Βιβλικές τοποθεσίες στην Ελλάδα – Β’

Όπως αναφέρει η Καινή Διαθήκη, ο απόστολος Παύλος έκανε ταξίδια σε διάφορες πόλεις και τοποθεσίες σε αρκετά μέρη της Μέσης Ανατολής. Μερικές από αυτές βρίσκονται και στην Ελλάδα. Κάποιες είναι γνωστές σε όλο τον κόσμο, ενώ άλλες είναι λιγότερο γνωστές. Συνεχίζουμε, εδώ, με το δεύτερο μέρος της παρουσίασης των τοποθεσιών αυτών (Πηγή το site: Jesus loves You).

Κόρινθος
Η πόλη είχε ιδιαίτερη στρατηγική θέση μιας και 400 άντρες μπορούσαν στο τείχος του Ισθμού να αναχαιτίσουν οποιαδήποτε εχθρική απειλή. Η εμπορική σημασία της πόλης ήταν επίσης μεγάλη, επειδή όλο το εμπόριο μεταξύ Ανατολής και Δύσης περνούσε από αυτήν. Σε αυτό συνέβαλαν τα δυο επίνεια της πόλης, το ανατολικό, οι Κεχρεές, και το δυτικό το Λέχαιο. Ιδιαίτερης σημασίας ήταν η δίοδος από τη Διολκό της Κορίνθου, ένας πλακόστρωτος δρόμος απ’ όπου μεταφέρονταν τα πλοία και τα φορτία τους από τον Κορινθιακό κόλπο, στα δυτικά, στον Σαρωνικό, στα ανατολικά.

Η Κόρινθος που κατοικείτο από τη Νεολιθική εποχή (4.000 π.Χ.) πέρασε πολλές κρίσεις στην ιστορία της κι έπαιξε σπουδαίο ρόλο, λόγω της στρατιωτικής και εμπορικής θέσης της στην ιστορία. Το 146 π.Χ. καταστρέφεται ολοκληρωτικά από τα ρωμαϊκά στρατεύματα με επικεφαλή τον Ρωμαίο ύπατο Λεύκιο Μόμμιο. Ο Μόμμιος φάνηκε ιδιαίτερα σκληρός καίγοντας την πόλη, σκοτώνοντας τους άνδρες και πουλώντας τα γυναικόπαιδα. Για έναν περίπου αιώνα η Κόρινθος ήταν μια πόλη φάντασμα, έρημη και ακατοίκητη. Ο απόηχος αυτής της καταστροφής σώζεται και στη φράση του Παυσανία (2,2) «Κόρινθο δε οικούσι Κορινθίων μεν ουδείς έτι των αρχαίων», εννοώντας ότι δεν υπήρχε πλέον κανένας από τους παλιούς κατοίκους.
Έναν αιώνα αργότερα, το 44 π.Χ., ο Ιούλιος Καίσαρας ιδρύει μια ρωμαϊκή επαρχία στα ερείπια της παλαιάς πόλης, που ονομάστηκε Laus Julia Corinthiensis. Το 27 π.Χ., ο Οκταβιανός Αύγουστος την ορίζει πρωτεύουσα της επαρχίας της Αχαΐας (Provincia Achaiae). Η πόλη αρχίζει να ξαναγεννιέται και να βρίσκει την παλιά της γεωγραφική οντότητα και την εμπορική της σημασία. Οι κάτοικοί της ήταν Ρωμαίοι, Έλληνες απελεύθεροι, κάτοικοι άλλων περιοχών της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αλλά και αρκετοί Ιουδαίοι.

Λόγω της γεωγραφικής της θέσης στην πόλη συνέρρεαν πλήθος ετερογενών στοιχείων φέροντας μαζί τους διάφορες δοξασίες. Το αποτέλεσμα ήταν ένας έντονος θρησκευτικός συγκρητισμός και η λατρεία πολλών θεοτήτων, όπως η Αστάρτη και ο Μέρκαρτ, ο Άττι και η Κυβέλη, ή Ίσιδα, ο Όσιρις και η Σέραπι και ο Απόλλωνας, ο Ερμής, Ηρακλής, Ασκληπιός. Πολλοί ασθενείς έρχονταν στην Κόρινθο για να γιατρευτούν από τον Ασκληπιό, αφιερώματα στον οποίο μπορεί κανείς να δει στο μουσείο της Κορίνθου. Η παλαιά πόλη ήταν αφιερωμένη στον Ποσειδώνα και η νέα στην Αφροδίτη.

Στην Ακροκόρινθο (οι πρώτες ενδείξεις λατρείας ανάγονται στον 7ο αιώνα) υπήρχε ο περιβόητος ναός της Αφροδίτης που, σύμφωνα με τον Στράβωνα (8,6,2), είχε στην υπηρεσία του πάνω από 1.000 ιερόδουλες που υπηρετούσαν τη θεά σε μικρούς ευπρόσωπους οικισμούς γύρω από το ναό και ασκούσαν την «ιερή πορνεία». Ναοί της Αφροδίτης υπήρχαν επίσης στο Λέχαιο και στις Κεγχρεές. Οι ιερόδουλες οδηγούσαν τους ναυτικούς από το λιμάνι στα καταλύματά τους, καθώς αυτοί ακολουθούσαν τα αποτύπωμα των παπουτσιών τους πάνω στο χώμα που έγραφαν «ΕΠΟΥ», δηλαδή «ακολούθα». Τα κτίσματα στην Ακροκόρινθο δείχνουν ότι η λατρεία συνοδευόταν από θυσίες, δείπνα και θεατρικές εκδηλώσεις. Ίσως καθαρμοί και κάποιο στάδιο μύησης λάμβανε χώρα, όπως υπαινίσσεται ο περιορισμένος χώρος ορισμένων κτιρίων και γραπτές πληροφορίες ότι τα λατρευτικά αγάλματα ήταν απρόσιτα στο κοινό. Η ζωή της Κορίνθου ήταν γνωστή για την έκλυση των ηθών και το «κορινθιάζεσθαι» σήμαινε διάγω άσωτη ζωή.

Στην πόλη υπήρχαν και αρκετοί Ιουδαίοι όπως φαίνεται και από τις Πράξεις των αποστόλων. Στις ανασκαφές βρέθηκε μια μαρμάρινη επιγραφή από την είσοδο μιας συναγωγής που έγραφε [ΣΥΝ]ΑΓΩΓΗ ΕΒΡ[ΑΙΩΝ], όπως και ένα μαρμάρινο επίκρανο στο οποίο είναι χαραγμένες τρεις εβραϊκές λυχνίες. Και τα δύο ανάγονται στον 5ο αιώνα μ.Χ. ή στην ύστερη ρωμαϊκή περίοδο.

Στην Καινή Διαθήκη βλέπουμε ότι ο απόστολος Παύλος επισκέπτεται την Κόρινθο μετά την αναχώρησή του από την Αθήνα. Η Κόρινθος ήταν μια στρατηγική πόλη για την υπόθεση του ευαγγελίου. Ο Παύλος ήξερε ότι αν κέρδιζε ανθρώπους στον Χριστό, αυτό θα συνέβαλε σημαντικά στην εξάπλωση του μηνύματος του Ευαγγελίου. Την εποχή που βρίσκεται ο απ. Παύλος στην Κόρινθο γίνονταν οι αγώνες των Ισθμίων. Τα Ίσθμια, που βρίσκονταν 10 χλμ. έξω από την πόλη της Κορίνθου, ήταν τρίτα σε σειρά (Ολύμπια, Πύθια, Ίσθμια και Νέμεα) σπουδαιότητας, αν και λόγω της σπουδαίας γεωγραφικής θέσης, τα σημαντικά πολιτικά γεγονότα που συχνά λάμβαναν χώρα και η ανάδειξή της, μετά το 27 μ.Χ., σε πρωτεύουσα της Αχαΐας, κατέστησαν στην ουσία τα Ίσθμια δεύτερα σε συμμετοχή και σημασία, στη σειρά των Πανελληνίων. Τελούνταν κάθε δύο χρόνια και στην περίοδο που μας ενδιαφέρει τελέστηκαν το 49 και το 51 μ.Χ. Ο Παύλος έφτασε στην Κόρινθο λίγο πριν αρχίσουν οι αγώνες. Πολλοί άνθρωποι φτάνανε στην Κόρινθο και είχαν ανάγκη καταλύματος, γεγονός που έδινε εργασία στον Παύλος ως σκηνοποιό, μιας και είχε να προετοιμάσει σκηνές για τους αθλητές και τον κόσμο που θα έρχονταν στην πόλη. Ήταν όμως και μεγάλη ευκαιρία για την εξάπλωση του Ευαγγελίου, ευκαιρία που ο Παύλος δεν θα άφηνε ανεκμετάλλευτη. Το έπαθλο των αγώνων ήταν ένα στεφάνι αρχικά από πεύκο και αργότερα από σέλινο μαραμένο, δηλωτικό του ταφικού χαρακτήρα των Ίσθμίων. Ο Παύλος συγκρίνει τον φθαρτό στέφανο από σέλινο με έναν ανώτερο, όταν γράφει στους Κορίνθιους «πας δε ο αγωνιζόμενος πάντα εγκρατεύεται, εκείνοι μεν ουν ίνα φθαρτόν στέφανον λάβωσιν, ημείς δε άφθαρτον» (Α’ Κορινθίους 9:25). Με την άφιξή του στην Κόρινθο θα γνωρίσει ένα ζευγάρι που θα παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμονή του στη Κόρινθο, αλλά και στο μετέπειτα ιεραποστολικό του έργο, τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα. Ομόεθνοι και ομότεχνοι, σκηνοποιοί στο επάγγελμα, ήρθαν στην Κόρινθο από την Ρώμη μετά από απόφαση του αυτοκράτορα Κλαυδίου να διώξει την εβραϊκή παροικία από την Ρώμη εξαιτίας κάποιου Χρήστου (Chrestus στα λατινικα που αναφέρεται στον Χριστό), όπως μας πληροφορεί ο Σουετώνιος (Κλαύδιος 25, 4, Πράξεις των Αποστόλων 18:2). Το ζευγάρι, που σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις ήταν Χριστιανοί πριν ακόμα έρθουν στην Κόρινθο, συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον Παύλο και δούλεψαν μαζί ως σκηνοποιοί. Ο Παύλος σύμφωνα με την πάγια τακτική του αρχίζει να κηρύττει το Ευαγγέλιο στη συναγωγή της Κορίνθου. Τότε ήταν που κατέβηκαν από την Μακεδονία ο Σίλας και ο Τιμόθεος κι ενώθηκαν στο έργο με τον Παύλο. Κάποιοι Ιουδαίοι και προσήλυτοι στην ιουδαϊκή θρησκεία πιστεύουν, ανάμεσά τους ο αρχισυνάγωγος Κρίσπος και ο Τίτιος Ιούστος, που σύμφωνα με το όνομα του πρέπει να ήταν Ρωμαίος πολίτης και το σπίτι του ήταν δίπλα στη συναγωγή. Οι Ιουδαίοι όμως αντιδρούν στο Ευαγγέλιο και ο Παύλος αποφασίζει να στραφεί στους Εθνικούς. Η απόφασή του αυτή ήταν κρίσιμης σημασίας για το Ευαγγέλιο και για τη διακονία του Παύλου. Οι Ιουδαίοι τελικά θα απαρνηθούν το Ευαγγέλιο. Φεύγοντας από τη συναγωγή ο Παύλος χρησιμοποιεί το σπίτι του Τίτιου Ιούστου για την ιεραποστολική του δράση και για τις συνάξεις της Εκκλησίας στην Κόρινθο.

Ανάμεσα σε αυτούς που πίστεψαν ήταν και κάποιος με το όνομα Έραστος και αναφέρεται μαζί με τον Τίτιο Ιούστο «ασπάζεται υμάς Γάιος ο ξένος μου και όλης της εκκλησίας, ασπάζεται υμάς Έραστος ο οικονόμος της πόλεως» (Ρωμ. 16:23). Στις 15 Απριλίου του 1929 ανακαλύφτηκε μια πέτρα στο οδόστρωμα με την επιγραφή «ERASTVS PRO AEDILITATE S[UA] P[ECUNIA] STRAVIT» που αναφέρεται στη δωρεά του οδοστρώματος από κάποιον Έραστο οικονόμο της πόλης (η ελληνική λέξη οικονόμος έχει την αντίστοιχή της στα λατινικά aedilis). Έτσι ο Έραστος της Κορίνθου, που αναφέρει ο Παύλος, ταυτίζεται με τον Erastvs της επιγραφής.
Στην Κόρινθο οι περισσότεροι πιστοί ήταν εθνικοί και κάποιοι ήταν από ψηλές κοινωνικές τάξεις όπως ο Έραστος. Οι Ιουδαίοι όμως δεν ησυχάζουν βλέποντας τον Παύλο να κηρύττει και θέλουν οπωσδήποτε να του δημιουργήσουν πρόβλημα. Τον Ιούλιο του 51 μ.Χ. (και λιγότερο πιθανό 12 μήνες αργότερα) ο Lucius Junius Gallio ήρθε στην Κόρινθο ως ανθύπατος της Αχαΐας. Ο Γαλλίων (το αρχικό του όνομα ήταν Marcus Annaeus Novatus) ανήκε σε γνωστή ρωμαϊκή οικογένεια που κατάγονταν από την Ισπανία. Ήταν γιος του Marcus Annaeus Seneca, ενός ξεχωριστού δασκάλου της ρητορικής, και ο μικρότερος αδελφός του Lucius Annaeus Seneca, ενός στωικού φιλόσοφου και εκείνη την εποχή δάσκαλου του μελλοντικού αυτοκράτορα Νέρωνα. Λίγο μετά την άφιξη του Γαλλίωνα στην Κόρινθο, οι Ιουδαίοι έφεραν τον Παύλο μπροστά του για να τον δικάσει με την κατηγορία ότι φέρνει δοξασίες ξένες ή πιθανόν και παράνομες για τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ο Γαλλίων αρνήθηκε να δικάσει τον Παύλο με τον ισχυρισμό ότι το θέμα δεν τον αφορούσε μια και επρόκειτο για μια εσωτερική διαμάχη των Ιουδαίων.

Το κατά παράδοση μέρος, το οποίο υποστηρίζεται και από αρχαιολόγους, στο οποίο οδηγήθηκε ο Παύλος μπροστά στον Γαλλίωνα είναι το Βήμα που βρίσκεται στην Αγορά της Κορίνθου. Το Βήμα χρησιμοποιείτο από κρατικούς αξιωματούχους για τις δημόσιες εμφανίσεις τους μπροστά στον κόσμο. Έχει όμως υποστηριχτεί και η άποψη ότι ο Γαλλίων δεν θα συγκαλούσε δικαστήριο σε ένα τόσο δημόσιο μέρος για μια τέτοια υπόθεση. Ένα άλλο πιθανό μέρος, κατά την ίδια άποψη, είναι κάποια Βασιλική Στοά, πιθανώς αυτή που βρίσκεται βόρεια και είναι παράλληλη με το δρόμο προς το Λέχαιο. Εκτός από την Εκκλησία στη Κόρινθο, ο Παύλος θα ιδρύσει και Εκκλησία στις Κεχρεές, σημαντικό στέλεχος της οποίας ήταν η διακόνισσα Φοίβη. Μετά από ενάμισι χρόνο παραμονής στην Κόρινθο, ο Παύλος θα φύγει μαζί με την Πρίσκιλλα και τον Ακύλα για την Έφεσο. Πίσω του θα αφήσει μια μεγάλη Εκκλησία, που λόγω του πολιτισμικού της περίγυρου θα αποδειχτεί μια δύσκολη Εκκλησία με πολλά προβλήματα. Ο Παύλος θα γράψει τουλάχιστον 3-4 επιστολές προσπαθώντας να λύσει αυτά τα προβλήματα. Μετά από έξι περίπου χρόνια θα επισκεφθεί ξανά την Κόρινθο, κατά τη τρίτη ιεραποστολική του περιοδεία, και θα μείνει στο σπίτι του Γάιου, από όπου και θα γράψει την προς Ρωμαίους επιστολή. Πριν το τέλος του 1ου αιώνα, ο Κλήμης Ρώμης θα στείλει επιστολή στην Εκκλησία της Κορίνθου προσπαθώντας να λύσει κάποια προβλήματα που την ταλάνιζαν. Παρ’ όλα τα προβλήματα, η Εκκλησία, όπως φαίνεται από την επιστολή, βρισκόταν γενικά σε μεγάλη ακμή.
Γύρω από τον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Κορίνθου υπάρχει η σημερινή Αρχαία Κόρινθος. Πρόκειται για μια κωμόπολη 2.500 κατοίκων. Το 80% περίπου των κατοίκων ασχολούνται με αγροτικές εργασίες. Η φημισμένη κορινθιακή σταφίδα που καλλιεργείται επί το πλείστον στην περιοχή εξάγεται στο εξωτερικό και ιδιαίτερα στην Αγγλία. Καλλιεργούνται επίσης λεμονιές, πορτοκαλιές και ελιές. Μικρή μερίδα κατοίκων ασχολούνται με τον τουρισμό, καθώς ο αρχαιολογικός χώρος της αρχαίας Κορίνθου και της περιοχής γενικότερα έχει αρκετό ενδιαφέρον (Ακροκόρινθος, Λέχαιο, Κεγχρεές, ισθμός Κορίνθου, αρχαία Διολκός, κ.α.). Πέντε χιλιόμετρα μακρύτερα υπάρχει η σύγχρονη πόλη της Κορίνθου (30.000 κάτοικοι), καθώς και το αρχαίο λιμάνι του Λέχαιου, δυτικό επίνειο της αρχαίας Κορίνθου.

Κως
Το τρίτο μεγαλύτερο σε έκταση νησί των Δωδεκανήσων στο ανατολικό Αιγαίο, ΝΔ της Μικρά Ασίας. Βρίσκεται ανάμεσα στην Κάλυμνο και τη Νίσυρο και έχει έκταση 290 τ. χλμ. Απέχει από τον Πειραιά 200 ναυτικά μίλια, περίπου 11 ώρες με πλοίο. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η Κως, που είναι και το κύριο λιμάνι του νησιού.

Η Κως είναι η πατρίδα του «πατέρα της ιατρικής» Ιπποκράτη, θεμελιωτή της ιατρικής επιστήμης και ιδρυτή της πρώτης ιατρικής σχολής στον κόσμο. Το νησί κατοικήθηκε για πρώτη φορά από Κάρες ή Λέλεγες κι αργότερα από τους Μινωίτες Κρήτες. Τον 14ο π.Χ. αιώνα, εμφανίστηκαν οι Αχαιοί. Τον 7ο π.Χ. αιώνα, η Κως μαζί με τρεις πόλεις της Ρόδου και δύο της Μ. Ασίας συγκρότησαν την περίφημη Δωρική Εξάπολη του νοτιοανατολικού Αιγαίου. Τον 5ο π.Χ. αιώνα, κατέλαβαν την Κω οι Πέρσες, αλλά μετά την ήττα των τελευταίων στη Σαλαμίνα, το 479 π.Χ., οι Αθηναίοι απελευθέρωσαν το νησί. Το 336 π.Χ., ο Μέγας Αλέξανδρος κατέλαβε το νησί. Ωστόσο, κατά τα τέλη του 4ου π.Χ. αιώνα η Κως έγινε ανεξάρτητη και συνδέθηκε πολύ στενά με την Αίγυπτο των Πτολεμαίων. Ο σεισμός του 469 μ.Χ. σήμανε το τέλος της αρχαίας πόλης και την αρχή της παλαιοχριστιανικής περιόδου όπου ειδωλολατρικοί ναοί μετατρέπονται σε χριστιανικές εκκλησίες και ταυτόχρονα ανεγείρονται πολλές βασιλικές.

Το 554 μ.Χ. η Κως καταστράφηκε τελείως από ισχυρό σεισμό. Τότε καταστράφηκε και το περίφημο Ασκληπιείο. Στα χρόνια του Βυζαντίου, το νησί είχε μια συνεχόμενη ακμή. Το 1912, η Ιταλία κατέλαβε το νησί, και το 1933 ισοπεδώθηκε από καταστρεπτικό σεισμό. Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1948, η Κως ενσωματώθηκε στην Ελλάδα. Τα σημαντικότερα μνημεία του είναι η Αγορά, που το μήκος της ξεπερνά τα 300 μ., τα τείχη της πόλης, ο πλάτανος του Ιπποκράτη, το Ασκληπιείο, το δυτικό Γυμνάσιο, οι βόρειες Θέρμες, οι δυτικές Θέρμες, το αρχαίο Στάδιο, το Ωδείο, το συγκρότημα Παλαιοχριστιανικών Βασιλικών Αγίου Στεφάνου κτίσματα του 5ου-6ου μ.Χ. αιώνα.
Η αναφορά της Κω στην Καινή Διαθήκη συνδέεται με το τρίτο ιεραποστολικό ταξίδι του Παύλου και την επιστροφή του στην Ιερουσαλήμ. Ήταν η πρώτη στάση του Παύλου, μετά τη Μίλητο, σ’ ένα «βιαστικό» ταξίδι θέλοντας να φθάσει στα Ιεροσόλυμα την ημέρα της Πεντηκοστής.

Σήμερα, το νησί της Κω είναι εύφορο και πλούσιο σε βλάστηση. Θεωρείται κατ’ εξοχήν τουριστικό νησί με ήπιο κλίμα και παρατεταμένη ηλιοφάνεια. Οι όμορφες παραλίες το γραφικό λιμάνι και τα ενετικά μνημεία την έχουν αναδείξει σε διεθνές κοσμοπολίτικο τουριστικό κέντρο. Διαθέτει ανεπτυγμένη τουριστική υποδομή καθώς και αεροδρόμιο. Από τα αρχαία χρόνια στο νησί ήταν ανεπτυγμένη η τέχνη της υφαντουργίας και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Οι κάτοικοί της ασχολούνται επίσης με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Έχει περίπου 30.000 κατοίκους.

Μυτιλήνη

Η Μυτιλήνη είναι η πρωτεύουσα και το κυριότερο λιμάνι της Λέσβου, χτισμένη στα ΝΔ παράλια του νησιού και κοντά στα παράλια της Μ. Ασίας. Η πόλη είναι κτισμένη μεταξύ δύο λιμανιών, που στην αρχαιότητα ενώνονταν μεταξύ τους με διώρυγα. Η Λέσβος είναι τρίτο σε έκταση ελληνικό νησί στο ΒΑ Αιγαίο με έκταση 1.630 τ. χλμ. και απέχει από τον Πειραιά 188 ναυτικά μίλια (12 ώρες περίπου).
Το νησί κατοικήθηκε για πρώτη φορά γύρω στο 3000 π.Χ. από κάποια μικρασιατική φυλή συγγενική με τους Τρώες. Οι πρώτοι Έλληνες, που εγκαταστάθηκαν εκεί γύρω στο 1000 π.Χ., ήταν οι Αιολείς. Τον 6ο π.Χ. αιώνα, επί τύραννου Πιττακού, ενός από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας, άνθησε η ποίηση, με την εμφάνιση του Αλκαίου και της περίφημης Σαπφούς, που δημιούργησαν τη μελική ποίηση, καθώς και του κιθαρωδού Αρίωνα, που θεωρείται πατέρας του διθυράμβου. Παράλληλα με τις τέχνες, οι Λέσβιοι επιδόθηκαν και στο εμπόριο. Το 492 π.Χ. οι Πέρσες υπέταξαν τη Λέσβο. Μετά την ήττα των Περσών στους Μηδικούς Πολέμους, το 479 π.Χ., το νησί απελευθερώθηκε και εντάχθηκε στην Αθηναϊκή Συμμαχία. Το 338 π.Χ. είναι στο πλευρό του Φιλίππου της Μακεδονίας κατά των Περσών και μετά του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Κατά τα τέλη του 3ου π.Χ. αιώνα, η Λέσβος περιήλθε στους Πτολεμαίους της Αιγύπτου και το 79 π.Χ. καταλήφθηκε από τους Ρωμαίους. Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, το νησί αποτελούσε πολυτελή τόπο εξορίας. Εδώ έζησαν εξόριστοι η Βυζαντινή αυτοκράτειρα Ειρήνη, ο Συμεών ο Μάγιστρος, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ’ ο Μονομάχος και άλλοι. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, η Λέσβος παρέμεινε υπό οθωμανική κατοχή. Κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, το 1912, ο ελληνικός στρατός κατέλαβε το νησί. Έκτοτε, η Λέσβος ανήκει στην Ελλάδα. Τα πρώτα μνημεία της χριστιανικής Λέσβου είναι τα υπάρχοντα λείψανα Κατακόμβης-Μαρτυρίου. Το Μαρτύριο το χρησιμοποιούσαν οι πρώτοι Χριστιανοί της Μυτιλήνης στα χρόνια των διωγμών για να ενταφιάζουν τους μάρτυρες. Ανήκει στον 3ο αιώνα μ.Χ. καθώς έχει σχήμα σταυρού. Αργότερα, κατά τον 5ο αιώνα, χτίζονται οι περίφημες Βασιλικές, δείγμα της ακμής του Χριστιανισμού στη Μυτιλήνη. Μερικά από τα αξιόλογα αρχαιολογικά μνημεία είναι το Βυζαντινό κάστρο, που κατασκευάσθηκε την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, το αρχαίο θέατρο – ένα από τα μεγαλύτερα της αρχαιότητας (χωρητικότητας 15.000 θέσεων), το απολιθωμένο δάσος (δημιουργήθηκε πριν από 16-22 εκατομμύρια χρόνια), παλαιοχριστιανικές εκκλησίες καθώς και περίφημες Βασιλικές. Στην Κ. Διαθήκη αναφέρεται ότι από το λιμάνι της απέπλευσε ο Παύλος με τους συντρόφους του για τη Χίο, κατά την επιστροφή του από το τρίτο ιεραποστολικό ταξίδι στην Ιερουσαλήμ. Δεν αναφέρεται πουθενά η ύπαρξη χριστιανικής εκκλησίας την εποχή εκείνη.

Σήμερα, η Μυτιλήνη είναι μια μεγάλη πόλη με όμορφα αρχοντικά και νεοκλασικά σπίτια. Συγχρόνως είναι και το βασικό λιμάνι του νησιού, με 54.000 κατοίκους περίπου. Η Λέσβος είναι ένα καταπράσινο νησί με πλούσια βλάστηση. Το νησί προσφέρεται για τουρισμό όλο το χρόνο, ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες. Οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία, την αλιεία και φυσικά τον τουρισμό. Από τα τοπικά προϊόντα ονομαστό είναι το λάδι και το λαδοτύρι, τα γαλακτοκομικά, τα κρέατα και φυσικά το ξακουστό σε όλο το κόσμο ούζο. Κυριότερα μέρη του νησιού είναι εκτός της Μυτιλήνης, η Βαρειά, το Πλωμάρι, η Θερμή, η Ερεσός, το Σίγρι, ο Μόλιβος, ο Αγιάσσος, η Καλλονή.

Νικόπολις
Αν και υπήρχαν και άλλες πόλεις με το ίδιο όνομα δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για την πόλη που βρίσκεται 6 χιλιόμετρα βόρεια της Πρέβεζας στη ΝΔ άκρη της Ηπείρου, στη στενή λωρίδα μεταξύ του Ιονίου πελάγους και του Αμβρακικού κόλπου. Ήταν κόμβος επικοινωνίας μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας, Ηπείρου και Ακαρνανίας με τρία λιμάνια, τον Κόμαρο, το Βαθύ και πιθανόν το ανατολικό λιμάνι στη θέση Μάζωμα.

Η Νικόπολη ιδρύθηκε από τον Οκταβιανό το 31 π.Χ. μετά τη ναυμαχία του Ακτίου (31 Σεπτεμβρίου 31 π.Χ.) σε ανάμνηση της νίκης του κατά του Μάρκου Αντωνίου και της Κλεοπάτρας και καλείτο Actia Nicopolis. Ιδρύθηκε ως «ελευθέρα» ελληνική πόλη με Έλληνες πολίτες που βίαια μεταφέρθηκαν από άλλες πόλεις της Ηπείρου. Η πόλη γρήγορα εξελίχτηκε σε μεγάλη πόλη με πληθυσμό περίπου 100.000 κατοίκους. Εκτός από τους Έλληνες άλλων περιοχών στην πόλη εγκαταστάθηκαν και Ρωμαίοι πολίτες, αλλά και αρκετοί Εβραίοι, όπως μαρτυρείται από την ύπαρξη ανθούσας συναγωγής το 2ο αιώνα μ.Χ. Το 89 μ.Χ. μετέβη στην πόλη ο στωικός φιλόσοφος Επίκτητος, όπου και δίδαξε μέχρι το θάνατο του το 135 μ.Χ. περίπου.

Μεγάλη ανάπτυξη είχε ο χριστιανισμός στην πόλη την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου (324-337) και οι επίσκοποι και μητροπολίτες της επαρχίας της Παλαιάς Ηπείρου έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις εκκλησιαστικές υποθέσεις της αυτοκρατορίας και στις έριδες Ανατολής και Δύσης. Έχουν ανακαλυφθεί 6 Βασιλικές, σπουδαιότερες από τις οποίες είναι η πεντάκλιτη Βασιλική Αλκίσωνος (Βασιλική Β) του 5ου αιώνα μ.Χ. διαστάσεων 69Χ31 μέτρα, και η τρίκλινη Βασιλική Δουμετίου (Βασιλική Α) διαστάσεων 55Χ35 μέτρα.

Η Νικόπολη αναφέρεται στην Προς Τίτον επιστολή του απ. Παύλου: «Όταν πέμψω Αρτεμάν προς σε ή Τύχικον, σπούδασον ελθείν προς με εις Νικόπολιν, εκεί γαρ κέκρικα παραχειμάσαι» (εδ. 3:12). Για τη χρονική περίοδο της επίσκεψης του Παύλου στη Νικόπολη δεν έχουμε πολλά στοιχεία. Σύμφωνα με τον Σεβ. Μητροπολίτη Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελέτιου, η αλληλουχία των γεγονότων της επίσκεψης του Παύλου στη Νικόπολη πρέπει να είναι η παρακάτω μετά την πρώτη φυλάκισή του στην Ρώμη: Ο Καίσαρ Νέρων κήρυξε τον Παύλο αθώο και τον άφησε ελεύθερο (άνοιξη 64 μ.Χ.). Αμέσως ο Παύλος ξεκίνησε τη Δ’ περιοδεία του ξεκινώντας από την Ισπανία. Στη συνέχεια πήγε στην Κρήτη (64-65 Καλοκαίρι-Χειμώνας). Μετά από την Κρήτη πήγε στην Έφεσο και από την περιοχή της Ασίας έστειλε την πρώτη επιστολή στον Τιμόθεο, όπου του λέει «πορευόμενος εις Μακεδονίαν, παρακάλεσά σε προσμείναι εν Εφέσω» (Α’ Τιμ. 1:3). Πηγαίνοντας στη Μακεδονία πρώτα πέρασε από τη Μίλητο όπου και άφησε τον Τρόφιμο «ασθενούντα» (Β’ Τιμ. 4:20) και μετά από την Κόρινθο όπου έμεινε ο Έραστος (Β’ Τιμ. 4:20). Έπειτα πήρε τον δρόμο για τη Μακεδονία, πιθανώς το καλοκαίρι του 65 μ.Χ. Τότε είναι που γράφει και στον Τίτο ότι σκοπεύει να ξεχειμωνιάσει στη Νικόπολη το χειμώνα του 65-66 μ.Χ. (Παύλος, Πρώτος μετά τον Ένα, εκδόσεις: Κλάδος Εκδόσεων Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2001, σελ. 73εξ.).

Η Νικόπολη της Ηπείρου ήταν σημαντικότατη πόλη η οποία μάλιστα είχε ανακηρυχτεί από τον καίσαρα Νέρωνα (54-68) πρωτεύουσα μιας μεγάλης διοίκησης που άρχιζε από τα βόρεια παράλια του Κορινθιακού κόλπου, περιελάμβανε την Αιτωλία, Ακαρνανία, Ήπειρο, Δαλματία και προς ανατολάς εκτεινόταν μέχρι τη Λυχνιδό, τα σημερινά Σκόπια. Ήταν λοιπόν μεγάλο διοικητικό κέντρο, κομβικό λιμάνι ανάμεσα στην Ιταλία και τα Βαλκάνια και ταυτόχρονα σημαντικό κέντρο πολιτισμού. Φαίνεται ότι ο Παύλος έβλεπε την πόλη ως το κέντρο της ιεραποστολικής του δράσης στην ευρύτερη περιοχή Ιλλυρικού. Στη Β’ Προς Τιμόθεο Επιστολή, που πιθανώς γράφτηκε μετά την Προς Τίτο επιστολή, μαθαίνουμε ότι ο Τίτος βρισκόταν και δρούσε στη Δαλματία, στοιχείο που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έγινε η συνάντηση του Παύλου με τον Τίτον στην Νικόπολη και στη συνέχεια ο Τίτος στάλθηκε στη Δαλματία. Χωρίς να είμαστε απολύτως βέβαιοι για την επίσκεψη του Παύλου στη Νικόπολη οι πληροφορίες της Κ. Διαθήκης μας οδηγούν στα παραπάνω συμπεράσματα. Η τοπική παράδοση τοποθετεί το πρώτο κήρυγμα του Παύλου στο «λιθάρι» (15 χλμ. ανατολικά της Πρέβεζας), όπου και υπάρχει εκκλησία προς τιμήν του Παύλου. Στις 29 Ιουνίου στη μνήμη του Απόστολου λαμβάνει χώρα μεγάλο πανηγύρι.
Δίπλα στους αρχαιολογικούς χώρους της αρχαίας Νικόπολις και πάνω από το αρχαίο στάδιο υπάρχει το σημερινό χωριό. Σύμφωνα με την απογραφή του 2001 οι κάτοικοι ανέρχονται στους 343 και ασχολούνται στη συντριπτική πλειοψηφία με αγροτικές εργασίες.

Πάτμος
Η Πάτμος είναι νησί του Νοτίου Αιγαίου, στην επαρχία Καλύμνου, το βορειότερο του νομού Δωδεκανήσου. Βρίσκεται βορειοδυτικά της Λέρου και νότια της Ικαρίας. Έχει σχήμα ακανόνιστο, με έκταση μόλις 34 τ. χλμ. και μήκος ακτών 63 χλμ. Το έδαφος του νησιού είναι κυρίως ημιορεινό. Τους άγονους λόφους διαδέχονται μικρές πεδιάδες και οι δεκάδες προεξοχές της δαντελωτής ακτογραμμής σχηματίζουν αμέτρητους γραφικούς κόλπους και λιμανάκια. Το νησί έχει κυρίως ξηρό κλίμα καθώς επικρατούν συχνά βόρειοι άνεμοι. Απέχει από τον Πειραιά 161 ναυτικά μίλια (9-10 ώρες με πλοίο).
Η Πάτμος ήταν γενικά ένα άσημο νησί με λίγους κατοίκους. Οι πρώτοι κάτοικοί της ήταν οι Κάρες που τους διαδέχθηκαν οι Ίωνες. Ερείπια τειχών του 4ου π.Χ. αιώνα μαρτυρούν την ύπαρξη οχυρωμένης πόλης στο Καστέλι. Αρχαιολογικά ευρήματα δηλώνουν ότι λατρεύτηκαν οι αρχαίοι θεοί Άρτεμις και Απόλλωνας. Το νησί χρησιμοποιούταν ως τόπος εξορίας τόσο κατά την Ρωμαϊκή περίοδο όσο και κατά την πρώιμη βυζαντινή. Χρησιμοποιήθηκε επίσης επανειλημμένα ως καταφύγιο ή και ορμητήριο Αράβων πειρατών. Το 1088 το νησί παραχωρήθηκε με χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Αλεξίου Α’ Κομνηνού (1081-1118) στον όσιο Χριστόδουλο ο οποίος και ίδρυσε τη μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Μετά την Δ’ σταυροφορία (1204) η Πάτμος περιήλθε στους Βενετούς (1207) και παρέμεινε σε αυτούς μέχρι την κατάληψη της από τους Τούρκους. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους (1453) κατέφυγαν σε αυτό πρόσφυγες από την Θράκη, και μετά την υποταγή της Κρήτης στους Τούρκους (1669) πρόσφυγες από την Κρήτη. Το 1461 ο πάπας έθεσε την Πάτμο υπό την προστασία του και το 1713 το μοναστήρι ίδρυσε την Πατμιάδα Σχολή. Προσαρτίστηκε τελικά στην Ελλάδα το 1947. Το 1981 η Ελληνική Βουλή με νόμο που ψήφισε ανακήρυξε την Πάτμο ιερό νησί και το1999 η Πάτμος συμπεριλαμβάνεται στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης στο οποίο υπάγεται θρησκευτικά το νησί διοργάνωσε λαμπρές τελετές το 1988 για τα 900 χρόνια από την ίδρυση της Μονής του Θεολόγου και το 1995 για τα 1900 χρόνια από τη συγγραφή του βιβλίου της Αποκάλυψης.
Το νησί έγινε γνωστό από τη διαμονή του ευαγγελιστή Ιωάννη που εξορίστηκε σ’ αυτό επί αυτοκράτορα Δομητιανού (81-96 μ.Χ.) όπως μαρτυρεί ο Ειρηναίος (Contra Haereses 5.30.3). Ο ιστορικός Ευσέβιος στο Χρονικό του τοποθετεί την εξορία του Ιωάννη στο 14ο της βασιλείας του Δομητιανού (94 η 95 μ.Χ.). Ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέει χαρακτηριστικά: «Εγώ Ιωάννης, ο και αδελφός υμών και συγκοινωνός εν τη θλίψει και βασιλεία και υπομονή εν Ιησού, εγενόμην εν τη νήσω τη καλουμένη Πάτμω, δια τον Λόγον του Θεού και την μαρτυρίαν Ιησού. Εγενόμην εν πνεύματι εν τη Κυριακή ημέρα και ήκουσα οπίσω μου φωνήν μεγάλην ως σάλπιγγος λεγούσης» (Αποκ. 1:9-10). Την Κυριακή ημέρα λοιπόν ο Ιησούς αποκαλύπτεται στον Ιωάννη μέσα από μια εκστατική εμπειρία, και του λέει να γράψει «α είδες και α εισίν και α μέλλει γενέσθαι μετά ταύτα» (Αποκ. 1:19). Το βιβλίο της Αποκάλυψη μιλάει για τη μάχη του καλού με το κακό και την τελική επικράτηση του καλού. Αναφέρεται σε γεγονότα που συνέβαιναν τότε που έγραφε την Αποκάλυψη ο Ιωάννης αλλά και σε γεγονότα που πρόκειται να συμβούν. Η επιστολή ανήκει στην αποκαλυπτική γραμματεία και δανείζεται τη γλώσσα της για να μεταφέρει τα μηνύματα της σε μια εποχή που η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία αρχίζει να συνειδητοποιεί την οντότητα του χριστιανισμού και να παίρνει εχθρική στάση απέναντί του. Στο πρώτο κεφάλαιο παρουσιάζεται ο Ιησούς όχι ως ένα αρνί σφαγμένο αλλά ως ο δοξασμένος κυρίαρχος Ιησούς, ένας δυνατός στρατηλάτης. Στα επόμενα δύο κεφάλαια ο Ιησούς απευθύνει επιστολές σε επτά εκκλησίες και ως ένας καλός στρατηλάτης προετοιμάζει τον στρατό του για να είναι μάχιμος και άξιος της μάχης που δίνεται στον κόσμο. Στα επόμενα κεφάλαια περιγράφεται η μάχη, νικητής της οποίας είναι ο Ιησούς και ο Λαός του.

Η Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου είναι κτισμένη στην κορυφή ενός λόφου, αντίκρυ στο λιμάνι της Σκάλας και αγκαλιάζεται ασφυκτικά από το πάλλευκο οικισμό της χώρας. Άρχισε να οικοδομείται, πιθανώς στη θέση ναού της θεάς του κυνηγιού Αρτέμιδος, από τον όσιο Χριστόδουλο το 1088 μ.Χ., ο οποίος όταν πήγε στο νησί ήταν σχεδόν έρημο. Την μεγάλη έμφαση στην ασφάλεια που είχε δοθεί στη μονή μπορεί κανείς εύκολα να την αντιληφθεί από τη μορφή φρουρίου που έχει εξωτερικά. Το τεράστιο κτίσμα, που τα τείχη του το περιβάλλουν, έχει ύψος 15 μέτρα έχει μόνο δύο πόρτες πάνω από τις οποίες υπάρχει ο λεγόμενος φονιάς, ένα είδος εξώστη που επέτρεπε τους αμυνόμενους να ρίχνουν από ψηλά ζεματιστό λάδι για να αποτρέψουν την είσοδο στην μονή των εχθρών. Στο εσωτερικό η αρχιτεκτονική που ακολουθείται είναι κάπως ελεύθερη αν και τα κελιά των μοναχών είναι χτισμένα γύρω από το καθολικό, σύμφωνα με την βυζαντινή αρχιτεκτονική. Η μονή είναι ένα πολυεπίπεδο και δαιδαλώδες κτιριακό συγκρότημα, μια μορφή που είναι αποτέλεσμα προσθηκών και διαμορφώσεων χώρων σύμφωνα με τις ανάγκες που προέκυπταν, όπως επίσης και λόγω της ιδιαιτερότητας του βραχώδους εδάφους. Τα κτίσματα έχουν πολλά στοιχεία από την παραδοσιακή νησιώτικη αρχιτεκτονική. Το καθολικό και τα παρεκκλήσια κοσμούν σημαντικές βυζαντινές αγιογραφίες. Στο μουσείο της μονής μπορεί κάποιος να δει σημαντικά κειμήλια και βυζαντινά έργα τέχνης όπως σκεύη αργυροχρυσοχοΐας, χρυσοποίκιλτα άμφια και πλουσιότατη συλλογή εικόνων. Σημαντική είναι και η βιβλιοθήκη της μονής οργανωμένη με τις σύγχρονες μεθόδους βιβλιοθηκονομίας και περίπου 1000 περγαμηνές.

Το σπήλαιο της Αποκάλυψης, όπου σύμφωνα με την παράδοση διέμεινε ο Ιωάννης κατά την παραμονή του στην Πάτμο, βρίσκεται στη μέση της πλαγιάς ενός λόφου, που ξεκινάει από την Σκάλα και φτάνει μέχρι την Χώρα. Το σπήλαιο ανακαινίσθηκε από τον όσιο Χριστόδουλο όταν ήλθε στην Πάτμο, για τις ανάγκες της λατρείας των πιστών. Σήμερα το νότιο τμήμα του έχει μετατραπεί σε ναό. Για να φτάσει κάποιος στο σπήλαιο κατεβαίνει 43 σκαλοπάτια και από το φως στο ημίφως του σπηλαίου είναι μια μετάβαση σε μια άλλη διάσταση. Σήμερα στο σπήλαιο υποδεικνύεται ο τόπος της κατακλίσεως του Ιωάννη, το σημείο στο οποίο ο Ευαγγελιστής ακουμπούσε το κεφάλι του και ένα κοίλωμα στο βράχο από το οποίο πιανόταν για να σηκωθεί. Υποδεικνύεται επίσης μια σχισμή στο βράχο από όπου ο Ιησούς υπαγόρευε στον Ιωάννη την Αποκάλυψη.

Η Πάτμος σήμερα κατοικείται από 3.000 μόνιμους κατοίκους περίπου, που ασχολούνται στην πλειονότητά τους με τον τουρισμό. Το νησί προσφέρεται για ήσυχες διακοπές. Συνδέεται καθημερινά με τον Πειραιά με μεγάλα ferry boats. Κοντινά διεθνή αεροδρόμια είναι της Σάμου και της Κω. Το οδικό δίκτυο του νησιού είναι στην πλειονότητα του ασφαλτοστρωμένο και σε πολύ καλή κατάσταση. Από την Πάτμο μπορεί κανείς να επισκεφθεί με ημερήσιες εκδρομές τα γραφικά μικρά νησάκια Λειψούς, Αρκιοί.

Ρόδος

Το μεγαλύτερο νησί των Δωδεκανήσων και το τέταρτο στην Ελλάδα μετά την Κρήτη, την Εύβοια και τη Μυτιλήνη (Λέσβο). Βρίσκεται στη ΝΑ πλευρά του Αιγαίου, 10 μίλια απέναντι από τα ΝΔ παράλια της Μικρά Ασίας. Η έκτασή της είναι 1.398 τ. χλμ. και απέχει από τον Πειραιά 250 ναυτικά μίλια (14 περίπου ώρες). Η πόλη της Ρόδου είναι η πρωτεύουσα του νομού Δωδεκανήσου και βρίσκεται στο βόρειο άκρο του νησιού.
Η Ρόδος που κατοικείται από τη νεολιθική εποχή, αποτελούσε μινωική αποικία μέχρι το 15ο π.Χ. αιώνα, οπότε εμφανίστηκαν στο νησί οι Αχαιοί. Τον 11ο π.Χ. αιώνα, τους Αχαιούς ακολούθησαν Δωριείς. Το 408 π.Χ., χτίσθηκε η πόλη από τον αρχιτέκτονα Ιππόδαμο. Το 305-304 π.Χ., μετά την επιτυχή αντίσταση τους στον Μακεδόνα βασιλιά Δημήτριο Α’ τον Πολιορκητή, κατασκεύασαν το περίφημο χάλκινο άγαλμα, τον Κολοσσό της Ρόδου, ύψους 35 μέτρων στην είσοδο του λιμανιού, που θεωρήθηκε ένα από τα 7 θαύματα της αρχαιότητας. Δυστυχώς, το 227 π.Χ., στη διάρκεια ενός καταστρεπτικού σεισμού ο Κολοσσός κατέρρευσε.

Στους ρωμαϊκούς χρόνους, στο νησί σπούδασαν πολλοί επιφανείς Ρωμαίοι, όπως ο Κικέρων, ο Πομπήιος, ο Μάρκος Αντώνιος και ο Βρούτος. Στα βυζαντινά χρόνια, οι Ρόδιοι υπέφεραν από πειρατές. Το 653 μ.Χ., Σαρακηνοί που επέδραμαν στο νησί διέλυσαν τον Κολοσσό και πούλησαν τα κομμάτια. Το 1246, το νησί πέρασε στα χέρια της Γένοβας και το 1261 το ανακατέλαβαν οι Βυζαντινοί. Το 1523 οι Τούρκοι κατέλαβαν το νησί και το 1912 οι Ιταλοί. Τέλος, το 1948 η Ρόδος ενσωματώθηκε στην Ελλάδα. Τα σημαντικότερα μνημεία του νησιού είναι τα Ενετικά τείχη στη δεξιά πλευρά του λιμανιού και μέσα σ’ αυτά η Οδός των Ιπποτών και το Ανάκτορο του Μεγάλου Μαγίστρου ή Καστέλλο, τα αγάλματα του Ελάφου και της Ελαφίνας στην περιοχή Μανδράκι κ.α.

Η αναφορά της Ρόδου στην Κ. Διαθήκη συνδέεται με το 3ο ιεραποστολικό ταξίδι του Παύλου και την επιστροφή του στην Ιερουσαλήμ. Ήταν ο ενδιάμεσος σταθμός από την Κω στα Πάταρα. Το αρχαίο λιμάνι της Ρόδου στο οποίο αγκυροβόλησε το πλοίο είναι κοντά στην πόλη.
Το νησί του ήλιου, όπως είναι γνωστή η Ρόδος, είναι από τα πιο πλούσια και πιο σπουδαία κοσμοπολίτικα τουριστικά κέντρα της Ευρώπης. Οι οργανωμένες γαλάζιες παραλίες της είναι από τις καλύτερες της Μεσογείου. Οι κάτοικοι της ασχολούνται κυρίως με τον τουρισμό. Αρκετοί πάντως είναι επιδέξιοι αγγειοπλάστες και κεραμοποιοί, ενώ ασχολούνται με τη καλλιέργεια δημητριακών, κηπευτικών, εσπεριδοειδών καθώς και την κτηνοτροφία. Κυριότερα μέρη του νησιού είναι ή Ρόδος, η Λίνδος, το Φαληράκι, Ιαλυσός, η Κάμιρος, η Αφάντου.

Σαλμώνη (Σίδερος)
Η Σαλμώνη είναι ακρωτήριο, το ανατολικότερο σημείο της Κρήτης, στο νομό Λασιθίου. Η σημερινή ονομασία του ακρωτηρίου είναι Σίδερος ή Κάβος Σίδερο. Η άκρη του ακρωτηρίου απέχει 35 χιλιόμετρα από τη πόλη τη Σητείας και 8 χλμ. από τον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Ιτάνου. Από τον Πτολεμαίο τοποθετήθηκε μεταξύ Ιτάνου (παρά το Παλαίκαστρο Ερημοπόλεως) και Μίνωος (παρά την Παχιά Άμμο). Άλλες αρχαίες ονομασίες ήταν Σαλμώνιον, Σαμώνιον, Σαλμωνίς άκρα.
Διαβάζουμε στην Κ. Διαθήκη ότι κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του απ. Παύλου προς τη Ρώμη, το πλοίο πέρασε κοντά από το ακρωτήριο της Σαλμώνης. Η πορεία αυτή σίγουρα δεν ήταν προσχεδιασμένη από τον πλοίαρχο. Και τούτο γιατί υπήρχε πιο σύντομος δρόμος από την Κίνδο της Μικράς Ασίας μέσω του νότιου Αιγαίου προς την Ιταλία. Εξαιτίας, όμως, των αντίθετων ΒΔ ανέμων παρασύρθηκε προς τα ΝΔ (Πράξ. 27:7) και έτσι αναγκάστηκε να περάσει κοντά από το ακρωτήριο, και κατόπιν πλέοντας κατά μήκος της νότιας ακτής της Κρήτης να φτάσει στο λιμάνι των Καλών Λιμένων (Πραξ. 27:8).
Σήμερα, στην άκρη του ακρωτηρίου σήμερα υπάρχει το στρατόπεδο «Κυριαμαίου» που είναι βάση του Πολεμικού Ναυτικού, συνεπώς θεωρείται απαγορευμένη περιοχή. Στην άκρη του στρατοπέδου υπάρχει το εκκλησάκι του αγίου Ισίδωρου και φάρος. Λίγα μέτρα πριν την απαγορευμένη περιοχή όπου βρίσκεται η στενότερη λωρίδα του ακρωτηρίου, υπάρχουν τρεις όρμοι η νότια και βόρεια Τέντα και η Τεντοπούλα. Στο κόλπο της νότιας Τέντας υπάρχουν ιχθυοκαλλιέργειες, ενώ η περιοχή προσφέρεται για ψάρεμα. Ακριβώς απέναντι από το ακρωτήριο υπάρχει η βραχονησίδα Ελάσα. Στον αρχαιολογικό χώρο της Ιτάνου (κατά την αρχαιότητα υπήρξε σπουδαίος σταθμός διαμετακομιστικού εμπορίου) μπορεί κανείς να δει την παλαιοχριστιανική εκκλησία στην ανατολική ακρόπολη και τους δυο παλαιοχριστιανικούς ναούς στους πρόποδες του λόφου που οδηγεί στο Βάι. Επίσης υπάρχει η καταπληκτική αμμώδης παραλία της Ερημούπολης.

Σαμοθράκη

Η Σαμοθράκη, με έκταση 178 τ. χλμ., είναι νησί του ΒΑ Αιγαίου πελάγους και βρίσκεται απέναντι από τον κόλπο του Σάρου, ΒΔ της Ίμβρου και σε απόσταση 32 ναυτικών μιλίων από την Αλεξανδρούπολη. Η ονομασία Σαμοθράκη προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «σάος» που σημαίνει ύψος. Το μοναδικό λιμάνι του νησιού είναι ο Λιμήν Δημητρίου, που σήμερα ονομάζεται Καμαριώτισσα. Έχει γίνει παγκοσμίως γνωστή από το περίφημο άγαλμα της Νίκης που κοσμεί το Μουσείο του Λούβρου.
Το νησί είχε ήδη κατοικηθεί από τα νεολιθικά χρόνια. Οι κάτοικοί του ανήκαν στα θρακικά φύλα που την εποχή αυτή κυριαρχούσαν στα ανατολικά Βαλκάνια. Χάρη στη γεωγραφική του θέση απέκτησε μεγάλη σημασία και ήδη από την αρχαϊκή εποχή λειτούργησε ως ναυτική βάση και έλεγχε τον πλου προς τον Εύξεινο πόντο μέσω του Ελλήσποντου. Το 513 π.Χ. αναγκάζεται να αναγνωρίσει την περσική κυριαρχία, ενώ το 477 π.Χ. γίνεται μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας και λίγα χρόνια αργότερα περνάει στους Σπαρτιάτες. Μετά την Ανταλκίδειο Ειρήνη, του 387 π.Χ., ανέκτησε την ανεξαρτησία της, αλλά έχασε τη δύναμή της και μεταβλήθηκε σε ακόλουθο των εκάστοτε ισχυρών δυνάμεων: των Αθηναίων, των Λακεδαιμονίων και των Μακεδόνων. Στην αρχαία ιστορία τη συναντάμε και ως Σαόνησος, Λευκοσία, Λευκανία, Λευκωνία, Δαρδανία, Ηλεκρίς.

Πολύ γνωστό και μεγάλης σημασίας ήταν το ιερό των μεγάλων θεών ή Σαμοθρακών ή Καβείρων, που υπήρχε από την εποχή των θρακικής καταγωγής, κατοίκων του νησιού. Το ιερό βρίσκεται στο βόρειο μέρος του νησιού στην Παλαιόπολη, 6,5 χλμ. από την Καμαριώτισσα και έχει έκταση 50 στρέμματα.
Πρόκειται για ένα διεθνές ιερό, όπως εκείνο των Δελφών, και αποτελούσε το μεγάλο θρησκευτικό κέντρο του νησιού, που ήταν προστατευόμενο μέχρι τη ρωμαϊκή εποχή και το τέλος του 4ου μ.Χ. αιώνα, όταν πια εδραιώθηκε ο Χριστιανισμός. Στο ιερό αυτό λατρευόταν η Μεγάλη Μητέρα που στο τοπικό ιδίωμα ονομαζόταν Αξίερος και που αργότερα ταυτίστηκε με τη θεά Δήμητρα. Πάρεδρος της μεγάλης μητέρας ήταν ο ιθυφαλλικός θεός της γονιμότητας, που οι ντόπιοι ονόμαζαν Καδμίλο ή Κασμίλο και που αργότερα οι Έλληνες ταύτισαν με τον Ερμή. Ακόλουθοι και των δύο ήταν δύο νεαροί γυμνοί ιθυφαλλικοί δαίμονες που λέγονταν Κάβειροι. Μερικές από τις άλλες θεότητες που λατρεύονταν ήταν ο Άδης και η Περσεφόνη (χθόνιες θεότητες που ονομάζονταν Αξιόκερσος και Αξιόκερσα), η Εκάτη και η Αφροδίτη. Τα Μυστήρια των Μεγάλων Θεών είχαν από τον 5ο αιώνα π.Χ. αποκτήσει μεγάλη φήμη και παρουσίαζαν πολλά κοινά σημεία με τα Ελευσίνια Μυστήρια. Υπήρχαν δύο βαθμοί μύησης (η μύησης και η εποπτεία) και οι μυημένοι σε αυτά, που μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε, είχαν την ελπίδα της καλοζωίας, της ηθικής βελτίωσης και της ευτυχισμένης μεταθανάτιας ζωής. Σ’ αυτό το ιερό γνώρισε ο Φίλιππος, ο βασιλιάς της Μακεδονίας, την Ολυμπιάδα την οποία και παντρεύτηκε. Ήταν και οι δύο μυημένοι στα Μυστήρια των Μεγάλων Θεών. Στο νησί υπάρχουν δύο παλαιοχριστιανικές. Η παλαιοχριστιανική Βασιλική της Παλαιόπολης βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του αρχαίου λιμανιού και χτίσθηκε σε ανάμνηση της απόβασης του απ. Παύλου στο νησί. Η παλαιοχριστιανική Βασιλική της Καμαριώτισσας δε διασώζεται. Επίσης υπάρχουν ερείπια υστεροβυζαντινών ναών, όπως του Αγ. Κωνσταντίνου και της Παναγίας Γαλατιανής.
Η Κ. Διαθήκη αναφέρει ότι ο Παύλος μαζί με τη συνοδεία του, το Σίλα, τον Τιμόθεο και τον Λουκά ξεκινούν από την Τρωάδα για τη Νεάπολη, τη σημερινή Καβάλα. Το ταξίδι τους θα διαρκέσει δύο μέρες με ενδιάμεσο σταθμό τη Σαμοθράκη (Πράξ. 16:11). Την ίδια διαδρομή θα κάνει πάλι ο Παύλος από τη Νεάπολη αυτή τη φορά στην Τρωάδα (Πράξ. 20:6). αλλά τότε θα διαρκέσει πέντε μέρες. Φαίνεται πως τώρα ο καιρός είναι ευνοϊκός για το ταξίδι τους. Το καράβι άραξε στο μοναδικό λιμάνι του νησιού, την Καμαριώτισσα, όπου αργότερα, σύμφωνα με την παράδοση, κτίστηκε προς τιμήν της επισκέψεως του Παύλου παλαιοχριστιανική Βασιλική, τα ερείπια της οποίας βρίσκονται στο ανατολικό τμήμα του αρχαίου λιμανιού. Δεν ξέρουμε αν κατέβηκε στο νησί ή απλώς περίμενε στο καράβι να περάσει το βράδυ για να αποπλεύσει το άλλο πρωί προς τη Μακεδονία. Η καινούργια μέρα θα σηματοδοτούσε την αρχή μιας μεγάλης ιστορικής αλλαγής στην Ευρώπη και στην Ελλάδα.

Σήμερα, η Σαμοθράκη παρουσιάζει μοναδικό φυσικό πλούτο και ομορφιά ιδιαίτερα στο βόρειο τμήμα της. Τα δάση της είναι γεμάτα βελανιδιές, πλατάνια, καστανιές και κέδρα. Στο νότιο τμήμα κυριαρχούν οι θάμνοι όπως μυρτιές, πικροδάφνες, μέντα και θυμάρι. Το Φεγγάρι είναι η τρίτη ψηλότερη κορυφή του Αιγαίου. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι υδροβιότοποι του νησιού με την εμφάνιση αρκετών αποδημητικών πουλιών. Στη Σαμοθράκη έχουν καταγραφεί πάνω από 90 είδη πουλιών, μερικά από αυτά σπάνια όπως ο χρυσαετός. Η Σαμοθράκη απαριθμεί σήμερα 3.000 κατοίκους περίπου, οι οποίοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία, και παράλληλα με την κτηνοτροφία, τη μελισσοκομία και την αλιεία. Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί ο τουρισμός, με τον οποίο οι κάτοικοί της ασχολούνται τους καλοκαιρινούς μήνες. Μερικά από τα αξιοθέατα του νησιού είναι οι αρχαιολογικοί χώροι, τα μεσαιωνικά κάστρα, βυζαντινά εξωκλήσια, εκκλησίες, νερόμυλοι. Το νησί προσφέρεται για ήσυχες και ανέμελες διακοπές. Συνδέεται ακτοπλοϊκά με την Αλεξανδρούπολη, την Καβάλα, τη Λήμνο και το Λαύριο.

Σάμος

Η Σάμος είναι νησί του Β.Α. Αιγαίου, εκτείνεται ανατολικά του Ικάριου πελάγους, έχει έκταση 476 τ. χλμ. και απέχει από τον Πειραιά 175 ναυτικά μίλια (περίπου 9 ώρες με πλοίο). Βρίσκεται νότια της Χίου και βόρεια των Δωδεκανήσων και απέχει περίπου 1.500 μέτρα από τις τουρκικές ακτές (πορθμός της Σάμου ή στενό της Μυκάλης, ή Επταστάδιος πορθμός την αρχαία εποχή). Το συνολικό μήκος των ακτών της είναι 159,3 χλμ. Υπάγεται διοικητικά μαζί με τα νησιά Ικαρία και Φούρνοι στο Νομό Σάμου. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η Σάμος ή Βαθύ με 8.000 περίπου κατοίκους.

Οι Φοίνικες της έδωσαν το πρώτο όνομα Σάμος. Το όνομα της, ετυμολογικά σχετίζεται με την ασιατικής προέλευσης λέξη «Σάμα» που σημαίνει τόπος υψηλός. Ο μύθος λέει, ότι το νησί αναδύθηκε από τα νερά του ΝΑ Αιγαίου. Υπήρξε γνωστή σαν έδρα της λατρείας της Ήρας. Άλλα αρχαία ονόματα της είναι: Ιμβρασία, Δόρυσσα, Δρυούσσα, Παρθενία, Ανθεμίς, Μελάμφυλλος και Φυλλάς. Η Σάμος εποικίστηκε γύρω στο 3000 π.Χ., αρχικά από τους Πελασγούς και αργότερα από Κάρες της Μικράς Ασίας. Ο Ηρόδοτος ιστορεί ότι ο Όμηρος επισκέφθηκε τη Σάμο την περίοδο 1130-1120 π.Χ. Γύρω στο 1000 π.Χ. εγκαταστάθηκαν στο νησί Ίωνες. Η ακμή της Σάμου συνδέεται με τον τύραννο Πολυκράτη (532-522 π.Χ.) όπου μαζί με τα γράμματα και τις τέχνες αναπτύχθηκε και η ναυτική δύναμη και «εμεγαλύνθη καταστάσα πολίων πασέων πρώτη Ελληνίδων και βαρβάρων». Η επέκταση των τειχών, η ανακαίνιση του θεάτρου, η κατασκευή του λιμένα που αναφέρεται από τον Ηρόδοτο ως «χώμα εν θαλάσση», είναι ιστορικά μνημεία της εποχής αυτής. Στη Σάμο έζησαν ο μαθηματικός Πυθαγόρας, ο αστρονόμος Αρίσταρχος, «όστις πρώτος υπώπτευσεν ότι η γη κινείται περί τον ήλιον», οι αρχιτέκτονες Ροίκος και Θεόδωρος, που το 570 π.Χ. έκτισαν το ναό του Ηραίου. Μετά το θάνατο του Πολυκράτη, η Σάμος κατέρρευσε οικονομικά και υποτάχθηκε στους Πέρσες. Το 129 π.Χ., η Σάμος υποτάχθηκε στη Ρώμη. Το 1204, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, η Σάμος πέτυχε αναγνώριση της εξουσίας της από τον Σουλτάνο. Το 1247, οι Βυζαντινοί κατέλαβαν το νησί, το οποίο όμως από το 1342 πέρασε στους Τούρκους. Μετά από καταστροφικούς σεισμούς και αρρώστιες οι κάτοικοι της αναγκάστηκαν να μετακομίσουν στη Χίο. Επέστρεψαν το 1550. Το 1912, με την έναρξη του Β’ Βαλκανικού Πολέμου, η Σάμος κήρυξε την ένωσή της με την Ελλάδα. Αξιόλογα αρχαιολογικά ευρήματα είναι οι αρχαιολογικοί χώροι του Ηραίου και του Πυθαγορείου. Επίσης μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το Παλαιοντολογικό Μουσείο στο οποίο εκτίθενται σπάνια απολιθώματα ζώων.

Η αναφορά της Σάμου στην Καινή Διαθήκη συνδέεται με το τρίτο ιεραποστολικό ταξίδι του απ. Παύλου και την επιστροφή του στην Ιερουσαλήμ. Πιθανόν ο Παύλος να έκανε μια στάση στο νησί πριν φτάσει στο Τρωγύλιο, για μια μικρή ανάπαυλα ή για ανεφοδιασμό στο μακρινό και κουραστικό ταξίδι του.
Σήμερα το νησί της Σάμου είναι γεμάτο πράσινο και όμορφες ακρογιαλιές. Ο πληθυσμός της (44.000 κάτοικοι) είναι ημιαστικός. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μεγάλη τουριστική κίνηση και πολλοί κάτοικοι ασχολούνται με τον τουρισμό. Η μεταφορά στο νησί μπορεί να γίνει ακτοπλοϊκώς και αεροπορικώς. Κυριότερα μέρη του νησιού είναι η Σάμος (Βαθύ), Καρλόβασι, Πυθαγόρειο, Μαραθόκαμπος, Κοκκάρι, Βουρλιώτες.

Φίλιπποι
H αρχαία πόλη των Φιλίππων βρίσκεται στους πρόποδες του Ορβήλου και απέναντι από το Παγγαίο και το Σύμβολο, 12 χλμ. από τη θάλασσα. Τα ονόματα με τα οποία ήταν γνωστή η πόλη και η γύρω περιοχή, δείχνουν το μεγάλο φυσικό πλούτο της: το όνομα της πόλης, Κρηνίδες, φανερώνει τις πολλές πηγές που υπήρχαν στο λόφο όπου ήταν κτισμένη η πόλη και η ονομασία της περιοχής, Δάτον, φανερώνει την ευφορία της ευρύτερης πεδιάδας των Φιλίππων. Στο όρος Παγγαίο υπήρχαν πλούσια κοιτάσματα χρυσού.

Η πόλη των Φιλίππων ιδρύθηκε το 360-359 π.Χ. ως αποικία των Θασίων, με το όνομα Κρηνίδες, από τον Αθηναίο ρήτορα και πολιτικό Καλλίστρατο με σκοπό την εκμετάλλευση της πλούσιας ενδοχώρας. Το 356 π.Χ. γίνεται ορατή η απειλή από τους Θράκες και οι κάτοικοι ζητούν τη βοήθεια του βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππου Β’ που βρισκόταν στην Αμφίπολη. Ο Φίλιππος αναγνωρίζοντας τη μεγάλη οικονομική αλλά και στρατηγική σημασία της πόλης την καταλαμβάνει, φέρνει νέους Μακεδόνες αποίκους, αυξάνει τον πληθυσμό της, εκμεταλλεύεται τα κοιτάσματα χρυσού στο όρος Παγγαίο και χτίζει στην πόλη θέατρο και ένα μεγάλο τοίχος για την προστασία της. Ενδεικτικό της μεγάλης οικονομικής σημασίας είναι ότι τα δύο χρυσωρυχεία, τα Άσυλα και η Σκαμπτή ύλη, απέδιδαν πάνω από χίλια χρυσά τάλαντα το χρόνο. Το 168 π.Χ. ο Αιμίλιος Παύλος χωρίζει τη Μακεδονία σε 4 διοικητικές περιφέρειες, τις μερίδες (regions), από τις οποίες στην πρώτη, με πρωτεύουσα την Αμφίπολη, άνηκαν και οι Φίλιπποι. Το 42 π.Χ. διεξήχθη κοντά στον ποταμό Ζυγάκτης σε απόσταση 3,5 χλμ. από τους Φιλίππους, η περίφημη μάχη μεταξύ του στρατού της τριανδρίας, με αρχηγούς τον Αντώνιο και τον Οκτάβιο, και των δημοκρατικών Βρούτο και Κάσσιο, δολοφόνους του Ιουλίου Καίσαρα. Το τέλος της μάχης βρίσκει νικητές τους Αντώνιο και Οκτάβιο και σηματοδοτεί μια καινούργια εποχή για την πόλη. Με τη μάχη αυτή συνδέεται και η γνωστή φράση «όψει δέ με περί Φιλίππους» που είχε την παραίσθηση ότι άκουσε ο Βρούτος να του λέει ο δολοφονημένος Καίσαρας. Η πόλη ανακηρύσσεται σε κολωνία με το όνομα Colonia Victrix Philipensium (ο Λουκάς αναφέρεται στους Φιλίππους και τους χαρακτηρίζει: «Φιλίππους, ήτις εστίν πρώτης μερίδος της Μακεδονίας πόλις, κολωνία», Πράξ. 16:12), ενώ εγκαθίσταται σημαντικός αριθμός από βετεράνους στρατιώτες.

Δώδεκα χρόνια αργότερα ο Οκτάβιος (αυτοκράτορας Αύγουστος) την ονόμασε Colonia Iulia Augusta Philippensis στέλνοντας πολλούς αποίκους και κτίζοντας πολλά κτίρια ανάμεσά τους το Forum, ένα υδραγωγείο, την παλαίστρα και πολλά ιερά. Το όνομα Colonia Iulia Augusta Philippensis φαίνεται ότι είχε κατά νου ο Παύλος όταν αποκάλεσε τους Χριστιανούς Φιλιππησίους και όχι με το παραδοσιακό Φιλιππείς. Ως μία ρωμαϊκή κολωνία (η πόλη ήταν μια μικρογραφία τη Ρώμης) οι πολίτες της απολάμβαναν ελευθερία (Libertas) που σήμαινε αυτοδιοίκηση της πόλης, απαλλαγή από την φορολόγηση και τον φόρο υποτελείας (Immunitas), και ιταλικό δίκαιο (Italicum), δηλαδή ίσα δικαιώματα με τους κατοίκους των ιταλικών πόλεων. Στο πλαίσιο της αυτοδιοίκησης εξέλεγαν κάθε χρόνο δύο ανώτερους άρχοντες (η επίσημη λατινική ορολογία ήταν duumviri iure dicuno, ενώ ο Λουκάς αναφέρεται σε αυτούς με τα ονόματα «άρχοντες», «στρατηγούς», Πράξ. 16:19-20, ονόματα με τα οποία επίσης τους αποκαλούσαν), που διαχειρίζονταν τα ζητήματα της πόλης μπροστά από τους οποίους στις δημόσιες εμφανίσεις τους προπορεύονταν δύο ραβδούχοι (Πράξ. 16:35), κρατώντας μαστίγιο και πέλεκυ που υποδήλωνε τη δικαστική εξουσία τους.

Ιδιαίτερο αρχαιολογικό και ιστορικό ενδιαφέρον για τους Χριστιανούς έχει το οκτάγωνο που έχει ανασκαφεί στην αρχαία πόλη και που είναι από τους πρώτους ευκτήριους οίκους στην Ευρώπη. Το 314 μ.Χ., 2 χρόνια μετά τον τερματισμό του αυτοκρατορικού διωγμού, η σημαντική χριστιανική κοινότητα, αγοράζει ένα μικρό κομμάτι γης και κτίζει ευκτήριο οίκο. Μέχρι το τέλος του 4ου αιώνα επεκτάθηκε τρεις φορές και κάλυψε τρία οικοδομικά τετράγωνα, αναπτυσσόμενο σε ένα σύμπλεγμα εκκλησιαστικών οικοδομημάτων. Εντυπωσιακό είναι και το βαπτιστήριο που ανακαλύφτηκε και χρονολογείται από το 314 ως 400 μ.Χ. Η χριστιανική κοινότητα στους Φιλίππους πρέπει να υπέστη σκληρό διωγμό, όπως διαφαίνεται από την ανακάλυψη ρωμαϊκού θεάτρου, στο οποίο γίνονταν θηριομαχίες με ανθρώπινα θύματα, μεγάλο μέρος των θυμάτων θα ήταν σίγουρα και χριστιανοί.
Η Εγνατία οδός έφερνε στην πόλη πολλά ανατολικά θρησκευτικά ρεύματα που αναμειγνύονταν με τις ρωμαϊκές και ντόπιες δοξασίες δημιουργώντας ένα ψηφιδωτό θρησκειών και δοξασιών, όπως γινόταν σε όλη τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Στην Κ. Διαθήκη αναφέρεται ότι ο απ. Παύλος με τη συνοδεία του (τον Σίλα, τον Τιμόθεο και τον Λουκά) μέσω της Εγνατίας οδού πηγαίνουν από τη Νεάπολη (Καβάλα) στους Φιλίππους. Ο Παύλος, σύμφωνα με τη συνήθειά του περίμενε το Σάββατο για να επισκεφτούν τη συνάθροιση των Ιουδαίων για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο. Η στρατηγική του Παύλου ήταν να κηρύττει το Ευαγγέλιο σε μεγάλες και σημαντικές πόλεις όχι μόνο γιατί στις εκεί συναγωγές των Ιουδαίων θα έβρισκε τον πρώτο «άμβωνα», αλλά και γιατί μέσα από τις μεγάλες πόλεις ήταν πιο εύκολο να διαδοθεί ευρύτερα το μήνυμα του ευαγγελίου. Γι’ αυτό και βλέπουμε τον Παύλο να κηρύττει στις σημαντικότερες πόλεις της Μακεδονίας (Φίλιπποι, Θεσσαλονίκη) και της Αχαΐας (Αθήνα, Κόρινθος). Στους Φιλίππους δεν υπήρχε οργανωμένη συναγωγή Ιουδαίων, αλλά «προσευχή», πιθανώς στον ποταμό Ζυγάκτη, έξω από την πόλη. Για τη δημιουργία συναγωγής, σύμφωνα με τους ιουδαϊκούς νόμους, θα πρέπει να υπήρχε απαρτία (minyan) δέκα ιουδαίων ανδρών. Ο ραβί Χαλαφτά, στα Κεφάλαια Πατέρων 3,7, λέει: «Όταν δέκα (άνδρες) κάθηνται ομού και ασχολώνται περί τον Νόμον, η Παρουσία εδρεύει μεταξύ των ως (εν τη Γραφή) λέγεται: Ο Θεός ίσταται εν τη θεία συναθροίσει» (δες και Σανχεδρίν 1,6, «Ο Θεός … συναθροίσει» είναι από τον Ψαλμό 82:1). Οι Ιουδαίοι συνήθιζαν τα Σάββατα και τις εορτές, όταν δεν υπήρχε συναγωγή, να μαζεύονται σε ποτάμια ή θάλασσες, για τις ανάγκες των τελετουργικών καθαρμών, όπου απάγγελλαν τις αρμόζουσες προσευχές και ευχαριστίες.

Ο Παύλος και η συνοδεία του, επισκέπτονται το Σάββατο, την ιουδαϊκή «προσευχή» στο ποτάμι έξω από την πόλη, όπου στις όχθες του ήταν μαζεμένες γυναίκες, Ιουδαίες αλλά και Ελληνίδες που είχαν προσχωρήσει στην ιουδαϊκή πίστη, στις οποίες ο Παύλος μιλάει για το τι έκανε ο Θεός μέσω του Ιησού Χριστού. Μια από τις γυναίκες, με το όνομα Λυδία «σεβόμενη τον Θεό», πιστεύει και βαπτίζεται στο ποτάμι. Στο ποταμό Ζυγάκτη υπάρχει σήμερα Βαπτιστήριο, που σύμφωνα με την παράδοση, ήταν το μέρος της «προσευχής» και το μέρος που η Λυδία βαπτίστηκε. Είναι απίθανο όμως η προσευχή ή η βάπτιση να έγινε σε αυτό το μέρος του ποταμού, γιατί εκεί υπήρχε ρωμαϊκό νεκροταφείο. Η Λυδία ήταν έμπορος πορφύρας, μια ακριβή και πολυτελής χρωστική ουσία με την οποία έβαφαν υφάσματα, και καταγόταν από τα Θυάτειρα της μικρασιατικής Λυδίας (έχει υποστηριχτεί ότι Λυδία δεν ήταν το αρχικό της όνομα μια και μπορεί να σημαίνει «γυναίκα από τη Λυδία»). Τα Θυάτειρα ήταν μια πόλη φημισμένη για την παραγωγή πορφύρας, γνωστή ήδη από την εποχή του Ομήρου (Ηλιάδα δ 141). Η Λυδία, που ήταν πλούσια και πιθανόν να εξασκούσε το επάγγελμα του αποθανόντα άντρα της, προσκαλεί τον Παύλο και τη συνοδεία του στο σπίτι της.
Μια μέρα που ο Παύλος με τη συνοδεία του πήγαινε στον τόπο της προσευχής, τους συνάντησε μια «παιδίσκη» που είχε «πνεύμα πύθωνα» (Πράξ. 16:16). Το όνομα «πύθωνα» που αποδιδόταν αρχικά μόνο στην ιέρεια του Πύθιου Απόλλωνα στους Δελφούς, βαθμιαία επεκτάθηκε σε όλους τους μάντεις. Η σύνδεση του «πύθωνα» με τους μάντεις συμβόλιζε απλώς τον θεό Απόλλωνα. Ο Πλούταρχος μας δίνει την πληροφορία ότι «πύθωνες» ονομάζονταν οι εγγαστρίμυθοι (Πλούταρχος Ηθικά, 414 Ε). Ο Παύλος μετά την επί μέρες ενόχληση της κοπέλας, που φώναζε ότι ήσαν «δούλοι του Θεού του υψίστου», παραγγέλλει στο πνεύμα να την αφήσει. Οι άνθρωποι που εκμεταλλεύονταν τη νεαρή μάντισσα εξοργίστηκαν και τον κατήγγειλαν στους άρχοντες της πόλης. Τον κατηγόρησαν ότι κόμιζε δοξασίες ξένες προς τους Ρωμαίους, μη μπορώντας να τον κατηγορήσουν για την πραγματική αιτία της οργής τους, που ήταν η απώλεια των εισοδημάτων. Οι άρχοντες τις πόλης (στρατηγοί) διέταξαν να τους ραβδίσουν και να τους βάλουν στη φυλακή. «Lictor, expedi vigras, ad verbera!», δηλαδή «Ραβδούχε, λύσε τις βέργες, χτύπα», ήταν η διαταγή των στρατηγών προς τους ραβδούχους, οι οποίοι αμέσως εκτέλεσαν την διαταγή. Ο Παύλος αργότερα θυμάται τις τιμωρίες και τις φυλακίσεις που υπέστη για το όνομα του Ιησού: «αλλά προπαθόντες και υβρισθέντες καθώς οίδατε εν Φιλίπποις» (Α’ Θεσ. 2:2). Στη φυλακή γίνεται μεγάλος σεισμός και ο Παύλος απελευθερώνεται. Ο δεσμοφύλακας πιστεύει και βαπτίζεται αυτός και ο οίκος του. Την άλλη μέρα οι στρατηγοί διατάζουν να τους αφήσουν ελεύθερους για να φύγουν από την πόλη. Ο Παύλος μη θέλοντας να φύγει με αυτόν τον τρόπο επικαλείται την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη (Civis Romanus Sum) αναγκάζοντας τους στρατηγούς να αλλάξουν συμπεριφορά, φοβούμενοι για την απρεπή συμπεριφορά τους απέναντι του, και τον παρακαλούν να φύγει. Ο Παύλος επισκέπτεται τους νέους πιστούς στο σπίτι της Λυδίας, τους ενθαρρύνει και αναχωρεί από την πόλη, αφήνοντας πίσω τον Λουκά (αυτό συμπεραίνεται από την αλλαγή στην αφήγηση των γεγονότων στο κείμενο των Πράξεων από το πρώτο πληθυντικό στο τρίτο). Στον Λουκά έχει υποστηριχτεί ότι πιθανόν να αναφέρεται ο Παύλος με το χαρακτηριστικό «σύζυγε» (πιστέ μου σύντροφε) όταν τον καλεί να συμβάλει θετικά στη διένεξη μεταξύ δύο γυναικών που υπήρχε στην εκκλησία των Φιλίππων, «ναι ερωτώ και σε, γνήσιε σύζυγε, συλλαμβάνου αυτές» (Φιλιπ. 4:2). Ο Παύλος θα επισκεφτεί και άλλες φορές τους πιστούς στους Φιλίππους (Πράξ. 20:1, 3-4) και θα τους γράψει ένα πολύ τρυφερό γράμμα (Προς Φιλιππησίους Επιστολή). Οι πιστοί στους Φιλίππους δεν θα ξεχάσουν τον Παύλο και στις ανάγκες του θα του συμπαρασταθούν γενναιόδωρα «εν Θεσσαλονίκη και άπαξ και δις εις την χρείαν μοι επέμψατε» (Φιλιπ. 4:16). Η οικονομική βοήθεια που επανειλημμένα οι Φιλιππήσιοι έστειλαν στον Παύλο υποστηρίζεται από την οικονομική ευρωστία που γνώρισε η πόλη από το πρώτο μισό του 1ου αιώνα με αποκορύφωμα τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ.

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση το σπίτι της Λυδίας βρισκόταν στην περιοχή που έχει σήμερα το όνομα της, δυτικά από τους Φιλίππους. Η θέση που μίλησαν οι απόστολοι, πάντα σύμφωνα με την τοπική παράδοση, βρίσκεται δίπλα στο σημερινό ξενοδοχείο Λυδία. Η προφορική παράδοση ταυτίζει τη φυλακή στην οποία φυλακίστηκε ο Παύλος με μία ρωμαϊκή κινστέρνα που βρίσκεται βόρεια από τη Βασιλική Α. Η κινστέρνα, μικρή στις διαστάσεις, αποτελείται από δύο συνεχόμενους χώρους με θολωτή στέγη. Ανακαλύφτηκε τυχαία το 1878 και οι έρευνες έδειξαν ότι μετά την καταστροφή των Φιλίππων (8ος αιώνας), η χριστιανική λατρεία μεταφέρθηκε από τον οκτάγωνο στη «φυλακή», που έκτοτε χρησιμοποιείτο ως παρεκκλήσι, διακοσμημένο με παραστάσεις από τη ζωή του Παύλου, όπως η σύλληψη, η μαστίγωση από τους ραβδούχους, η βάπτιση του δεσμοφύλακα και της οικογένειάς του κτλ. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, στο οκτάγωνο, στο χώρο του ιερού βήματος, κτίστηκε μικρό ναΐδριο στο οποίο ξαναγύρισε η χριστιανική λατρεία.
Σήμερα, οι Κρηνίδες είναι η πόλη που ταυτίζεται με τους Φιλίππους της εποχής του Παύλου. Απέχει λιγότερο από χιλιόμετρο από τον αρχαιολογικό χώρο των Φιλίππων, ο πληθυσμός της ανέρχεται περίπου στους 3.000 κατοίκους και είναι κυρίως αγροτικός. Επίσης ασχολούνται και με το εμπόριο. Στην ευρύτερη περιοχή και συγκεκριμένα 5 χλμ. από τον αρχαιολογικό χώρο, υπάρχει το χωριό Φίλιπποι, το οποίο όμως δεν έχει καμιά σχέση με τους αρχαίους Φιλίππους.

Φοίνικας (Φοίνιξ)
Ο Φοίνικας ήταν αρχαίο λιμάνι και πόλη στο ακρωτήριο Φοίνιξ, στο νότιο μέρος της Κρήτης. Ήταν επίνειο της Ανωπόλεως (ή Αραδήνος). Κατοικήθηκε από τα Μινωικά χρόνια και άκμασε λόγω του λιμανιού του. Απέχει 74 περίπου χλμ. από την πόλη των Χανίων. Ταυτίζεται για άλλους με το σημερινό Λουτρό και για άλλους με τα σημερινά Λιβανανιά.
Σύμφωνα με την Κ. Διαθήκη, πρόκειται για το λιμάνι που προσπάθησε να πλεύσει το πλοίο, που μετέφερε τον Παύλο προς τη Ρώμη. Η απόφαση για να πλεύσουν προς τον Φοίνικα ήταν του εκατόνταρχου μετά από σύμφωνη γνώμη του πλοιάρχου και του ναύκληρου, καθώς έβλεπε προς τα δυτικά και ΒΔ και θεωρούσαν ότι ήταν κατάλληλο για να περάσουν το χειμώνα. Στην απόφαση αυτή δε συμφώνησε ο Παύλος. Ξεκινώντας με νοτιά και με πορεία κοντά στις ακτές της Κρήτης βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα σφοδρό άνεμο, τον Ευροκλύδων (Πραξ. 27:14), που τους παρέσυρε προς την Αδριατική θάλασσα. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι, όλοι πάνω στο πλοίο, πλοίαρχος, ναύτες, ιδιοκτήτης, Παύλος ήταν καλά πληροφορημένοι για τα λιμάνια της Κρήτης. Αυτό δείχνει τη στρατηγική θέση του νησιού στα μεγάλα ταξίδια της εποχής εκείνης.
Σήμερα, μετά από μιάμιση περίπου ώρα πεζοπορία από την Αγία Ρούμελη των Σφακιών προς το Λουτρό συναντάει κανείς μια ερημική παραλία με μαύρη άμμο. Στην παραλία αυτή υπάρχει το παλιό εκκλησάκι του Αποστόλου Παύλου, χτισμένο στη μνήμη της άφιξής του στην περιοχή του Φοίνικα.

Χίος
Η Χίος είναι ένα από τα νησιά του Β.Α. Αιγαίου, νότια της Λέσβου και απέχει 153 ναυτικά μίλια από τον Πειραιά. Έχει έκταση περίπου 842 τ. χλμ. και είναι το πέμπτο σε μέγεθος ελληνικό νησί μετά τα νησιά Κρήτη, Εύβοια, Ρόδο και Λέσβο. Βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τις ακτές της Μικρά Ασίας. Το συνολικό μήκος των ακτών της ξεπερνάει τα 200 χλμ. Υπάγεται διοικητικά μαζί με τα Ψαρά και τις Οινούσσες στο Νομό Χίου και απέχει από τον Πειραιά 153 ναυτικά μίλια (περίπου 8 ώρες).

Σύμφωνα με τη μυθολογία, το νησί πήρε το όνομά του από τον Χίο, το γιο του Ποσειδώνα ή του Ωκεανού. Στην αρχαιότητα ονομαζόταν και Οφιούσα, Αιθάλη, Μάκρις και Πιτυούσα. Γύρω στο 3000 π.Χ., εμφανίστηκαν οι πρώτοι κάτοικοι στη Χίο, οι Πελασγοί. Αργότερα, στο νησί εγκαταστάθηκαν Αχαιοί, και το 1100 π.Χ. οι Ίωνες. Από τότε, η Χίος άρχισε σταθερά να προοδεύει και τον 6ο π.Χ. αιώνα έφθασε στο απόγειο της ακμής της. Οι Χιώτες παρήγαγαν περίφημο κρασί και καλλιεργούσαν την επική ποίηση και τη γλυπτική και εξασφάλιζαν τα προς το ζην από το δουλεμπόριο. Είναι γενικά αποδεκτό ότι ο Όμηρος καταγόταν από τη Χίο και έζησε σε αυτήν τον 8ο αιώνα π.Χ. Το 493 π.Χ., η Χίος υποδουλώθηκε στους Πέρσες και εξαναγκάστηκε να πολεμήσει στο πλευρό τους εναντίον των Ελλήνων. Σύντομα ελευθερώθηκε και από το 478 π.Χ. εντάχθηκε στην Αθηναϊκή Συμμαχία. Η Χίος κατακτήθηκε το 1566 από τους Τούρκους. Το 1821 μαζί με τη Σάμο συμμετείχε στην επανάσταση, αλλά τον επόμενο χρόνο οι Τούρκοι θέλοντας να τους τιμωρήσουν έσφαξαν 85.000 άτομα. Η άγρια αυτή σφαγή της Χίου συγκλόνισε την κοινή γνώμη της Ευρώπης και ενέπνευσε καλλιτέχνες όπως τον συγγραφέα Βίκτωρ Ουγκώ (Victor Hugo) και τον ζωγράφο Ντελακρουά (Eugene Delacroix). Ένας ισχυρός σεισμός το 1881 άφησε επίσης πολλά θύματα και προκάλεσε ανυπολόγιστες καταστροφές. Κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, το 1912, ο ελληνικός στρατός κατέλαβε το νησί και το ενέταξε στην Ελλάδα. Η Χίος είναι η πατρίδα των Αδαμάντιου Κοραή, Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, Νεοφύτου Βάμβα. Στη Χίο υπάρχει ο ναός των Αγίων Αποστόλων που είναι μικρό αντίγραφο της Νέας Μονής και είναι βυζαντινό μνημείο. Ο ναός οικοδομήθηκε στα μέσα του 4ου αιώνα και λειτουργεί κάθε χρόνο στις 29 Ιουνίου, ημέρα μνήμης των αγίων Πέτρου και Παύλου.

Στην Κ. Διαθήκη αναφέρεται ότι την επισκέφτηκε ο Παύλος κατά την επιστροφή του από το τρίτο ιεραποστολικό ταξίδι, όπου και παρέμεινε για μία μέρα. Την εποχή εκείνη βρισκόταν υπό ρωμαϊκή κατοχή.

Η σημερινή Χίος είναι εύπορο νησί με πυκνή βλάστηση κι άφθονα νερά. Οι κάτοικοί της ασχολούνται με τη ναυτιλία (είναι πατρίδα των περισσοτέρων Ελλήνων εφοπλιστών), το εμπόριο, τη γεωργία, την αλιεία και τα τελευταία χρόνια με τον τουρισμό, καθώς προσφέρει όμορφες και καθαρές παραλίες. Από τα πιο χαρακτηριστικά προϊόντα του νησιού είναι η περίφημη μαστίχα Χίου. Κυριότερα μέρη του νησιού είναι η Χίος, ο Βροντάδος, η Βολισσός, τα Μεστά, τα Θυμιανά, τα Καρδάμυλα.

 

Advertisements

About kostastz

ΙΣΤΟΡΙΑ- ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΤΕΧΝΗ-ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
This entry was posted in ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, ΔΙΑΦΟΡΑ. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s