαπιστώνεται η Διονυσιακή λατρεία. Εφόσον η θεατρική τέχνη και τα αρχαία θεατρικά κτίσματα έχουν άμεση, πρωτογενή συνάφεια με τις γιορτές και τα δρώμενα που διοργανώνονταν σε ανοιχτούς χώρους προς τιμή του θεού Διόνυσου, του θεού της γονιμότητας, της καρποφορίας, του οίνου και της ευωχίας, θα ήταν παράδοξο και «ασεβές» για τους πολίτες των αρχαίων πόλεων της δυτικής Θεσσαλίας, των τετράδων της Εστιαιώτιδας και της Θεσσαλιώτιδας, να μη διοργανώνουν ανάλογες δραστηριότητες.

Να μη συμμετέχουν σε δρώμενα και σε θεατρικές παραστάσεις, να μην έχουν προβεί στην κατασκευή ανάλογων θεατρικών οικοδομημάτων, όπως οι πολίτες των άλλων αρχαίων Ελληνικών πόλεων. Θεωρούμε ότι είναι θέμα χρόνου και έρευνας επί του πεδίου ο εντοπισμός και η αποκάλυψη αρχαίων θεάτρων στη δυτική Θεσσαλία.

«Καλότυχο το γένος των πουλιών
που το χειμώνα δε χρειάζονται κάπες,
μα έχουν τα φτερά τους
κι ούτε τα καίνε οι λαμπερές ζεστές
ακτίνες του καλοκαιριού,
μα κατοικούνε στ’ ανθισμένα λιβάδια
μες στις φυλλωσιές,
όταν ο τζίτζικας ο εξαίσιος,
τρελός από τον ήλιο,
τραγουδάει στις ζέστες του μεσημεριού»
 
Αριστοφάνης, Όρνιθες, στ. 1088 – 1098
ΣΧΕΔΙΑ ΑΡΧΑΙΩΝ ΘΕΑΤΡΩΝ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

ΠΗΓΕΣ :
(1) :
(2) :
(3) :
(4) :
(5) :

 

Advertisements

About Αρχαίων Τόπος

Ιστορία- Αρχαιολογία- Τέχνη- Φιλοσοφία- Επιστήμη
This entry was posted in Αρχαία Ιστορία, Αρχαία Τέχνη/ Αρχιτεκτονική, Αρχαία Τεχνολογία, Αρχαιολογία, ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ, Ιστορία της Τέχνης. Bookmark the permalink.