ΤΟ ΥΓΡΟ ΠΥΡ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ

ΤΟ ΥΓΡΟΝ ΠΥΡ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΧΥ

ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΑΤΗΡ ΠΑΝΤΩΝ ΕΣΤΙ

Οι αρχαίοι Έλληνες υπήρξαν πρωτοπόροι σε κάθε τομέα του πολιτισμού. Μοιραία λοιπόν δεν θα μπορού­σαν να υστερήσουν και στην πολεμική τεχνολογία, εφόσον μάλιστα, όπως πίστευαν «Πόλεμος πατήρ πάντων εστί» (ο πόλεμος είναι ο πατέρας των πάντων). Η παρεξηγημένη αυτή φράση του Ηρακλείτου δεν εκφράζει, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι, το φιλοπόλεμο και «ιμπεριαλιστικό» πνεύμα των αρχαίων Ελλήνων. Αντιθέ­τως εκφράζει τη μεγάλη αλήθεια του αρχαίου κόσμου, ότι η ανάγκη γεννά. Η ανάγκη αντιμετώπισης υπερτέρων αντιπάλων ήταν η γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας και ανάπτυξης «ειδικών» όπλων, ήδη από τους χρόνους που γεννήθηκε ο πολιτισμός στην πατρίδα μας, περί την 9η χιλιετία π.Χ. …

Οι σχεδόν πάντα αριθμητικώς ασθενέ­στεροι Έλληνες δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να ανα­πτύξουν ειδικές δυνατότητες, οι οποίες θα τους επέτρε­παν να αντιμετωπίσουν επί ίσοις όροις τους πολυπληθείς αντιπάλους τους. Δυστυχώς η υψηλή τεχνολογία χρησιμοποιήθηκε όμως και στους αδελφοκτόνους πολέ­μους, μεταξύ των Ελλήνων, αν και όχι στην ίδια έκταση που χρησιμοποιήθηκε κατά των διαφόρων αλλοφύλων αντιπάλων, είτε αυτοί ελέγοντο Άριοι, είτε Πέρσες, είτε Ρωμαίοι, είτε Οθωμανοί, είτε οπωσδήποτε αλλιώς.

Η κομβική θέση του Βυζαντίου στην ιστορία του πολιτισμού -θέση η οποία ενισχύεται από τη μακροβιότητα μίας αυτοκρατορίας που γεννήθηκε στα τέλη της Αρχαιότητος για να πεθάνει λίγο πριν την Αναγέννηση- είναι εμφανής σε πολλούς τομείς. O τομέας του πολέμου στο Βυζάντιο γνώρισε συνεχείς εξελίξεις στην επινόηση νέων όπλων και στη βελτίωση των υπαρχόντων, αποτέλεσμα της προσπάθειας υπερίσχυσης έναντι του αντιπάλου και αντιμετώπισης των επιθετικών του διαθέσεων. Η επέλαση των Αράβων το 673 στη Συρία, δημιούργησε ένα κύμα προσφύγων που κατέφυγε μέσα στα ασφαλή τείχη της Κωνσταντινούπολης.

Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν κι ένας Έλληνας της Συρίας, ονόματι Καλλίνικος, ο οποίος κουβαλούσε μαζί του μιαν εκρηκτική συνταγή ενός πρωτάκουστου όπλου, ενός υπερόπλου που θα έμενε στην Ιστορία ως το «υγρόν πυρ» ή αλλιώς «Ελληνικόν πυρ» ή και ως «θαλάσσιον πυρ». Παρόμοιες πρωτόλειες τεχνικές χρησιμοποιούσε ήδη και ο στρατός των Ρωμαίων, όπως και οι Πέρσες. Ωστόσο το «Υγρό Πυρ» των Βυζαντινών ξεχώριζε χαρακτηριστικά από την εξελιγμένη σύνθεση των εμπρηστικών υλών που χρησιμοποιούσαν αλλά κυρίως από την τεχνολογία παροχέτευσης, δηλαδή τον προηγμένο μηχανισμό ψεκασμού του εύφλεκτου υλικού.

Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

Η Βυ­ζα­ντι­νή Αυ­το­κρα­το­ρία, ή εν συ­ντο­μί­α Βυ­ζά­ντιο, στην μα­κραί­ω­νη πο­ρεί­α της (324 μ.Χ., θεμελίωση της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, 330 μ.Χ. – 1453 μ.Χ., ε­γκαίνια – πτώ­ση και ά­λω­ση της
Κων­στα­ντι­νού­πο­λης), υ­πήρ­ξε ως κράτος για χί­λια και πλέ­ον χρό­νια, πέ­τυ­χε να α­νέλ­θει στον
πο­λι­τι­σμι­κό στί­βο και να χα­ρα­κτη­ρί­ζει ο­λό­κλη­ρη ε­πο­χή, τη λε­γό­με­νη «Βυ­ζα­ντι­νή Πε­ρί­οδο», αλ­λά και την με­τέ­πει­τα που χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ως «Με­τα­βυζα­ντι­νή». Αν και ξε­κί­νη­σε σε πο­λι­τι­κό και διοι­κη­τι­κό ε­πί­πε­δο ως ε­ξέλι­ξη του Ρω­μα­ϊ­κού κρά­τους, γρή­γο­ρα α­πέ­κτη­σε την ταυ­τότη­τά της ως Χρι­στια­νι­κή και με­τά το Σχί­σμα των Εκ­κλη­σιών ως Ορ­θό­δο­ξη Χρι­στια­νι­κή, και Ελ­λη­νι­κή Αυ­το­κρα­τορί­α.

Το Χρι­στια­νι­κό και το Ελ­λη­νι­κό στοι­χεί­ο συν­θέ­τουν δυ­να­μι­κά την πο­λι­τι­σμι­κή της ι­διο­τυ­πί­α. Οι
εκ­φρά­σεις του Βυ­ζα­ντι­νού πο­λι­τι­σμού εί­ναι ποι­κί­λες και πο­λυ­διά­στατες: παι­δεί­α, γράμ­μα­τα, κα­λές τέ­χνες (π.χ. α­γιο­γρα­φί­α), μου­σι­κή (π.χ. υ­μνο­γρα­φία), αρ­χι­τε­κτο­νι­κή (π.χ. τα πε­ρί­φη­μα τρι­πλά
δια­βαθ­μι­ζό­με­να τεί­χη της Κων­στα­ντι­νούπο­λης και οι τρεις τά­φροι πέ­ριξ των τει­χών με την ε­ξω­τε­ρι­κή τά­φρο να εί­ναι υ­δά­τι­νη, ο να­ός της Α­γί­ας Σο­φί­ας, δια­χρο­νι­κό σύμ­βο­λο του Χρι­στια­νι­σμού και του
Ελ­λη­νι­σμού, με αρ­χι­τέ­κτο­νες τον Αν­θέ­μιο α­πό τις Τράλ­λεις και τον Ι­σί­δω­ρο α­πό τη Μί­λη­το της Μ.
Α­σί­ας, ο ο­ποί­ος εί­ναι ο πρώ­τος να­ός με τον και­νούρ­γιο ρυθ­μό της βα­σι­λι­κής με­τά τρού­λου.

Την ο­ποί­α Α­γί­α Σο­φί­α α­ντι­κρί­ζο­ντας ο Ιου­στι­νια­νός Α’ λέ­γε­ται ό­τι α­να­φώνη­σε «Νε­νί­κη­κάς σε,
Σο­λο­μών», και η γε­νι­κό­τε­ρη οι­κο­δομι­κή ανά­πτυ­ξη και πο­λι­τι­κή με μνη­μεια­κό γνώ­μο­να που α­σκή­θη­κε α­πό τον Αυ­το­κράτο­ρα Ιου­στι­νια­νό Α΄), πο­λε­μι­κή τε­χνο­λο­γί­α, θρη­σκεί­α, ε­πι­στή­μες ό­πως ια­τρι­κή –
χει­ρουρ­γι­κή (π.χ. η «Σύ­νο­ψις Ιστο­ριών» του Σκυ­λί­τζη α­να­φέ­ρει την πρώτη κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη στον
κό­σμο ε­πέμ­βα­ση χω­ρι­σμού Σια­μαί­ων στην Κωνσταντι­νού­πο­λη, πε­ρί­που 944 – 948, α­πό­δει­ξη του
υ­ψη­λού ε­πι­πέ­δου της Βυζα­ντι­νής ια­τρι­κής χει­ρουρ­γι­κής), ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή και δι­πλω­μα­τί­α κ.α.

Ε­πί­σης, ο λα­μπρός και προ­ηγ­μέ­νος πο­λι­τι­σμός που δη­μιουρ­γή­θη­κε ε­κεί­νη την πε­ρί­ο­δο στην Α­να­το­λή α­ντι­δια­στέλ­λε­ται σα­φώς με τον ε­πο­νο­μα­ζό­με­νο «Με­σαί­ω­να», την πα­ράλ­λη­λη χρο­νι­κά πε­ρί­ο­δο που χα­ρα­κτη­ρί­ζει τον πο­λι­τι­σμό της Δύ­σης, με κυ­ρί­αρ­χα γνω­ρί­σμα­τα την ο­πι­σθο­δρό­μη­ση και το
σκο­τα­δι­σμό, εξ ου και ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός του «Σκο­τει­νά Χρό­νια» («Dark Ages»). Ο δυ­τι­κός πολι­τι­σμός ή­ταν και, ε­κτός των υ­πο­λοί­πων, α­ντα­γω­νι­στι­κός σε διά­φο­ρες πα­ρα­μέτρους προς το Βυ­ζά­ντιο και τον πο­λι­τι­σμό του. Το μέ­γε­θος και η α­ξί­α του Βυζα­ντι­νού πο­λιτι­σμού προ­βάλ­λουν α­ντι­θε­τι­κά προς τη στα­τι­κή και σκο­τα­διστι­κή Με­σαιω­νι­κή Δύ­ση.

Πα­ράλ­λη­λα, εί­ναι α­διαμ­φι­σβή­τη­τη η προ­σφο­ρά του και η ώ­θη­ση που προ­σέ­δω­σε σ’ αυ­τήν, α­φού με­τά την Ά­λω­ση της Πό­λης δι­δά­σκα­λοι και λό­γιοι του Βυ­ζα­ντί­ου με­τα­να­στεύ­ουν στη Δύ­ση ό­που
με­τα­λα­μπα­δεύ­ουν τον Ελ­λη­νι­κό πο­λι­τι­σμό και τις αν­θρω­πι­στι­κές α­ξί­ες και αρ­χές του, ό­που
βα­σί­στη­κε η δυ­τι­κή Α­να­γέν­νη­ση (15ος – 16ος αιώνας). Η δη­μιουρ­γί­α του Βυ­ζα­ντί­ου και η ε­ξέ­λι­ξή του συν­δέ­ε­ται ά­με­σα με την ί­δρυση και την ε­ξέ­λι­ξη της πρω­τεύ­ου­σάς του, της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης. Η Κων­στα­ντι­νούπο­λη ι­δρύ­ε­ται α­πό το Με­γάλο Κων­στα­ντί­νο ό­ταν αυ­τός, ως Ρω­μαί­ος Αυ­το­κρά­τορας,
α­πο­φα­σί­ζει να με­τα­φέ­ρει την πρω­τεύ­ου­σα της Ρω­μα­ϊ­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας α­πό τη Ρώ­μη στο αρ­χαί­ο Βυ­ζά­ντιο.

Στον Κε­ρά­τιο Κόλ­πο και στη νό­τια πλευ­ρά του πορ­θμού του Βο­σπό­ρου με εί­σο­δο α­πό το Αι­γαί­ο
Πέ­λα­γος, εκεί θέλει να κτί­σει ο Με­γάλος Κων­στα­ντί­νος τη «Nova Roma», τη «Νέ­α Ρώ­μη». Ο ι­δρυ­τής της, δί­νει αυ­τό το ό­νο­μα στην Πό­λη, η Νέ­α Ρώ­μη, αλ­λά η ο­νο­μα­σί­α του λα­ού ως «Πό­λη του
Κων­στα­ντί­νου» δη­λα­δή, «Κων­στα­ντι­νού­πο­λη» ε­πι­κρα­τεί ως σή­με­ρα. Η ε­πι­λο­γή της το­πο­θε­σί­ας του Βυ­ζα­ντί­ου δεν ή­ταν τυ­χαί­α. Εκτός των άλ­λων πα­ρα­μέ­τρων βά­σει των ο­ποί­ων ο Μέ­γας Κων­στα­ντί­νος τε­λι­κά ε­πι­λέ­γει, θε­με­λιώνει και κτί­ζει ε­κεί την πρω­τεύ­ου­σα του κρά­τους του ή­ταν και η φυ­σι­κή
ο­χύ­ρωση και προ­στα­σί­α.

Το Βυ­ζά­ντιο και ι­διαί­τε­ρα η α­κρό­πο­λή του προ­στα­τευό­ταν σχε­δόν εξ ο­λο­κλή­ρου από τη θά­λασ­σα με ε­ξαί­ρε­ση τη δυ­τι­κή πλευ­ρά, η οποία προφυλασσό­ταν με τείχη, πράγ­μα που προ­σέ­δι­δε πλε­ο­νέ­κτη­μα στη δυ­να­τό­τητα υ­πε­ρά­σπι­σής της έναντι των ουκ ο­λί­γων ε­χθρι­κών ε­πι­θέ­σε­ων, ε­πε­λά­σε­ων,
πο­λιορ­κιών, ε­πι­δρο­μών και διεκδική­σε­ων. Η προ­στα­σί­α και η ε­πι­βί­ω­ση της μα­κραί­ω­νης Βυ­ζα­ντι­νής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας, η οποί­α α­πλω­νό­ταν σε τε­ρά­στια έ­κτα­ση, συ­νά­μα και της Βα­σι­λεύ­ου­σας, α­πό
ε­χθρούς, υ­πήρ­ξε μέγιστο ζη­τού­με­νο. Η α­πό­κρου­ση και η α­πο­σό­βηση των κιν­δύ­νων των ε­χθρι­κών
ε­πι­χει­ρή­σε­ων και ε­πι­θέ­σε­ων, ώ­στε να δια­σφα­λιστεί η α­κε­ραιό­τη­τά της, α­ξί­ω­νε α­ξιό­μα­χο και ευ­κλε­ές στρά­τευ­μα που θα διέθε­τε τον α­νά­λο­γο ο­πλι­σμό.

Συ­νά­μα, α­παι­τού­σε και την κα­τάλ­λη­λη υλι­κο­τε­χνική ορ­γά­νωση και υ­πο­δο­μή, σε ε­πί­πε­δο πο­λέ­μου,
ά­μυ­νας και ε­πί­θε­σης (κατασκευα­στι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, ο­χυ­ρω­μα­τι­κή αρ­χι­τε­κτο­νι­κή, α­νά­πτυ­ξη
τει­χο­ποι­ί­ας, ο­χυ­ρώ­σεις, ε­πι­τει­χι­σμοί, ι­κα­νός πο­λε­μι­κός στό­λος και χερ­σαί­ο στρά­τευμα, πο­λε­μι­κή
τε­χνολο­γί­α, εξέλιξη ο­πλι­κών συ­στη­μά­των, πο­λιορ­κη­τι­κή τέ­χνη, με εν­δει­κτι­κό έρ­γο το «Πε­ρί
Πο­λιορ­κη­τι­κής» του Ή­ρωνα του Βυ­ζά­ντιου, στρα­τιω­τι­κές και ναυ­τι­κές βά­σεις, κ.τ.λ.), πέ­ρα α­πό την ε­πι­λο­γή της δι­πλω­μα­τι­κής τέ­χνης και των ε­λιγ­μών σε ε­πί­πε­δο ει­ρή­νης, ό­πως συν­θή­κες ει­ρή­νης,
συμ­μα­χί­ες, δι­πλω­μα­τι­κοί γά­μοι με ξέ­νους η­γε­μό­νες ή ξέ­νες πρι­γκή­πισ­σες, κ.α.

Κι ό­λα αυ­τά για­τί ή­ταν το κέ­ντρο του τό­τε κό­σμου, με έ­ντο­νη πο­λι­τι­σμι­κή – πνευ­μα­τι­κή δρά­ση και ισχυρή κρατι­κή ε­ξου­σί­α, αλ­λά και λό­γω της συσ­σώ­ρευ­σης του με­γα­λύ­τε­ρου μέ­ρους του τό­τε
πα­γκό­σμιου πλού­του στην Αυ­το­κρα­το­ρί­α και ι­διαί­τε­ρα στην υ­πε­ρέ­χου­σα Βα­σι­λί­δα των πόλε­ων.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΑ

Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήρθε πολλές φορές αντιμέτωπη με λαούς που ήθελαν να καταλάβουν τα εδάφη της. Στην προσπάθεια οργάνωσης της άμυνας, οι Βυζαντινές πόλεις αποτελούσαν βασικό άξονα της πολιτικής, στρατιωτικής και εκκλησιαστικής διοίκησης και γι’ αυτό η οχύρωσή τους υπήρξε πρωτεύον μέλημα της Αυτοκρατορικής διοίκησης. Σύμφωνα με το έργο του Προκοπίου »Περί κτισμάτων», ο Ιουστινιανός σε μια προσπάθεια ενίσχυσης της άμυνας του κράτους, χορήγησε χρήματα για να ανακατασκευαστούν τα τείχη πολλών υφιστάμενων πόλεων και για να ιδρυθούν ή να ενισχυθούν με οχυρώσεις τα ειδικής σημασίας στρατηγικά σημεία.

Παράλληλα, οργάνωσε ένα δίκτυο νέων οχυρωμένων πόλεων σε καίριες θέσεις ώστε να εξασφαλιστεί η προστασία των δρόμων και των κόμβων του εμπορίου. Η οχυρωματική τέχνη δεν ήταν άγνωστη στον αρχαίο κόσμο, όμως στη διάρκεια του Βυζαντίου αναπτύχθηκε πολύ με πολλά και εντυπωσιακά παραδείγματα σε όλη την Αυτοκρατορία. Οχυρωμένες πόλεις, ακροπόλεις, κάστρα, πύργοι διατειχίσματα εξυπηρετούσαν την άμυνα του κράτους και εξασφάλιζαν προστασία στους κατοίκους του. Αν και ο Αυτοκράτορας και οι ανώτατοι αξιωματούχοι στηρίζονταν κυρίως στη διπλωματία για την αντιμετώπιση των εχθρικών διαθέσεων των γειτόνων, η οργάνωση του στρατού και του ναυτικού προέβαλε ως επιτακτική ανάγκη.

Η οργάνωση του στρατού στηρίχθηκε στα δύο σώματα: τους λιμιτανέους και τους κομιτατήσιους. Οι λιμιτανέοι ήταν γεωργοί εγκατεστημένοι στα σύνορα, στους οποίους το κράτος παραχωρούσε καλλιεργήσιμη γη με την υποχρέωση να προσφέρουν στρατιωτικές υπηρεσίες. Οι κομιτατήσιοι ήταν ο τακτικός στρατός, υπό την αρχηγία του Αυτοκράτορα, που μπορούσε να μεταφερθεί όπου υπήρχε ανάγκη. Άλλα σώματα στρατού ήταν οι σύμμαχοι, οι βουκελλάριοι και οι ομόσπονδοι, που αποτελούνταν από ξένους μισθοφόρους. Ο Βυζαντινός στρατός όμως, όσο καλά οργανωμένος κι αν ήταν, δε θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ετοιμοπόλεμο και αξιόμαχο σύνολο.

Ένα αξιόμαχο σύνολο ικανό να εγγυηθεί την ακεραιότητα των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και την ασφάλεια των κατοίκων της, αν δε συνοδευόταν από κατάλληλο στρατιωτικό εξοπλισμό (πανοπλία και κράνος) και όπλα. Τα επιθετικά όπλα διακρίνονται στα αγχέμαχα (ξίφος, λόγχη, ρόπαλο, τσεκούρι, τόξα και βέλη) που προορίζονταν για μάχες σώμα με σώμα, και στα εκηβόλα που χτυπούσαν τον εχθρό από απόσταση. Στην τελευταία αυτή κατηγορία ανήκαν τα τειχομαχικά, όσα δηλαδή χρησιμοποιούνταν στις πολιορκίες κάστρων, όπως ο πολιορκητικός κριός, το πετροβόλον, οιελεπόλεις και η χελώνη.

Πέραν του στρατού ξηράς, στο Βυζάντιο οργανώθηκε ιδιαίτερα και το ναυτικό, ως οργανικό τμήμα της διοίκησης των θεμάτων. Έτσι, δημιουργήθηκε ο στόλος των επαρχιών, τα θεματικά πλώιμα, με επικεφαλής στρατηγούς ή δρουγγάριους. Το βασιλικόν πλώιμον ήταν ανεξάρτητος στόλος για την άμυνα της πρωτεύουσας με επικεφαλής τον δρουγγάριο, που είχε ρόλο γενικού ναυάρχου. Το Βυζαντινό πολεμικό ναυτικό διέθετε δρόμωνες, τα δρομώνια και τα χελάνδια που ήταν πλοία εξοπλισμένα αφενός με «ξυλόκαστρα», απ’ όπου οι πολεμιστές μπορούσαν να εκσφενδονίζουν βλήματα εναντίον των εχθρικών πλοίων και αφετέρου με εκτοξευτικές μηχανές για τους «σίφωνες», τα πήλινα ή μεταλλικά δοχεία που περιείχαν το υγρό πυρ.

Το υγρό πυρ αποτελούσε την πιο τελειοποιημένη έκδοση των μέχρι τότε γνωστών εμπρηστικών υλών για πολεμικούς σκοπούς. Η κύρια επιτυχία του κατά τις ναυμαχίες ήταν ότι επέφερε τη σύγχυση και τον πανικό στον εκάστοτε εχθρικό στόλο, που τρεπόταν σε φυγή εξαιτίας της πυρκαγιάς και της κακής επίδρασής της στο ηθικό των πληρωμάτων των ξύλινων πλοίων.

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήρθε πολλές φορές αντιμέτωπη με λαούς που ήθελαν να καταλάβουν τα εδάφη της. Επιδίωξη όλων των Αυτοκρατόρων και των ανώτατων αξιωματούχων ήταν πάντοτε η επίλυση των προβλημάτων με τους γείτονες με διπλωματικά μέσα· πολλές φορές όμως η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Γι’ αυτό μεγάλη σημασία δόθηκε στην καλή οργάνωση του στρατού και του ναυτικού.

Ο Στρατός Ξηράς

Η οργάνωση του στρατού στηρίχθηκε στα δύο σώματα που είχαν δημιουργηθεί από τον Διοκλητιανό: τους λιμιτανέους και τους κομιτατήσιους. Ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος άλλαξε την οργάνωση και τη διοίκηση του στρατού, μεταρρύθμιση που ολοκλήρωσαν οι διάδοχοί του. Δημιουργήθηκαν στρατιωτικές μονάδες, τα θέματα, που βρίσκονταν μόνιμα εγκατεστημένα στις επαρχίες, με σκοπό να ενισχύσουν την άμυνά τους, οι οποίες, μάλιστα, πήραν το όνομά τους από αυτές, π.χ. η περιοχή όπου υπηρετούσαν οι δυνάμεις από την Αρμενία ονομάστηκε θέμα Αρμενιάκων, η περιοχή των Θρακών Θρακώον θέμα κ.ο.κ. Το κάθε θέμα αποτελούσαν από δύο ως τέσσερις τούρμες, ανάλογα με την έκτασή του, με επικεφαλής τον τουρμάρχη.

Η τούρμα χωριζόταν σε δρούγγους με επικεφαλής έναν δρουγγάριο, και οι δρούγγοι σε βάνδα. Κάθε βάνδο είχε 300 – 400 άνδρες και τους διοικούσε ένας κόμης. Επικεφαλής κάθε θέματος ήταν ο στρατηγός, που διοριζόταν συνήθως για διάστημα από τρία έως τέσσερα έτη. Τα στρατεύματα των θεμάτων αποτελούνταν από επαγγελματίες στρατιώτες που ήταν εγκατεστημένοι στην έδρα του στρατηγού και σε στρατηγικής σημασίας πόλεις-κάστρα. Υπήρχαν ωστόσο και στρατιώτες – γεωργοί που ήταν εγκατεστημένοι σε κτήματα που το κράτος τούς είχε παραχωρήσει, με την υποχρέωση να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε καιρό πολέμου.

Σε περιοχές κοντά στα σύνορα, υπήρχαν στρατιωτικά σώματα που τα πρόσεχαν, τα οποία ονομάζονταν κλεισούρες (όπως λέγονται και τα στενά περάσματα ανάμεσα σε δύο βουνά) και είχαν διοικητή τους τον κλεισουράρχη. Με τα στρατεύματα των κλεισουρών είχαν σχέση και οι ακρίτες, που αποτελούσαν στρατιωτικά σώματα επίσης ταγμένα για τη φύλαξη των συνόρων. Από τον 9ο αιώνα οι κύριες δυνάμεις της Αυτοκρατορίας αποτελούνταν από τα τάγματα, δηλαδή τις στρατιωτικές μονάδες που βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη ή σε άλλες μεγάλες πόλεις και αποτελούνταν από επίλεκτες μονάδες. Τα σημαντικότερα από αυτά ήταν:

α) Οι σχολές που ήταν σώμα από έφιππους και πεζούς στρατιώτες.

β) Οι εξκουβίτορες που χρησιμοποιούνταν συχνά σε εμπιστευτικές αποστολές.

γ) Το σώμα του «αριθμού» ή της βίγλας κύρια αποστολή του οποίου ήταν η φρούρηση του παλατιού.

δ) Οι ικανάτοι που ήταν και το νεώτερο σώμα της φρουράς. Διοικητές των σωμάτων αυτών ήταν οι δομέστικοι και οι δρουγγάριοι.

Η προσωπική φρουρά του Αυτοκράτορα ονομαζόταν »εταιρία» και αποτελούνταν από ξένους μισθοφόρους. Τα καθήκοντα των στρατιωτικών σωμάτων ήταν καθορισμένα με ακρίβεια και η διοίκησή τους στηριζόταν στην τάξη και την πειθαρχία, ενώ ποινές προβλέπονταν για παραπτώματα όπως ανυπακοή, λιποταξία, εγκατάλειψη όπλων κ.ά. Το στρατό, ιδίως σε περιπτώσεις εκστρατειών, ακολουθούσε μεγάλος αριθμός ανθρώπων που πρόσφεραν υποστηρικτικές υπηρεσίες, το τούλδον όπως το έλεγαν (επιμελητεία), στο οποίο ανήκαν οι πεταλωτήδες, οι σιδεράδες, οι μάγειροι, οι νοσοκόμοι, καθώς και τα ζώα που μετέφεραν τον εξοπλισμό (εργαλεία, σκηνές, τρόφιμα, όπλα κ.ά.).

Στο βοηθητικό προσωπικό ανήκαν οι ρήτορες και οι κήρυκες (καντάτορες) που εμψύχωναν τους πολεμιστές, οι αγγελιοφόροι (μανδάτορες) που εξασφάλιζαν την επικοινωνία μεταξύ των σωμάτων, οι καλλιτέχνες που διασκέδαζαν τους πολεμιστές, οι κληρικοί που λειτουργούσαν στα στρατόπεδα και στα πεδία της μάχης. Επιπλέον, οι στρατιώτες είχαν δικαίωμα να παίρνουν μαζί τους δούλους ή υπηρέτες για να τους εξυπηρετούν σε διάφορες πρακτικές τους ανάγκες. Η θητεία στον στρατό διαρκούσε πολλά χρόνια. Ορισμένοι, για να αποφύγουν τη στράτευση, γίνονταν μοναχοί ή ακόμα έφταναν στο σημείο να ακρωτηριάζουν μέλη του σώματός τους.

Οι πλούσιοι εξαγόραζαν τη στρατιωτική τους θητεία καταβάλλοντας χρηματικά ποσά που το κράτος χρησιμοποιούσε για να πληρώσει τους μισθοφόρους. Όμως, ο στρατός ήταν μια λύση για όσους δεν είχαν περιουσία. Η αμοιβή ενός στρατιωτικού εκτός από τον τακτικό μισθό, τη ρόγα όπως την έλεγαν, που ήταν ανάλογος με το αξίωμα και με το σώμα όπου υπηρετούσε, περιλάμβανε μερίδιο από τα λάφυρα, φορολογικές απαλλαγές και σιτηρέσιο (ψωμί, κρασί, λάδι και κρέας). Επίσης, οι στρατιωτικοί λάμβαναν και έκτακτες παροχές από τον Αυτοκράτορα, όταν ανέβαινε στον θρόνο ή παντρευόταν ή όταν εορτάζονταν σημαντικά γεγονότα.

Ο Κεκαυμένος, στο έργο του »Λόγος Νουθετητικός προς Βασιλέα» συστήνει να μην μειώνεται ποτέ ο μισθός των στρατιωτών, για να μην υπάρξει κίνδυνος να λιποτακτήσουν (να πάνε με το μέρος του εχθρού). Μετά την ήττα στο Ματζικέρτ (1071) ο στρατός των θεμάτων διαλύθηκε σιγά σιγά, και αντικαταστάθηκε από τον θεσμό της πρόνοιας, δηλαδή την παραχώρηση αγροκτημάτων και φορολογικών εσόδων σε ευγενείς και αξιωματούχους, τους προνοιάριους, με την υποχρέωση να προσφέρουν στρατιωτικές υπηρεσίες σε περίοδο πολέμου. Αυτό το μέτρο όμως απέτυχε και ο στρατός μειώθηκε και βασίστηκε κυρίως στους μισθοφόρους, οι οποίοι βέβαια δεν πολεμούσαν με κίνητρο να σώσουν την πατρίδα τους, αλλά μόνο για τα χρήματα.

Το Ναυτικό

Η εξάπλωση των Αράβων τον 7ο αιώνα απείλησε την κυριαρχία των Βυζαντινών στη θάλασσα και οδήγησε στην αναδιοργάνωση του πολεμικού ναυτικού, το πλώιμον όπως το έλεγαν, επικεφαλής του οποίου τέθηκε ο στρατηγός των καραβησιάνων. Το ναυτικό οργανώθηκε ως οργανικό τμήμα της διοίκησης των θεμάτων. Έτσι, δημιουργήθηκε ο στόλος των επαρχιών, τα θεματικά πλώιμα, με επικεφαλής στρατηγούς ή δρουγγάριους . Το βασιλικόν πλώιμον ήταν ανεξάρτητος στόλος για την άμυνα της πρωτεύουσας με επικεφαλής τον δρουγγάριο του πλώιμου, τον γενικό ναύαρχο. Το κύριο πολεμικό πλοίο κατά τους Βυζαντινούς χρόνους ήταν ο δρόμων που μπορούσε να μεταφέρει μέχρι 300 άνδρες, πολεμιστές και κωπηλάτες.

Άλλοι τύποι πολεμικών πλοίων ήταν το δρομώνιον και το χελάνδιον. Πριν από κάθε αναχώρηση του στόλου, τα πλοία και τους άνδρες επιθεωρούσαν οι διοικητές τους, ενώ οι κληρικοί έψαλλαν ιδιαίτερη ακολουθία για να πάνε όλα καλά. Ο συνηθέστερος τρόπος ναυμαχίας ονομαζόταν πελαγολιμήν: ο πολεμικός στόλος ήταν σε παράταξη ημικυκλίου, στο κέντρο του οποίου βρισκόταν ο δρόμωνας του ναυάρχου, για να δίνει διαταγές που θα την άκουγαν όλοι, ενώ στις άκρες βρίσκονταν οι πιο δυνατοί δρόμωνες. Άλλος τρόπος διάταξης ήταν η κατά μήκος επίθεση, με τις πρώρες στραμμένες προς τον εχθρό.

Σε αντίθεση με την αρχαία ναυτική τακτική, οι ναυμαχίες δεν στηρίζονταν πλέον στον εμβολισμό των εχθρικών πλοίων, αλλά στο πλεύρισμα και στην πρόσδεση στα εχθρικά πλοία· τότε οι στρατιώτες ορμούσαν και η μάχη δινόταν σώμα με σώμα. Με τα χρόνια, η ναυτική δύναμη του Βυζαντίου άρχισε να παρακμάζει και στα τέλη του 13ου αιώνα το ναυτικό διαλύθηκε, αφού πια το κράτος δεν μπορούσε να το συντηρήσει οικονομικά. Έτσι, οι Βενετοί και οι Γενουάτες που μέχρι τότε κατά καιρούς συμμαχούσαν με τον Βυζαντινό στόλο, κυριάρχησαν στη Μεσόγειο.

ΤΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

Τα καράβια που για πολλούς αιώνες εξασφάλισαν την κυριαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στις Ελληνικές θάλασσες και την Μεσόγειο. Η ναυτική ιστορία του Βυζαντίου ξεκινά με την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης (331 μ.Χ.) και την αναγόρευσή της σε πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καθώς ο Μέγας Κωνσταντίνος φρόντισε η νέα πόλη να έχει άρτιες λιμενικές εγκαταστάσεις. Ο μετέπειτα Άγιος της Χριστιανικής θρησκείας μερίμνησε για λιμάνι και στην Θεσσαλονίκη, αντιλαμβανόμενος την στρατηγική σημασία της πόλης του Θερμαϊκού για το μέλλον του κράτους.

Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, οι διάδοχοί του, δημιούργησαν στον Κεράτιο κόλπο και στην Προποντίδα ένα καλά οργανωμένο δίκτυο από τεχνητά λιμάνια, που αποδείχθηκαν σπουδαία για την οικονομική και κοινωνική ζωή της καρδιάς της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Μέσα σε φυσικά οχυρωμένους όρμους και κολπίσκους, κοντά σε μεγάλα δάση για την απρόσκοπτη εξεύρεση της κατάλληλης ξυλείας, ναυπηγούνταν τα πολεμικά και εμπορικά καράβια της εποχής (οι μικρές αυτές τοπικές εγκαταστάσεις κατασκευής πλοίων έμειναν γνωστές ως τις ημέρες μας ως αρσανάδες ή ταρσανάδες).

Η αρχαία ελληνική μέθοδος χτισίματος πλεουμένου φαίνεται πως παρέμεινε αναλλοίωτη ως τον 7ο μ.Χ. αιώνα, αφού οι πρώτες ενδείξεις που έχουμε για αλλαγή αυτής της τεχνικής προέρχονται από ένα ναυάγιο εκείνων των χρόνων, στην ανατολική Μεσόγειο. Σε αυτό παρατηρήθηκε η υιοθέτηση μιας μικτής τεχνικής, όπου μετά την καρένα και την τοποθέτηση μικρού αριθμού μαδεριών του πετσώματος καρφώνονται νομείς (στραβόξυλα), στους οποίους στηρίζεται το υπόλοιπο πέτσωμα. Η επόμενη κατασκευαστική αλλαγή τεκμηριώθηκε από τους ιστορικούς σε ένα ναυάγιο του 11ου αιώνα, που βρέθηκε στην θαλάσσια περιοχή του Μαρμαρά.

Για την εξοικονόμηση ξυλείας και για να μειωθεί το βάρος των σκαφών, εγκαταλείφθηκε η σύνδεση του πετσώματος των μαδεριών με μόρσα, αφού τα πλοίαχτίζονταν πλέον πάνω σε νομείς και καλαφατίζονταν (η τεχνική αυτή συνεχίζεται και στις ημέρες μας). Παράλληλα όμως, από τα χρόνια εκείνα και μετά, τα πολεμικά καράβια του στόλου κατασκευάζονταν μόνο στα ναυπηγεία της Κωνσταντινούπολης και στα καλά οχυρωμένα πλησιέστερα λιμάνια, λόγω του σταδιακού περιορισμού των γεωγραφικών ορίων του Βυζαντινού κράτους. Τα εμπορικά πλοία της Βυζαντινής εποχής ταξίδευαν στη θάλασσα κατά κύριο λόγο με τα πανιά τους.

Σε αποχρώσεις του πράσινου, του κόκκινου και του κίτρινου, τα πανιά ήταν καμωμένα από λινάρι και είχαν τετράγωνο σχήμα. Από τον 6ο αιώνα μ.Χ. ξεκίνησε η χρήση και του τριγωνικού σχήματος, που σε συνδυασμό με τα τετράγωνα για τα μεγάλου μεγέθους σκάφη εξασφάλιζε αισθητά καλύτερα δεδομένα πλεύσης. Τα μικρότερα πλοία και οι βάρκες υιοθέτησαν αποκλειστικά το τριγωνικό πανί ως τις αρχές περίπου του 20ου αιώνα, που ο άνεμος ως κύρια κινητήρια δύναμη έδωσε τη θέση του στον ατμό.

Τα Πολεμικά Πλοία των Βυζαντινών

Το κύριο πολεμικό πλοίο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν ο ευκίνητος και ελαφρύς δρόμωνας, με διαστάσεις παραπλήσιες με εκείνες των τριήρεων (μήκος 40 – 50 μ. βύθισμα 5 μ., πλάτος 7 μ.). Το σκάφος που ανέλαβε το κύριο βάρος των ναυτικών αγώνων στη Μεσόγειο ήταν γνωστό και ως σιφωνοφόρο ή κακκαβοπυρφόρο, ανάλογα με τα οπλικά συστήματα που διέθετε, από τα οποία το πιο γνωστό είναι το υγρό πυρ. Πέρα από αυτό όμως ήταν εφοδιασμένο και με άλλου είδους μηχανές πολέμου, όπως για παράδειγμα οι τοξοβολίστρες και τα ξυλόκαστρα. Οι βαριού τύπου δρόμωνες έφεραν σε κάθε πλευρά δύο σειρές από 25 κουπιά, τα οποία χειρίζονταν κωπηλάτες, ο αριθμός των οποίων μπορούσε να φθάσει τα 230 άτομα.

Η χρήση των ιστίων, για την κίνηση του πλοίου, είχε μόνο βοηθητικό χαρακτήρα. Όλα τα σκάφη διέθεταν έμβολο, δύο πύργους και καταστρώματα, καθώς και ξυλόκαστρα, συνήθως γεμάτα με χύτρες που περιείχαν ασβέστη. Το υγρό πυρ, που παρασκευαζόταν σε λέβητες μέσα στο πλοίο, εκτοξευόταν από σωλήνες που κατέληγαν στα ακρόπρωρά του. Στο στόλο του Βυζαντικού ναυτικού συμπεριλαμβάνονταν ακόμη οι πάμφυλοι (με μήκος μικρότερο από τους δρόμωνες), οι γαλέες (για καταδρομικές επιχειρήσεις), τα χελάνδια (για την μεταφορά στρατευμάτων και ιππικού), δρόμωνες με μονές σειρές κουπιών (για ανιχνεύσεις) και τα βοηθητικού χαρακτήρα σανδάλια.

Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει για τα δρομώνια, που είχαν τη βάση τους στο λιμάνι του Βουκολέοντα: τα πολυτελή ταχύπλοα των λαμπερών Αυτοκρατόρων αποτελούσαν μια παραλλαγή του δρόμωνα, σε μικρότερες και σαφώς πιο βελτιωμένες εκδόσεις. Η ναυτική δύναμη του Βυζαντίου αποτελείτο από πέντε μεγάλους σχηματισμούς, τα πλώιμα, όπως σήμερα θα λέγαμε οι στόλοι. Αυτά ήταν οργανωμένα σύμφωνα με το επιτυχημένο -γι αρκετούς αιώνες, όπως αποδείχθηκε- θεματικό σύστημα, που στην στεριά εκφράστηκε ιδανικά στην επική μορφή και τον μύθο του Διγενή Ακρίτα. Κυρίαρχο πλώιμο είναι το Βασιλικό, που ελλιμενιζόταν στον Κεράτιο κόλπο και για πολλούς υπήρξε το πιο αξιόμαχο της Βυζαντινής ναυτοσύνης.

Οι υπόλοιποι τέσσερις σχηματισμοί είχαν έδρα την Σάμο, την Ρόδο, το Βόρειο Αιγαίο και τις Κυκλάδες. Πλεονέκτημά τους η ταχύτατη επάνδρωση, όποτε το υπαγόρευαν οι περιστάσεις, από τους -αμιγώς Ελληνικούς- πληθυσμούς που ζούσαν και δημιουργούσαν στα νησιά και στα παράλια του Αιγαίου πελάγους. Ως τον 7ο μ.Χ. αιώνα η κυριαρχία της Ανατολικής Αυτοκρατορίας δεν είχε αμφισβητηθεί από κανέναν και η Μεσόγειος μπορούσε τότε να χαρακτηριστεί χωρίς υπερβολή ως Βυζαντινή θάλασσα. Τα πλοία παρελάμβαναν χωρίς προβλήματα από κάθε γωνιά της επικράτειας εμπορεύματα και προϊόντα, για να μεταφέρουν στην συνέχεια στην Βασιλεύουσα και να κινηθεί ανάλογα ο τροχός του εμπορίου.

Η επέκταση των Αράβων στις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής άλλαξε τους συσχετισμούς, αφού οι τελευταίοι για τα επόμενα 300 χρόνια διεκδίκησαν όποτε και όπως μπορούσαν την κυριαρχία στη θάλασσα. Από τον 7ο ως τον 10ο αιώνα, παράλληλα με τους σκληρούς αγώνες ενάντια στα αραβικά φύλα στην ξηρά διεξήχθησαν μεγάλες αναμετρήσεις και στο υγρό στοιχείο, ενώ στην Μεσόγειο άνθισε ξανά το φαινόμενο της πειρατείας που είχε να εμφανιστεί από την εποχή του Πομπηίου. Υπήρξαν και περιπτώσεις όπου, για να αντιμετωπιστούν οι πολλαπλοί κίνδυνοι, συγκροτήθηκαν εξαιρετικά μεγάλες ναυτικές δυνάμεις: 1.100 σκάφη αναφέρονται επί Αυτοκράτορος Λέοντος Α’.

Ενώ ο Νικηφόρος Φωκάς ταξίδεψε το 961 μ.Χ. για την απελευθέρωση της Κρήτης με 3.300 πολεμικά πλοία (2.000 συνολικά ήταν οι δρόμωνες και τα χελάνδια εκείνης της εκστρατείας). Από τον 12ο μ.Χ. αιώνα, που οι Βενετοί και οι Γενουάτες επέκτειναν τις εμπορικές δραστηριότητες και τα συμφέροντά τους στο Αιγαίο, ο δραστικός χώρος του Βυζαντίου περιορίστηκε αισθητά και η ισχύς του ναυτικού του άρχισε βαθμιαία να μειώνεται. Την εποχή εκείνη ήρθε στη Μεσόγειο -από την Κίνα μέσω των Αράβων- και υιοθετήθηκε από τους Βυζαντινούς το τιμόνι, με τη μορφή του ξύλου και ενσωματωμένο στην πρύμνη, καταργώντας τα κουπιά – τιμόνια που ως τότε χρησιμοποιούνταν στην ναυσιπλοία.

Άλλοτε υπερόπλο των Βυζαντινών και φόβητρο των αντιπάλων σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, με συνταγή που παρέμεινε τους αιώνες που πέρασαν ένα καλά κρυμμένο στρατιωτικό μυστικό, αφού κανείς ως σήμερα δεν γνωρίζει επακριβώς την σύστασή του. Από τον 9ο αιώνα και για 300 περίπου χρόνια το υγρό πυρ χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα από το ναυτικό του Βυζαντίου, με εξαιρετική επιτυχία και αποφασιστική συμβολή στους πολεμικούς αγώνες, αφού αρκετές φορές έσωσε την Κωνσταντινούπολη και την Θεσσαλονίκη από την κατάληψη και την λεηλασία. Μάλιστα, ως την παύση της χρήσης του, κανένα εφεύρημα δεν κατόρθωσε να το αναχαιτίσει και να αποτελέσει το αντίπαλο δέος του.

Τα τεράστια οικονομικά προβλήματα που προέκυψαν επί βασιλείας Ιωάννη Κομνηνού υπήρξαν καταλυτικά για το αξιόμαχο του Βυζαντινού στόλου, αφού καταργήθηκε το ταμείο ενίσχυσης και συντήρησής του, με αποτέλεσμα τα πλοία να αφεθούν να σαπίσουν. Το οριστικό τέλος ήρθε λίγο πριν την κατάληψη της Πόλης από τους Φράγκους, όταν ο διεφθαρμένος Αυτοκράτορας Αλέξιος Γ’ Άγγελος πούλησε όσο – όσο ό,τι είχε απομείνει (κατάρτια, άγκυρες, άρμενα, ξυλεία και σχοινιά), προκειμένου να αντιμετωπίσει ένα μέρος από τα χρέη που είχε δημιουργήσει. Στην τελευταία περίοδο της Βυζαντινής ιστορίας (1261 – 1453), όπου η Αυτοκρατορία περιορίστηκε εδαφικά στα όρια περίπου της Ανατολικής Θράκης, ουσιαστικά στόλος δεν υπήρχε.

ΟΧΥΡΩΜΑΤΙΚΑ ΕΡΓΑ

Η τείχιση των πόλεων αποτέλεσε βασικό μέλημα της Αυτοκρατορικής διοίκησης, όπως φαίνεται και από το σχέδιο του Ιουστινιανού να τειχίσει πολλές πόλεις και να ενισχύσει με οχυρώσεις αρκετά ειδικής σημασίας στρατηγικά σημεία. Οι φυσικές καταστροφές και επιδημίες, σε συνδυασμό με την πολιτική και οικονομική ύφεση που επικράτησε βαθμιαία από τα τέλη του 4ου αιώνα, επέφεραν σημαντικές αλλαγές στη μορφή των πόλεων, καθώς κάποιες πόλεις εγκαταλείφθηκαν, άλλες συρρικνώθηκαν σε μέγεθος και πληθυσμό, ενώ νέες πόλεις ιδρύθηκαν σε δυσπρόσιτες περιοχές με κύριο στόχο την παροχή ασφάλειας στους κατοίκους τους.

Βασικός στόχος των οχυρώσεων ήταν η απόκρουση των επιθέσεων με τη δημιουργία μεγάλων εμποδίων, που αναπτύσσονταν το ένα μετά το άλλο για την εξασφάλιση της άμυνας. Ο αριθμός και το ύψος των τειχών, το σχήμα και η μορφή των πύργων, ο αριθμός και ο τρόπος φύλαξης των πυλών καθορίζονταν από τη διαμόρφωση του εδάφους, τις εξελίξεις στην πολεμική τέχνη και τις εκάστοτε οικονομικές και οικοδομικές δυνατότητες. Τα τείχη αποτελούνταν κατά κανόνα από πύργους, που είχαν δύο ή περισσότερα επίπεδα, από την κορυφή των οποίων οι αμυνόμενοι επιτίθονταν στον εχθρό, και από μεταπύργια, ψηλούς τοίχους με αρκετό πάχος για να αντέχουν τις επιθέσεις.

Μπροστά από τα τείχη των πόλεων που βρίσκονταν σε πεδινά εδάφη κτιζόταν ένα χαμηλότερο τείχος, με πύργους κατά διαστήματα, και μπροστά του υπήρχε η τάφρος, που γέμιζε με νερό και λειτουργούσε ως μια πρώτη γραμμή ανάσχεσης του εχθρού. Στο ψηλότερο σημείο του οικισμού βρισκόταν η ακρόπολη, που, έχοντας ιδιαίτερο τείχος για αμυντική αυτονομία, αποτελούσε το τελικό καταφύγιο των αμυνομένων και φιλοξενούσε την έδρα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας και της στρατιωτικής διοίκησης. Ήδη από τα χρόνια του Ιουστινιανού ένα ενδιάμεσο τείχος χώριζε την πόλη στα δύο, εξασφαλίζοντας έτσι μια επιπλέον γραμμή άμυνας.

Οι πύλες, που άνοιγαν με την ανατολή του ήλιου και έκλειναν με τη δύση του, ιδρύονταν στα πιο ευπαθή σημεία της οχύρωσης, γι’ αυτό ήταν λίγες σε αριθμό. Εξαιρετικό αμυντικό έργο αποτελεί η τείχιση της Κωνσταντινούπολης, που αποτέλεσε το πρότυπο για την οχύρωση των Βυζαντινών πόλεων. Ενδεικτικό είναι ότι το τείχος της άντεξε για περισσότερο από χίλια χρόνια στην πολιορκία των Οθωμανών. Τέλος, τα φρούρια και οι πύργοι ήταν οχυρωματικά έργα που, όπως οι πόλεις-κάστρα, ακολουθούσαν τη λογική των διαδοχικών γραμμών άμυνας.

Σκοπός τους ήταν ο έλεγχος στρατηγικών θέσεων και περασμάτων, η άμυνα των ευρύτερων γεωγραφικών περιοχών, αλλά και η αποθήκευση της αγροτικής παραγωγής, η παροχή στέγης στον τοπικό άρχοντα και η παροχή καταφυγίου για τους κατοίκους σε περιόδους κινδύνου.

ΤΑ ΟΠΛΑ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ

O τομέας του πολέμου στο Βυζάντιο γνώρισε συνεχείς εξελίξεις στην επινόηση νέων όπλων και στη βελτίωση των υπαρχόντων, αποτέλεσμα της προσπάθειας υπερίσχυσης έναντι του αντιπάλου και αντιμετώπισης των επιθετικών του διαθέσεων. Ο ατομικός οπλισμός των πολεμιστών ποίκιλε ανάλογα με την εποχή, το είδος και τη σημασία της στρατιωτικής τους μονάδας. Υπήρχαν μάλιστα ειδικά κρατικά εργαστήρια για την κατασκευή των όπλων, τα αρμαμέντα, ενώ η οπλοφορία και το εμπόριο όπλων από ιδιώτες απαγορευόταν αυστηρά. Τα Βυζαντινά όπλα χωρίζονται σε αμυντικά και επιθετικά.

Στον αμυντικό εξοπλισμό ανήκει η πανοπλία που περιλάμβανε το σιδερένιο κράνος, τον σιδερένιο, αλυσιδωτό ή φολιδωτό θώρακα που προφύλασσε τον κορμό, τα ειδικά προστατευτικά των χεριών και των ποδιών, και τις ασπίδες, σε διάφορα σχήματα και μεγέθη. Επειδή μια τέτοια πανοπλία ήταν ακριβή, πολλοί στρατιώτες κατέφευγαν σε απλούστερες λύσεις, όπως υφασμάτινα κράνη και ενδύματα από δέρματα ή σκληρά υφάσματα. Τα επιθετικά όπλα διακρίνονται στα αγχέμαχα, για μάχες σώμα με σώμα, και στα εκηβόλα που χτυπούν τον εχθρό από μεγάλη απόσταση.

Στα πρώτα ανήκει το ξίφος, το κατ’ εξοχήν επιθετικό όπλο των Βυζαντινών, η λόγχη, από τα σημαντικότερα όπλα των μονάδων του πεζικού, το ρόπαλο, που το χρησιμοποιούσε το βαριά οπλισμένο ιππικό, και το τσεκούρι. Το τόξο ήταν το σπουδαιότερο εκηβόλο όπλο. Κατά τη διάρκεια μάλιστα των ναυμαχιών και των πολιορκιών δεν ήταν σπάνια η χρήση πυρφόρων βελών. Ένα τόξο μικρότερου μεγέθους ήταν το σωληνάριον, που εκτόξευε μικρά βέλη, τις μύιες, ενώ ένα ιδιαίτερα φονικό όπλο ήταν η τζάγγρα, ένα κοντό και πολύ ισχυρό τόξο, επειδή τα βέλη της διαπερνούσαν τη θωράκιση του αντιπάλου.

Μία άλλη σημαντική κατηγορία όπλων ήταν τα τειχομαχικά, όσα δηλαδή χρησιμοποιούνταν στις πολιορκίες κάστρων. Στις πολιορκητικές μηχανές των πολιορκητών, εκτός από τις σκάλες και τις ξύλινες γέφυρες, ανήκει ο κριός, με τον οποίο γκρέμιζαν ευπαθή τμήματα των τειχών, το πετροβόλον, που εκσφενδόνιζε μεγάλες πέτρες, οι ελεπόλεις, ξύλινοι τροχοφόροι πύργοι, και η χελώνη, με την οποία οι στρατιώτες πλησίαζαν τα τείχη, έπλητταν τη λιθοδομή τους ή έσκαβαν το έδαφος δημιουργώντας σήραγγες. Τέλος, στην περιφέρεια των πλοίων, ασπίδες και δέρματα εμποτισμένα με νερό προστάτευαν τους πολεμιστές και τα σκάφη από τις εχθρικές εμπρηστικές ύλες.

ΤΑ ΟΠΛΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΕΩΣ ΤΗΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΧΗ

Φλογοφόρα Βέλη και Όπλα Πυρός

Τα όπλα της φωτιάς αποτελούν μια επίσης παλαιά επινόηση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος από την στιγμή που ανακάλυψε την φωτιά αντελήφθη την καταστροφι­κή της δύναμη, αλλά και τον ψυχολογικό αντίκτυπο που είχε στους άλλους ανθρώπους και τα ζώα. Η φωτιά χρη­σιμοποιήθηκε ως όπλο για την καταστροφή των εχθρι­κών εγκαταστάσεων. Για την επίτευξη μεγαλύτερου βεληνεκούς χρησιμοποιήθηκε παράλληλα με το τόξο. Έτσι εντάχθηκαν στο οπλοστάσιο των πρωτογόνων ανθρώπων τα πυρφόρα βέλη. Πυρφόρα βέλη χρησιμο­ποιήθηκαν από τους Προϊστορικούς χρόνους έως τον 20ο αιώνα, σε κάθε γωνιά της Γης.

Οι Έλληνες τα χρη­σιμοποίησαν από τους Μυθικούς χρόνους. Τα Ελληνικά βέλη όμως, σε σχέση με τα λοιπά πυρφόρα βέλη, είχαν ένα πλεονέκτημα. Η φωτιά τους δεν έσβηνε. Το «άσβεστον πυρ» δεν ήταν Ελληνική επινόηση. Υπήρχε στην φύση, όπου υπήρχαν υδρογονάνθρακες. Όπως αναφέ­ρει ο Αρριανός στην «Αλεξάνδρου Ανάβασι» οι Πέρσες έδειξαν στον Αλέξανδρο μια πηγή από όπου ανάβλυζε πέτρας έλαιο, το οποίο όταν ανεφλέγετο δεν έσβηνε με νερό. Πότε όμως οι Έλληνες γνώρισαν το έλαιο της πέτρας για πρώτη φορά; Σίγουρα όχι την εποχή του Αλε­ξάνδρου. Αναφέρθηκε και παραπάνω ότι τουλάχιστον τρεις Ελληνικές παραδόσεις συνδέονται με τους υδρογονάν­θρακες, με τα πετρελαιοειδή.

Ο Ηρακλής στην Λέρνη, ο Οδυσσέας στην Εφύρα και ο Ιάσων με τους Αργοναύτες στην Κολχίδα, ανακάλυψαν πετρελαιοειδή στους Μυθι­κούς ήδη χρόνους. Ο διάσημος Βρετανός ερευνητής Φορμπς δέχεται ότι κοινό συστατικό όλων των εμπρη­στικών μιγμάτων, τουλάχιστον από την εποχή του
Ομή­ρου, ήταν η νάφθα, το αργό δηλαδή πετρέλαιο. Πέραν της χρήσης τους ως δηλητήρια, τα πετρελαιοειδή μπο­ρούσαν να χρησιμοποιηθούν ως εμπρηστικά υλικά, ιδίως σε πολιορκητικές επιχειρήσεις. Μέχρι την ανακά­λυψη των βλητικών μηχανών δύο ήταν οι κύριοι τρόποι χρήσεως του πολεμικού πυρός, τα φλογοφόρα βέλη και οι πήλινες «χειροβομβίδες». Οι τελευταίες δεν ήταν παρά αγγεία γεμάτα «νάφθα», με ένα εμποτισμένο σε νάφθα ύφασμα στο άνω μέρος.

Το άνοιγμα του αγγείου στεγανοποιείτο με κερί, αφήνοντας ένα μόνο μικρό άνοιγμα ώστε το ύφασμα να επικοινωνεί με το περιεχό­μενο. Πριν την χρήση ο «γρεναδιέρος» της εποχής άναβε το αυτοσχέδιο φυτίλι και εκτόξευε το αγγείο κατά των εχθρών. Το αγγείο κατά την πρόσκρουση του στο έδαφος έσπαζε και το περιεχόμενο του ανεφλέγετο από το ύφασμα – φυτίλι, προκαλώντας ενδεχομένως πυρκαγιά. Η πρώτη τεκμηριωμένη χρήση αυτής της μεθόδου ανάγεται στον 9ο αιώνα π.Χ., σύμφωνα με ανάγλυφη παράσταση που εικονίζει επίθεση Ασσυρια­κών στρατευμάτων σε πόλη. Οι Ελληνικές παραδόσεις πάντως είναι σαφώς παλαιότερες, αν και όχι εικονο­γραφημένες.

Οι Έλληνες βεβαίως είχαν και ένα άλλο εξίσου αποτελεσματικό εμπρηστικό υλικό στην διάθε­σή τους, την ρυτίνη, το γνωστό μας ρετσίνι, προϊόν των εκατομμυρίων κωνοφόρων δέντρων της Ελλάδας. Ωστόσο δεν ήταν η ρυτίνη το εμπρηστικό προϊόν στο οποίο στηρίχθηκαν οι Έλληνες, αλλά τα πετρελαιοειδή. Όσο και αν αυτό ακούγεται παράλογο τεκμαίρεται με βεβαιότητα από τους μύθους του Ηρακλή -ο οποίος ήδη αναφέρθηκε- και κυρίως του Ιάσωνος και της Μήδειας. Αναφέρει ο μύθος ότι όταν ο Ιάσων εγκατέ­λειψε την Μήδεια και παντρεύτηκε την Κορίνθια πριγκί­πισσα Γλαύκη, η Μήδεια της χάρισε έναν χιτώνα τον οποίον μόλις η Γλαύκη φόρεσε αυτοανεφλέγη.

Η άτυχη Γλαύκη για να σβήσει την φωτιά έπεσε σε μια λίμνη. Αλλά και μέσα στο νερό η φωτιά συνέχισε να την κατα­καίει, σκοτώνοντας την τελικά. Ποιο ήταν λοιπόν αυτό το υλικό το οποίο, όπως και στην περίπτωση του Ηρα­κλή, αυτοανεφλέγεται κατά την επαφή του με τον ατμο­σφαιρικό αέρα και η φλόγα του οποίου δεν έσβηνε ούτε μέσα στο νερό; Ήταν ένα υλικό, ή ένα μείγμα δια­φόρων στοιχείων, τα οποία βελτίωναν το καθένα με τον τρόπο του την αποτελεσματικότητα του; Η απάντηση όσο και αν φαντάζει δύσκολη είναι απλή. Αποτελείται από δύο λέξεις: «Υγρόν Πυρ».

Δημιουργήθηκε όπως γενικώς πιστεύεται εν μία νυκτί από τον Έλληνα μηχανικό Καλλίνικο κατά την πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως από τους Άραβες το 674 – 678 μ.Χ. Προϋπήρχε αυτής κατά πολλούς αιώνες, έστω και με διαφορετική σύνθεση και ονομασία. Το βασικό ερώτημα που αιώνες τώρα βασανίζει τους επιστήμονες ήταν αυτό της συνθέσεως του Υγρού Πυρός. Στο ερώτημα αυτό θα επιχειρήσουμε να δώσου­με απάντηση σε δύο χρόνους, θα ξεκινήσουμε αντι­στρόφως, αναφέροντας πρώτα τα όσα αφορούν το Βυζαντινό υγρό πυρ και θα επανέλθουμε κατόπιν στο αντίστοιχο Αρχαίο υγρό πυρ, ώστε να καταδείξουμε την συνάφεια των δύο αυτών όπλων και πάνω από όλα την κοινή, Ελληνική τους καταγωγή.

Όπως αναφέρθηκε εφευρέτης του υγρού πυρός θεωρείται ο Έλλην μηχανικός -αρχιτέκτονας στην πραγματικότητα- Καλλίνικος από την Ηλιούπολη της Συρίας. Η Συρία είχε καταληφθεί τέσσερεις περίπου δεκαετίες πριν από την πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως από τους Άραβες. Ο Καλλίνικος λοιπόν ανήκε στον υπόδουλο θα λέγαμε Ελληνισμό της εποχής. Παρόλ’ αυτά, όταν η Βασιλεύουσα εδέχθη επί­θεση το 674 μ.Χ. έσπευσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ’ Πωγωνάτο. Ο χρονικογράφος Θεοφάνης αναφέρει χαρακτηριστικά:

»Ο δε προλεχθείς Κωνσταντίνος την τοιαύτην των θεομάχων κατά Κωνσταντινουπόλεως κίνησιν εγνωκώς κατεσκεύασε και αυτός διήρεις ευμεγέθεις κακκαβοπυρφόρους και δρόμωνες σιφωνοφόρους και τούτους προσορμίσαι εκέλευσεν εν τω Προκλιανησίω των Καισαρίου λιμένι. Τότε Καλλίνικος αρχιτέκτων από Ηλιουπόλως Συρίας προσφυγών τοις Ρωμαίοις πυρ θαλάσσιον κατασκευάσας τα των Αράβων σκάφη ενέπρησε και σύμψυχα κατέκαυσεν. Και ούτως οι Ρωμαίοι μετά νίκης υπέστρεψαν και το θαλάσσιον πύρ έυρον». Στο χωρίο αυτό του Θεοφάνους υπάρχει μια σοβαρή αντίφαση.

Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Δ’ φαίνεται να ναυπηγεί πρώτα τα ειδικά σιφωνοφόρα πλοία και κατόπιν να εμφανίζεται ο Καλλίνικος, ο οποίος του φέρνει το μυστι­κό του υγρού πυρός. Και φυσικά το λάθος του Θεοφά­νους προήλθε από την ελλιπή γνώση του ιδίου περί του Βυζαντινού οπλοστασίου. Γιατί εμπρηστικές ύλες προϋ­πήρχαν στο Βυζαντινό οπλοστάσιο, όπως και στο Αρχαίο Ελληνικό, πολύ πριν το 674 μ.Χ. Όπως αναφέρει ο Θου­κυδίδης το 429 π.Χ. κατά την πολιορκία των Πλαταιών οι Σπαρτιάτες, αδυνατώντας να κάμψουν την αντίσταση των Πλαταιέων με την χρήση πολιορκητικών κριών και φλογοφόρων βελών, αποφάσισαν να πυρπολήσουν το τείχος και την ξύλινη προέκτασή του.

Οι Σπαρτιάτες λοι­πόν συγκέντρωσαν μεγάλη ποσότητα ξυλείας από κωνο­φόρα δέντρα. Ανάμεσα στα ξύλα έριξαν ρετσίνι και θει­άφι (θείο) και άναψαν φωτιά. Η παραγόμενη φλόγα δεν είχε προηγούμενο. Ανυψώθηκε σε ύψος πολλών μέτρων, αναγκάζοντας τους Πλαταιείς υπερασπιστές να εγκαταλείψουν το τείχος για να σωθούν. Πέραν της γαλάζιας φλόγας όμως που κατέκαιγε τις ξύλινες προε­κτάσεις του τείχους, οι Πλαταιείς δυσκολεύοντο να ανα­πνεύσουν, καθώς δηλητηριώδη αέρια παραγόταν από την καύση του θείου. Ευτυχώς γι’ αυτούς μια ξαφνική καταιγίδα ξέσπασε και η δυνατή βροχή έσβησε τελικώς την φωτιά.

Τέσσερα έτη αργότερα, το 424 π.Χ. πάλι κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, οι Βοιωτοί χρησιμοποίησαν και πάλι μια εμπρηστική συσκευή, το πρώτο λειτουργικό φλογοβόλο της ιστο­ρίας, κατά των Αθηναίων στο Δήλιο. Το μηχάνημα ήταν απλό στη σύλληψη. Απετελείτο από τρία κύρια μέρη, τον σωλήνα εκτόξευσης, το δοχείο εντός του οποίου υπήρχε το εμπρηστικό υλικό και τον μηχανισμό εκτό­ξευσης. Το δοχείο βρισκόταν πάνω από ισχυρή φωτιά, ώστε το εμπρηστικό υλικό -πίσσα και θειάφι- να δια­τηρείται σε υγρή κατάσταση. Από το αριστερό άκρο του δοχείου ξεκινούσε ο σωλήνας εκτόξευσης. Στο άλλο άκρο υπήρχε ένα μεγάλο φυσερό.

Όταν το φυσερό λει­τουργούσε το εμπρηστικό υλικό από τον σωλήνα διοχε­τευόταν στον σωλήνα και μέσω αυτού στις εχθρικές οχυρώσεις. Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό το βεληνε­κές του συγκεκριμένου όπλου ήταν πολύ μικρό και ο σωλήνας έπρεπε να βρίσκεται σε επαφή σχεδόν με τον στόχο. Ένα παρόμοιο μηχάνημα χρησιμοποίησε και ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Βρασίδας κατά των Αθηναίων στην πολιορκία του φρουρίου Ληκύθου στην Χαλκιδική το 423 π.Χ. Το 360 π.Χ. ο Αινείας ο Τακτικός στο σύγγραμ­μα του περί των πολιορκητικών επιχειρήσεων, συμβου­λεύει τους αμυνόμενους να κατακαίουν τους επιτιθεμέ­νους και τις πολεμικές μηχανές τους με υγρή πίσσα.

Συμβούλευε μάλιστα να ρίχνουν κατόπιν θειάφι από πάνω, ώστε τα παραγόμενα αέρια να δηλητηριάζουν τους αντιπάλους στρατιώτες. Ο Αινείας στο σύγγραμμα του κάνει επίσης λόγο για εμπρηστικές βομβίδες, ξύλι­νες και ακιδωτές, οι οποίες κατέστρεφαν τις εχθρικές πολιορκητικές μηχανές. Το περίεργο ήταν ότι οι βομβί­δες αυτές, αν και ξύλινες, περιείχαν εμπρηστικές ύλες. Προφανώς ετίθετο πυρ στις βομβίδες ελάχιστα δευτε­ρόλεπτα πριν την εκτόξευση τους. Διάφορα εμπρηστικά όπλα χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον στην περίφημη πολιορκία της Ρόδου από τον Δημήτριο Πολιορκητή το 304 π.Χ.

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει ότι μόνο σε μια νύκτα οι Ρόδιοι εκτόξευσαν περισσότερα από 800 εμπρηστικά βλήματα κατά των ανδρών του Πολιορκητή. Οι Ρωμαίοι ανέλαβαν κατόπιν την σκυτάλη. Οι ιστορικοί Τάκιτος και Σίλιος ο Ιταλικός αναφέρουν την χρήση ειδι­κών οξυβελών καταπελτών από τον Ρωμαϊκό στρατό, οι οποίοι έβαλαν μακρά βελόσχημα βλήματα, εμποτισμέ­να σε υγρή πίσσα και θειάφι Οι Ρωμαίοι, ακολουθώντας τα βήματα των Ελλήνων, υιοθέτησαν και τους μονάγκονες λιθοβόλους καταπέλτες, ως μηχανές εκτόξευσης εμπρηστικών βλημάτων.

Οι βλητικές αυτές μηχανές, αντί του συνήθους λίθου, έβαλαν, πιθανώς καταλλήλως διαμορφωμένοι, «εμπρηστικές βόμβες», οι οποίες συνήθως δεν ήταν τίποτε άλλο από πήλινα δοχεία γεμά­τα με εμπρηστικές ύλες. Μια σημαντική εξέλιξη αναφέ­ρει ο θεωρητικός του πολέμου του 4ου αιώνα μ.Χ. Βεγκέτιος. Ο Βεγκέτιος κάνει λόγο για εμπρηστικά βελόσχημα βλήματα οξυβελών καταπελτών, με κούφιο όμως ξύλινο στέλεχος, το οποίο ήταν γεμάτο με θειάφι, ρυτίνη, πίσσα και εμποτισμένο σε έλαιο καννάβινο σχοι­νί, το οποίο λειτουργούσε ως φυτίλι. Ο Αιμιανός Μαρκελίνος αναφέρει ότι τα ξύλινα στελέχη των βλημάτων αυτών ενισχύοντο με φύλλα σιδήρου, τα οποία είχαν πολλές τρύπες κατά διαστήματα, προφανώς για να παρέχεται οξυγόνο στην μέσα καιόμενη φωτιά.

Τα βλή­ματα αυτά τοποθετούντο στην βλητική μηχανή. Κατόπιν οι «πυροβολητές» άναβαν το φυτίλι και τα εκτόξευαν. Το φυτίλι, κατά τη διάρκεια της «πτήσης» του βλήματος στον αέρα, μετέδιδε το πυρ στο «γέμισμα», το οποίο με την σειρά του ανεφλέγετο. Αν ο πυροβολητής ήταν έμπειρος, ήταν ικανός να προγραμματίσει τον χρόνο εκτόξευσης, έτσι ώστε το βλήμα να αναφλέγει ακριβώς την στιγμή της επαφής του με τα εχθρικά τμήματα. Δεν υπάρχουν πληροφορίες εάν τα βλήματα αυτά ήταν εκρηκτικά, θα πρέπει πάντως να μην αποκλείσουμε αυτό το ενδεχόμενο, εφόσον οι αρχαίοι γνώριζαν το θειάφι, το νίτρο και γενικότερα τα νιτρικά άλατα και το ξυλοκάρβουνο, τα βασικά συστατικά δηλαδή
παρα­σκευής της μαύρης πυρίτιδας.

Πυρίτιδα 

Οι περισσότεροι ιστορικοί θεωρούν ότι η πυρίτιδα ήταν εφεύρημα των Κινέζων, οι οποίοι ήδη από τον 10ο αιώνα μ.Χ. την χρησιμοποιούσαν και για πολεμικούς σκοπούς. Και πράγματι δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι οι Έλληνες τουλάχιστον γνώριζαν την πυρίτιδα. Υπάρχουν όμως σαφώς αποχρώσες ενδείξεις, ότι τουλάχιστον μια κλειστή κάστα «εκλεκτών» είχε στην κατοχή και αυτό, ανάμεσα σε πολλά άλλα, μυστικό. Για παράδειγμα και στις δύο περιπτώσεις βαρβαρικών επιθέσεων κατά των Δελφών οι αρχαίοι συγγραφείς συμφωνούν όλοι, ότι συνέβησαν θαυμαστά φαινόμενα. Βράχοι αποκολλούντο από τον Παρνασσό, αφού πρώτα ακούγοντο βρο­ντές και έβγαινε καπνός.

Οι βράχοι που ξεκολλούσαν από το βουνό καταπλάκωσαν τους Πέρσες, ενώ όσοι από αυτούς σώθηκαν, τράπηκαν έντρομοι σε άτακτη φυγή. Ακόμα χειρότερα έπαθαν οι Γαλάτες το 279 π.Χ. για τα οποία έχουμε και λεπτομερέστατη περιγραφή από τον Παυσανία. «Ο Βρέννος χωρίς καμμία
χρονοτρι­βή, πρωτού φτάσουν από το στρατόπεδο οι άλλοι με τον Ακιχώριο, ξεκίνησε κατά των Δελφών. Οι κάτοικοι των Δελφών κατέφυγαν από φόβο στο μαντείο. Ο Θεός όμως τους παρακινούσε να πάψουν να φοβούνται γιατί αυτός ήταν ικανός να προστατεύσει τα δίκαια του. Οι Έλληνες που ήρθαν να πολεμήσουν για το ιερό ήταν οι εξής:

»Φωκείς από όλες τις πόλεις, από την Άμφισσα 400 οπλίτες, από τους Αιτωλούς ήρθαν λίγοι αμέσως μόλις έμαθαν ότι οι βάρβαροι συνέχιζαν την προέλαση τους. Αργότερα όμως έφερε άλλους 1.200 ο Φιλόμηλος. Κατά του στρατού του Ακιχωρίου στράφηκαν οι ακμαιότεροι Αιτωλοί πολεμιστές, οι οποίοι δεν άρχιζαν μάχη αλλά επιτίθεντο στους βραδυπορούντες και άρπα­ζαν τα σκευοφόρα, σκοτώνοντας τους συνοδούς τους. Έτσι οι Γαλάτες υποχρεώθηκαν να βαδίζουν αργά. Ο Ακιχώριος είχε αφήσει τμήμα του στρατού του να φρου­ρεί το στρατόπεδο. Κατά του Βρέννου και του στρατού πολέμησαν όλοι οι συγκεντρωμένοι στους Δελφούς Έλληνες.

Και ο θεός έδειξε εξ’ αρχής διοσημείς, περισ­σότερες και σαφέστερες από όσες μας είναι γνωστές. Και σεισμοί ισχυροί σεισμοί, πολλές φορές την ημέρα, γινόταν στην χώρα που κατείχε ο στρατός των Γαλατών και βροντές ακούγοντο και κεραυνοί συνεχώς έπεφταν. Οι βροντές τρόμαζαν τους Κέλτες και οι κεραυνοί σκό­τωναν, όχι μόνον όποιον έπλητταν, αλλά και όποιους ήταν κοντά του, ακόμα και τα όπλα τους. Παρουσιάστη­καν επίσης στους Κέλτες τα φάσματα των ηρώων Υπέ­ροχου, Λαοδόκου και Πύρρου. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι εμφανίστηκε και ο Φύλακος, ένας εντόπιος ήρωας των Δελφών» (Παυσανία Φωκικά).

Η περιγραφή του Παυσανία είναι άκρως εντυπωσιακή και κατά παρά­ δοξο τρόπο ταυτίζεται σχεδόν με την αντίστοιχη, αλλά κατά 600 περίπου έτη παλαιότερη, του Ηροδότου. Ιδι­ αιτέρως αποκαλυπτικό είναι το χωρίο που αναφέρεται σε κεραυνούς που σκότωναν όχι έναν, αλλά ομάδες Γαλατών, καταστρέφοντας ακόμα και τα όπλα τους. Από την άλλη οι κεραυνοί αυτοί συνδέονται με βροντές «που τρόμαζαν τους Κέλτες». Και πως οι πράγματι εμπειροπόλεμοι Κέλτες, οι προερχόμενοι από μια χώρα με σαφώς χειρότερο της Ελλάδος κλίμα, προφανώς συνηθισμένοι στις κακοκαιρίες, τρομοκρατήθηκαν από μερικούς κεραυνούς, λες και δεν είχαν αντιμετωπίσει ξανά παρόμοια καιρικά φαινόμενα.

Μήπως λοιπόν το Δελφικό Ιερατείο, το υπεύθυνο άλλωστε και για την βιολογική καταστροφή της Κύρας, γνώριζε το μυστικό του κεραυνού, δηλαδή την πυρίτιδα, με την χρήση της οποίας προκάλεσε τις κατολισθήσεις, αλλά και τις ομα­ δικές ανατινάξεις των Γαλατών; Η προφανής απάντηση είναι αρνητική. Παλαιότεροι ερευνητές όμως εκφρά­ζουν αντίθετη άποψη. Σύμφωνα με τον Ιταλό ιστορικό Νικόλο Ταρτάλια, η πυρίτιδα ήταν εφεύρημα των Ελλή­νων και μάλιστα του Αρχιμήδη. Ο Ιταλός στο έργο του «Διάφορα επιτεύγματα και εφευρέσεις», που εκδόθη­κε το 1546, αναφέρει ότι οι Έλληνες ανεκάλυψαν την πυρίτιδα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ταρτάλια ήταν μαθηματικός και θεωρείται ο πατέρας της βαλλιστικής.

Παλαιότερες πηγές αποδίδουν την ανακάλυψη της στον Μέγα Αλέξανδρο. Για να απαντηθεί όμως το ερώτημα πότε και που ανεκαλύφθει η πυρίτιδα, θα ήταν σκόπιμο να δούμε την ιστορία των συστατικών της. Η πυρίτιδα θεωρείται εφεύρεση των Κινέζων. Στην Ευρώπη πιστεύεται ότι εισήχθη είτε από τον Γερμανό Μπέρτχολντ Σβαρτς τον 14ο αιώνα μ.Χ., είτε από τον Άγγλο Ρόγκερ Μπέικον -γνωστό ως Βάκωνα στους Έλληνες- περί το 1290 μ.Χ. Όπως ανεφέρθη ο Ιταλός μαθηματικός και μηχανικός Ταρτάλια δεν συμφωνεί με την απόψεις αυτές, οι οποίες ήταν άλλωστε και πολύ κοντινές, χρονολογικώς, με τον ίδιο. Όσον αφορά τον Μπέικον πάντως οι πηγές θεωρούν ότι η όποια γνώση του επί του αντικειμένου προερχόταν από Αραβικά χει­ρόγραφα, μεταφράσεις αρχαίων Ελληνικών.

Ο Μπέικον όμως είχε σπουδάσει τα Ελληνικά γράμματα και κυρίως τον Αριστοτέλη, δάσκαλο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Διαθέτοντας μεγάλα ποσά απέκτησε σπάνια βιβλία και συνεργάστηκε στενά με τον μεγαλύτερο Ελληνιστή της εποχής του, τον Ρόμπερτ Γκροστεστ. Κατείχε λοιπόν την Ελληνική παιδεία και τα διδάγματα της. Την ίδια εποχή η Ελλάδα στέναζε υπό την κατοχή των Δυτικών. Ο Μπέι­κον λοιπόν περιέγραψε πρώτος την μέθοδο παρασκευ­ής πυρίτιδας, στην Δυτική Ευρώπη. Τα συστατικά του εκρηκτικού μίγματος ήταν ο άνθρακας, το νίτρο και το θείο (θειάφι), στην εξής αναλογία: νίτρο 75%, άνθρα­κας 12.5% και θείο επίσης 12,5 %. Η αναλογία αυτή μπορούσε πάντως να μεταβληθεί ελαφρώς.

Και τα τρία αυτά στοιχεία ήταν γνωστά στους αρχαίους Έλληνες. Ακόμα και το νίτρο ήταν γνωστό με το όνομα πέτρας άλας, εξ’ ου και η σημερινή Αγγλική ονομασία του saltpeter. To νίτρο όμως είναι ένα χημικό στοιχείο το οποίο σε φυσική μορφή δεν βρίσκεται στην Ελλάδα. Μπορεί όμως να παραχθεί τεχνητά από τα ζωϊκά και ανθρώπινα περιττώματα. Κατά την πρώιμη Αναγέννηση στην Ευρώπη δημιουργήθηκαν «δεξαμενές» παραγω­γής νίτρου, ακριβώς για να καλύψουν τις ανάγκες σε πυρίτιδα των στρατών της εποχής. Αντίθετα νίτρο υπάρ­χει σε φυσική μορφή στην Ινδία και στο Ιράν, στην Ισπα­νία και στην Γαλλία. Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι το νίτρο ήταν γνωστό στους Ακκάδιους, στα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ.

Ο Έλληνας σοφός του 3ου αιώνα μ.Χ. Ζώσιμος ο Πανοπολίτης μιλά ξεκάθαρα για νίτρο στο έργο του «Περί Αρετής». Ο Ζώσιμος θεωρεί το νίτρο ως συστατικό στοιχείο για την κατασκευή τεχνητού ανθρώ­που. Ιδιαιτέρως πάντως ευνοείται η παραγωγή νίτρου, μέσω των περιττωμάτων, στις περιοχές με θερμό και ξηρό κλίμα. Όσον αφορά τα λοιπά συστατικά, το θείο και τον άνθρακα, ή ακριβέστερα τον ξυλάνθρακα, ουδείς δύναται να αμφισβητήσει ότι ήσαν γνωστά στους αρχαίους Έλληνες. Είδαμε ότι οι Ρωμαίοι εξόπλισαν το «πυροβολικό» τους με εμπρηστικά, εάν όχι εκρηκτικά βλήματα. Τα κούφια, σωληνωειδή αυτά βλήματα, όσο και αν αυτό ακούγεται παράξενο, απετέλεσαν τους
προ­γόνους του τυφεκίου.

Το Ινδικό στρατιωτικό εγχειρίδιο Νιτισάστρα, του 1ου αιώνα μ.Χ. αναφέρει την χρήση συσκευών εκτόξευσης «σωληνωειδών» βλημάτων, από το πεζικό και το ιππικό. Το στοιχείο αυτό είναι
ιδιαιτέ­ρως σημαντικό εφόσον υποδηλώνει ότι οι συσκευές αυτές ήταν αρκετά ελαφρές και άρα φορητές, ώστε να μπορούν να μεταφερθούν από έναν ιππέα. Περιγράφο­ντας μάλιστα τις συσκευές εκτόξευσης αναφέρει ότι επρόκειτο για λεπτούς σωλήνες, μήκους 1 μέτρου περί­που, τις οποίες γέμιζαν με νίτρο, θειάφι και ξυλάνθρα­κα, αλλά και με τεμάχια σιδήρου και μολύβδου. «Ο σωλήνας», αναφέρει το εγχειρίδιο, «βάλει σιδερένια ή μολύβδινα σφαιρίδια, με την επαφή της φωτιάς, που παράγεται από ένα πυριτόλιθο.

Ο πόλεμος με αυτές τις μηχανικές συσκευές προκαλεί μεγάλες καταστροφές», καταλήγει το εγχειρίδιο. Η περιγραφή του όπλου αυτού εικονογραφεί ένα πρώιμο τυφέκιο, όπως αυτά που οι Ευρωπαίοι πρωτοχρησιμοποίησαν στα τέλη του 14ου αιώνα μ.Χ. Μόνο που το Ινδικό τυφέκιο είναι κατά 13 αιώνες παλαιότερο. Πολλοί ερευνητές δεν δέχονται ότι οι αρχαίοι γνώριζαν το νίτρο, αλλά υποστηρίζουν ότι πολύ συχνά οι αρχαίοι συγγραφείς το μπερδεύουν με το σόδιο, ένα ιδιαιτέρως εκρηκτικό στοιχείο, το οποίο αντι­δρά βίαια με το νερό, απελευθερώνοντας υδρογόνο. Σε κάθε περίπτωση πάντως υπάρχουν και περισσότερο κοντινές μαρτυρίες για την μυστική απαγορευμένη γνώση.

Ο Ρωμαίος ιστορικός Αφρικανός Σέξτος Ιούλιος που έζησε μεταξύ 2ου και 3ου αιώνα μ.Χ. αναφέρει χαρακτηριστικά: «Αυτόματον πυράψαι και τώδε τω συντάγματι σκευάζεται γουν ούτως, θείου απύρου, αλός ορυκτού, κονίας κεραυνίνου λίθου πυρίτου ίσα λειούνται εν θυεία μελαίνη οπός, και ασφάλτου Ζακυνθίας υγρής και αυτορύτου, εκάστου ίσον ως λιγνυώδες γενέσθαι». Το περιγραφόμενο μίγμα είχε ένα σοβαρό πλεονέκτημα – μειονέκτημα, αναλόγως της χρήσης. Ήταν αυτοαναφλεγόμενο, με την παραμικρή θέρμανση του, ακόμα και από τις ακτίνες του ηλίου. Τον 13ο αιώνα μ.Χ. ο Άραβας αλχημιστής Ιμπν αλ Μπαϊτάρ της Μάλαγα κάνει σαφή αναφορά για το νίτρο, ονομάζοντας το «Κινεζικό χιόνι».

Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές πάντως το νίτρο ήταν ένα από τα συστατικά του υγρού πυρός των Βυζαντινών Ελλήνων. Γνωρίζουμε όμως ότι οι γνώ­σεις των Βυζαντινών προήρχοντο σε μεγάλο βαθμό από τους αρχαίους μηχανικούς της λεγομένης Αλεξανδρινής σχολής, τον Αρχιμήδη, τον Ήρωνα, τον Φίλωνα, τον Ζώσιμο Πανοπολίτη. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν και την πλη­ροφορία ότι οι Ακκάδιοι γνώριζαν από τα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. το νίτρο και λόγω της επαφής τους με τα φυσικά του κοιτάσματα. Όπως είναι επίσης γνωστό οι Έλληνες είχαν από τους Μινωικούς ήδη χρόνους επαφές με τους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας. Άρα ήταν πολύ πιθανόν να είχαν επαφή και με το νίτρο.

Σε περίπτωση όμως που γνώριζαν την πυρίτιδα γιατί δεν την χρησιμο­ποίησαν εκτεταμένως; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι μάλλον πιο απλή απ’ ότι θα φανταζόταν κανείς. Ακόμα και αν γνώριζαν το εκρηκτικό μίγμα και τα επιμέ­ρους συστατικά του, δεν είχαν στη διάθεση τους όπλα τα οποία θα μπορούσαν να το αξιοποιήσουν. Στους Δελ­φούς, εφόσον πραγματικά χρησιμοποιήθηκε πυρίτιδα, οι βράχοι του Παρνασσού έπαιξαν τον ρόλο των βλημά­των. Μέχρι την ανακάλυψη των πρωίμων πυροβόλων όπλων, τα οποία όπως είδαμε δεν ήταν παρά μακροί ίσιοι σωλήνες -γι’ αυτό και ονομάστηκαν κανόνια από την Ελληνική λέξη κανών- η πυρίτιδα, ακόμα και αν ήταν γνωστή δεν ήταν αξιοποιήσιμη.

Έπρεπε να φτά­σουμε στην Βυζαντινή εποχή για να αξιοποιηθούν τα ευρήματα της παλαιότερης έρευνας. Το ζήτημα της κατασκευής όπλων ικανών να βάλουν με τη χρήση πυρί­τιδας δεν ήταν απλό. Και αυτό γιατί δεν είχε προφανώς ακόμα εντοπιστεί το σημείο αντοχής των όπλων. Ακόμα και τον 19ο αιώνα υπήρχε ο κίνδυνος ανατίναξης της κάννης του όπλου από υπερβολικό γέμισμα πυρίτιδας. Γι’ αυτό οι Έλληνες στράφηκαν σε ασφαλέστερες μεθό­δους, την μηχανική ενέργεια και τον ατμό.

ΥΓΡΟΝ ΠΥΡ

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΟΠΛΟ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Το βασικό όπλο, στο οποίο οφειλόταν η υπεροχή του Βυζαντινού πολεμικού ναυτικού, ήταν αναμφίβολα το υγρό πυρ, «πυρ θαλάσσιον» ή «Μηδικόν πυρ», όπως αλλιώς ονομαζόταν, που αποτελούσε την πιο τελειοποιημένη έκδοση των πολεμικών εμπρηστικών υλικών που υπήρχαν ως τότε. Από την αρχαιότητα ήδη είχαν χρησιμοποιηθεί εύφλεκτες ύλες που εκτοξεύονταν εναντίον του εχθρού. Το στοιχείο όμως, που έκανε το υγρό πυρ να ξεχωρίζει, καθιστώντας το ένα θανατηφόρο όπλο, ήταν το γεγονός ότι δεν έσβηνε όταν ερχόταν σε επαφή με το νερό. Εφευρέτης του υγρού πυρός θεωρείται ο Ελληνοσύρος αρχιτέκτονας Καλλίνικος, που εξόπλισε με αυτό τα πλοία που υπερασπίστηκαν με επιτυχία την Κωνσταντινούπολη εναντίον των Αράβων το 717 – 718.

Η συμβολή του Καλλίνικου θα ήταν ίσως η βελτιστοποίηση του τρόπου με τον οποίο εκτοξευόταν το υγρό πυρ. Η σύνθεσή του συνιστά μυστήριο μέχρι και σήμερα, αφού τα συστατικά και ο τρόπος παρασκευής του αποτελούσαν κρατικό μυστικό. Ο φόβος του αναθέματος αλλά και οι ποινές που θα αντιμετώπιζε όποιος αποκάλυπτε τη μυστική φόρμουλα ήταν μεγάλες. Κατά πάσα πιθανότητα, το υγρό πυρ ήταν ένα μείγμα από νάφθα και θειάφι, ενώ συστατικά όπως ο ασβέστης, η ρητίνη και άλλα καύσιμα υλικά ενίσχυαν τη δυνατότητα ανάφλεξης. Φυσικές πηγές νάφθας βρίσκονταν στην περιοχή μεταξύ Κασπίας και Μαύρης Θάλασσας και στην Αραβία.

Οι Άραβες, παράλληλα με τους Βυζαντινούς, είχαν επίσης ανακαλύψει και με επιτυχία χρησιμοποιήσει εμπρηστικά μείγματα με κύρια συστατικά τη νάφθα και την υγρή πίσσα, που δεν έσβηναν με νερό, παρά μόνο με άμμο. Η συνεχής επαφή μεταξύ των δύο λαών, οι ανταγωνισμοί και η κατασκοπεία, καθιστούν ελάχιστα πιθανή την ύπαρξη «μυστικών» όπλων, όπως το υγρό πυρ. Το υγρό πυρ φυλασσόταν μέσα σε μακρόστενα σκεύη, πήλινα ή μεταλλικά, τα οποία ονομάζονταν «σίφωνες». Η ρίψη τους γινόταν από ειδικές εκτοξευτικές μηχανές που βρισκόταν στις πλώρες των πλοίων.

Οι μηχανές αυτές ήταν μάλλον βαλλίστρες, δηλαδή μεγάλων διαστάσεων ξυλοκατασκευές που είχαν μηχανισμό όμοιο με αυτόν του τόξου και έριχναν πέτρες ή βέλη. Υπήρχαν επίσης και «χειροσίφωνες», οι οποίοι ενδεχομένως ήταν μικρά πήλινα ή μεταλλικά αγγεία γεμάτα με υγρό πυρ, που θα ρίχνονταν εναντίον των εχθρών, όπως οι σημερινές χειροβομβίδες. Το υγρό πυρ, κατά κύριο λόγο χρησιμοποιήθηκε στις ναυμαχίες. Η κύρια επιτυχία του ήταν ότι επέφερε τη σύγχυση και τον πανικό στον εκάστοτε εχθρικό στόλο, που τρεπόταν σε φυγή εξαιτίας της πυρκαγιάς και της κακής επίδρασης στο ηθικό των πληρωμάτων των πλοίων. Το υγρό πυρ ήταν σε χρήση από του Βυζαντινούς κατά κύριο λόγο μέχρι το 13ο αιώνα.

Ήταν ένα από τα ισχυρά όπλα των Βυζαντινών και ταυτόχρονα ένα από τα κρατικά μυστικά της Αυτοκρατορίας. Λίγοι γνώριζαν από ποια υλικά κατασκευαζόταν και το μυστικό φυλασσόταν με κάθε τρόπο ώστε να μην πέσει στα χέρια των εχθρών της Αυτοκρατορίας και να παραμείνει στο Βυζαντινό οπλοστάσιο. Για πρώτη φορά αναφέρεται η χρήση του »υγρού πυρ» κατά τον 7ο μ.Χ αιώνα εναντίον του Αραβικού στόλου που πολιορκούσε την Κωνσταντινούπολη περί το 673. Μέχρι και την πτώση της πόλης (1453) βοήθησε αποτελεσματικά στην άμυνα της από εχθρικούς στόλους λόγω των τεράστιων ζημιών που προκαλούσε στα ξύλινα πλοία της εποχής αλλά και στον τρόμο που έσπερνε στα μάτια των εχθρικών στρατευμάτων.

Εφευρέτης φέρεται να είναι ο αρχιτέκτονας Καλλίνικος από την Ηλιούπολη της Συρία αλλά λόγω της μεγάλης μυστικότητας και αποτελεσματικότητας του ενεδήθει από τον απλό λαό με το πέπλο του μύθου και λεγόταν ότι την συνταγή για την κατασκευή του την έδωσε ένας άγγελος στον Μεγάλο Κωνσταντίνο. Τα υλικά που αποτελούσαν αυτή την εξαιρετικά καυστική ύλη ακόμη και στις μέρες μας παραμένουν σχετικά άγνωστα. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία όμως μπορούμε να πούμε πως το βασικό συστατικό του ήταν η νάφθα αναμεμειγμένη με κάποια άλλα στοιχεία όπως το πετρέλαιο, το λάδι, το θειάφι, το νίτρο, και η πίσσα. Σίγουρα όμως υπάρχουν και κάποια άλλα συστατικά που έμειναν μυστικά και μάλλον δεν θα ανακαλύψουμε ποτέ.

Για να καταλάβει κανείς το πόσο μυστική ήταν η διαδικασία παραγωγής του θα αναφέρουμε ότι απαγορευόταν να κατασκευαστεί οπουδήποτε και από οποιονδήποτε το υγρό πυρ και η κατασκευή του γινόταν μόνο σε επιλεγμένα σημεία κοντά στην Κωνσταντινούπολη, με βασικό αυτό στην περιοχή της Συληβρίας, και πάντα η διαδικασία παραγωγής του ήταν ανατεθειμένη σε Αυτοκρατορικούς αξιωματούχους οι οποίοι έδιναν αναφορά απευθείας στον Αυτοκράτορα, χωρίς κάποια επέμβαση άλλων αξιωματούχων, και κρατούσαν επτασφράγιστο μυστικό τον τρόπο και τα υλικά της παραγωγής του »υγρού πυρός» με κίνδυνο της ίδιας τους της ζωής.

Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι όταν τον 10ο αιώνα οι Βούλγαροι κατέλαβαν την Συληβρία τότε επικράτησε πανικός στην Βασιλεύουσα μήπως και καταφέρουν (οι Βούλγαροι) να ανακαλύψουν τον τρόπο παραγωγής του υγρού πυρός και καταστρέψουν με αυτό τον Βυζαντινό στόλο. Ευτυχώς όμως ο εκεί αξιωματούχος του Αυτοκράτορα που ήταν επιφορτισμένος με την φύλαξη του μυστικού, έκανε το καθήκον του, και παρά τα βασανιστήρια που υπέστει, πήρε το μυστικό στον τάφο του. Τα πλεονεκτήματα που έδινε στον Βυζαντινό στόλο η χρήση του »υγρού πυρός» ήταν τεράστια λόγω των πραγματικά θαυμαστών ιδιοτήτων του.

Το καταπληκτικό αυτό »υγρό» αναφλεγόταν αμέσως μόλις ερχόταν σε επαφή με το νερό και έκαιγε τόσο στην επιφάνεια του όσο και λίγο κάτω από αυτή. Φανταστείτε τα πληρώματα των εχθρικών πλοίων να προσπαθούν να σβήσουν με νερό την φωτιά που προκλήθηκε από το υγρό πυρ και αυτή να ανάβει περισσότερο. Πραγματικά καταπληκτικές οι ιδιότητες του λοιπόν. Υπήρχαν πολλοί τρόποι για να εκτοξεύουν το υγρού πυρ ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες και τον τρόπο άμυνας ή επίθεσης που επιβαλλόταν. Ο πιο απλός ήταν στο να γεμίζουν με αυτό ειδικά πήλινα δοχεία (έχουν βρεθεί σε ανασκαφές στην Κρήτη) και να εκτοξεύονται με τα χέρια (όπως οι σημερινές χειροβομβίδες) από τον Βυζαντινό στρατό στους εχθρούς, τόσο σε επίθεση όσο και σε άμυνα.

Υπήρχαν φυσικά κατασκευασμένες για αυτό το σκοπό και ειδικές μηχανές οι οποίες αναλάμβαναν την εκτόξευση μεγαλύτερης ποσότητας και σε μεγαλύτερη εμβέλεια. Οι μηχανές αυτές τοποθετούνταν στις επάλξεις των τειχών και εκτόξευαν μεγάλες ποσότητες από το υγρό πυρ στους επιτιθέμενους, αλλά συνήθως τοποθετούνταν στα ακρόπρωρα αλλά και την πρύμνη των πολεμικών πλοίων και από μεγάλη απόσταση εκτόξευαν και κατ έκαιγαν τα εχθρικά πλοία. Γνωρίζουμε ότι η μηχανή που τοποθετούνταν στα πλοία είχε σχήμα κεφαλής λιονταριού ή άλλου επιθετικού ζώου όπου από το ανοιχτό στόμα του εκτοξευόταν το φονικό υγρό μέσα από έναν ειδικό σωλήνα – εκτοξευτή.

Η χρήση του τερματίζεται, σύμφωνα με τους περισσότερους ιστορικούς, κατά τον 10ο αιώνα με την απώθηση του Ρώσικου στόλου από τους Βυζαντινούς αλλά υπάρχουν ενδείξεις ότι χρησιμοποιήθηκε και το 1204 στην προσπάθεια ανάκτησης της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, αλλά και το 1453 στην προσπάθεια αντίστασης των Βυζαντινών κατά του Τούρκικου στρατού. Το μυστικό πέρασε στους Μουσουλμάνους αλλά και τους σταυροφόρους την περίοδο των »ιερών πολέμων» και χρησιμοποιήθηκε εξίσου και από τα δύο στρατόπεδα. Με το πέρας των αιώνων όμως και την ανακάλυψη νέων και φονικότερων όπλων το »υγρό πυρ» λησμονήθηκε από όλους και ξεχάστηκε πλήρως για να περάσει στην σφαίρα της ιστορίας που εν τέλει έγινε θρύλος.

ΤΟ ΥΓΡΟ ΠΥΡ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ (7ος αιώνας μ.Χ.)

Το υγρό πυρ (λεγόμενο επίσης πυρ θαλάσσιον, μηδικόν πυρ, πολεμικόν πυρ, πυρ λαμπρόν, πυρ Ρωμαϊκόν ή πυρ σκευαστόν) και γνωστό στους Δυτικούς ως Ελληνικό πυρ (ignis graecus) ήταν ένα εμπρηστικό όπλο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που εφευρέθηκε τον ύστερο 7ο αιώνα μ.Χ. Εκτοξευόμενο από καταπέλτες, αλλά κυρίως από πεπιεσμένους σίφωνες, το υγρό πυρ είχε την ιδιότητα να μην σβήνει στο νερό. Ως εκ τούτου, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόκρουση των Αραβικών πολιορκιών της Κωνσταντινούπολης, και σε αρκετές ναυτικές συμπλοκές με τους Άραβες και τους Ρως. Περιβαλλόταν με άκρα μυστικότητα, με αποτέλεσμα να αγνοούμε σήμερα την ακριβή σύστασή του.

Το Βυζαντινό υγρό πυρ δεν πρέπει να συγχέεται με παρόμοιες εμπρηστικές ουσίες που χρησιμοποίησαν οι Άραβες και άλλα κράτη, και που στη διεθνή βιβλιογραφία συνήθως αναφέρονται συλλογικά ως «Ελληνικό πυρ». Εμπρηστικές ουσίες, βασιζόμενες σε θειάφι, πίσσα ή πετρέλαιο, χρησιμοποιήθηκαν για πολεμικούς σκοπούς αιώνες πριν την εφεύρεση του υγρού πυρός. Η χρήση εμπρηστικών βελών και δοχείων με εύφλεκτες ουσίες ανάγεται στους Ασσυρίους τον 9ο αιώνα π.Χ., και ήταν ευρέως διαδεδομένη και στον Ελληνορωμαϊκό κόσμο. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ακόμα και τη χρήση πρωτόλειων φλογοβόλων κατά την πολιορκία του Δηλίου το 424 π.Χ.

Στη θάλασσα, επί Αναστασίου Α’ ο Βυζαντινός στόλος φέρεται να χρησιμοποίησε μια θειούχα ουσία, που εφήυρε ο Αθηναίος φιλόσοφος Πρόκλος, για να νικήσει το στόλο του στασιαστή στρατηγού Βιταλιανού το 515 μ.Χ. Σύμφωνα με την αφήγηση του χρονογράφου Θεοφάνη του Ομολογητή, το υγρό πυρ εφευρέθηκε περί το 672 μ.Χ., από έναν μηχανικό από την Ηλιόπολη της Συρίας ονόματι Καλλίνικο, ο οποίος κατέφυγε στη Βυζαντινή πρωτεύουσα από την Αραβοκρατούμενη πατρίδα του. Η αυθεντικότητα και ακρίβεια της αφήγησης είναι αμφίβολες, καθώς ο Θεοφάνης αναφέρει τη χρήση πυρφόρων και σιφονοφώρων πλοίων μερικά χρόνια πριν την υποτιθέμενη άφιξη του Καλλίνικου στη Κωνσταντινούπολη.

Εάν δεν οφείλεται σε απλή χρονολογική σύγχυση, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ο Καλλίνικος απλώς εισήγαγε μια βελτιωμένη έκδοση ενός ήδη υπάρχοντος όπλου. Ο ιστορικός Τζέημς Πάρτινγκτον (James R. Partington) επίσης πιστεύει ότι η ανακάλυψη του υγρού πυρός δεν ήταν το έργο ενός ανθρώπου, αλλά μιας ομάδας «χημικών στη Κωνσταντινούπολη οι οποίοι είχαν κληρονομήσει τις ανακαλύψεις της Αλεξανδρινής χημικής σχολής». Ο ιστορικός του 11ου αιώνα Γεώργιος Κεδρηνός όντως αναφέρει ότι ο Καλλίνικος καταγόταν από την Ηλιόπολη της Αιγύπτου, και όχι της Συρίας, αλλά οι περισσότεροι σύγχρονοι ερευνητές απορρίπτουν την πληροφορία αυτή ως λανθασμένη.

Ο Κεδρηνός επίσης αναφέρει ότι οι απόγονοι του Καλλίνικου, ονομαζόμενοι «Λαμπροί», κατείχαν το μυστικό της παραγωγής του υγρού πυρός και συνέχιζαν να το κατέχουν επί των ημερών του. Και αυτή η ιστορία θεωρείται μάλλον απίθανη από τους ιστορικούς, σχετιζόμενη μάλλον με τη ονομασία «πυρ λαμπρόν» που δινόταν συχνά στο υγρό πυρ. Η εφεύρεση του υγρού πυρός ήρθε σε μια κρίσιμη για το Βυζάντιο στιγμή. Εξασθενημένοι από δεκαετίες πολέμων με τους Σασσανίδες, οι Βυζαντινοί στάθηκαν ανίκανοι να αναχαιτίσουν την επέλαση των νεοφώτιστων Αράβων πολεμιστών του Ισλάμ.

Εντός μιας γενιάς, η Συρία, η Αίγυπτος και η Μεσοποταμία έπεσαν στα χέρια των Αράβων, που περί το 672 εξαπέλυσαν την πρώτη τους μεγάλη επίθεση κατά της ίδιας της Κωνσταντινούπολης. Εκεί το υγρό πυρ χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά με εξαιρετικά αποτελέσματα ενάντια στον Αραβικό στόλο. Η χρήση του συνέβαλε τα μέγιστα στην απόκρουση των δύο Αραβικών πολιορκιών της πρωτεύουσας. Οι αναφορές στη χρήση του σε ναυμαχίες κατά των Αράβων αργότερα είναι σποραδικές, αλλά συνέβαλε σε αρκετές Βυζαντινές νίκες, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της επανακατάκτησης τους 9ο και 10ο αιώνα.

Η ουσία χρησιμοποιήθηκε και στις εμφύλιες συγκρούσεις της περιόδου, κυρίως κατά τη θεματική εξέγερση του 727 και την εξέγερση του Θωμά του Σλάβου το 821 – 823. Και στις δύο περιπτώσεις, οι στόλοι των στασιαστών ηττήθηκαν από τον κεντρικό στόλο της Κωνσταντινούπολης με τη χρήση του υγρού πυρός. Εξέχουσα θέση κατέχει το υγρό πυρ και στις συγκρούσεις με τους Ρως και τις επιδρομές τους κατά της Αυτοκρατορίας. Η σημασία του υγρού πυρός κατά τον αγώνα του Βυζαντίου με τους Άραβες οδήγησε στη δημιουργία ενός μύθου που του απέδιδε Θεϊκή προέλευση.

Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος (945 – 959) στο έργο του »Προς τον ίδιον Υιόν Ρωμανόν» (De Administrando Imperio), προειδοποιεί το γιο και διάδοχό του, Ρωμανό Β΄, να μην αποκαλύψει ποτέ το μυστικό της παρασκευής του στους ξένους, λέγοντας ότι:

«Καὶ αὐτὸ απὸ τοῦ Θεοῦ δι’ ἀγγέλου τῷ μεγάλῳ καὶ πρώτῳ βασιλεῖ Χριστιανῷ, ἁγίῳ Κωνσταντίνῳ ἐφανερώθη καὶ ἐδιδάχθη» και ότι ο άγγελος του παρήγγειλε όπως «ἐν μόνοις τοῖς Χριστιανοῖς καὶ τῇ ὑπ’ αὐτῶν βασιλευομένῃ πόλει κατασκευάζηται, ἀλλαχοῦ δε μηδαμῶς, μήτε εἰς ἔτερον ἕθνος τὸ οἱονδήποτε παραπέμπηται, μήτε διδάσκηται»

Προσθέτει δε ότι μια φορά, ένας στρατηγός που δωροδωκήθηκε ώστε να παραδώσει την ουσία σε εχθρικά χέρια, κάηκε από ουράνιο πυρ καθώς έμπαινε σε μια εκκλησία. Όπως καταδεικνύει και το τελευταίο περιστατικό, οι Βυζαντινοί δεν μπόρεσαν να αποφύγουν περιστατικά όπου το μυστικό τους όπλο έπεσε στα χέρια των εχθρών τους: οι πηγές καταγράφουν τουλάχιστον μία αιχμαλωσία πυρφόρου πλοίου από τους Άραβες το 827, και οι Βούλγαροι κυρίεψαν αρκετούς σίφωνες και την ίδια την ουσία το 812 – 814. Καθώς όμως τα μυστικά της παρασκευής και χρήσης του παρέμεναν ανέπαφα, δεν μπόρεσαν να αντιγράψουν το πλήρες σύστημα. Οι Άραβες όντως αργότερα χρησιμοποίησαν ουσίες παρόμοιες με το υγρό πυρ.

Αλλά ποτέ δεν χρησιμοποίησαν σίφωνες, παρά μόνο καταπέλτες και χειροβομβίδες. Το υγρό πυρ συνέχισε να αναφέρεται στις πηγές έως και τον 12ο αιώνα. Η Άννα Κομνηνή δίνει μια ζωντανή περιγραφή μια ναυμαχίας -πιθανώς φανταστικής- μεταξύ των Βυζαντινών και των Πιζανών το 1099. Κατά τις πολιορκίες της Κωνσταντινούπολης από την Δ’ Σταυροφορία το 1203 – 1204 όμως, παρά την παρουσία πρόχειρων πυρπολικών, καμία πηγή δεν αναφέρει τη χρήση υγρού πυρός. Φαίνεται ότι είχε πλέον εγκαταληφθεί, είτε επειδή το μυστικό της σύστασής του είχε χαθεί, είτε επειδή το Βυζάντιο είχε χάσει την επαφή του με τις περιοχές -τον Καύκασο και τις ανατολικές ακτές του Εύξεινου- από όπου αντλούσε τις πρώτες ύλες για την παρασκευή του.

Αναφέρθηκε ήδη ότι εμπρηστικά όπλα υπήρχαν πολύ πριν την υποτιθέμενη ανακάλυψη του Καλλίνικου τον 7ο αιώνα μ.Χ. Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Πορ­φυρογέννητος αναφέρει ότι ο πρώτος που γνώριζε το υγρό πυρ ήταν ο ιδρυτής της Κωνσταντινούπολης, Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μέγας. Ωστόσο η νέα αυτή ύλη το Υγρό, ή Άσβεστο, ή Ελληνικό, ή θαλάσσιο Πυρ, ήταν πράγματι ένα μοναδικής σημασίας όπλο το οποίο χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα από τους Βυζαντινούς. Τι ήταν το Υγρό Πυρ; Ποια τα συστατικά του; Πως χρησιμο­ποιείτο στην μάχη; Στα ερωτήματα αυτά έχουν κατά και­ρούς δοθεί πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους απα­ντήσεις.

Τελευταία έχουν διαμορφωθεί δύο σχολές σκέψης επί του αντικειμένου. Και οι δύο δέχονται ότι τα περισσότερα συστατικά ήταν ήδη γνωστά και είχαν και στο παρελθόν χρησιμοποιηθεί. Η μεν πρώτη όμως υπο­στηρίζει ότι ο Καλλίνικος προσέθεσε στα λοιπά συστα­τικά το νίτρο, δημιουργώντας μια πρώιμη μορφή πυρίτι­δας, ενώ η δεύτερη υποστηρίζει ότι ο Καλλίνικος απλώς προσέθεσε
ασβέστη στο μείγμα, καθιστώντας το αυτοαναφλεγόμενο στην επαφή του με το νερό. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο γνωστός Γάλλος χημικός Μπερτελώ, μελε­τητής των εμπρηστικών υλών των αρχαίων λαών, υπο­ στήριξε πρώτος ότι το μυστικό του υγρού πυρός ήταν το νίτρο.

Την άποψη του αυτή στήριξε στο γεγονός ότι τα Βυζαντινά χειρόγραφα αναφέρουν λάμψεις, βροντές και καπνούς, ως αποτέλεσμα της χρήσης του υγρού πυρός. Τόσο ο Μπερτελώ, όσο και ο Γερμανός Ντίελς, υποστήριξαν και δικαίως, ότι τα περιγραφόμενα φαινό­μενα ήταν σαφώς αποτελέσματα της χρήσης μιας μορ­φής πυρίτιδας, η οποία χρησιμοποιείτο ως προωθητικό του υγρού πυρός, αλλά και ως εμπυρέας του. Αναφέρει ο Ντίελς: «Η περιγραφή αυτή δεν αφήνει καμμία αμφι­βολία για το γεγονός ότι το νίτρο περιεχόταν ως εκρη­κτική ύλη στη σύνθεση του υγρού πυρός και αυτό ήταν ακριβώς το μυστικό».

Την άποψη τους φαίνεται να επιβεβαιώνει ένα χειρόγραφο του 9ου αιώνα μ.Χ. το οποίο αποτελεί συμπλήρωμα του έργου του Μάρκου του Γραικού, του Έλληνα σοφού του 9ου αιώνα μ.Χ. Στο χειρόγραφο αναφέρεται η δοσολογία για την παρασκευή πυρίτιδας. Συγκεκριμέ­ να αναφέρεται ότι απαιτούνται 1 μέρος θείου, 3 μέρη ξυλάνθρακα και 9 μέρη νίτρου για την παρασκευή της (Ρ.Ε. Cleator: Weapons of War). Άρα οι Βυζα­ντινοί γνώριζαν σίγουρα την πυρίτιδα, την οποία προ­φανώς χρησιμοποίησαν για την ανάπτυξη του υπέρτα­του όπλου τους, του υγρού πυρός. Ο Καλλίνικος πιστεύ­εται ότι το μόνο που έπραξε ήταν ακριβώς να εντάξει το νίτρο στα συστατικά, αυξάνοντας δραματικά το βεληνε­κές και την αποτελεσματικότητα του όπλου.

Πιθανόν θεωρείται ότι ανέπτυξε και έναν νέο μηχανισμό εκτό­ξευσης του υγρού πυρός, το πρώτο πυροβόλο της ιστο­ρίας. Τις απόψεις αυτές συμμερίζονται και άλλοι Έλλη­νες και ξένοι ερευνητές. Ωστόσο μια άλλη ομάδα ερευ­νητών υποστήριξε ότι ο ασβέστης ήταν το νέο συστατι­κό του προσετέθη στο υγρό πυρ. Ο ασβέστης στην επαφή του με το νερό έχει την ιδιότητα να αντιδρά, αυξάνοντας την θερμοκρασία του στους 150 βαθμούς Κελσίου. Εάν ο ασβέστης την στιγμή της ανάφλεξης του βρισκόταν σε επαφή με νάφθα θα προκαλούσε σίγουρα την ανάφλεξη της. Η μέθοδος αυτή όμως δεν έγινε γνω­στή από τον Καλλίνικο. Ήταν ήδη γνωστή, τουλάχιστον από τον 2ο αιώνα μ.Χ. όπως μαρτυρά ο Αφρικανός Ιού­λιος Σέξτος.

Έτσι η θεωρία αυτή εν πολλοίς απερρίφθη και μια νέα παρουσιάστηκε, η οποία αποτελεί σύζευξη των δύο προηγουμένων. Η σύγχρονη έρευνα θεωρεί ότι το υγρό πυρ είχε ως συστατικό στοιχείο και το νίτρο και τον ασβέστη και το πετρέλαιο. Επίσης θεωρεί ότι το υγρό πυρ δεν ήταν μια εμπρηστική με συγκεκριμένη σύνθεση ύλη, αλλά μια ύλη με διαφορετική κατά περί­πτωση σύνθεση, αναλόγως της προβλεπομένης χρήσης, αλλά και της εποχής, η οποία αφορά την προσβασιμό­τητα των Ελλήνων στις αναγκαίες πρώτες ύλες για την παρασκευή του μίγματος. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η αντίδραση ορισμένων επιστημόνων προερχόταν από τον άκρατο εθνικισμό τους.

Τυπικό παράδειγμα αποτελεί ο Γερμανός φον Λίππμαν, ο οποίος απέρριπτε ως πλαστά τα χειρόγραφα του Μάρκου του Γραικού, τα αμφισβητούσε αυθαίρετα και υποστήριζε ότι τα χειρό­γραφα αυτά ήταν του 13ου αιώνα και όχι του 9ου και τέλος ότι η πυρίτιδα ήταν Γερμανική εφεύρεση και σε καμμία περίπτωση Ελληνική. Αντιθέτως ο Κ. Ζένγγελης απέδειξε με εργαστηριακά πειράματα ότι ήταν δυνατή η παρασκευή πυρίτιδας έστω και με την χρήση νιτρικού ασβεστίου, αντί νιτρικού καλίου, παράγοντας έστω μικρότερης αποτελεσματικότητας πυρίτιδα. Απέδειξε επίσης ότι η αυτοανάφλεξη του ασβέστη στην θάλασσα δεν ήταν εύκολη και δεν επιτυγχάνοντο οι απαραίτητες για την ανάφλεξη του μίγματος υψηλές θερμοκρασίες.

Οπότε για την ανάφλεξη του υγρού πυρός ήταν απαραί­τητη μία έκρηξη, την οποία μόνο η πυρίτιδα μπορούσε να παράγει. Ας δούμε με ποιά όπλα χρησιμοποιείτο το υγρό πυρ. Υπάρχουν τέσσερεις βασικές θεωρίες σχετικά με τον τρόπο χρήσης του υγρού πυρός και κυρίως σχετικές με τους μηχανισμούς εκτόξευσής του. Οι θεωρίες αυτές συνοψίζονται ως εξής:

α) Εκτόξευση με αντλία

β) Εκτό­ξευση με πυροβόλο, με προωθητικό την πυρίτιδα

γ) Εκτόξευση με την χρήση θερμότητας και

δ) Εκτόξευση με συνδυασμό της χρήσης θερμότητας και αντλίας.

Οι θεωρίες αυτές έχουν η κάθε μία τους θετικά και αρνη­τικά στοιχεία. Η πρώτη για παράδειγμα που αναφέρεται στην χρήση αντλίας δεν εξηγεί πως ήταν δυνατό να υπάρχει τόσο ισχυρή αντλία, ικανή να εκτοξεύσει ένα παχύρευστο υγρό σε τέτοια απόσταση ώστε να μην κιν­δυνεύει από την χρήση του και ο βάλλων. Επίσης σοβα­ρές αδυναμίες παρουσιάζει και η άποψη ότι το υγρό πυρ εκτοξευόταν ως αποτέλεσμα της ιδίας θερμάνσε­ως, όπως και η συνδυαστική άποψη περί χρήσης αντλίας και θερμάνσεως μαζί, η οποία θεωρεί ότι ο μηχανισμός εκτόξευσης του υγρού πυρός ήταν παρό­μοιας σύλληψης με το φλογοβόλο των Βοιωτών που περιγράφει ο Θουκυδίδης.

Ένα τέτοιο όπλο όμως εκ των πραγμάτων θα είχε πολύ μικρό βεληνεκές, το οποίο θα το καθιστούσε μη πρακτικό, τόσο στις ναυμαχίες, όσο και στο πεδίο της μάχης. Η άποψη ότι η εκτόξευση γινόταν με την βοήθεια προωθητικής πυρίτιδας φαντά­ζει λοιπόν ως η πλέον λογική. Σύμφωνα με τον Ζένγγελη, υπήρχε ένας εμπυρέας, τον οποίο ονομάζει πρόπυρο, που έθετε πυρ στο προωθητικό γέμισμα και εκτό­ξευε, όπως ένα ηφαίστειο, το υγρό πυρ σε ικανοποιητι­κή απόσταση. Ο Ζένγγελης στέκεται επίσης στον όρο «στρεπτό», τον οποίο κατά κόρον χρησιμοποιούν οι Βυζαντινοί ιστορικοί, όταν κάνουν λόγο για το υγρό πυρ, περιγράφοντας με αυτόν τα όπλα εκτόξευσης του πυρός.

Ο Ζένγγελης αποδίδει με τον όρο ένα είδος πυροβόλου – καταπέλτη, το οποίο διέθετε και ένα
πρωτόγονο κλείστρο, το οποίο εμπόδιζε την εκφυγή των αερίων προς τα πίσω, κατευθύνοντας την ισχύ της έκρη­ξης της πυρίτιδας εμπρός, στο ανοικτό άκρο του σωλή­να του «πυροβόλου». Την άποψη του Έλληνα χημικού απεδέχθη εν μέρη και ο Γάλλος Μερσιέ. Ο Γάλλος επι­στήμονας προχώρησε μάλιστα την σκέψη του ακόμα πιο μακριά, υποστηρίζοντας την ύπαρξη ενός είδους κροτί­δων, οι οποίες λειτουργούσαν ως εμπυρείς που έθεταν πυρ στο προωθητικό ή ακόμα αποτελούσαν το προωθη­τικό γέμισμα. Κάνει δηλαδή λόγο για την ύπαρξη προ­παρασκευασμένων θα λέγαμε γεμισμάτων, όπως τα αντίστοιχα του σημερινού πυροβολικού.

Ο Μερσιέ υπο­ στηρίζει επίσης ότι υπήρχαν και μικροί χειροσίφωνες οι οποίοι με την προωθητική ισχύ της πυρίτιδας εκτόξευ­ αν μικρές ρουκέτες, γεμισμένες με εμπρηστικό υλικό, οι οποίες ανατινάζοντο κατά την πρόσκρουση με τον στόχο, ανάβοντας φωτιά επάνω και γύρω του. Από τους Βυζαντινούς οι Άραβες πήραν το μυστικό, όχι της χρή­σης εμπρηστικών υλών, τις οποίες ήδη χρησιμοποιού­σαν, αλλά μιας μορφής υγρού πυρός. Το όπλο αυτό χρη­σιμοποίησε ο αποστάτης Λέων ο Τριπολίτης, όταν επι­κεφαλής Αραβικού στρατού, κατέλαβε με την βοήθεια του υγρού πυρός την Θεσσαλονίκη.

Ο ιστορικός Ιωάν­νης Κίνναμος αναφέρει την έκπληξη των αμυνομένων Θεσσαλονικέων από την χρήση του υγρού πυρός από τους αντιπάλους τους, καθώς το μυστικό χρήσης του ανήκε ως τότε αποκλειστικά στην Αυτοκρατορία. Ιδιαί­τερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το απόσπασμα διήγη­σης του σταυροφόρου τα μέσα του 13ου αιώνα μ.Χ. Ιωάννη ντε Ζοϊνβίλ.

«Τέτοιο ήταν το Ελληνικό πυρ: ερχόταν ίσια επάνω σου, μεγάλο σαν ένα βαρέλι ξυδιού, με μια πύρινη ουρά πίσω του, μακριά όσο ένα κοντάρι. Έκανε τέτοιο θόρυβο, που έμοιαζε με κεραυνός του ουρανού. Φαινόταν σαν ένας δράκος που πετά στον αέρα. Εξέπεμπε ένα τόσο δυνατό φως, ώστε μπορούσες να δεις καθαρά μέσα στο στρατόπεδο σαν να ήταν μέρα, από τις πολλές φλόγες που φώτιζαν τα πάντα. Εκείνη τη νύχτα μας βομβάρδισαν τρεις φορές με το Ελληνικό πυρ και τέσ­σερις φορές το εκτόξευσαν με το περιστρεφόμενο τόξο (Arbalesre a tour)».

Λίαν κατατοπιστική είναι η περιγρα­φή της μεγάλης και νικηφόρας ναυμαχίας του Βυζαντι­νού στόλου κατά του ενωμένου Νορμανδοπισσατικού, το 1099 μ.Χ. Μετά το ευτυχές για τους Φράγκους πέρας της Α’ Σταυροφορίας δημιουργήθηκε στην Αντιόχεια ένα Νορ­μανδικό δουκάτο. Ο ηγεμόνας του, Βοημούνδος ήταν όμως και ορκισμένος εχθρός της Βυζαντινής Αυτοκρατο­ρίας.

Έτσι όταν ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός του ζήτησε να αναγνωρίσει την επικυριαρχία του, όπως είχε προηγουμένως συμφωνηθεί, ο Βοημούνδος, όχι μόνο δεν τήρησε την συμφωνία, αλλά κατόρθωσε να πείσει πολλούς δυτικούς άρχοντες να τον βοηθήσουν στον πόλεμο κατά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ανάμεσα στους συμμάχους του ο Βοημούνδος κατόρθωσε να
προ­σελκύσει και την Ιταλική ναυτική πόλη της Πίζας. Η Πίζα εκείνη την εποχή ήταν μεγάλη ναυτική δύναμη, ικανή να παρατάξει πραγματικά εκατοντάδες πολεμικών πλοίων. Όταν ο Αλέξιος πληροφορήθηκε τις ενέργειες του Νορμανδού ηγεμόνα αποφάσισε να τον αντιμετωπίσει στην θάλασσα.

Διέταξε λοιπόν να κατασκευασθούν πολλά πλοία σε όλα τα ναυπηγεία της Αυτοκρατορίας. Ο ίδιος μάλιστα επισκεπτόταν τα ναυπηγεία της Κωνσταντινού­πολης, προκειμένου να επιβλέψει και να επιταχύνει τον ρυθμό ναυπήγησης. Αναφέρει η κόρη του Άννα στο έργο της Αλεξιάδα:

«Ταύτα μανθάνων ο βασιλιεύς εξ απάσων των υπό των Ρωμαίων αρχήν χωρών προσέταξε γενέσθαι πλοία. Και εις αυτήν δε την βασιλεύουσαν ικανά κατασκευάζων, εκ διαλειμμάτων εις μονήρες εισερχόμενος επέσκηπτε τοίς κατασκευάζουσιν όπως χρη ταύτα ποιείν. Γϊνώσκων δε τους Πισσαίους του περί την θάλαττα πολέμου επιστήμονας και δεδιώς την μετ’ αυτών μάχην, εν εκάστη πρώρα των πλοίων διά χαλκών και σιδηρών λεόντων και αλλοίων χερσαίων ζώων κεφάλας μετά στο­ μάτων ανεωγμένων κατασκευάσας, χρυσώ τε περιστείλας αυτά ως εκ μόνης της θέας φοβερόν φαίνεσθι, το διά των στρεπτών κατά των πολεμίων μέλλον αφίεσθαι πυρ διά των στομάτων αυτών παρεσκεύασε διιείνα, ώστε δόκειν τους λέοντας, και τάλλα των τούτων ζώων τούτο εξερεύγεσθαι.

Ούτω γουν ταύτα κατασκευ­άσας, μετακαλεσάμενος τον Τατίκιον εξ Αντιοχείας νεωστί παραγενόμενον, αυτώ μέν τα τοιαύτα πλοία παραδεδωκώς περιφανεστάτην κεγαλή ωνόμασε. Τω δε γε Λαντούλφο τον άπαντα στόλον αναθεμένος, μέγαν δούκα προύβαλετο ως ναυμαχίας ειδήμονα άριστον».

Η Άννα Κομνηνή δεν μας δίδει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των Ελληνικών πλοίων. Ξεκαθαρί­ζει όμως ότι τον στόλο συγκροτούσαν πλοία εφοδιασμέ­να με στρεπτά και άρα με υγρό πυρ, τα οποία τέθηκαν υπό την διοίκηση του Τατικίου και άλλα, προφανώς μη εξοπλισμένα με τον ίδιο τρόπο. Αρχιναύαρχος ονομά­σθηκε ο Λαντούλφος, προφανώς Λατίνος, ο οποίος ήταν ειδήμων στα ναυτικά. Ακόμα και έτσι όμως την διοίκηση της μοίρας των εξοπλισμένων με υγρό πυρ πλοίων, ο Αυτοκράτορας Αλέξιος την εμπιστεύθηκε σε Έλληνα, προφανώς άνθρωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του, τον οποίο μετακάλεσε, ειδικά γι’ αυτόν τον σκοπό, από την Αντιόχεια της Συρίας.

Ο Ελληνικός στόλος απέπλευσε από την Κωνστανινούπολη τον Απρίλιο του 1098. Αρχικώς κατευθύνθηκε στην Σάμο, όπου τα πλοία πισσώθηκαν. Κατόπιν έπλευ­σαν προς την Κω, γιατί είχαν πληροφορίες ότι ο εχθρι­κός στόλος, αποτελούμενος από 900 πλοία κάθε τύπου και μεγέθους, ναυλουχούσε στο νησί. Όταν όμως έφτα­σε στην Κω πληροφορήθηκε ότι ο Νορμανδοπισσατικός στόλος είχε αποπλεύσει με κατεύθυνση την Ρόδο. Σκο­πός του ήταν η κατάληψη του πλούσιου Ελληνικού νησι­ού. Αμέσως ο Ελληνικός στόλος έπλευσε προς τα νερά της Ρόδου και πράγματι εντόπισε τον εχθρικό στις ακτές της Λυκίας, μεταξύ Ρόδου και Πατάρων.

Οι Φρά­γκοι αιφνιδιάστηκαν από την εμφάνιση των Ελλήνων και άρχισαν όπως – όπως να λαμβάνουν διάταξη μάχης. Στο μεταξύ όμως είχε ξεσπάσει θαλασσοταραχή, η οποία καθιστούσε σχεδόν αδύνατο τον σχηματισμό γραμμής μάχης. Όλα έδειχναν ότι οι Φράγκοι θα ξέφευγαν. Τότε ο Λανδούλφος έδωσε το σήμα της επίθεσης, παρά το γεγονός ότι ο στόλος του δεν είχε λάβει σχηματισμό μάχης. Πρώτος όρμησε κατά των Πισσατών. «Και αυτός δε ο Λαντούλφος, πρώτος προσπελάσας ταις Πισσαϊκάς ναυσίν, άστοχα το πυρ έβαλε και ουδέν τι πλέον ειργάσατο του πυρός σκεδασθέντος», αναφέρει ο Άννα Κομνηνή. Η φράση αυτή κρύβει πολλά σχετικά με την φύση, αλλά και την χρήση του υγρού πυρός.

Κατ’ αρχήν η Άννα Κομνηνή χρησιμοποιεί δύο λέξεις κλειδιά, τα ρήματα «αστόχησε» και «έβαλε». Το ρήμα βάλω σχετί­ζεται με την βολή εκηβόλου όπλου. Εκ του μακρόθεν λοιπόν έβαλε ο Λαντούλφος και αστόχησε. Το παρά­δειγμα του Λανδούλφου ακολούθησε και ο Πελοποννήσιος κόμης (πλοίαρχος) Περιχύτης, ο οποίος διέσπασε την εχθρική γραμμή. Το σκάφος του ομοιοβάθμου του Ελεήμωνος όμως, λόγω της τρικυμίας που στο μεταξύ άρχισε να μαίνεται, συγκρούστηκε με ένα μεγάλο εχθρικό πλοίο και μάλιστα τα πηδάλιά τους μπλέχτηκαν μεταξύ τους. Ο Ελεήμων, παρά το γεγονός αυτό δεν δίστασε και «γοργώς προς την σκεύην απείδε και πυρ κατ’ αυτών αφείς ουκ άστοχα έβαλεν».

Προφανώς τα δύο πλοία, εφόσον είχαν μπλεχτεί τα πηδάλιά τους, είχαν πιαστεί πρύμνα με πρύμνα. Ο πλοίαρχος Ελεήμων όμως άρπαξε την «σκευήν» (συσκευή, μηχάνημα, μηχανισμός) και εύστοχα έπληξε το εχθρικό σκάφος, κυριολεκτικά εξ επαφής. Αν λοιπόν το υγρό πυρ ήταν απλώς ένα εμπρηστικό υγρό που εκτοξευόταν με αντλίες, προαφανώς ο Ελεήμων δεν θα επιχειρούσε να θέσει πυρ στο σκάφος, στο οποίο και το δικό του ήταν προσκολλημένο και θα μπορούσε κάλλιστα να καεί μαζί με το εχθρικό. Προφανώς έπληξε με την «σκευήν» καί­ρια το αντίπαλο πλοίο, με αποτέλεσμα να το βυθίσει άμεσα και να απεμπλακεί, όπως αποδεικνύει η συνέ­χεια της διήγησης της Άννας Κομνηνής.

«Είτα την ναυν επί θάτερα γοργώς μεταφέρων και ετέρας παραχρήμα τρεις μεγίστας επυρπόλει των βαρβάρων νύες». Ο Ελε­ήμων λοιπόν, μόλις εβύθισε το μεγάλο Πισσατικό πλοίο, επιτέθηκε σε τρία ακόμα, διαδοχικά, μεγάλα εχθρικά πλοία, τα οποία επίσης πυρπόλησε. Εντύπωση προκαλεί ο χρόνος εντός του οποίου ο Ελεήμων εβύθισε τέσσερα εχθρικά πλοία. Με την χρήση μόνο εμπρηστικών υλών, τα μεγάλα εχθρικά πλοία θα απαιτούσαν ασφαλώς έναν ορισμένο χρόνο για να κατακαούν και να βυθιστούν. Εάν όμως το εμπρηστικό υλικό περιείχε και εκρηκτική ύλη, τα εχθρικά πλοία απλώς θα ανατινάζοντο και θα έβρισκαν τάχιστα θέση στον βυθό του Αιγαίου.

Το υγρό πυρ χρησιμοποιήθηκε και από τον Βυζαντινό στρατό, όχι μόνο σε πολιορκητικές επιχειρήσεις, αλλά και σε αναπεπταμένο πεδίο. Δύο ήταν οι κύριοι τρόποι ρίψης του, με την χρήση βλητικών μηχανών και με χειροσίφωνες, μικρά δηλαδή, φορητά φλογοβόλα. Οι πυρ­φόροι καταπέλτες, αλλά και οι πυρφόροι μονάγκωνες, δεν διέφεραν πολύ από τους αντιστοίχους συμβατικούς. Οι μονάγκωνες έβαλαν δοχεία γεμάτα με εμπρηστικές ύλες. Οι χειριστές, πριν εκτοξεύσουν το βλήμα, άναβαν το φυτίλι στο άνω μέρος του δοχείου. Όταν το δοχείο έσπαζε επί των εχθρών, το εμπρηστικό υλικό κάλυπτε τον χώρο και αναφλεγόταν από το φυτίλι. Οι πυρφόροι καταπέλτες λειτουργούσαν όπως και οι αντίστοιχοι οξυβελείς.

Αντί του ξύλινου οδηγού του βελοσχήμου βλή­ματος τους όμως, διέθεταν σιδερένιο ή χάλκινο σωλήνα, εν είδει κάννης, επί του πίσω άκρου του οποίου τοποθετείτο το βλήμα, το οποίο εκτοξευόταν με την ισχύ της συστροφής σχοινιών, τα οποία απότομα απελευθερώνοντο. Από την άλλη πλευρά οι χειροσίφωνες, τα πρώτα φορητά φλογοβόλα, τα εχειρίζοντο ειδικά εκπαιδευμέ­ νοι στρατιώτες, οι σιφωνάτωρες, οι οποίοι πολεμούσαν σε διάταξη ακροβολισμού, είτε ενταγμένοι σε ειδικά τάγματα, είτε οργανικά εντεταγμένοι σε άλλα τμήματα. Οι σιφωνάτωρες έφεραν θώρακα και κράνος με προσω­πίδα, που κάλυπτε όλο το πρόσωπο. Το δε όπλο τους ήταν δύο κυρίων τύπων.

Η πρώτη κατηγορία σιφώνων ήταν ένα όπλο αποτελούμενο από δύο μέρη, το κυρίως όπλο και την δεξαμενή με το εμπρηστικό υλικό, όπως περίπου και τα σύχρονα φλογοβόλα. Η δεύτερη κατηγο­ρία δεν ήταν ουσιαστικά παρά μια αντλία γεμάτη εμπρη­στικό υλικό, με σύστημα λειτουργίας παρόμοιο με αυτή της σύριγγας. Με έναν πιστόνι ο χειριστής πίεζε το περιεχόμενο της αντλίας έξω από τον σωλήνα. Ο χειρι­ στής κρατούσε κάτω από την κάννη έναν αναμμένο δαυλό. Το εμπρηστικό υλικό αναφλεγόταν έξω από την κάννη, μόλις ερχόταν σε επαφή με την φλόγα του αναμ­μένου πυρσού. Αντίγραφο όπλου του πρώτου τύπου κατασκεύασε πριν μερικά χρόνια ο αείμνηστος Νίκος Ορφανουδάκης.

Ο ίδιος δοκίμασε με επιτυχία την λειτουργικότητα του όπλου, το οποίο απεδείχθη απολύ­τως χρηστικό, αν και με περιορισμένο βεληνεκές. Σε παράσταση χειρογράφου του 11ου αιώνος εικονίζεται πάντως ένας χειροσίφωνας, ο οποίος θυμίζει έντονα μικρό, φορητό πυροβόλο, όχι πολύ διαφορετικό από τα πρώιμα τυφέκια, τα οποία οι Δυτικοί αποκαλούσαν «όπλα χειρός» – άλλες ονομασίες τους ήταν «δράκοι», εξού και οι δραγώνοι, οι φέροντες δράκους, «σιοπέττα», «κουλβερίνες» και «πιστόλες», που σημαίνει σωλή­νες. Προφανώς ο χειροσίφων χρησιμοποιείτο σε ειδικές επιχειρήσεις, είτε κατά την διάρκεια πολιορκιών, είτε όταν έπρεπε να πυρποληθούν πολεμικές μηχανές ή υπο­ δομές των εχθρών.

Μικρούς σίφωνες έφεραν πάντως και τα Βυζαντινά πλοία, πέραν των δύο κυρίων σε πλώρη και πρύμνη. Η πρώτη καταγεγραμμένη ιστορικά χρήση χειροσιφώνων από δυνάμεις ξηράς αναφέρεται το 928, κατά την πολιορκία του Ντιβν. Οι χειροσίφωνες θεωρού­ νται επινόηση του Αυτοκτράτορα Λέοντα ΣΤ’ Σοφού. Ο Αυτοκράτορας στα «Τακτικά» του, αναφέρει ότι οι χειροσιφωνάτωρες πρέπει να βάλουν καλυμμένοι πίσω από σιδηρά ασπίδα. Το παράξενο είναι ότι σε χειρόγραφη παράσταση του 15ου αίωνα από την Γερμανία, εικονίζει δύο άνδρες, καλυμμένους πίσω από σιδηρά ασπίδιο, να χειρίζονται «πιστόλα». Ο μεν πρώτος σκοπεύει, ο δε δεύτερος πυροδοτεί το όπλο.

Σύμφωνα με την μαρτυρία του Θεοφάνη όταν οι Βούλγαροι του Κρούμου κατέλα­\βαν την Μεσημβρία ανακάλυψαν 36 σίφωνες υγρού πυρός, τους οποίους όμως δεν φαίνεται να χρησιμοποί­ησαν ποτέ. Το 1054 οι Σελτζούκοι Τούρκοι πολιορκού­σαν την πόλη του Μάντζικερτ. Οι πολιορκημένοι
στεναχωρούντο ιδιαιτέρως από μια υπερμεγέθη λιθοβόλο μηχανή που χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι. Οι μηχανές των αμυνομένων ήταν μικρότερες και δεν διέθεταν το απαραίτητο βεληνεκές για να την πλήξουν.

Έτσι ένα άνδρας της φρουράς «…λαβών ούτος άγγος τι φέρον ένδον του Μηδικού πυρός συσκευήν, της του άστεως πύλης δρομαίος εξήλασε και καθιείς εαυτόν εις μέσους τους εναντίους, πυρ τε τω στόμματι του άγγους εναπερείσας, τούτο συντρίβει προς το μηχάνημα. Και αυτίκα πυρ αναφθέν άπαν εξήλασε και κενεμήσατο, συνήρτηντο γαρ αυτώ και τίνα πέπλα, τας των τειχών αποτειχίζοντα προσβολάς», αναφέρει ο Μιχαήλ Ατταλειάτης. Ο στρατιώτης λοιπόν περιγράφεται να εξέρχεται τρέχο­ντας από τα τείχη, φέρων ένα κιβώτιο εντός του οποίου υπήρχε η συσκευή ρίψης του υγρού πυρός. Με αυτήν πυρπόλησε την εχθρική μηχανή και επέστρεψε σώος εντός της πόλης.

Η χρήση υγρού πυρός αναφέρεται για τελευταία φορά κατά την διάρκεια της τελευταίας και μοιραίας πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους το 1453. Σύμφωνα με τον Φραντζή, οι Βυζαντινοί χρη­σιμοποίησαν υγρό πυρ για να κάψουν τους Τούρκους και Σέρβους σκαπανείς του Μωάμεθ Β’, οι οποίοι επι­χειρούσαν να υπονομεύσουν υπογείως τα τείχη. Ο Φρα­ντζής όμως στη διήγηση του αναφέρει ότι από τον «κρότον του πυρός», ένας παλαιός πύργος του τείχους κατέρρευσε κατά το ήμισυ και κατόπιν επισκευάσθηκε. Ο κρότος όμως παραπέμπει σε έκρηξη και όχι σε απλή χρήση εμπρηστικού μίγματος.

Μια επίσης ενδιαφέρου­σα περιγραφή προέρχεται από τον ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη, ο οποίος περιγράφοντας την σύγκρουση των στρατευμάτων του Αυτοκράτορα Ισσακίου Αγγέλου με αυτά του επαναστάτη στρατηγού Αλεξίου Βρανά το 1186, αναφέρει ότι η χρήση σκευών υγρού πυρός
προκάλεσε αστραπές που έκαψαν έναν σημαντικό αριθμό εκκλησιών και οικημάτων σε μια συνοικία της Πόλης, όπου έλαβε χώρα η σύγκρουση. Η παραπομπή αυτή θυμίζει έντονα την περιγραφή του Ηροδότου και του Παυσανία, σχετικά με την τύχη των εισβαλόντων στους Δελφούς Πέρσες και Γαλάτες, το 480 και 279 π.Χ. Ίσως λοιπόν οι ορισμένοι χειροσίφωνες των Βυζαντινών να μην ήταν παρά πρωτόγονα τυφέκια.

ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Όπως δείχνουν και οι προειδοποιήσεις του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, τα συστατικά και η διαδικασίες παραγωγής αλλά και εξαπόλυσης του υγρού πυρός ήταν άκρως απόρρητα μυστικά. Η μυστικότητα που το περιέβαλλε ήταν τόση, που η σύνθεση του υγρού πυρός χάθηκε, και έκτοτε αποτελεί αντικείμενο διαφόρων εικασιών. Ανά τους αιώνες, η αναζήτηση της χαμένης αυτής φόρμουλας έχει μονοπολήσει σχεδόν την έρευνα γύρω από το υγρό πυρ. Εντούτοις, το υγρό πυρ πρέπει να γίνει αντιληπτό ως ένα ολοκληρωμένο οπλικό σύστημα αποτελούμενο από διάφορα επιμέρους κομμάτια, τα οποία ήταν όλα απαραίτητα για την αποτελεσματική του δράση.

Πέραν της φόρμουλας της εμπρηστικής ουσίας καθ’ εαυτής, το σύστημα περιλάμβανε τους πυρφόρους δρόμονες, τη συσκευή που θέρμαινε και έθετε υπό πίεση την ουσία, το σίφωνα που την εξαπέλυε, και την ειδική εκπαίδευση των χειριστών του συστήματως, των λεγόμενων σιφωναρίων. Οι διάφοροι χειριστές και τεχνίτες του συστήματος είχαν κατά πάσα πιθανότητα γνώση μόνο ενός επιμέρους εξαρτήματος, εξασφαλίζοντας ότι κανένας εχθρός δεν θα μπορούσε με μιας να αποκτήσει πλήρη γνώση του. Έτσι εξηγείται πως όταν το 814 οι Βούλγαροι πήραν τις πόλεις Μεσημβρία και Δεβελτό και βρήκαν εκεί 36 σίφωνες και ποσότητες της εμπρηστικής ουσίας, στάθηκαν ανίκανοι να τα χρησιμοποιήσουν.

Οι πληροφορίες για το υγρό πυρ είναι αποκλειστικά έμμεσες, βασιζόμενες σε διάφορες αναφορές στα Βυζαντινά στρατιωτικά εγχειρίδια και σε ιστορικά έργα όπως την Αλεξιάδα και Δυτικοευρωπαϊκά χρονικά, που όμως συχνά είναι ανακριβή. Στην Αλεξιάδα, η Άννα Κομνηνή παρέχει (XIII.3.6) μια συνταγή για μια εμπρηστική ύλη, που η Βυζαντινή φρουρά του Δυρραχίου χρησιμοποίησε το 1108 κατά των Νορμανδών. Συχνά έχει ερμηνευθεί ως μια, μερική έστω, συνταγή για το υγρό πυρ:

»Τοῦτο δὲ τὸ πῦρ ἀπὸ τοιούτων μηχανημάτων αὐτοῖς διεσκεύαστο. Ἀπὸ τῆς πεύκης καὶ ἄλλων τινῶν τοιούτων δένδρων ἀειθαλῶν συνάγεται δάκρυον εὔκαυστον. Τοῦτο μετὰ θείου τριβόμενον ἐμβάλλεταί τε εἰς αὐλίσκους καλάμων καὶ ἐμφυσᾶται παρὰ τοῦ παίζοντος λάβρῳ καὶ συνεχεῖ πνεύματι, κᾆθ’ οὕτως ὁμιλεῖ τῷ πρὸς ἄκραν πυρὶ καὶ ἐξάπτεται καὶ ὥσπερ πρηστὴρ ἐμπίπτει ταῖς ἀντιπρόσωπον ὄψεσι».

Δυτικές αναφορές στο περίφημο ignis graecus είναι επίσης γενικά αναξιόπιστες, καθώς αποδίδουν την ονομασία αυτή αδιακρίτως σε κάθε είδους εμπρηστικές ουσίες. Οι μόνες βέβαιες πληροφορίες που περιγράφουν το υγρό πυρ και τη συμπεριφορά του είναι:

  • Η ουσία συνέχιζε να καίει στο νερό, και, σύμφωνα με ορισμένες ερμηνείες, αναφλεγόταν στην επαφή του με τον νερό. Επιπλέον, όπως αναφέρεται σε αρκετές πηγές, μπορούσε να σβηστεί μόνο από ορισμένες ουσίες όπως άμμο, που του στερούσε οξυγόνο, δυνατό ξύδι, και ούρα, προφανώς μέσω κάποιας χημικής αντίδρασης.
  • Όπως φαίνεται και από το όνομά του αλλά και από περιγραφές, ήταν υγρό και όχι κάποιας μορφής βλήμα.
  • Στη θάλασσα, συνήθως εκτοξευόταν από σίφωνες, αν και κεραμικά δοχεία και βομβίδες γεμισμένες με υγρό πυρ ή παρόμοιες ουσίες επίσης χρησιμοποιούνταν.
  • Η εκτόξευση του υγρού πυρός συνοδευόταν από πολύ θόρυβο («βροντή») και καπνό.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΣΤΑΣΗΣ

Η πρώτη, και για πολύ καιρό πιο διαδεδομένη, θεωρία σχετικά με τη σύσταση της εμπρηστικής ύλης ήταν ότι το κύριο συστατικό ήταν νιτρικό κάλιο, ουσιαστικά δηλαδή ότι το υγρό πυρ ήταν μια πρώιμη μορφή πυρίτιδας. Η θεωρία αυτή προήλθε από την περιγραφή έντονου θορύβου και καπνού κατά την εκτόξευση, καθώς και από την απόσταση στην οποία μπορούσε να εκτοξευθεί το όπλο, που ερμηνεύτηκαν ως προϊόντα εκρηκτικής αντίδρασης. Από την εποχή του Ολλανδού ιστοριοδίφη Ισαάκ Βόσσιους, πολλοί ερευνητές υποστήριξαν τη θέση αυτή, και πρωτίστως η λεγόμενη «Γαλλική Σχολή» το 19ο αιώνα, που περιελάμβανε το διάσημο χημικό Μαρσελέν Μπερτελό.

Έκτοτε η θεωρία αυτή έχει απορριφθεί, καθώς το νιτρικό κάλιο δεν φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε για πολεμικούς σκοπούς στην Ευρώπη ή τη Μέση Ανατολή πριν τον 13ο αιώνα, και απουσιάζει πλήρως από τα έργα των Αράβων, των πλέον εξεχόντων χημικών του Μεσογειακού κόσμου, πριν από την περίοδο αυτή. Επιπλέον, η φύση του προτεινόμενου μίγματος δεν συμβαδίζει με τα χαρακτηριστικά της δια σίφωνος εκτοξευόμενης ουσίας των Βυζαντινών πηγών. Μια δεύτερη άποψη, βασιζόμενη στο γεγονός ότι το υγρό πυρ δεν έσβηνε στο νερό -σύμφωνα δε με ορισμένες πηγές το νερό την έκανε να καίει πιο έντονα- θεώρησε ότι η εμπρηστική ουσία βασιζόταν σε ένα μείγμα με βάση τη μη εσβεσμένη άσβεστο.

Αν και ο άσβεστος ήταν γνωστός στους Βυζαντινούς και στους Άραβες, η θεωρία αυτή καταρρίπτεται από λογοτεχνικά και εμπειρικά στοιχεία. Ένα μείγμα βασισμένο στην άσβεστο θα πρέπει να έρθει σε επαφή με νερό για να αναφλεγεί, ενώ τα Τακτικά του Αυτοκράτορος Λέοντα ΣΤ’ καταγράφουν ότι η ουσία συχνά χυνόταν απευθείας στο κατάστρωμα εχθρικών πλοίων. Ομοίως, ο Αυτοκράτορας αναφέρει τη χρήση βομβίδων, πράγμα που ενισχύει την άποψη ότι η επαφή με νερό δεν ήταν απαραίτητη για να ανάψει η ουσία του υγρού πυρός. Επιπλέον, ο C. Zenghelis διεξήγαγε μια σειρά πειραμάτων που απέδειξαν ότι τα αποτελέσματα της αντίδρασης ασβέστου – νερού θα ήταν αμελητέα υπό πραγματικές συνθήκες στη θάλασσα.

Μια άλλη παρόμοια θεωρία πρότεινε την πιθανότητα ο Καλλίνικος να είχε ανακαλύψει το φωσφορούχο ασβέστιο, το οποίο όταν έλθει σε επαφή με νερό παράγει την εξαιρετικά εύφλεκτη φωσφίνη, η οποία αναφλέγεται αυτόματα. Και εδώ όμως εκτεταμένα πειράματα απέτυχαν να προσεγγίσουν την περιγραφόμενη ένταση του υγρού πυρός. Αν και η παρουσία ασβέστου ή και νιτρικού καλίου στο μείγμα δεν μπορεί να αποκλειστεί, είναι φανερό πως δεν αποτελούσαν το κύριο συστατικό. Οι περισσότεροι σύγχρονοι ερευνητές συμφωνούν ότι το υγρό πυρ βασιζόταν στο πετρέλαιο, κατεργασμένο ή μη.

Οι Βυζαντινοί είχαν εύκολη πρόσβαση σε ακατέργαστο πετρέλαιο από τις φυσικές πηγές στην ανατολική ακτή του Εύξεινου Πόντου (λ.χ. οι πηγές γύρω από το Τμουτορακάν που αναφέρονται και από τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο) ή σε διάφορες άλλες περιοχές στη Μέση Ανατολή. Είναι ενδεικτικό ότι μια από τις ονομασίες του υγρού πυρός ήταν «Μηδικό πυρ», και ότι ο ιστορικός Προκόπιος ο Καισαρεύς καταγράφει ότι το ακατέργαστο πετρέλαιο ήταν γνωστό ως «νάφθα» ή «Μηδικό έλαιο».

Υπάρχει επίσης και ένα Λατινικό χειρόγραφο του 9ου αιώνα, φυλασσόμενο στο Βόλφενμπυττελ της Γερμανίας, που αναφέρει τα συστατικά μιας ουσίας που μοιάζει να είναι το υγρό πυρ, καθώς και τη λειτουργία των σιφώνων για την εκτόξευσή του. Αν και το κείμενο περιέχει διάφορες ανακρίβειες, αναφέρει ξεκάθαρα τη νάφθα ως το κύριο συστατικό. Διάφορες ρητίνες πιθανότατα προστίθενταν ως πηκτικό (η Στρατηγική έκθεσις και σύνταξις του Νικηφόρου Φωκά αναφέρει το υγρό πυρ ως «πυρ κολλητικόν») και για να αυξήσουν τη διάρκεια και ένταση της καύσης.

Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ ΚΑΙ Η ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΥΓΡΟΥ ΠΥΡΟΣ

Το «Υ­γρόν Πυρ» α­νή­κει στην πο­λε­μι­κή τε­χνο­λο­γί­α των Βυ­ζα­ντι­νών, στην τε­χνι­κή πο­λέ­μου που
πε­ρι­λαμ­βά­νει τη χρή­ση πυ­ρο­βό­λων και φλο­γοβό­λων ό­πλων και ε­μπρη­στι­κών μη­χα­νι­σμών. Φέ­ρει και άλ­λες ο­νο­μα­σί­ες ό­πως «Αυ­τό­μα­το Πυρ», «Ελ­λη­νι­κό Πυρ» (ο­νο­μα­σί­α που δό­θη­κε στο ε­μπρη­στι­κό μείγ­μα που χρη­σι­μο­ποιού­σαν στην Αγ­γλί­α του Με­σαί­ωνα του Ρι­χάρ­δου Α’ του Λε­ο­ντό­καρδου και στην κα­τά­λη­ψη του ο­χυ­ρού του Α­γί­ου Ιω­άν­νη της Ά­κρας 1191 μ.Χ. κα­τά τη Γ΄ Σταυ­ρο­φο­ρί­α, λό­γω της προ­έ­λευ­σης των κύ­ριων συ­στα­τι­κών του, δα­νει­σμέ­να α­πό την Ελ­λά­δα, εξ ου και «Greek Fire»).

Επίσης το ονόμαζαν και «Θα­λάσ­σιο Πυρ», «Μη­δι­κό Λά­δι» («Μη­δεί­ας Έ­λαιον», συ­να­ντά­ται στην Καρ­χη­δό­να), «Θεί­ον Ά­πυ­ρον» («ά­καυ­το θειά­φι», δηλ. «θειά­φι που δεν καί­γε­ται»), που αφο­ρούν τα δια­δο­μέ­να α­πό τα αρ­χαί­α χρό­νια ε­μπρη­στι­κά μείγ­μα­τα. Ο ε­μπρη­στικός πό­λε­μος α­να­φέ­ρε­ται ή­δη α­πό τον Ό­μη­ρο, στο έ­πος «Ι­λιάς». Οι Βυ­ζα­ντι­νοί Ό­σιος Θε­ο­φά­νης στη «Χρο­νο­γρα­φί­α» και Σκυ­λί­τζης στο «Σύ­νο­ψις Ι­στο­ριών» το α­πο­κα­λούν εί­τε «υ­γρόν πυρ» εί­τε «σκευα­στόν πυρ» και ο Λέ­ων ΣT΄
«ε­σκευα­σμέ­νον πυρ». Πρό­κει­ται για ό­πλο που α­πο­τε­λεί ε­ξέ­λι­ξη πα­λαιό­τε­ρων ε­μπρη­στι­κών ό­πλων, γνω­στών ή­δη α­πό την Ελ­λη­νι­κή αρ­χαιό­τη­τα.

Η μορ­φή του Υ­γρού Πυ­ρός στο Βυζά­ντιο ε­πι­νο­εί­ται ε­πί βα­σι­λεί­ας Κων­στα­ντί­νου Δ΄ Πω­γω­νά­του, χρη­σι­μο­ποιού­με­νο ε­να­ντί­ον των Α­ρά­βων που πο­λιορ­κού­σαν την Κων­στα­ντι­νούπο­λη ε­πί πέ­ντε χρό­νια (674 – 678 μ.Χ.). Δεν α­πο­τε­λεί πρω­τό­τυ­πη σύλ­λη­ψη ι­δέ­ας και και­νο­τό­μο ε­φεύ­ρε­ση αλ­λά ε­ξε­λιγ­μέ­νη μορ­φή των α­νά­λο­γων πα­λαιό­τε­ρων μειγ­μά­των. Ο Καλ­λί­νι­κος θα πρέπει να ε­φη­ύ­ρε και να βελ­τί­ω­σε τα ό­πλα ε­κτό­ξευσής του δη­μιουρ­γώ­ντας προ­ηγ­μέ­νη μορ­φή. Πρό­δρο­μος του Υ­γρού Πυ­ρός υ­πήρ­ξε το «Θεί­ον Ά­πυ­ρον», που α­να­φέ­ρει για πρώ­τη φο­ρά στη χρο­νο­γρα­φί­α του ο Μα­λά­λας (6ος αιώνας μ.Χ.).

Συ­γκε­κρι­μέ­να, ο αυ­το­κρά­το­ρας Α­να­στά­σιος Α’ (491 – 518 μ.Χ.) α­να­λαμ­βά­νο­ντας πρω­το­βου­λί­α προς α­ντι­με­τώ­πι­ση της ε­πα­νά­στα­σης των Ορ­θο­δό­ξων α­ντι­πά­λων του που συ­νασπί­στη­καν με τον Δή­μο των Βέ­νε­των υ­πό την αρ­χη­γί­α του κό­μη των Φοιδε­ρά­των (υ­πο­σπόν­δων, δηλ. συ­ντάγ­μα­τα βαρ­βά­ρων ή
φυ­λές ο­λό­κλη­ρες, που υ­πη­ρέ­τη­σαν μα­ζί με τους Ρω­μαί­ους, με αρχη­γό το δι­κό τους η­γε­μό­να, -που
α­να­διορ­γα­νώ­θη­καν α­πό το Θε­ο­δό­σιο Α’ 379 – 395), Βι­τα­λια­νού, προ­σκά­λε­σε α­πό την Α­θή­να τον
φι­λό­σο­φο, που συν­δύ­α­ζε τη με­τα­φυ­σική με την Ευ­κλεί­δειο Γε­ω­με­τρί­α, Πρό­κλο, τον διευ­θυ­ντή της Αθη­να­ϊ­κής Νε­ο­πλα­τω­νι­κής Σχο­λής, που λό­γω της ε­να­σχό­λη­σής του με την πα­ρα­σκευ­ή εύ­φλε­κτων
υ­λών, κα­τα­σκεύ­α­σε το «Θεί­ον Ά­πυ­ρον», που εί­χε τη μορ­φή πο­λύ ψι­λής σκό­νης.

Το σκεύ­α­σμα αυ­τό ο Πρό­κλος το πα­ρέ­δω­σε στο ναύ­αρ­χο του Βυ­ζα­ντι­νού Στό­λου, του Βα­σι­λι­κού Πλω­ί­μου (στό­λου), Μα­ρί­νο, α­πο­κα­λύ­πτο­ντάς του τις ι­διό­τη­τές του με τα ε­ξής λό­για «ό­που και αν τη ρί­ξεις, είτε σε κτή­ρια, εί­τε σε πλοί­α, η σκό­νη με την α­να­το­λή του η­λί­ου α­να­φλέ­γε­ται και καί­ει τα
πά­ντα». Το «Θεί­ον Ά­πυ­ρον» ε­πι­τέ­λε­σε ε­πιτυ­χώς την α­πο­στο­λή του. Η συ­ντα­γή, σύ­στα­ση και
πα­ρα­σκευ­ή, της ε­κτο­ξευό­με­νης ε­μπρη­στι­κής ύ­λης του «Υ­γρού Πυ­ρός», α­πο­τε­λού­σε για κά­ποια
πε­ρί­ο­δο ύ­ψι­στο κρατι­κό μυ­στι­κό του Βυ­ζα­ντί­ου. Η α­πο­τρο­πή της α­πο­κά­λυ­ψης της με­θό­δου
πα­ρά­γωγής του σχε­τί­ζε­ται με τη συμ­βο­λή του στις νί­κες των Βυ­ζα­ντι­νών, στην α­νύ­ψωση της
ψυ­χο­λο­γί­ας τους και στην α­ντί­στοι­χη κα­ταρ­ρά­κω­ση και α­πο­θάρ­ρυν­ση της ψυ­χο­λο­γί­ας των ε­χθρών.

Δεν ή­ταν βέ­βαια η πο­λε­μι­κή πα­νά­κεια αλ­λά συ­νέβα­λε α­πο­φα­σι­στι­κά στη διά­σω­ση της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας και μά­λι­στα συ­γκα­τα­λέγε­ται στις πα­σί­γνω­στες πο­λε­μι­κές ε­φευ­ρέ­σεις. Η πε­ρι­βάλ­λου­σα μυ­στι­κό­τη­τα ε­πέ­τρε­ψε τη δια­τή­ρη­ση του μυ­στι­κού. Οι ε­πι­στή­μο­νες πι­θα­νο­λο­γούν και ει­κά­ζουν ό­τι το μείγ­μα θα πρέ­πει να πε­ριεί­χε θειά­φι, νί­τρο, πίσ­σα, α­λά­τι, ρη­τί­νη (ρε­τσί­νι), πε­τρέ­λαιο και λά­δι, α­να­με­μειγ­μένα με νά­φθα. Η α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά του έ­γκει­το στο ό­τι συ­νέ­χι­ζε να καί­γε­ται και κά­τω α­πό το νε­ρό, δη­λα­δή ή­ταν πρα­κτι­κά ά­σβε­στο, πράγ­μα που κα­θι­στούσε τους α­ντι­πά­λους α­δύ­να­μους και α­νί­κα­νους να το σβή­σουν και να προ­στα­τέψουν το στρα­τό τους και το στό­λο τους.

Κά­ποιοι ε­ρευ­νη­τές θε­ω­ρούν, με βά­ση τις α­να­φο­ρές των πη­γών για την αυ­το­α­νά­φλε­ξη του Υ­γρού
Πυ­ρός στην ε­πα­φή του με το νε­ρό, ό­τι το μείγ­μα ε­μπε­ριεί­χε α­σβέ­στη ή φω­σφο­ρού­χο ασβέ­στιο.
Άλ­λοι, λό­γω α­να­φο­ρών για πρό­κλη­ση κα­πνών και βρο­ντών κα­τά την εκτό­ξευ­σή του, κα­τα­λή­γουν σε συ­μπέ­ρα­σμα ό­τι στο μείγ­μα συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν και κά­ποια μορ­φή πυ­ρί­τι­δας. Η μυ­στι­κό­τη­τα των
ε­μπε­ριε­χο­μέ­νων συ­στα­τι­κών του ε­μπρη­στι­κού υ­λι­κού επέ­βα­λε και την πα­ρα­σκευ­ή του στην
Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και ήταν Αυ­το­κρα­τορι­κό μο­νο­πώ­λιο.

Υ­πήρ­χαν α­ξιω­μα­τού­χοι που α­πο­στο­λή εί­χαν την πα­ρα­σκευ­ή του μείγ­μα­τος και τη δια­φύ­λα­ξη του
μυ­στι­κού, και το γε­γο­νός ότι εί­χαν δι­καί­ω­μα να έ­χουν ά­με­ση ε­πα­φή με τον Αυ­το­κρά­το­ρα χω­ρίς την εν­διά­με­ση πα­ρεμ­βο­λή άλ­λων α­ξιω­μα­τού­χων α­πο­δει­κνύ­ει τη ση­μα­σί­α που α­πέ­δι­δε ο Αυ­το­κρά­το­ρας στη δια­τή­ρη­ση του μυ­στι­κού πα­ρα­σκευ­ής σε σχέ­ση με τη διαφύ­λα­ξη της α­σφά­λειας της
Αυ­το­κρα­το­ρί­ας. Α­πό­λυ­τα συ­σχε­τι­ζό­με­νο με τα προ­ανα­φε­ρό­με­να ή­ταν και η αυ­στη­ρή δια­τα­γή για
ε­κτέ­λε­ση με θα­να­τι­κή ποι­νή ό­ποιου συλ­λαμ­βα­νό­ταν και α­πο­δει­κνυό­ταν υ­πεύ­θυ­νος διαρ­ρο­ής και
α­πο­κά­λυ­ψης – προ­δο­σί­ας του μυ­στι­κού των συ­στα­τι­κών και α­να­λο­γιών των υ­λι­κών πα­ρα­σκευ­ής του Υ­γρού Πυ­ρός.

Το ύ­ψι­στο κρα­τι­κό μυ­στι­κό με τα αυ­στη­ρά μέ­τρα προ­φύ­λα­ξης και η ση­μα­σί­α δια­φύ­λα­ξής του
α­πο­κα­λύ­πτε­ται στη ρή­ση του Αυ­το­κρά­το­ρα Κων­στα­ντί­νου Ζ’ του Πορ­φυ­ρο­γέν­νη­του, της
Μα­κε­δο­νι­κής δυ­να­στεί­ας, για τα τρί­α πράγ­μα­τα που δεν ε­πι­τρε­πό­ταν Βυ­ζα­ντι­νός Αυ­το­κρά­το­ρας να πα­ρα­δώ­σει σε ξέ­νο: το στέμ­μα, το Υ­γρόν Πυρ και το χέ­ρι Πορ­φυ­ρο­γέν­νη­της πρι­γκί­πισ­σας. Η
δια­φύ­λα­ξη αυ­τού του μυ­στι­κού ή­ταν ά­κρας ση­μα­σί­ας για τους Βυ­ζα­ντι­νούς, ό­πως δια­πι­στώ­νε­ται και α­πό την ε­ξι­στό­ρη­ση του γε­γο­νό­τος α­πό το Θε­ο­φά­νη, της κα­τά­λη­ψης α­πό το Βούλ­γα­ρο «χά­νο», δηλ.
η­γε­μό­να, Κρού­μο, τον Ο­κτώ­βριο του 812, της Με­σημ­βρί­ας του Ευ­ξεί­νου Πό­ντου, της ση­μα­ντι­κής στρα­τιωτι­κής βά­σε­ως των Βυ­ζα­ντι­νών.

Η α­να­κοί­νω­ση της κα­τά­λη­ψης προ­κά­λε­σε κα­τάπλη­ξη στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και κα­τά το Θε­ο­φάνη «η πε­ρί α­λώ­σε­ως Με­σημ­βρί­ας ήλ­θεν η­μίν ε­λε­ει­νή φά­σις πά­ντας πτο­ού­σα δια μει­ζό­νων κα­κών
α­πεκ­δο­χήν». Ε­πει­δή στη βά­ση υπήρ­χαν τό­σο το Υ­γρόν Πυρ ό­σο και το ο­πλι­κό σύ­στη­μα ε­κτόξευ­σής του, οι χάλ­κι­νοι σί­φω­νες, η α­νη­συ­χί­α αυ­ξα­νό­ταν για την α­πώ­λε­ση του μυ­στι­κού πέ­ραν της α­πώ­λειας της ση­μα­ντι­κής ναυ­τι­κής βάσης.

Η ΕΚΤΟΞΕΥΣΗ ΤΟΥ ΥΓΡΟΥ ΠΥΡΟΣ

Τα ο­πλι­κά συ­στή­μα­τα και ό­πλα ε­κτό­ξευ­σης του Υ­γρού Πυ­ρός ή­ταν: Βυ­ζα­ντι­νή βαλ­λί­στρα, πα­ραλ­λα­γή της πυρ­φό­ρου βαλ­λί­στρας, που πρό­δρομός της θε­ω­ρεί­ται ο κα­τα­πέλ­της του ο­ποί­ου η ε­φεύ­ρε­ση
το­πο­θετεί­ται στην αυ­λή του Διο­νυ­σί­ου Α’ του Πρε­σβύ­τε­ρου (430 – 367 π.Χ.), φι­λο­λά­κω­να τυ­ράν­νου των Συ­ρα­κου­σών της Σι­κε­λί­ας στη Με­γά­λη Ελ­λά­δα. Αυ­τόν τον κα­τα­πέλ­τη πρέ­πει να με­τέ­τρε­ψε ο Καλ­λί­νι­κος για την ε­κτό­ξευ­ση του Υ­γρού Πυ­ρός. Πυρ­φό­ρος βαλ­λί­στρα, η ο­ποί­α, σύμ­φω­να με τον κα­θη­γη­τή του Α­ρι­στο­τε­λείου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης Θε­ό­δω­ρο Κορ­ρέ, ή­ταν πα­λί­ντο­νος
κα­τα­πέλ­της στα­θε­ρής βά­σης με με­ταλ­λι­κό σω­λή­να εκτό­ξευ­σης πή­λι­νων α­ντι­κει­μέ­νων που
ε­μπε­ριεί­χαν το Υ­γρόν Πυρ.

Ο κα­τα­πέλ­της ε­κτό­ξευε αυ­τά τα κε­ρα­μι­κά α­ντι­κείμε­να, τα ο­ποί­α κα­τά την πρό­σκρου­σή τους έ­σπα­ζαν και ε­περ­χό­ταν ο δια­σκορ­πι­σμός του Υ­γρού Πυ­ρός. Ο Αυ­το­κρά­το­ρας Λέ­ων ΣΤ’ ο Σο­φός στα
«Ναυ­μα­χι­κά» του πα­ρα­δί­δει την πλη­ρο­φο­ρί­α «Ε­μείς συμ­βου­λεύ­ου­με να ε­κτο­ξεύ­ονται και χύ­τρες
γε­ μά­τες με Υ­γρόν Πυρ, κα­τά τη μέ­θο­δο της συ­σκευα­σί­ας -που υπο­δεί­χτη­κε πιο πά­νω- ό­ταν
συ­ντρι­βούν οι χύ­τρες τα πλοί­α των ε­χθρών θα αρ­πά­ξουν εύ­κο­λα φω­τιά». Ε­κτός α­πό την πυρ­φό­ρο βαλ­λί­στρα, οι πή­λι­νες χύ­τρες που ή­ταν πλή­ρεις Υ­γρού Πυ­ρός ε­κτο­ξεύ­ο­νταν και με άλ­λες
ε­κη­βό­λους πο­λεμι­κές μη­χα­νές, ό­πως με μι­κρούς κα­τα­πέλ­τες πε­ρι­στρε­φό­με­νης βά­σης, τα «α­λα­κά­τια» και τα «γε­ρά­νια».

Ε­πί­σης, τα πή­λι­να δο­χεί­α μπο­ρού­σαν να ε­κτο­ξευ­τούν και με τα χέ­ρια. Σί­φων, φλο­γο­βό­λο ό­πλο, του
ο­ποί­ου ο χάλ­κι­νος σω­λή­νας ε­κτό­ξευ­σης του Υ­γρού Πυ­ρός ή­ταν το­πο­θε­τη­μέ­νος στην πλώ­ρη των
Βυ­ζα­ντι­νών πο­λε­μι­κών πλοίων («δρο­μώ­νων»). Ο Αυ­το­κρά­το­ρας Λέ­ων ΣΤ’ στο κε­φά­λαιο των
«Ναυ­μα­χι­κών» των «Τα­κτι­κών» α­να­φέ­ρει σχε­τι­κά, «Και ο δρό­μω­νας ας έ­χει σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση μπρο­στά στην πλώ­ρη σι­φώ­νιο φτιαγ­μέ­νο α­πό χαλ­κό, με τον ο­ποί­ο να ε­κτο­ξεύ­ει το Υ­γρόν Πυρ κα­τά των ε­χθρών». Οι «σι­φωνά­ριοι», εκ­παι­δευ­μέ­νοι χει­ρι­στές πυρο­τε­χνουρ­γοί, χει­ρί­ζο­νταν τους σί­φω­νες.

Το α­κρο­φύ­σιο, με μορ­φή προ­το­μής λέ­ο­ντα ή άλ­λου α­γρί­ου ζώ­ου με α­νοι­κτό στό­μα, ση­μά­δευε
ε­χθρι­κά πλοί­α, και ό­χι μό­νο, και την κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή ε­κτο­ξευό­ταν κα­τα­πά­νω τους το Υ­γρόν Πυρ μέ­σα α­πό την ο­πή του α­νοι­κτού στό­μα­τος. Πλέ­ον, με τη δυ­να­τό­τη­τα ε­ξα­κο­ντι­σμού του Υ­γρού Πυ­ρός περνά­με σε προ­ηγμέ­νη φά­ση πο­λε­μι­κής ναυ­τι­κής τα­κτι­κής. Ως τό­τε, οι νή­ες ε­πιδί­ω­καν την ε­πα­φή με τους α­ντι­πά­λους για να εμ­βο­λί­σουν τα ε­χθρι­κά πλοί­α, πράγ­μα που σή­μαι­νε ναυ­μα­χί­α εκ του
σύ­νεγ­γυς. Οι δυ­να­τό­τη­τες αυ­τής της ε­φεύρε­σης ε­πέ­τρε­παν τη ναυ­μα­χί­α α­πό α­πό­στα­ση, πλε­ο­νέ­κτη­μα της ο­ποί­ας με­τα­ξύ άλ­λων ή­ταν και το με­γά­λο πο­σο­στό α­σφά­λειας των πλοί­ων των Βυ­ζα­ντι­νών και της ε­πι­τυ­χί­ας της ναυ­μα­χί­ας με ε­μπρη­σμό και κα­τα­βύ­θι­ση των ε­χθρι­κών σκαφών.

Χει­ρο­σί­φων ήταν, Βυ­ζα­ντι­νό φο­ρη­τό φλο­γο­βό­λο («χειρ» + «σί­φων») ό­πλο, που έ­μοια­ζε πο­λύ με τις κα­τα­σκευές του Ή­ρω­να του Α­λε­ξαν­δρι­νού (μάλ­λον 100 π.Χ.) όπως αυ­τές α­να­φέ­ρο­νται στο έρ­γο του «Πνευ­μα­τι­κά». Σε α­να­φο­ρά στα «Ναυ­μαχι­κά» του Λέ­ο­ντα ΣΤ’ πλη­ρο­φο­ρούμα­στε ό­τι «χρή­σα­σθαι δε και τη άλ­λη με­θό­δω των διά χει­ρός βαλ­λο­μένων μι­κρών σι­φώ­νων ό­πι­σθεν των σι­δη­ρών σκου­τα­ρί­ων πα­ρά των στρα­τιω­τών κρα­του­μέ­νων, ά­περ χει­ρο­σί­φω­να λέ­γε­ται, πα­ρά της η­μών βα­σι­λεί­ας άρ­τι
κα­τασκευα­σμέ­να. Ρί­ψου­σι γαρ και αυ­τά του ε­σκευα­σμέ­νου πυ­ρός κα­τά των προ­σώ­πων των
πο­λε­μί­ων».

Δηλδή «Πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποιεί­ται και μια άλ­λη μέ­θο­δος: η ρί­ψη με το χέ­ρι μι­κρών σι­φω­νί­ων, των χει­ρο­σι­φώ­νων, που τα κρα­τούν οι στρα­τιώ­τες πί­σω α­πό τις σι­δε­ρέ­νιες α­σπί­δες τους, τα ο­ποί­α
κα­τα­σκευά­στη­καν πρό­σφα­τα ε­πί της βα­σι­λεί­ας μας. Μ’ αυ­τά το Υ­γρόν Πυρ θα εκτο­ξεύ­ε­ται κα­τά των προ­σώ­πων των ε­χθρών». Ε­πί­σης, η ε­πι­σή­μαν­ση ό­τι η πρώ­τη φο­ρά κα­τα­σκευ­ής και χρή­σης
«χει­ρο­σι­φώ­νων» ε­πι­τεύχθη ε­πί της βα­σι­λεί­ας του Λέ­ο­ντα ΣΤ’ α­πο­δεικνύ­ει την πρό­οδο της
α­να­ζή­τη­σης ε­φευ­ρέ­σε­ων πο­λε­μι­κής τε­χνο­λο­γί­ας, κα­τάλλη­λων για την α­ντι­με­τώ­πι­ση των
ε­χθρο­πρα­ξιών, πά­ντα με την πο­λι­τι­κή βού­ληση, ε­πί­βλε­ψη, εύ­νοια και ε­πι­στα­σί­α σε αυ­τόν τον το­μέ­α, ώ­στε οι Βυ­ζα­ντι­νοί να υ­περ­τε­ρούν προ­στα­τεύ­ο­ντας την Αυ­το­κρα­το­ρί­α σε ε­μπό­λε­μες πε­ριό­δους.

Τους χρη­σι­μοποιού­σαν οι «σι­φω­νά­το­ρες» και ε­δύ­να­ντο να προ­κα­λέ­σουν στον ε­χθρό με­γά­λη τα­ρα­χή και σύγ­χυ­ση. Ή­ταν εί­δος βόμ­βας, που στα ση­με­ρι­νά δεδο­μέ­να θα μπο­ρού­σε να πα­ραλ­λη­λι­στεί με τη χει­ρο­βομ­βί­δα και τη βόμ­βα μο­λότωφ, ή α­κό­μα και με τη βόμ­βα να­πάλ­μ ε­ξαι­ρώ­ντας τα χη­μι­κά. Ο
Χει­ρο­κί­νη­τος κλυ­στε­ρός, ήταν πα­ραλ­λα­γή φλο­γο­βό­λου ό­πλου της Βυ­ζα­ντι­νής Πε­ριό­δου, η ο­νο­μα­σί­α του ο­ποί­ου «κλυ­στε­ρός» προ­έρ­χε­ται α­πό το ό­τι ο ο­ρει­χάλκι­νος σω­λή­νας με ξύ­λι­νο έμ­βο­λο και δέρ­μα δεν α­ντλού­σε το Υ­γρόν Πυρ, ό­πως ο «σί­φων», αλ­λά το ε­κτό­ξευε με πί­ε­ση. Το ά­ναμ­μα του εύ­φλε­κτου μείγ­μα­τος προ­κα­λού­ταν από τον α­να­φλε­κτή­ρα, το «πρό­πυ­ρο», που υ­πήρ­χε στο μπρο­στι­νό τμή­μα του ό­πλου, κα­τά την πί­ε­ση που α­σκού­ταν στο έμ­βο­λο προς τα ε­μπρός.

Υ­πήρ­χαν, ε­πί­σης, πλοιά­ρια με ε­κτο­ξευ­τή­ρες βε­λών ε­μπο­τισμέ­νων με Υ­γρόν Πυρ. Ο ε­ξα­κο­ντι­σμός του γι­νό­ταν α­κό­μα με δό­ρα­τα και με α­κό­ντια. Σχε­τι­κά με το βε­λη­νι­κές των μη­χα­νών της ε­κτό­ξευ­σης του Υ­γρού Πυρός δεν υ­πάρ­χουν σα­φείς πλη­ρο­φο­ρί­ες α­πό τους Βυ­ζα­ντι­νούς συγ­γραφείς και τις
πη­γές. Πολ­λοί ε­ρευ­νη­τές με έ­ρευ­νες και πει­ρά­μα­τα προ­σπά­θη­σαν και α­να­πα­ρά­στη­σαν αυ­τές τις
μη­χα­νές, δη­μιουρ­γώ­ντας συν­θή­κες α­να­σύ­στασης και προ­σο­μοί­ω­σης για να προ­σεγ­γί­σουν και να
ε­ντο­πί­σουν τα δε­δο­μέ­να που ί­σχυαν.

ΤΡΟΠΟΙ ΧΡΗΣΗΣ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Το Υ­γρόν Πυρ δε χρη­σι­μο­ποιούν­ταν σε χερ­σαί­ες μά­χες, αλ­λά ή­ταν κα­τάλ­ληλο εί­τε σε μει­κτές
(χερ­σαί­ες – θα­λάσ­σιες) εί­τε σε ναυ­μαχί­ες και στό­χος ή­ταν να πυρ­πο­λή­σουν τον α­ντί­πα­λο. Πιο
συ­γκε­κρι­μέ­να, κα­τά τη ε­ξα­γω­γή πο­λιορ­κί­ας πα­ρα­θα­λάσ­σιας πό­λης, οι πο­λιορ­κού­με­νοι Βυ­ζα­ντι­νοί
ε­πι­χει­ρού­σαν α­πό τα τείχη της πό­λης τους, α­νά­λο­γα και α­πό τα τεί­χη της πρω­τεύ­ου­σάς τους
Κων­σταντι­νού­πο­λης, να βομ­βαρ­δί­ζουν τα πλοί­α των ε­χθρών τους και οι πο­λιορ­κη­τές, α­ντί­στοι­χα, να καί­νε τα ξύ­λι­να μέ­ρη των τει­χών. Στην πε­ρί­πτω­ση της ναυ­μα­χί­ας, α­νά­λο­γα προς την πο­λιορ­κία, οι
Βυ­ζα­ντι­νές νή­ες ψέ­κα­ζαν με το Υ­γρόν Πυρ τα ε­χθρι­κά πλοί­α.

Η α­δυ­να­μί­α του νε­ρού να το σβή­σει εί­χε ο­λο­κλη­ρω­τι­κά κα­ταστρο­φι­κά απο­τε­λέ­σμα­τα για τον
α­ντί­πα­λο. Προ­φα­νώς, υ­πήρ­χε μέ­ρι­μνα για προ­στα­σί­α των πλοί­ων και των πο­λεμι­στών α­πό το
ο­λο­καύ­τω­μα που προ­κα­λού­σε το Υ­γρόν Πυρ. Περι­φε­ρεια­κά και κα­τά μή­κος των πλοί­ων
το­πο­θε­τού­νταν α­σπί­δες, για να ε­μποδί­σουν το ε­ξα­κο­ντι­ζόμε­νο εί­τε α­πευ­θεί­ας, Υ­γρόν Πυρ, εί­τε με πυρ­φό­ρα α­ντι­κεί­με­να π.χ. βέ­λη και τις «χύ­τρες». Ε­πί­σης, γι­νό­ταν ε­πά­λει­ψη των πλοί­ων με ό­ξος και
ε­πι­κά­λυ­ψή τους με δέρ­μα­τα πο­τι­σμέ­να με διά­φο­ρα υ­γρά, π.χ. νε­ρό, για να προ­στα­τευ­θούν α­πό το
Υ­γρόν Πυρ. Υ­πήρ­χαν, α­κό­μα, και ει­δι­κές στο­λές για τους στρα­τιώ­τες για να προ­φυ­λάσσονται α­πό την ε­πι­κίν­δυ­νη ε­πα­φή.

Σε Α­ρα­βι­κές πη­γές, π.χ. στο σχε­τι­κό α­πόσπασμα της δια­σω­θεί­σης ερ­γα­σί­ας του Ibn – al – Mangali που μας πα­ρα­θέ­τει ο Β. Χρη­στί­δης α­να­φέ­ρε­ται: «παίρ­νεις έ­να μέ­ρος κα­θα­ρό ταλ­κ (χη­μι­κή ου­σί­α της
ο­ποί­ας η σύν­θε­ση πε­ρι­γρά­φε­ται στην Encyclopaedia of Sciences and Technology), έ­να μέ­ρος alum
Αι­γύ­πτου, έ­να μέ­ρος Alum Υε­μέ­νης, έ­να μέ­ρος αμ­μω­νί­ας, έ­να μέ­ρος πέ­τρας α­πό το Τουρ και
έ­να μέ­ρος γύ­ψο. Α­να­κα­τεύ­εις και α­φή­νεις το μείγ­μα να μου­λιά­σει σε ού­ρα για δέ­κα μέ­ρες. Με­τά προ­σθέ­τεις α­σπρά­δι αυ­γού. Α­λεί­φεις τον μαν­δύ­α και πε­ρι­μέ­νεις να στε­γνώ­σει. Ο πο­λεμι­στής
τυ­λί­γε­ται μ’ αυ­τόν. Βά­ζεις φω­τιά στον μαν­δύ­α. Η φω­τιά δεν τον δια­περνά. Ο πο­λε­μι­στής πρέ­πει να προ­σέ­ξει ι­διαί­τε­ρα το πρό­σω­πό του α­πό τις φλόγες».

Οι μόνες βέβαιες πληροφορίες που περιγράφουν τη συμπεριφορά του υγρού πυρός είναι:

1. Η ουσία συνέχιζε να καίει στο νερό, και, σύμφωνα με ορισμένες ερμηνείες, αναφλεγόταν στην επαφή του με τον νερό. Επιπλέον, όπως αναφέρεται σε αρκετές πηγές, μπορούσε να σβηστεί μόνο από ορισμένες ουσίες όπως άμμο, που του στερούσε οξυγόνο, δυνατό ξύδι, και ούρα, προφανώς μέσω κάποιας χημικής αντίδρασης.

2. Όπως φαίνεται και από το όνομά του αλλά και από περιγραφές, ήταν υγρό και όχι κάποιας μορφής βλήμα.

3. Στη θάλασσα, συνήθως εκτοξευόταν από σίφωνες, αν και κεραμικά δοχεία και βομβίδες γεμισμένες με υγρό πυρ ή παρόμοιες ουσίες επίσης χρησιμοποιούνταν.

4. Η εκτόξευση του υγρού πυρός συνοδευόταν από πολύ θόρυβο («βροντή») και καπνό.

ΟΠΛΟ ΜΑΖΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

Καθ ‘όλη την ανθρώπινη ιστορία, τα περισσότερα προηγμένα όπλα ήταν πάντα κάτω από ένα πέπλο μυστικότητας. Αλλά κανένα από αυτά δεν συνεχίζει να περιβάλλεται από ένα, το ίδιο, μυστήριο της «Ελληνικής φωτιάς» – το πιο τρομακτικό όπλο μαζικής καταστροφής του Μεσαίωνα. Ο όρος «Ελληνική φωτιά» εμφανίστηκε μόνο κατά τη διάρκεια των Σταυροφοριών, όπως έχει αναφερθεί παραπάνω, κυρίως από τους Λατίνους Σταυροφόρους, αλλά παραμένει και σήμερα ως ο περισσότερο διαδομένος.

Στην πατρίδα του όπλου αυτού, στην Κωνσταντινούπολη, ο όρος «Ελληνική φωτιά» ή «Ελληνικό πυρ» δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ, καθώς οι από εμάς αποκαλούμενοι Βυζαντινοί αποκαλούσαν τους εαυτούς τους Ρωμαίους – συνήθως οι Βυζαντινοί ονόμαζαν αυτό το όπλο μόνο «πυρ» ή και «πυρ λαμπρόν». Λίγες εφευρέσεις είναι τόσο εντυπωσιακές στην ιστορία της τεχνολογίας, και ακόμη λιγότερες έχουν καταφέρει να δώσουν μια στρατιωτική υπεροχή για τόσους πολλούς αιώνες. Οι σύγχρονοι αυτού του τρομακτικού όπλου υποστήριξαν ότι η φωτιά αποτεφρώνει το βράχο και το σίδερο, φλέγεται πάνω στο νερό και φυσικά καταστρέφει όλα τα έμβια όντα.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμεινε ένα τρομερό μυστικό όπλο του Βυζαντίου. Η σύνθεση του διαβολικού αυτού υλικού, όπως και ο σχεδιασμός από το σιφόνι, με το οποίο εκτόξευαν την φωτιά στον στόχο, κρατούνταν σε συνθήκες απόλυτης εχεμύθειας. Το μυστικό αυτό έχει τόσο καλά φρουρηθεί, ώστε η σύνθεση του υγρού πυρ δεν έχει αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα. Στον 10ο αιώνα, ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος αναφέρει κάποιον Καλλίνικο, ο οποίος αυτομόλησε από την Ηλιούπολη, ως τον επινοητή αυτού του όπλου. Ένας άλλος Βυζαντινός Αυτοκράτορας, ο Λέων ΣΤ’ ο Σοφός (886 – 912), δίνει διάφορους ορισμούς του υγρού πυρ:

«Έχουμε διαφορετικούς τρόπους – τόσο παλαιούς όσο και νέους, για να καταστραφούν τα εχθρικά πλοία». Προφανώς η ναυτική εφαργμογή του υγρού πυρ, η οποία ευθύνεται για την καταστροφή εκατοντάδων πλοίων, έτυχε σημαντικής εξέλιξης στην ιστορία ανάπτυξης των φλογοβόλων όπλων κατά τον Μεσαίωνα. Αποτελούσε ένα ιδιαίτερο αξιόπιστο όπλο και χρησιμοποιήθηκε εκτενώς. Αρχικά, το υγρό πυρ είχε χρησιμοποιηθεί σε ναυμαχίες. Κατά τα έτη 673 και 717 – 718 κατακάηκε ο Αραβικός στόλος, το 872 καταστράφηκαν είκοσι Κρητικά πλοία, και το 882 τα Βυζαντινά πλοία νίκησαν και πάλι τον Αραβικό στόλο.

Ο στόλος της Ρωσίας, του Πρίγκιπα Ιγκόρ, επιχείρησε το 941 να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, και καταστράφηκε από το Ελληνικό πυρ. Έναν αιώνα αργότερα, το 1043, Ρωσικά πλοία και πάλι καταστράφηκαν από την Ελληνική φωτιά στην Κωνσταντινούπολη. Αυτό το ναυτικό ναπάλμ αποδείχτηκε άκρως αποτελεσματικό σε ναυμαχίες σε περιορισμένο χώρο, λόγω της περιορισμένης εμβέλειας του όπλου. Σε ναυμαχίες σε ανοιχτή θάλασσα, υπήρχε η δυνατότητα μεγαλύτερων ελιγμών. Όταν ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός (1056 – 1118) εξόπλισε τα πλοία του για μία εκστρατεία, έδωσε εντολή να σχεδιαστούν τα σιφόνια στην πλώρη των πλοίων σε μορφή άγριων ζώων, όπως τα λιοντάρια.

Σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή, η οποία περιγράφει ζωντανά μια ναυμαχία, αναφέρει ότι «οι βάρβαροι είχαν τρομοκρατηθεί» από την χρήση αυτού του όπλου. Σύντομα το υγρό πυρ διαδόθηκε στην τεχνική του πολέμου της πολιορκίας – ως φορητός εξοπλισμός για την καταστροφή ξύλινων τειχών, σύμφωνα με τον Λέων ΣΤ’, ο οποίος περιγράφει αυτά τα φορητά φλογοβόλα ως μια συσκευή «έτοιμη να ρίξει φωτιά στο πρόσωπο των εχθρών». Πιθανώς αυτά τα φορητά φλογοβόλα των χερσαίων δυνάμεων ήταν στην κατασκευή και στην χρήση παρόμοια με τα ναυτικά όπλα.

Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος συμβουλεύει τον Κωνσταντίνο Ρωμανό Β΄, γιο και διάδοχό του, να παραμείνει το υγρό πυρ στην απόλυτη Βυζαντινή εχεμύθεια και τον συνέστησε να απορρίψει κατηγορηματικά κάθε αίτημα για την διάδοση της συνταγής παρασκευής του. Ο θρύλος λέει ότι ένας Βυζαντινός ευγενής, ο οποίος θέλησε να δώσει στους ξένους το μυστικό της Ελληνικής φωτιάς, χτυπήθηκε από μια ουράνια φωτιά στην είσοδο της εκκλησίας. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα το Βυζάντιο κατάφερε να κρατήσει μυστική τη συνταγή κατασκευής του υγρού πυρ, αλλά η βιομηχανική κατασκοπεία έκανε και τότε την δουλειά της.

Σύμμαχοι του Βυζαντίου θέλησαν επίσης να αποκτήσουν αυτό το μυστικό όπλο και πιθανόν μια εξαγωγική έκδοση να έφθασε και επίσημα στα χέρια τους. Έκκληση προς τους Βυζαντινούς Αυτοκράτορες για να λάβουν αυτή την «υγρή βοήθεια» έκαναν πολλοί. Ο Πάπας στη Ρώμη τη ζήτησε το έτος 886 από τον Αυτοκράτορα Λέων. Παρόμοια αιτήματα έχουν υπάρξει από τους Χαζάρους, τους Ούγγρους, τους Ρως και άλλους βόρειους λαούς, αναφέρει ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος. Η πρώτη ευρεία χρήση του υγρού πυρ, στα χέρια των ανταγωνιστών του Βυζαντίου, αναφέρεται με τους Άραβες, στους πολέμους κατά των Σταυροφόρων. Οι Σαρακηνοί χρησιμοποίησαν το Eλληνικό πυρ στην πολιορκία της Νίκαιας, καθώς και σε άλλα μέρη.

Tα φλογοβόλα δεν είναι μια εφεύρεση του 20ου αιώνα. Ήδη περισσότερα από 2.000 χρόνια πίσω, το όπλο της πυρκαγιάς έχει χρησιμοποιηθεί σε πολλές πολεμικές συγκρούσεις της αρχαιότητας. Το αποκορύφωμα αυτής της εξέλιξης ήταν το θρυλικό «υγρό πυρ» του 7ου Αιώνα, το οποίο αναπτύχθηκε από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Συχνά το υγρό πυρ χύνονταν μέσα σε πήλινα αγγεία, τα οποία στη συνέχεια εκσφενδόνιζαν κατά ενός εχθρικού φρουρίου – ο πρόδρομος του σύγχρονου πυροβολικού. Συχνά στα θραύσματα αυτά ανακάτευαν διάφορα δηλητήρια και προστίθονταν περιττώματα. Η επίδραση των εκρηκτικών αυτών ήταν τεράστια και ο αριθμός των θυμάτων πολύ υψηλός.

Ακόμα κι αν κάποιος ήταν μόνο ελαφρά τραυματισμένος, μέρες αργότερα πέθαινε από κάποια λοίμωξη. Το πυροβολικό του πρόωρου Μεσαίωνα χρησιμοποιούσε τις βαλίστρες: Η έως οκτώ μέτρα ύψος κατασκευή μπορούσε να εκτοξεύει πολεμικό φορτίο 25 κιλών σε 200 μέτρα απόσταση. Ειδικά για μια πολιορκία ήταν ένα δημοφιλές μέσο καταπολέμησης του εχθρού από απόσταση. Στις Μουσουλμανικές χώρες, η «Ελληνική φωτιά», καθώς και άλλες φλεγμονώδεις ουσίες, ονομάστηκαν νάφθα. Οι Αραβικοί στρατοί είχαν δημιουργήσει ειδικές μονάδες, εξοπλισμένες με εμπρηστικές συνθέσεις από μεθάνιο.

Εκτός από τα μεγάλα οχήματα με εμπρηστικά μείγματα, αυτά τα στρατεύματα ήταν εξοπλισμένα και με μικρότερα οχήματα, που εκτοξεύαν το φονικό πυρ κατά του εχθρού από κοντινή απόσταση. Τα φορητά αυτά δοχεία με τις εμπρηστικές συνθέσεις ήταν κατασκευασμένα από διάφορα υλικά, όπως από πηλό, γυαλί, φλοιό από ξύλο, δέρμα, χαρτί και μέταλλο. Τα έβαζαν φωτιά με τη χρήση φυτιλιού. Για την αυτοπροστασία τους χρησιμοποιούσαν ρούχα εμποτισμένα με ξίδι ή ψαρόκολλα, επικαλυμμένα με μια σκόνη. Στη Δυτική Ευρώπη, το Ρωμέικο πυρ ήρθε μετά την πρώτη Σταυροφορία, στον 7ο αιώνα. Πιθανότατα η πρώτη ευρεία εφαρμογή εδώ είναι με τον Γκόντφριντ του Ανζού το 1151.

Τα Ελληνικά πυρά χρησιμοποιήθηκαν και κατά των Μογγόλων στον 8ο αιώνα, ενώ τον 14 αιώνα τα χρησιμοποίησαν οι Μογγόλοι κατά την πολιορκία πόλεων στον Εύξεινο Πόντο. Η ιστορία αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Δυρραχίου από τους Νορμανδούς το 1108, ένα μείγμα πίσσας και θείου μετατρέπονταν σε φωτιά η οποία κετέκαιγε τις γενειάδες των Νόρμαν. Με την οριστική πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1453 και τη μετάβαση στα πυροβόλα όπλα, το υγρό πυρ σταδιακά ξεχάστηκε. Παρ ‘όλα αυτά, ανά διαστήματα προέκυψε το επιστημονικό ενδιαφέρον για την Ελληνική φωτιά.

Για παράδειγμα, στις αρχές του 18ου αιώνα, έναν Ρώσος μηχανικός, ο Βασίλι Κόρχμιν εξόπλισε πλοία με φλογοβόλες σωλήνες και μαζί με τον Μεγάλο Πέτρο είχε μάλιστα δημιουργήσει ένα εγχειρίδιο για τη χρήση τους. Το 1753 ένας Γάλλος με το όνομα Ντουπρέ ανακοίνωσε ότι είχε ανακαλύψει το μυστικό της Ελληνικής φωτιάς. Σε δοκιμές στην Χάβρη, έκαψε στην ανοικτή θάλασσα ένα ξύλινο καΐκι. Ο Λουδοβίκος ο 15ος αναφέρεται να έχει αγοράσει από τον Ντουπρέ τη μυστική συνταγή, για να την καταστρέψει – προφανώς για να παραμείνει ο μοναδικός κάτοχος αυτού του μυστικού όπλου. Ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις, δεν υπήρξε περαιτέρω εφαρμογή αυτών των εφευρέσεων.

Προφανώς, σε σύγκριση με τα σύγχρονα φλογοβόλα όπλα, ήταν ένα λιγότερο αποτελεσματικό όπλο. Από το 19ο αιώνα, οι ερευνητές προσπαθούν να διαλευκάνουν το μυστήριο της Ελληνικής πυράς, και η συζήτηση αυτή δεν έχει λήξει μέχρι σήμερα. Υπάρχουν δύο βασικές εκδόσεις. Σύμφωνα με την μία, ο πλέον διακεκριμένος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Τζέιμς Πάρτινγκτον, η βάση του υγρού πυρ είναι το πετρέλαιο, στο οποίο προστέθηκε θείο, ρητίνη και άλλα συστατικά, ενδεχομένως ασβέστης. Για αυτό το μείγμα χρησιμοποιήθηκε μια συνηθισμένη αντλία για να εκτοξευθεί. Το μείγμα αναφλέγεται είτε στην έξοδο του σιφονιού, ή αναφλέγεται αυθόρμητα την στιγμή της επαφής με το νερό, χάρη στη βίαιη αντίδραση του ασβέστη με το νερό.

Εναλλακτικά, το μείγμα θερμαίνεται σε σφραγισμένο δοχείο, όπου με την πίεση του αέρα, ξεσπά ορμητικά όταν ανοίξει η βαλβίδα. Μια άλλη εκδοχή, έχει εκπροσωπηθεί από τον Άρεντ. Οι υποστηρικτές αυτής της έκδοσης θεωρούν ότι η σύνθεση του υγρού πυρ περιλαμβάνει νιτρικά συστατικά, καθώς και θείο, πίσσα και πετρέλαιο. Μεταξύ των προσεγγίσεων, ένα Μεσαιωνικό βιβλίο με μια συνταγή για την κατασκευή του υγρού πυρ γράφει: Το σκεύασμα «sal coctum» ήταν το κύριο εμπόδιο των ερευνητών και προφανώς το μυστικό της συνταγής, που υπογράμμιζε για μία ακόμη φορά το άβατο του υγρού πυρ. Οι υποστηρικτές της δεύτερης σκέψης το είδαν ως νιτρικό, και οι υποστηρικτές της πρώτης σκέψης ως κοινό αλάτι.

Ορισμένοι πιστεύουν ότι αυτό το νιτρικό περιγράφεται από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο, και είναι γνωστό στην αρχαιότητα, ή τουλάχιστον από τις αρχές του Μεσαίωνα. Άλλοι πιστεύουν ότι το καθαρό νιτρικό εμφανίστηκε στην Ευρώπη, όπως και στις μουσουλμανικές χώρες, μόνο το 1225 και άρχισε να χρησιμοποιείται σε μείγματα, μόνο περίπου το 1250. Η έλλειψη διαθέσιμων πόρων στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης και το σχετικά υψηλό κόστος εξόρυξης κατά το πρώτο μισό του 14ου αιώνα, ευνοούν τη δεύτερη θεωρία. Η έκδοση του υγρού πυρ, όπως αυτή παρουσιάζεται στην πρώτη σχολή σκέψης, με τη χρήση νιτρικών, φαντάζει μια πολύ βίαια υπόθεση, λόγω ακριβώς της βίαης αντίδρασης αυτών των συστατικών.

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι πάνω σε ένα ξύλινο πλοίο υπάρχει ένας λέβητας, μέσα στον οποίο βρίσκεται ένα μείγμα αερίων, το οποίο αντιδρά βίαια, και μέσω ενός σωλήνα αυτή η χημική αντίδραση εκτοξεύεται μακριά. Το υγρό πυρ έχει έτσι έναν πολύ μεγαλύτερο βαθμό επικινδυνότητας για τα ίδια τα Βυζαντινά πλοία και για τους χρήστες των σιφονιών – υπάρχουν βέβαια πηγές που έχουν καταγράψει εκρήξεις στα πλοία των αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης. Ακόμα πιο δύσκολο να φανταστούμε πώς μπορεί να θερμανθεί και να χρησιμοποιηθεί ένα σιφόνι χειρός, το οποίο βρίσκεται υπό πίεση.

Οι σκέψεις κλίνουν υπέρ της πρώτης εκδοχής, της εκτόξευσης του υγρού πυρ με πεπιεσμένο αέρα και την καύση του μείγματος εξωτερικά. Αυτή είναι η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε στον φλογορίπτη του 20ου αιώνα. Ποια ήταν η σύνθεση της θρυλικής Ελληνικής πυράς με την οποία τόσα πολλά πλοία κατακάηκαν; Πειρατισμοί πολλοί – το αποτέλεσμα το ίδιο: Το μυστικό αυτό όπλο παραμένει ένα μυστικό. Ως προϊόν του πετρελαίου επιλέχθηκε η κηροζίνη. Η κηροζίνη είναι αρκετά ρευστή, αλλά βράζει σε υψηλότερες θερμοκρασίες (200 – 300 ° C) σε σχέση με τα ελαφρύτερα κλάσματα (βενζίνη).

Αυτό επιτρέπει να θερμανθεί το μείγμα σε υψηλότερη θερμοκρασία. Εξετάστηκε επίσης η δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί λάδι – ελαιόλαδο, ως το πιο διαδεδομένο στον αρχαίο κόσμο. Αλλά, όπως αποδείχτηκε κατά τη διάρκεια των πειραμάτων, το ελαιόλαδο δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Διαπιστώθηκε επίσης ότι όταν θερμαίνεται η κηροζίνη διαλύεται μόνο σε θείο. Επιπλέον, τα νιτρικά άλατα είναι εντελώς απρόθυμα να αντιδράσουν με το θείο και την κηροζίνη. Το νιτρικό κάλιο, δεν διαλύεται στο λάδι. Και κανένα από τα συστατικά που δοκιμάστηκαν με περιεκτικότητα σε θείο, νιτρικά άλατα, κ.ο.κ. δεν έχει σημαντικές επιπτώσεις για την αναφλεξιμότητα του μείγματος.

Ένα ξεχωριστό σημείο των μελετών ήταν να διερευνηθεί η δυνατότητα της αυτόματης ανάφλεξης του μείγματος με την προσθήκη προπυρωμένου ασβέστη. Όμως, αποδείχθηκε ότι, αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αυτοανάφλεξη του μείγματος. Επιπλέον, η παρουσία της κηροζίνης καθυστέρησε την αντίδραση του ασβέστη κατά την επαφή του με το νερό. Τα πειραματικά μίγματα με τη χρήση σιφόνων από χαλκό, δεν κατάφεραν να εκτοξευτούν πέρα από 5 έως 10 μέτρα απόσταση. Ειδικά το σιφόνι από χαλκό, ήταν μια πλήρης πειραματική απογοήτευση. Επιπλέον, αποδείχτηκε ότι η καύση μείγματος με βάση την κηροζίνη είναι αδύναντο να σβηστεί με νερό, ξίδι ή ούρα.

Ίσως το ξίδι που χρησιμοποιήθηκε στον Μεσαίωνα ήταν λιγότερο καθαρό από ό, τι είναι σήμερα, και περιελάμβανε ορισμένα συστατικά που παρεμπόδιζαν την καύση. Υπέρ αυτής της σύστασης, τα αποδεικτικά στοιχεία των αρχαίων συγγραφέων που αναφέρουν ρούχα βρεγμένα με ξίδι ή επιφάνειες μουσκεμένες με ξίδι, για την πρόληψη ανάφλεξης. Ωστόσο, και αυτό παραμένει μια υπόθεση. Η προφανής λύση στο πρόβλημα της ανάφλεξης του καύσιμου υλικού ήταν στις δοκιμές ένα σπρέι: Μικροσκοπικά σταγονίδια κηροζίνης ψεκάζονται στο ρεύμα αέρος. Το μίγμα που προκύπτει είναι εμπλουτισμένο με οξυγόνο, μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε ένα λαμπ(ε)ρό σύννεφο.

Για να δημιουργηθεί ένα ισχυρό ρεύμα, ικανό να μεταφέρει την πύρινη κόλαση σε ικανοποιητική απόσταση, απαιτείται πολλή πίεση. Είναι πιθανόν τα Βυζαντινά πλοία να ήταν εξοπλισμένα ήδη κατά τον απόπλου με δοχεία εγκατεστημένα στο εσωτερικό του πλοίου, τα οποία ήταν ήδη υπό πίεση, η οποία ελέγχονταν με μια σειρά από βαλβίδες. Η ακριβής κατασκευή του υγρού πυρ συνεχίζει να μην έχει επιβεβαιωθεί πειραματικά. Οι επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι το υγρό πυρ προέρχονταν από το σιφόνι, με πίεση, όπως ακριβώς το φλογοβόλο όπλο του 20ου αιώνα.

ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ ΤΑΚΤΙΚΗ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΣΤΟΛΟΥ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΥΓΡΟΥ ΠΥΡΟΣ

Η ε­φεύ­ρε­ση της ε­μπρη­στι­κής ύ­λης του Υ­γρού Πυ­ρός σχε­τί­ζεται με τη δημιουρ­γί­α ι­σχυ­ρής πο­λε­μι­κής ναυ­τι­κής δύ­να­μης α­πό τους Βυ­ζα­ντινούς, δείγ­μα α­να­γνώ­ρι­σης των ση­μα­ντι­κό­τα­των υ­πη­ρε­σιών του στην προ­στασί­α και δια­τήρη­ση της Βυ­ζα­ντι­νής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας, και γι’ αυ­τό ο στρα­τη­γός Κα­τα­κα­λών Κεκαυ­μέ­νος στην η­θική πραγ­μα­τεί­α του «Στρα­τη­γι­κόν» ο­νο­μάζει το Στό­λο «δό­ξα της Ρω­μα­νί­ας».
Βέ­βαια, εί­ναι γνω­στή η προτί­μη­ση των Βυ­ζα­ντι­νών στις χερ­σαί­ες ε­πι­χει­ρή­σεις και α­κό­μα
πε­ρισ­σό­τε­ρο στην ά­ξια ε­μπι­στο­σύ­νης και α­πο­τε­λε­σματι­κή, υ­περ­δρα­στή­ρια Βυ­ζα­ντι­νή Διπλω­μα­τί­α, που συ­γκρι­τι­κά με την πρα­κτι­κή των Βυ­ζα­ντι­νών σταθ­μί­ζουν και την α­ντι­κει­με­νι­κή ε­κτί­μη­ση των προ­τε­ρη­μά­των.

Άλ­λο η προ­αί­ρε­ση και άλ­λο η πραγ­μα­τι­κή χρεί­α. Για­τί οι Βυ­ζα­ντι­νοί ε­πί­σταντο ό­τι η κυ­ριαρ­χί­α στη θά­λασ­σα ε­ξα­σφα­λί­ζει, κα­τά τις α­νά­γκες της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας, και την κυ­ριαρ­χί­α στην ξη­ρά, πράγ­μα
ω­φέ­λι­μο και στην ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή. Αλ­λά και στην ε­σω­τε­ρι­κή δια­μόρ­φω­ση πο­λι­τι­κής σκη­νής,
ή­ταν πη­γή δύ­να­μης των η­γε­τών των στό­λων που θα μπο­ρού­σαν να την α­ξιο­ποι­ή­σουν, ό­πως και έ­γινε, για την πο­λι­τι­κή τους στα­διο­δρο­μί­α και α­νέ­λι­ξη που έ­φτα­νε μέ­χρι και την α­νά­δει­ξή τους σε
Αυ­το­κρά­το­ρες, αλ­λά το ε­πι­κίν­δυ­νο, σχε­τι­κά με τα δι­καιώ­μα­τα δια­δο­χής, ή­ταν ό­τι αυ­τή η δύ­να­μη
μπο­ρού­σε να ε­ξα­σφα­λί­σει την ε­δραί­ω­ση στο θρό­νο και την πα­γί­ω­ση δε­δο­μέ­νων. Υ­πό αυ­τές τις
συν­θή­κες ορ­γα­νώ­νε­ται το Βυ­ζα­ντι­νόν Πλώ­ι­μον.

Οι Βυ­ζα­ντινοί (7ος αιώνας) α­κο­λου­θούν πο­λι­τι­κή α­να­βάθ­μι­σης του Πλω­ί­μου ε­πι­διώ­κο­ντας την
α­πό­κρου­ση των ει­σβο­λέ­ων που διεκ­δι­κούσαν ε­δά­φη του Βυ­ζα­ντί­ου. Το Βυ­ζα­ντι­νό Ναυ­τι­κό
ου­σια­στι­κά άρ­χισε με τους Αυ­τοκρά­το­ρες της δυ­να­στεί­ας του Η­ρα­κλεί­ου, τους δια­δό­χους, και η
δη­μιουρ­γί­α αυτή εί­ναι ά­με­σα σχε­τι­ζό­με­νη με την α­πει­λή της αυ­ξα­νό­με­νης Α­ρα­βι­κής ναυ­τι­κής
δύ­να­μης, λει­τουρ­γώ­ντας ως α­ντίρ­ρο­πο στις πολ­λές Α­ρα­βι­κές ε­πι­δρο­μές στην ξη­ρά. Η θά­λασ­σα έ­γι­νε η διέ­ξο­δος της επι­κοι­νω­νί­ας του κρά­τους (συ­γκοι­νω­νί­ες, ε­μπό­ριο, κ.τ.λ.) και αυ­τό ε­πι­τεύ­χθηκε με
α­σφα­λή και κα­λά φρου­ρού­με­να πέ­λα­γα και με το Ναυ­τι­κό να προ­στα­τεύ­ει και το χερ­σαί­ο μέ­ρος της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας.

Δημιουρ­γούν ι­σχυ­ρές ναυ­τι­κές βά­σεις προς α­πο­τρο­πήν πει­ρα­τειών, λε­η­λα­σιών, λα­φυ­ρα­γω­γιών και κα­τά­λη­ψης ε­δα­φών. Οι διά­δο­χοι του Η­ρα­κλεί­ου δη­μιουρ­γούν τα «θέ­μα­τα» στρα­τιω­τι­κά και ναυτι­κά. Οι πο­λι­τι­κό – στρα­τιω­τι­κές διοι­κη­τι­κές – α­μυ­ντι­κές, στην ορ­γα­νω­τι­κή τους δο­μή, πε­ρι­φέρειες των ναυ­τι­κών θε­μά­των κα­τα­δει­κνύ­ουν τη στρα­τη­γι­κή ση­μα­σί­α των νη­σιών του Αι­γαί­ου στην α­να­χαί­τι­ση των Α­ρά­βων και την προ­στασί­α της ί­διας της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης. Λο­γι­κό και ε­πό­με­νο, οι Βυ­ζα­ντι­νοί δη­μιουρ­γούν υ­πό αυ­τές τις συν­θή­κες δύ­ο ναυ­τι­κά «θέ­μα­τα», στην πα­ρά­κτια πε­ριο­χή της Μικράς
Ασί­ας και στο Αι­γαί­ο, που πε­ρι­λάμ­βα­ναν στις δυ­νά­μεις τους πο­λε­μικά πλοί­α ε­ξο­πλι­σμέ­να με Υ­γρόν Πυρ.

Έ­κα­στο πλοί­ο α­πο­κα­λού­νταν «πυρ­φό­ρος ναυς», -κατ’ α­να­λο­γί­α με τα ση­με­ρι­νά πυρ­πο­λι­κά και την
α­πο­στο­λή τους- γε­νό­με­να θεμα­τοφύ­λα­κες της α­κε­ραιό­τη­τας και της δια­φύ­λα­ξης του Βυ­ζα­ντί­ου. Πέ­ρα α­πό το Bα­σι­λι­κό Στό­λο, με έ­δρα τον Kε­ρά­τιο Kόλπο, το Βυ­ζα­ντι­νό ναυ­τι­κό διέ­θε­τε Πλώ­ι­μα, τα ο­ποί­α εί­χαν έδρα στις α­ντί­στοι­χες ναυ­τι­κές πε­ρι­φέρειες, τα ναυ­τι­κά θέ­μα­τα. Το πρώ­το ναυ­τι­κό θέ­μα, ο πρώτος μό­νι­μος Στό­λος του Βυ­ζα­ντι­νού κρά­τους, ή­ταν των Κα­ρα­βη­σια­νών, το «Θέ­μα των Πλοί­ων», το ο­ποί­ο ορ­γα­νώ­θη­κε α­πό τον Αυ­το­κρά­το­ρα Κών­στα Β’ (7ος αιώνας μ.Χ.), εγ­γο­νό του Αυτο­κρά­το­ρα Η­ρα­κλεί­ου.

Απ’ αυ­τό προ­έ­κυ­ψε το ναυ­τι­κό θέ­μα των Κυ­βυρ­ραιω­τών (ο­νο­μά­στη­κε από την πό­λη Κί­βυρ­ρα της Μ. Α­σί­ας), ε­κτει­νό­με­νο στις νότιες α­κτές της Μι­κράς Α­σί­ας και με βά­ση του Στό­λου τη Pό­δο, και το
θέ­μα του Αι­γαίου, το ο­ποί­ο πε­ριε­λάμ­βα­νε το βό­ρειο τμή­μα των δυ­τι­κών α­κτών της Μι­κράς Α­σί­ας, ή αλ­λιώς της Α­να­το­λί­ας, με τα νη­σιά. Η ί­δρυ­ση ναυ­τικών θε­μά­των συ­νε­χί­στη­κε και α­πό ε­πό­με­νους
Αυ­το­κρά­το­ρες και επε­κτά­θη­κε σε ό­λες τις θά­λασ­σες της Βυζα­ντι­νής ε­πι­κρά­τειας. Το Αιγαί­ο Πέ­λα­γος ορ­γα­νώ­θη­κε διοι­κη­τι­κά και πο­λι­τι­κά με γνώ­μο­να τις α­νά­γκες και τις προ­τε­ραιό­τη­τες της ε­πο­χής και ό­χι στη βά­ση ε­νιαί­ου γε­ω­γρα­φι­κού συνό­λου, αλ­λά με δε­δο­μέ­νο ό­τι α­νή­κει α­να­πό­σπα­στα στη
Βυ­ζα­ντι­νή Αυ­το­κρα­τορί­α.

Κοι­νό βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό που διέ­πει την ορ­γάνω­ση εί­ναι ό­τι τα ναυ­τι­κά θέ­μα­τα πε­ριε­λάμ­βα­ναν Ελ­λη­νι­κούς πλη­θυ­σμούς α­πό τη Xερ­σό­νη­σο της Aβύ­δου, τη Λέ­σβο, τη Pό­δο, την Kρή­τη και τα
Mι­κρα­σια­τι­κά πα­ράλια ε­πι­τυγ­χά­νο­ντας τη διοι­κη­τι­κή και στρα­τιω­τι­κή α­πο­κέ­ντρω­ση, πράγ­μα που
συ­νε­πι­κου­ρού­σε στην έ­γκαι­ρη ε­πέμ­βα­ση του Βυ­ζα­ντι­νού Ναυ­τι­κού ό­που και ό­ταν πα­ρί­στα­το α­νά­γκη. Ε­ξί­σου ση­μα­ντι­κή ή­ταν η ναυ­τι­κή πα­ρά­δο­ση και η εμπει­ρί­α των πλη­θυ­σμών, στο σύ­νο­λό τους
Έλ­λη­νες, που α­νή­καν στις πε­ριο­χές των ναυ­τι­κών θε­μά­των, ε­πι­πλέ­ον πλε­ο­νέ­κτη­μα στη ναυ­τι­κή
ετοι­μό­τη­τα των Βυζα­ντι­νών και την ε­παρ­κή ναυ­το­λό­γη­ση, α­φού οι ναυ­τι­κοί πλη­θυ­σμοί ή­ταν σε θέ­ση σε ε­λά­χι­στο χρό­νο να υ­πα­χθούν στις δια­τα­γές των Βυζα­ντι­νών Πλω­ί­μων και ε­πάν­δρω­ναν
πο­λυά­ριθ­μους Πο­λε­μι­κούς Στό­λους.

Οι διοι­κη­τές των ναυ­τι­κών θε­μάτων ή­ταν ναύ­αρ­χοι και ό­χι στρα­τη­γοί, οι ο­ποί­οι διοι­κού­σαν τα
στρα­τιω­τι­κά θέ­μα­τα. Ο διοι­κη­τής κά­θε ναυτι­κού θέ­μα­τος ο­νο­μα­ζό­ταν δρουγ­γά­ριος ή ναύ­αρ­χος του Στό­λου, και υ­πήρ­χε και η α­νώ­τα­τη αρ­χή στην ο­ποί­α υ­πά­γο­νταν και υ­πά­κουαν οι δρουγ­γά­ριοι και ή­ταν ο στρα­τη­γός των Κα­ρα­βη­σιά­νων. Ή­ταν ε­πιφορ­τι­σμέ­νοι πέ­ραν της διοι­κή­σε­ως του Στό­λου σε το­πι­κό ε­πί­πε­δο και με την ά­μυ­να. Η α­πο­κτη­θεί­σα δύ­να­μη των στό­λων και των δρουγ­γρα­ρί­ων μπο­ρού­σε να εν­θρο­νί­σει Αυ­το­κρά­το­ρες, α­ξιο­ποιώ­ντας πο­λι­τι­κά τον τί­τλο τους ως δρουγ­γά­ριοι. Ξε­χω­ρι­στή θέ­ση
α­πό ό­λες τις θά­λασ­σες που πε­ριε­λάμ­βα­νε η ε­κτεταμ­μέ­νη Βυ­ζα­ντι­νή Αυ­το­κρα­το­ρί­α κα­τεί­χε το Αι­γαί­ο.

Συ­γκε­κρι­μέ­να, οι Βυ­ζαντι­νοί εί­χαν ε­πί­γνω­ση της ζω­τι­κής ση­μα­σί­ας του αρ­χι­πε­λά­γους του Αι­γαί­ου και γε­νι­κά της ση­μα­σί­ας της θά­λασ­σας για το κρά­τος. Η θα­λάσ­σια διέξο­δος του αρ­χι­πε­λά­γους ευ­νο­ού­σε την άν­θη­ση των ε­μπο­ρι­κών δρα­στη­ριο­τήτων συν­δέ­ο­ντας την Κων­σταντι­νού­πο­λη με τα πα­ρά­λια της Μέσης Α­να­το­λής, την Α­λε­ξάν­δρεια και την Αί­γυπτο, την πλου­σιό­τε­ρη ε­παρ­χί­α του Βυ­ζα­ντί­ου. Η
ε­μπο­ρι­κή δια­δρο­μή διερ­χό­ταν κα­τά μή­κος και α­νά­με­σα στις ακτές την νη­σιών του βο­ρειο­α­να­το­λι­κού Αι­γαί­ου και των νη­σιών της Δω­δε­κανή­σου και των πα­ρα­λί­ων της Μι­κράς Α­σί­ας δη­μιουργώ­ντας
προ­ϋ­πο­θέ­σεις οι­κονο­μι­κής και πο­λι­τι­στι­κής ευ­μά­ρειας των ε­μπλε­κο­μένων πε­ριο­χών λό­γω της θέ­σης τους ως ε­μπο­ρι­κών σταθ­μών δια­κί­νη­σης υ­λι­κών και αν­θρώ­πων.

Η ε­μπο­ρική κί­νη­ση αν και υ­πέ­στη ύ­φε­ση, λό­γω των Α­ρα­βι­κών ε­πι­δρο­μών και της πει­ρατεί­ας αλ­λά και της κα­τά­λη­ψης ε­δα­φών της Αυ­το­κρα­τορί­ας, που δη­μιουρ­γού­σαν ε­πι­σφα­λείς συν­θή­κες, πο­τέ δε δια­κό­πη­κε ου­σια­στι­κά. Γι’ αυ­τό και οι Βυ­ζαντι­νοί προ­σπα­θού­σαν να δια­τη­ρούν την α­πό­λυ­τη
κυ­ριαρ­χί­α τους στην Αι­γαιο­πε­λα­γί­τι­κη πε­ριο­χή με δια­σφά­λι­ση της α­πρό­σκο­πτης κί­νη­σης, πράγ­μα το οποί­ο ε­πι­τεύ­χθη­κε με την α­να­κα­τά­λη­ψη της Κρή­της (961 μ.Χ.) α­πό το Νι­κη­φόρο Β’ Φω­κά.

Συ­νά­μα, υ­πήρ­ξε μέ­ρι­μνα για την α­σφά­λεια των θα­λάσ­σιων δρό­μων α­πό και προς την
Κων­στα­ντι­νού­πο­λη με την κα­τα­σκευ­ή ο­χυ­ρω­μα­τι­κών έρ­γων στα κυ­ριό­τε­ρα λι­μά­νια και την α­νά­πτυ­ξη δι­κτύ­ου συ­στή­μα­τος φω­τει­νών ση­μά­των, τις φρυ­κτω­ρί­ες, που με­τέ­δι­δαν τα μη­νύ­μα­τα γρή­γο­ρα και σε διάφο­ρες πε­ριο­χές, με α­νά­λο­γο κώ­δι­κα ε­πι­κοινω­νί­ας, που στους μη γνω­ρί­ζο­ντες ή­ταν «γλώσ­σα»
ά­γνω­στη και α­κα­τα­νό­η­τη και ε­πο­μέ­νως, ε­ξα­σφά­λι­ζε το να μην μπο­ρούν οι ε­χθροί και οι α­ντί­πα­λοι να τα απο­κω­δι­κο­ποιούν και να α­πο­κτούν το πε­ριε­χό­με­νό των μη­νυ­μά­των. Πα­ράλ­λη­λα, η σπου­δαιό­τη­τα της θά­λασ­σας για τους Βυ­ζα­ντι­νούς φαίνε­ται και α­πό διά­φο­ρες γρα­πτές πη­γές.

Ο Σκυ­λί­τζης στο έρ­γο του «Σύ­νο­ψις Ι­στο­ριών», στη συ­γκρι­τι­κή πα­ρου­σί­α­ση των τμη­μά­των της
Αυ­το­κρα­το­ρί­ας που πε­ρι­λαμβάνει στο πό­νη­μά του, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας πα­λαιό­τε­ρες πα­ρό­μοιες
πε­ρι­γρα­φές, εκφρά­ζει την προ­α­να­φε­ρό­με­νη πε­ποί­θη­ση πα­ρο­μοιά­ζο­ντας τη Μι­κρά Α­σί­α με κε­φα­λή, τα Ευ­ρω­πα­ϊ­κά τμή­μα­τα της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας με ου­ρά και τα νη­σιά του Αι­γαί­ου με τη μέ­ση ε­νός σώ­μα­τος. Ε­πί­σης, ο Αυ­το­κρά­το­ρας Κων­στα­ντί­νος Ζ’ ο Πορ­φυ­ρο­γέν­νητος ση­μειώ­νει ό­τι την πραγ­μα­τι­κή
ε­ξου­σί­α κα­τέ­χει μό­νο ο Αυ­τοκράτο­ρας που ε­λέγ­χει πλή­ρως τη θά­λασ­σα. Η προ­σφο­ρά των Πλω­ί­μων κα­θό­ρι­σε την πο­ρεί­α της Βυ­ζαντι­νής Αυ­το­κρατο­ρί­ας αλ­λά και της Με­σαιω­νι­κής Δύ­σης.

Υ­πε­ρα­σπί­στη­καν και α­πο­μά­κρυ­ναν δι­πλά τους Ά­ρα­βες σώ­ζο­ντας την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και
δια­τή­ρη­σαν τη Σι­κελί­α στη Βυζα­ντι­νή κυ­ριαρ­χί­α α­πο­κρού­ο­ντας και πά­λι τους Ά­ρα­βες. Α­να­κτώ­ντας την Κρήτη το 961 μ.Χ. οι Βυ­ζα­ντι­νοί α­πέ­τρε­ψαν την κυ­ριαρ­χί­α των Α­ρά­βων στη θά­λασ­σα
σημαί­νο­ντας το τέ­λος της ναυ­τι­κής δύ­να­μης των τε­λευ­ταί­ων και κα­θιστώ­ντας τους ί­διους κυ­ρί­αρ­χους των θα­λασ­σών της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας, ού­τως ώ­στε ο Αυ­τοκρά­το­ρας Κων­στα­ντί­νος Ζ’ ο
Πορ­φυ­ρο­γέν­νη­τος να μπορεί ι­σχυ­ρι­στεί ό­τι εί­χε την υ­πε­ρο­χή ως τα στε­νά του Γι­βραλ­τάρ και ο
Αυ­το­κρά­το­ρας Νι­κη­φό­ρος Β’ Φω­κάς να υ­πε­ρη­φα­νευ­τεί στον πρέσβη, του Γερ­μα­νού Αυ­το­κρά­το­ρα
Ό­θω­να Α’, Λου­ϊτ­πράν­δο της Κρε­μό­νας, ό­τι ε­κεί­νος μό­νο άρ­χει στη θά­λασ­σα.

Α­πό την αρ­χαιό­τη­τα τα πλοί­α δια­κρί­νο­νταν σε «μα­κρά» και «στρογ­γυ­λά», τα μεν προσ­διό­ρι­ζαν τις
πο­λε­μι­κές και τα δε τις ε­μπο­ρι­κές νή­ες. Ο «δρό­μω­νας» ήταν το συ­νη­θι­σμέ­νο πο­λε­μι­κό σκα­ρί των Βυ­ζα­ντι­νών. Ε­πί­σης, ο Στό­λος διέ­θε­τε τον «πάμ­φυ­λο», δι­ή­ρη, δηλ. εί­χε δυο ε­πί­πε­δα κου­πιών, και
ή­ταν γρη­γο­ρό­τε­ρος α­πό το «δρό­μω­να». Το η­γε­τι­κό πλοί­ο κα­τά το 10ο αιώνα μ.Χ., η ναυαρ­χί­δα του Στό­λου ή­ταν ένας με­γά­λος «πάμ­φυ­λος». Ο πάμ­φυ­λος ή­ταν τύ­που δρό­μω­νας αλ­λά μι­κρό­τε­ρός του. Διέ­θε­τε 120 – 160 κω­πη­λά­τες.

Ο Λέ­ων Γ’ ο Ί­σαυ­ρος θε­ω­ρού­σε τον πάμ­φυ­λο α­νώ­τε­ρο του δρό­μωνα και ως το κα­ταλ­λη­λό­τε­ρο πλοί­ο για να η­γη­θεί του Βυ­ζα­ντι­νού Πο­λε­μι­κού Ναυ­τι­κού και να γί­νει η ναυαρ­χί­δα του «Δρουγ­γα­ρί­ου των Πλω­ί­μων». Για την προ­έ­λευ­ση του ο­νό­ματος του πλοί­ου έ­χει δια­τυ­πω­θεί η εκ­δο­χή ό­τι προ­έρ­χε­ται
α­πό την Παμ­φυ­λί­α («παν» + «φύ­λον»), την πα­ρά­κτια πε­διά­δα στη νό­τια Μι­κρά Α­σί­α, απ’ ό­που
προ­μη­θεύ­ο­νταν τα ξύ­λα κα­τα­σκευ­ής. Ο πάμ­φυλος και το χε­λάνδιον ή­ταν οι βο­η­θη­τι­κές μο­νά­δες
υπο­στή­ρι­ξης του Βυ­ζα­ντι­νού Πλω­ί­μου, δη­λα­δή ιπ­πα­γω­γά, σι­ταγω­γά και σκευο­φό­ρα πλοί­α. Άλ­λοι
τύ­ποι πλοί­ου ή­ταν:

α) Η «Γα­λέ­α», η γα­λέ­ρα, που ή­ταν μο­νή­ρης ε­λάσσων δρό­μω­νας. Ήταν μι­κρό­τε­ρο πο­λε­μι­κό πλοί­ο, που εκτε­λού­σε α­πο­στο­λές α­νίχνευ­σης ή «αγ­γε­λια­φό­ρου», με πλή­ρω­μα 60 κω­πη­λά­τες. Θε­ωρεί­ται πρό­δρο­μος της γα­λέ­ρας μα­ζί με τον δρόμω­να,

β) Ο «Ου­σια­κός», άλ­λος τύ­πος κω­πή­λα­του πλοί­ου που το κι­νού­σε μια «ου­σί­α». «Ου­σί­α» ο­νομα­ζό­ταν η ο­μά­δα που α­πο­τε­λούταν α­πό 108 ε­ρέ­τες,

γ) Το Ιπ­πα­γω­γό «χε­λάν­διον» (Βε­νε­τσιά­νι­κα: chelandio) ή­ταν βα­ρύ­τε­ρος τύ­πος κω­πή­λα­του πο­λε­μι­κού πλοί­ου, πράγ­μα που φαί­νε­ται α­πό το ό­τι για την κί­νη­σή του α­παι­τού­σε τρεις «ου­σίες». Έ­φε­ρε δύ­ο
ι­στούς και ει­δι­κές κα­τα­σκευές στην πλώ­ρη, π.χ. ξύ­λινα κου­βού­κλια ή «ξυ­λό­κα­στρα» και σί­φω­νες
ε­κτό­ξευ­σης Υ­γρού Πυ­ρός. Θε­ω­ρεί­ται πρό­δρο­μος του τύ­που της κα­ρα­βέ­λας,

δ) Ο Πο­λε­μι­κός Στό­λος των Βυ­ζα­ντι­νών πε­ριε­λάμ­βα­νε και άλ­λους τύ­πους πλοί­ων, ό­πως τα
βο­η­θη­τι­κά «σαν­δά­λια», τα με­τα­γω­γι­κά «κα­μα­τη­ρά» κα­ρά­βια, κ.α.

Το α­ριθ­μη­τι­κό μέ­γε­θος του Στό­λου την πε­ρί­ο­δο του 9ου και 10ου αιώ­να, ό­ταν ο Πο­λε­μι­κός Στό­λος και η ναυ­τι­κή πρό­νοια και ορ­γά­νω­ση διέρ­χο­νταν τη λα­μπρό­τε­ρη πε­ρί­ο­δό τους, πε­ριε­λάμ­βα­νε
ση­μα­ντι­κό­τα­το και κα­θό­λου ευ­καταφρό­νη­το πλή­θος ό­πως δια­πι­στώ­νε­ται α­πό διά­φο­ρα γε­γο­νό­τα, π.χ. ε­να­ντί­ον της Αι­γύ­πτου (853 μ.Χ.) στάλ­θη­καν 300 πλοί­α, από τα ο­ποί­α πολ­λά μπο­ρεί να ή­ταν «α­κά­τια», στην εκ­στρα­τεί­α της Κρή­της (902 μ.Χ.).

Ε­πί Λέ­ο­ντα ΣΤ’ του Σο­φού, το Αυ­το­κρα­το­ρι­κό Ναυτι­κό συμ­με­τεί­χε με 60 δρό­μω­νες και 40
παμ­φύ­λους, και το θε­μα­τι­κό Ναυ­τι­κό, που α­πο­τε­λού­νταν α­πό τα πλοί­α των ναυ­τι­κών θε­μά­των των Κυ­βυρ­ραιω­τών, του Αι­γαί­ου και της Σά­μου, με 35 δρό­μω­νες και 35 παμ­φύ­λους, ε­νώ το θέ­μα της
Ελ­λά­δος με 10 δρό­μω­νες, το θέ­μα της Κα­λα­βρί­ας το 929 μ.Χ. φαί­νε­ται ό­τι συ­ντη­ρού­σε 7 πλοί­α.
Ε­πί­σης, ε­πί βα­σι­λεί­ας Λέ­ο­ντος A’ το Αυ­το­κρατο­ρι­κό Ναυ­τι­κό συ­γκρο­τού­ταν α­πό 1.113 σκά­φη, ε­πί βα­σι­λεί­ας Kών­στα B’ 700 πο­λε­μι­κά πλοί­α στάλ­θη­καν κα­τά των Aρά­βων .

Και ο Αυτο­κρά­το­ρας Nι­κη­φό­ρος Β’ Φω­κάς στην ε­πι­χεί­ρη­ση κα­τά των Α­ράβων της Kρή­της το 961 μ.X., που την εί­χαν κα­τα­λά­βει, συ­γκέ­ντρω­σε το αξιο­ση­μεί­ω­το ά­θροι­σμα Στό­λου α­πό 3.300 πλοί­α, απ’ τα ο­ποί­α τα 2.000 ή­ταν δρό­μω­νες και χε­λάν­δια. Κυ­ρί­αρ­χο ό­πλο ό­λων των πλοί­ων ή­ταν το Υ­γρόν Πυρ. Βε­βαί­ως, διέ­θεταν και άλ­λου τύ­που πο­λε­μι­κό ε­ξο­πλι­σμό, π.χ. «κριούς». Το Βυ­ζά­ντιο, με­τά το 1260 μ.Χ. και ι­διαί­τε­ρα με το τέ­λος της Λατι­νο­κρα­τί­ας και την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση και την ε­πα­νά­κτη­ση της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης και την α­να­σύ­στα­ση της Βυ­ζα­ντι­νής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας α­πό το Μι­χα­ήλ Η’
Πα­λαιο­λό­γο, προ­σπά­θη­σε να εκ­συγ­χρο­νίσει τον Πο­λε­μι­κό Στό­λο του και να α­πο­κτή­σει νέ­ους τύ­πους πλοί­ων.

Αυ­τή η α­ποστο­λή α­να­τέ­θη­κε στους Γα­σμού­λους ή Βα­σμού­λους (Ελ­λη­νο­λα­τί­νους, ο­νο­μα­σί­α
α­πο­δι­δό­με­νη κυ­ρί­ως α­πό τους Βυ­ζα­ντινούς της Πε­λοπον­νή­σου και των νη­σιών του Αι­γαί­ου σε
γό­νους μει­κτών γά­μων Ελ­λη­νί­δων και Φρά­γκων, οι ο­ποί­οι γό­νοι μι­λού­σαν την Ελ­λη­νι­κή) και σε
με­τανά­στες Λά­κω­νες ή Τζά­κω­νες ή Τσά­κω­νες, που ή­ταν κυ­ρί­ως ναύ­τες. Ε­κτός α­πό τον Πο­λε­μι­κό Στό­λο για τις πο­λε­μι­κές α­νά­γκες οι Βυ­ζα­ντι­νοί μπορού­σαν να προ­χω­ρή­σουν σε ε­πί­τα­ξη ε­μπο­ρι­κών πλοί­ων και αυ­τό συ­νέ­βη σε αρκε­τές πε­ρι­πτώ­σεις.

Για πα­ρά­δειγ­μα, οι συ­ντε­χνί­ες της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης συ­γκρό­τη­σαν με­γά­λο τμή­μα α­πό τον
Πο­λε­μι­κό Στό­λο που έ­στει­λε ο Ιου­στι­νια­νός Β’ ε­να­ντί­ον της Χερ­σώ­νος συμμε­τέ­χο­ντας με ε­μπο­ρι­κά πλοί­α. Κα­τά την ε­πι­δρομή και την ε­πί­θε­ση των Ρώσων το 941 μ.Χ. με τον η­γε­μό­να Ι­γκόρ ε­να­ντί­ον της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης ε­πί Ρω­μα­νού Α’ του Λακα­πη­νού, οι Βυ­ζα­ντι­νοί ορ­γά­νω­σαν α­να­γκα­στι­κά Στό­λο που α­πο­τε­λού­ταν α­πό πα­λιά πλοί­α και ε­μπο­ρι­κά, διό­τι ο Αυτο­κρα­το­ρι­κός Στόλος α­που­σί­α­ζε
ε­κτός του λι­μα­νιού της Κων­στα­ντι­νού­πολης, στο Αι­γαί­ο, και α­πέ­κρου­σαν τους ε­χθρούς.

Ο Λέ­ων ΣΤ΄ ο Σο­φός στα «Τα­κτι­κά» πα­ρα­δί­δει ναυ­τι­κές συμ­βου­λές συ­στή­νοντας την α­νά­γκη για
με­γαλύ­τε­ρη φρό­νη­ση στη ναυ­μα­χί­α σε σχέ­ση με αυ­τήν που συ­στή­νει για τη διε­ξαγω­γή χερ­σαί­ας
μά­χης. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, η ναυ­μα­χί­α δεν πρέ­πει να διε­ξά­γε­ται με τα πλοί­α κα­τά πα­ρά­τα­ξη, ε­κτός αν ο στό­λος των α­ντι­πάλων βρι­σκό­ταν σε μειο­νε­κτι­κή θέ­ση, θα πρέ­πει οι Βυ­ζα­ντι­νοί να ε­πι­διώ­κουν τους με­μο­νω­μέ­νους α­κρο­βο­λι­σμούς διό­τι εί­ναι ορ­θό­τε­ρο α­πό πλευ­ράς τα­κτι­κής. Ό­ταν ο Βυ­ζα­ντι­νός
Στό­λος ε­ξα­να­γκά­ζε­ται σε ναυ­μα­χί­α κα­τά πα­ρά­τα­ξη, η συμ­βου­λή του Λέ­ο­ντα ΣΤ’ α­κο­λου­θεί την
α­γα­πη­μέ­νη τα­κτι­κή των αρ­χαί­ων Ελ­λή­νων, του η­μι­σε­ληνο­ει­δούς σχη­μα­τι­σμού των πλοί­ων.

Η ναυ­τι­κή ε­πι­κοι­νω­νί­α γι­νό­ταν με σή­μα­τα και με ση­μαί­ες κα­τά την η­μέ­ρα και με φώ­τα κα­τά τη νύ­χτα. Η τέ­χνη της ναυ­σι­πλο­ΐ­ας α­παι­τεί την προ­σε­χτι­κή προ­σέγ­γι­ση και στάθμι­ση των α­ντι­κει­με­νι­κών
πα­ρα­γό­ντων και τη γνώ­ση των α­νέ­μων, των θα­λασ­σίων ρευ­μά­των, των πα­ρα­θα­λάσ­σιων και των
υ­πο­θα­λάσ­σιων δια­μορ­φώ­σε­ων ώ­στε να πλε­ο­νε­κτούν στην τε­λι­κή λή­ψη α­πο­φάσε­ων προ­φύ­λα­ξης.
Ε­πί­σης, ει­ση­γεί­ται την α­πο­φυ­γή των δύ­σκο­λων α­κτών. Α­κό­μη και η κα­κο­και­ρί­α δεν πρέ­πει να μέ­νει α­νεκ­με­τάλ­λευ­τη, ε­φό­σον σταθ­μί­σουν και κρί­νουν ορ­θά, για να κα­τα­στρέ­ψουν ε­χθρι­κή ναυ­τι­κή μοί­ρα, πράγ­μα που συ­νι­στά τον οι­κο­νο­μι­κό­τε­ρο και γι’ αυ­τό και τον κα­λύ­τε­ρο τρό­πο ε­πί­τευ­ξης νί­κης.

ΤΟ ΥΓΡΟ ΠΥΡ ΚΑΙ Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΔΡΟΜΩΝΑΣ

Ο «δρό­μων» θε­ω­ρεί­ται ο ε­πι­κρα­τέ­στε­ρος τύ­πος πλοί­ου του Βυζα­ντι­νού Πολε­μι­κού Στό­λου, η κύ­ρια μο­νά­δα μά­χης του Ναυ­τι­κού και α­πο­τε­λεί τη βά­ση για την και­νούρ­για έ­ναρ­ξη της ναυ­πη­γι­κής
ε­ξέ­λι­ξης. Κά­νο­ντας μικρή πα­ρέν­θε­ση, ε­πι­ση­μαί­νου­με με φι­λο­λο­γι­κή προ­σέγ­γι­ση ό­τι πρό­κει­ται για
ο­μόρ­ρι­ζη λέ­ξη με τα ε­πί­θε­τα «κα­τα­δρο­μι­κό πλοί­ο», ο­ρο­λο­γία που α­να­φέ­ρε­ται σε τύ­πο πλοί­ου του σύγ­χρο­νου Πο­λε­μι­κού Ναυ­τι­κού, και «εύ­δρο­μον πλοί­ον», λέ­ξεις που έ­χουν κοι­νή ρί­ζα την αρ­χαί­α Ελλη­νι­κή λέ­ξη «δρό­μος» που α­να­φέ­ρε­ται στη γορ­γή κί­νη­ση, ί­διον γνώ­ρι­σμα του συ­γκε­κρι­μέ­νου
πλοί­ου, του δρό­μω­να.

Α­πό­δειξη της συ­νέ­πειας Ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας και πο­λι­τι­σμού στην πο­ρεί­α τους α­πό την αρ­χαιό­τη­τα στο Βυ­ζά­ντιο και στη ση­με­ρι­νή ε­πο­χή, τη δια­χρο­νι­κή και ε­νιαί­α. Ή­δη, ε­πα­νερ­χό­με­νοι στο κυ­ρί­ως
θέ­μα, α­πό τον 6ο αιώνα μ.Χ. το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος του Πο­λε­μι­κού Στό­λου το α­πο­τε­λού­σαν
δρό­μω­νες. Οι ι­σχυ­ρές ναυ­τι­κές δυ­νά­μεις του στρα­τη­γού Βε­λι­σα­ρί­ου, του πιο ο­νο­μα­στού στρα­τη­γού του Ιουστι­νια­νού Α’, και του Ναρ­σή, στρα­τη­γού του Ιου­στι­νια­νού Α’ και Ιου­στί­νου Β’, πε­ριε­λάμ­βα­ναν τους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους δρό­μω­νες. Ο δρό­μω­νας κα­τα­σκευα­στι­κά προ­έρ­χε­ται α­πό την
αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κή ναυ­πη­γι­κή τέ­χνη, θε­ω­ρεί­ται ο ε­ξε­λιγ­μέ­νος α­πό­γο­νος της Αθη­να­ϊ­κής δι­ή­ρους και
τρι­ή­ρους.

Ο Σκυ­λί­τζης τον α­πο­κα­λεί «τρι­ή­ρη δρο­μά­δα»25, χα­ρα­κτη­ρι­σμός από τον ο­ποί­ο ε­ξά­γε­ται το
συ­μπέ­ρα­σμα ό­τι πρό­κειται για γρή­γο­ρο πλοί­ο, «δρο­μά­δα», και, ε­πο­μέ­νως, και ε­λα­φρύ σκα­ρί.
Α­κο­λου­θώ­ντας τα βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της κα­τα­σκευα­στι­κής του προ­γό­νου του ή­ταν ε­λα­φρύς,
ευ­κί­νη­τος, αν­θε­κτι­κός και κω­πή­λα­τος, ο οποί­ος αρ­χι­κά διέ­θε­τε μί­α σει­ρά κου­πιών και βο­η­θη­τι­κή ιστιο­φορί­α, με ι­στί­ο (πα­νί) στον κύ­ριο ι­στό του (κα­τάρ­τι). Στη συ­νέ­χεια, η ε­ξελιγ­μέ­νη, με­γά­λη και
ι­σχυ­ρά ε­ξο­πλι­σμέ­νη πο­λε­μι­κή μορ­φή προ­έ­βλε­πε δύ­ο σει­ρές α­πό 25 κου­πιά σε έ­κα­στη πλευ­ρά, με δυο κω­πη­λά­τες α­νά κου­πί, γι’ αυ­τό και η ο­νο­μα­σί­α κα­τά την αρ­χαί­α ναυ­τι­κή ο­ρο­λο­γί­α δί­κρο­τη
τε­τρι­ή­ρης, με πλή­ρωμα 200 ε­ρέ­τες (δηλ. κω­πη­λά­τες).

Συ­νο­λι­κά πλή­ρω­μα και πο­λε­μι­στές α­νέρ­χο­νταν σε 300 άν­δρες. Οι ε­ρέ­τες ε­πω­μί­ζο­νταν και την
υ­πο­στή­ρι­ξη των πο­λε­μι­στών κα­τά τη διε­ξα­γω­γή της ναυ­μα­χί­ας. Στο κα­τά­στρω­μα του δρό­μω­να
ε­πέβαι­ναν πο­λε­μι­στές που ε­πε­δί­ω­καν την εκ του σύ­νεγ­γυς μά­χη με τον ε­χθρό. Α­πό τους 12
κα­λοδια­τη­ρη­μέ­νους δρό­μω­νες, που ελ­λι­με­νι­σμέ­νοι βυ­θί­στη­καν γύ­ρω στο 1000 μ.Χ. κα­τά τη διάρ­κεια κα­ται­γί­δας, οι ο­ποί­οι α­να­κα­λύ­φθη­καν το κα­λο­καί­ρι του 2005 ύ­στερα α­πό έ­ρευ­νες υ­πο­βρύ­χιας
αρ­χαιο­λο­γί­ας στο «Λι­μά­νι του Θε­ο­δο­σί­ου», «Ε­λευ­θέ­ριον» κα­τά τους Βυ­ζα­ντι­νούς, στην
Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, ε­πι­βε­βαιώ­νε­ται από τις δια­σω­σμέ­νες ο­πές των κου­πιών ό­τι η α­πό­στα­ση με­τα­ξύ των κω­πη­λα­τών ή­ταν 95 ε­κα­το­στά.

Ε­πί­σης, βρέ­θη­καν οι πά­γκοι ό­που κά­θο­νταν οι κω­πη­λά­τες. Τα πα­ρα­πά­νω ευ­ρή­μα­τα σε συν­δυα­σμό με τη «γω­νί­α» και την α­πό­στα­ση α­πό το σώ­μα του πλοί­ου μας α­πο­κα­λύ­πτουν και πλη­ρο­φο­ρούν για τις τρεις ερ­γο­νο­μι­κές δια­στά­σεις των θέ­σε­ων των κω­πη­λα­τών. Oι δια­στά­σεις των δρο­μώ­νων ή­ταν
α­νά­λο­γες αυ­τών των τρι­ήρων. Εί­χε μή­κος 55 μέ­τρα πε­ρί­που, πλά­τος 9 μέ­τρα και βύ­θι­σμα 5 μέ­τρα.
Ε­πί­σης, εί­χε δύο κα­τάρ­τια με τρί­γω­να (λα­τί­νια) πα­νιά και έ­να με τε­τρά­γω­να ι­στί­α, με την ε­πι­φά­νεια των ι­στί­ων του να εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρη α­πό αυτήν της τρι­ή­ρους, πράγ­μα που του προ­σέ­δι­δε τα
πλε­ο­νε­κτή­μα­τα της γρη­γο­ρότε­ρης κί­νη­σης και ε­πι­τά­χυν­σης.

Και της πολ­λα­πλής ε­πι­λο­γής μέ­σων κί­νη­σης ώστε αν οι συν­θή­κες ή­ταν οι κα­τάλ­λη­λες να μπο­ρεί να εκ­με­ταλ­λευ­τεί την Αιολι­κή ε­νέρ­γεια και να πο­ρευ­τεί μό­νο με τα πα­νιά του. Το κα­τά­στρω­μά του ή­ταν πλή­ρες και έ­φε­ρε δια­φό­ρων ει­δών πο­λε­μι­κές μη­χα­νές και υ­πε­ρυ­ψω­μέ­νες κα­τα­σκευές στην πλώ­ρη και την πρύ­μνη. Ή­ταν εξοπλι­σμέ­νος προς την πλώ­ρη και την πρύ­μνη, στη μέ­ση του με­γά­λου ι­στού, με ξυ­λό­κα­στρα, πύρ­γους, με το πλά­τος τους ί­σο με του πλοί­ου, απ’ ό­που οι στρατιώ­τες
χρη­σι­μο­ποιού­σαν α­κό­ντια και τό­ξα ή εκ­σφεν­δό­νι­ζαν βλή­μα­τα, πέ­τρες και σί­δε­ρα, ή χύ­τρες γε­μά­τες με α­σβέ­στη και άλ­λα πή­λι­να με καυ­στι­κά υ­γρά ε­να­ντί­ον του ε­χθρού. Στην πλώ­ρη και στην πρύ­μνη
υ­πήρ­χαν μό­νι­μες το­ξο­βα­λίστρες, απ’ ό­που ε­κτο­ξεύ­ονταν μι­κρά βέ­λη.

Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο ή­ταν ό­τι το γορ­γο­κί­νη­το ναυ­τι­κό στο­λί­δι της Βυ­ζα­ντι­νής ναυσι­πλο­ΐ­ας α­πό τον 7ο αιώνα μ.Χ. (με­τά το 673 μ.Χ.) διέ­θε­τε στην πλώ­ρη ει­δι­κό μη­χα­νι­σμό ε­κτό­ξευ­σης του Υ­γρού Πυ­ρός, το «σί­φω­να», α­ντί του με­ταλ­λι­κού εμ­βό­λου που έ­φε­ρε η α­θη­να­ϊ­κή τρι­ή­ρης για να εμ­βο­λί­σει τον
α­ντί­πα­λο ερ­χόμε­νη σε ε­πα­φή μα­ζί του κα­τά τη ναυ­μα­χί­α. Ε­ξο­πλι­σμέ­νοι με αυ­τό το σύ­στη­μα οι
σι­φω­νο­φό­ροι ή κακ­κα­βοπυρ­φό­ροι δρό­μω­νες έ­και­γαν τα ε­χθρι­κά πλοί­α χω­ρίς οι ί­διοι να
κιν­δυ­νεύ­σουν. Η ε­φεύ­ρε­ση του Υ­γρού Πυ­ρός δη­μιούρ­γη­σε συν­θήκες τή­λεναυ­μα­χί­ας δηλ. της
ναυ­μα­χί­ας α­πό α­πό­στα­ση, που προσ­δί­δει και­νούργια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στην ορ­γά­νω­ση και στον τρό­πο διε­ξα­γω­γής και ε­κτέ­λεσης της ναυ­μα­χί­ας.

Αυ­τή του η δύ­να­μη, που πη­γά­ζει και α­πό το ό­τι δεν έ­σβη­νε ού­τε με την ε­πα­φή με το νε­ρό, έ­γι­νε ο
φό­βος και ο τρόμος των ε­χθρι­κών πλοί­ων, πράγ­μα που κα­τέ­στη­σε το Βυ­ζα­ντινόν Πλώ­ι­μον τον
α­δια­φι­λο­νί­κη­το κυ­ρί­αρ­χο της θά­λασ­σας της Με­σο­γείου ε­δραιώ­νο­ντας, κα­τά συ­νέ­πεια, τη ναυ­τι­κή
κυ­ριαρ­χί­α του Βυ­ζα­ντι­νού κράτους. Ε­πι­πλέ­ον, ε­νί­σχυε ση­μα­ντι­κά το η­θι­κό και την πί­στη των
Βυ­ζα­ντι­νών στο να α­ντι­τάσ­σο­νται ε­πι­τυ­χώς έ­να­ντι των ε­χθρών και να ε­πι­βάλ­λο­νται. Σχε­τι­κά με την τα­κτι­κή πα­ρά­τα­ξης οι δρό­μω­νες χρη­σι­μο­ποιού­νταν ως ε­πι­θε­τικές αιχ­μές στο κέ­ντρο του ε­πι­τι­θέ­με­νου Βυ­ζα­ντι­νού Πλω­ί­μου κα­τά του ε­χθρι­κού, διεισ­δύ­ο­ντας και δια­σπώ­ντας την ε­χθρι­κή πα­ρά­τα­ξη.

Πα­ράλ­λη­λα, η πα­ρου­σί­α τους ε­ντο­πί­ζε­ται και στα με­τό­πισθεν του Στό­λου για να κά­ψουν α­πό
α­πό­στα­ση α­σφα­λεί­ας ε­χθρι­κά πλοί­α που πιθα­νώς θα κα­τά­φερ­ναν να δια­πε­ρά­σουν τις μπροστι­νές
σει­ρές των πλοί­ων. Συνε­πώς, ο ε­χθρός εί­χε να ε­πι­τε­λέ­σει πο­λύ δύ­σκο­λο έρ­γο, να δια­πε­ρά­σει δι­πλή ζώ­νη Υ­γρού Πυ­ρός. Οι βα­ρύ­τε­ροι και με­γα­λύ­τε­ροι δρό­μω­νες του 11ου – 12ου αιώ­να υ­πήρ­ξαν τα πρό­τυ­πα της δυτι­κής γα­λέ­ρας και γε­νι­κό­τε­ρα της ευ­ρω­πα­ϊ­κής ναυ­πη­γι­κής την πε­ρί­ο­δο που η Ευ­ρώ­πη αρ­χί­ζει να ε­πι­δί­δε­ται στις «Α­να­κα­λύ­ψεις» με τους θα­λασσο­πό­ρους ε­ξε­ρευ­νη­τές.

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΥΓΡΟΥ ΠΥΡΟΣ

Οσίου Θε­ο­φά­νους του Ο­μο­λο­γη­τή »Χρο­νο­γρα­φί­α»

Στη «Χρο­νο­γρα­φί­α» του Ό­σιου Θε­ο­φά­νη του Ο­μο­λο­γη­τή πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται η πρώ­τη κα­τα­γε­γραμμέ­νη α­να­φο­ρά χρή­σης του Υ­γρού Πυ­ρός, ό­ταν Αυ­το­κρά­το­ρας του Βυ­ζα­ντί­ου ή­ταν ο Κων­στα­ντί­νος Δ’
Πω­γω­νά­τος (665 – 685 μ.Χ.), που δια­δέ­χτηκε τον Αυ­το­κρά­το­ρα Κών­στα Β’. Ο Κων­στα­ντί­νος Δ’
Πω­γω­νά­τος το χρη­σι­μο­ποίη­σε με ε­πι­τυ­χί­α στην α­πό­κρου­ση των Α­ρά­βων κα­τά την πρώ­τη α­πό­πει­ρά τους με αρ­χη­γό τον χα­λί­φη της Δα­μα­σκού Μω­α­βί­α, τον πρώ­το χα­λί­φη των Ο­με­ϊ­α­δών του Α­ρα­βι­κού Χα­λι­φά­του, και τον πο­λυά­ριθ­μο στό­λο του να κα­τα­κτή­σουν την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη (674 – 678 μ.Χ.).

Την η­γε­σί­α του στό­λου κα­τά την τε­λι­κή φάση των σχε­δί­ων του, ο ο­ποί­ος ε­νι­σχύ­θη­κε και με ναυ­τι­κές δυ­νά­μεις με αρ­χη­γό το Χα­λέβ, την εί­χαν οι αρ­νη­σί­θρη­σκοι Μουα­μέδ και Κά­ι­σον. Οι προ­η­γού­με­νες κι­νή­σεις των Α­ρά­βων έ­δει­χναν ό­τι α­πό νω­ρίς α­ντι­λή­φθη­καν ό­τι για να συ­νε­χί­σουν την προ­έ­λα­σή τους και να ε­πι­βλη­θούν στην πε­ριο­χή έ­πρε­πε να κα­τα­κτή­σουν την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, το ση­μεί­ο α­να­φο­ράς των Ρω­μη­ών. Η πεποί­θη­ση αυ­τή ή­ταν α­πόρ­ροια στάθμι­σης των πα­ρα­γό­ντων:

α) Η ο­ρο­σει­ρά Ταύ­ρου – Α­ντί­ταυ­ρου,

β) Το έ­ντο­να α­να­πτυγμέ­νο Ελ­λη­νορ­θό­δο­ξο φρό­νη­μα του αρ­ρα­γούς Μι­κρα­σια­τι­κού πλη­θυ­σμού και

γ) Η συ­νερ­γα­σί­α Ρω­μαί­ων, δηλ. Βυ­ζα­ντι­νών, και Βερ­βέρων στη Β. Α­φρι­κή και στην Καρ­χη­δό­να,
όρ­θω­ναν ε­μπό­δια την προ­ώ­θη­σή τους.

Η πο­λιορ­κί­α της Βα­σι­λεύ­ου­σας ή­ταν μα­κρό­χρο­νη, δι­ήρ­κη­σε πέ­ντε χρό­νια και τε­λι­κοί νι­κη­τές ή­ταν οι Βυ­ζα­ντι­νοί. Η ε­πι­τυ­χί­α δε σχε­τίζε­ται μό­νο με το ό­τι ο Αυ­το­κρά­το­ρας προ­νό­η­σε να ε­ξο­πλι­στούν τα
Βυ­ζα­ντι­νά πο­λε­μι­κά πλοί­α με τα πιο σύγ­χρο­να και ε­ξε­λιγ­μέ­να μέ­σα ε­κτό­ξευ­σης του Υ­γρού Πυ­ρός αλ­λά και με το ό­τι δεν ε­πέ­τρε­ψε στους Ά­ρα­βες να ε­πι­τύ­χουν την α­πο­μό­νω­ση α­πό ξη­ράς της
Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, πράγ­μα το ο­ποί­ο θα εί­χε σο­βα­ρές αρ­νη­τι­κές ε­πι­πτώ­σεις στον α­νε­φοδια­σμό και στην τρο­φο­δο­σί­α της Πό­λης. Κα­τά τον Ό­σιο Θε­ο­φά­νη τον Ο­μο­λο­γη­τή ο βα­σι­λιάς κα­τα­νο­ώ­ντας ό­τι οι ε­χθροί θα ε­πι­χει­ρού­σαν κυ­ρί­ως α­πό θα­λάσ­σης ε­τοί­μα­σε «δι­ή­ρεις ευ­με­γε­θείς και κακ­κα­βο­πυρ­φό­ρους και δρό­μω­νας σι­φω­νο­φό­ρους».

Οι χρο­νο­γρά­φοι της ε­πο­χής, α­ναφέρουν ό­τι τα Α­ρα­βι­κά πλοί­α προ­σορ­μί­σθη­καν στα Θρα­κι­κά
πα­ρά­λια, δεν υ­πάρ­χει συ­γκε­κρι­μέ­νη διευ­κρί­νη­ση για την α­κρι­βή το­πο­θε­σί­α ελ­λι­με­νι­σμού, και έχο­ντας ως ναυ­τι­κή βά­ση τους αυ­τές τις ό­μο­ρες α­κτές, άρ­χι­σαν να ε­πι­τί­θε­νται στην Πό­λη (674 μ.Χ.). Οι
ε­πι­θέ­σεις διαρ­κού­σαν α­πό τον Α­πρί­λιο μέ­χρι το Σε­πτέμ­βριο κά­θε έ­τους, α­πο­φεύ­γο­ντας τις χει­με­ρι­νές δυ­σχέ­ρειες.

Η α­να­φο­ρά των πη­γών ό­τι ο κύκλος των ε­τή­σιων ε­πι­θέ­σε­ων δι­ήρ­κη­σε ε­πτά έτη και με δε­δο­μέ­νο ό­τι η υ­πο­γρα­φή συν­θή­κης ει­ρή­νης ε­πι­τεύ­χθη­κε το 678, εί­ναι λο­γι­κό να θε­ω­ρή­σου­με ό­τι σ’ αυ­τήν τη
χρο­νο­λό­γη­ση συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και οι προ­πα­ρα­σκευα­στι­κές Α­ρα­βι­κές ε­πιχει­ρή­σεις ε­να­ντί­ον της χερ­σο­νή­σου της Κυ­ζί­κου το 670 και της Σμύρ­νης το 672 α­πο­κτώ­ντας τον έ­λεγ­χο α­φού
προ­η­γουμέ­νως εί­χαν, ή­δη, κα­τα­στρέ­ψει τη Ρό­δο, στε­ρώ­ντας την Αυ­το­κρα­το­ρί­α α­πό τη ναυ­τι­κή βά­ση που της ε­ξα­σφά­λι­ζε τον έ­λεγχο του θα­λάσ­σιου αυ­τού χώ­ρου και των πα­ρά­κτιων πε­ριο­χών.

Η ι­σχυ­ρά ο­χυ­ρω­μέ­νη Βα­σι­λεύ­ου­σα με τα πε­ρί­φη­μα τεί­χη της, η θαρ­ρα­λέ­α α­ποφα­σι­στι­κό­τη­τα του Κων­στα­ντί­νου Δ’ Πω­γω­νά­του, η δυ­να­μι­κή α­ντί­στα­ση των α­μυ­νομέ­νων πο­λιορ­κου­μέ­νων, η έ­ντο­νη Χριστια­νι­κή πί­στη και η Βυ­ζα­ντι­νή συ­νεί­δη­ση και το πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο Υ­γρόν Πυρ του
Καλ­λί­νι­κου, προ­κά­λε­σαν τέ­τοιες τρο­με­ρές α­πώ­λειες στο α­ντί­πα­λο Α­ρα­βι­κό στρά­τευ­μα ώ­στε οι
Ά­ρα­βες να εξα­να­γκα­στούν να λύ­σουν την πο­λιορ­κί­α και α­ντι­λαμ­βα­νό­με­νοι τη μα­ταιότη­τα της
ε­πι­χεί­ρη­σής τους πή­ραν το δρό­μο της ε­πι­στρο­φής α­να­βάλ­λο­ντας και πα­ραι­τού­με­νοι α­πό τα σχέ­διά τους.

Δεν μπό­ρε­σαν να φτά­σουν στις βά­σεις τους για­τί ι­σχυ­ρή τρι­κυ­μί­α βύ­θι­σε τα ε­να­πο­μεί­να­ντα Α­ρα­βι­κά πλοί­α στο Σύ­λαιον, την ί­δια στιγ­μή που οι Βυ­ζα­ντι­νοί στρα­τη­γοί Φλώ­ρος, Πε­τρω­νάς και Κυ­πρια­νός α­πο­δε­κά­τι­ζαν το στρα­τό τους στα Κί­βυρ­ρα, κα­τα­στρέ­φο­ντας το Α­ρα­βι­κό στρά­τευ­μα ο­λο­σχε­ρώς. Σ’ αυ­τό το ση­μεί­ο ο­φεί­λου­με να ε­πι­ση­μά­νου­με σε σχέ­ση με την έ­ντο­νη Χριστια­νι­κή πί­στη και τη
Βυ­ζα­ντι­νή Ελ­λη­νι­κή συ­νεί­δη­ση τα ε­ξής δυο εν­δει­κτικά πε­ρι­στα­τι­κά, που συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στη «Χρο­νο­γρα­φί­α» του Ο­σί­ου Θε­ο­φάνους.

Το επει­σό­διο με τους Αι­γυ­πτί­ους ναύ­τες που λι­πο­τα­κτώ­ντας α­πό τις τά­ξεις του Αρα­βι­κού στό­λου
αυ­το­μό­λη­σαν στην Πό­λη ζη­τω­κραυ­γά­ζο­ντας τον Αυ­το­κράτο­ρα το 718 και την ε­γκα­τά­λει­ψη της υ­πό
Ισλα­μι­κή τυ­ραν­νί­α πα­τρί­δας του, της Η­λιού­πο­λης της Συ­ρί­ας, α­πό το Βυ­ζα­ντι­νό μη­χα­νι­κό Καλ­λίνι­κο, τον ε­φευ­ρέ­τη του Υ­γρού Πυ­ρός, του «προσφυ­γών τοις Ρω­μαί­οις». Τε­λι­κά, οι Ά­ρα­βες ω­θή­θη­καν να συ­νά­ψουν συν­θή­κη τρια­κο­ντα­ε­τούς ι­σχύ­ος με το Βυ­ζά­ντιο, στην ο­ποί­α προ­βλε­πό­ταν να πλη­ρώ­νουν στους Βυ­ζα­ντι­νούς ε­τησί­ως 3.000 χι­λιά­δες χρυ­σά νο­μί­σμα­τα και να προ­σφέ­ρουν πε­νή­ντα δού­λους και πενή­ντα ευ­γε­νείς ίπ­πους και να α­πο­δώ­σουν 8.000 αιχ­μα­λώ­τους.

Ο ε­πι­τυ­χής χει­ρισμός των α­ντι­πά­λων ε­πέ­φε­ρε κυ­ρί­ως το ι­στο­ρι­κό γε­γο­νός της α­να­χαί­τι­σης της
πο­ρεί­ας των Α­ρά­βων προς τη Δύ­ση, δια­σώ­ζο­ντας ό­χι μό­νο την Κων­στα­ντινού­πο­λη και τη Βυ­ζα­ντι­νή Αυ­το­κρα­το­ρί­α, την Ελ­λη­νο­χρι­στια­νική, αλ­λά και τη Χρι­στια­νι­κή Δύ­ση. Η ση­μα­ντι­κό­τα­τη α­ρω­γή και συμ­βο­λή του Υ­γρού ή Ελ­λη­νι­κού Πυ­ρός έ­γκει­ται πέ­ραν των υ­πο­λοί­πων ι­διο­τή­των και διευ­κολύν­σε­ων στο ό­τι ό­που έ­πι­πτε γι­νόταν ο­λο­καύ­τω­μα, α­φού συ­νέ­χι­ζε να καί­ει ακό­μα και πά­νω στο νε­ρό, και στην έκ­πλη­ξη που δο­κί­μα­σαν και στο δέ­ος που υ­πέστη­σαν οι α­ντί­πα­λοι με το και­νοτό­μο αυ­τό ό­πλο.

Με βά­ση τη λή­ξη της πο­λιορ­κίας το 678 μ.Χ. και την α­να­φο­ρά της χρή­σης της και­νούρ­γιας ε­μπρη­στι­κής ου­σί­ας, θε­ω­ρεί­ται ό­τι το Υ­γρόν Πυρ ε­κεί­νο το έ­τος πρέ­πει να ε­φευρέ­θη­κε. Οι Ά­ρα­βες, δέ­χθη­καν πλήγ­μα στο η­θι­κό του στρα­τεύ­μα­τος και α­να­γκάστη­καν να ε­γκα­τα­λεί­ψουν την έ­παρ­ση που τους καλ­λιέρ­γη­σαν οι αρ­κε­τές και γρή­γο­ρες ε­πι­τυ­χί­ες τους. Α­πο­κό­μι­σαν δι­δάγ­μα­τα χρή­σι­μα και λυ­σι­τε­λή για το ό­τι:

α) Οι ναυ­τι­κές ε­πι­χει­ρή­σεις μό­νον, σε συν­δυα­σμό με την το­πο­γρα­φί­α της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, ό­πως και κά­θε α­νά­λο­γης πό­λης, δεν επι­τρέ­πουν την κα­τά­λη­ψή της ύ­στε­ρα α­πό πο­λιορ­κί­α χω­ρίς τις
συν­δυα­στικές επι­χει­ρή­σεις των χερ­σαί­ων και θα­λάσ­σιων δυ­νά­με­ων και την προ­σεγ­μέ­νη
πολιορ­κη­τι­κή τε­χνι­κή.

β) Ο πο­λι­τι­κός και στρα­τιω­τι­κό – διοι­κη­τι­κός μη­χα­νι­σμός του Βυ­ζα­ντί­ου με τη μα­κραί­ω­νη και ε­πι­τυ­χή πο­ρεί­α και πεί­ρα του μπο­ρούσε να α­ντι­τα­χθεί με ε­πάρ­κεια χω­ρίς να υ­πο­κύ­ψει σε ψυ­χο­λο­γι­κές και
άλ­λου εί­δους πιέ­σεις και με­θό­δους.

γ) Το η­θι­κό των Χρι­στια­νι­κών πλη­θυ­σμών σε συνδυα­σμό με την πο­λι­τι­σμι­κή τους βά­ση, που
προ­ήλ­θε α­πό τον Ελ­λη­νι­κό και Ρωμα­ϊ­κό πολι­τι­σμό, δεν μπο­ρού­σε να καμ­φθεί και δε θα α­πο­τε­λού­σε πο­τέ τη δί­οδο προς τη Δύ­ση αν πρώ­τα δεν έ­δι­δε η­ρω­ι­κά και την τε­λευ­ταί­α μά­χη του.

Η μέ­γι­στη ση­μα­σί­α που εί­χε αυ­τή η ε­πι­τυ­χής α­πώ­θη­ση του ε­χθρού φαί­νε­ται από την α­ντί­δρα­ση της Δύ­σης προς το Βυ­ζα­ντι­νό Αυ­το­κρά­το­ρα. Η προ­έ­λα­ση και οι κα­τα­κτή­σεις των Α­ρά­βων στο Βυ­ζά­ντιο α­νη­συ­χού­σαν έ­ντο­να τους Δυ­τι­κούς, λό­γω της στρα­τιω­τι­κής και πο­λε­μι­κής αυ­το­γνω­σί­ας και
Αυ­το­κρι­τι­κής ε­πίγνω­σής τους, και η συ­γκε­κρι­μέ­νη κα­τά­λη­ξη τούς πρό­σφε­ρε α­γαλ­λί­α­ση, για­τί αν οι Βυ­ζαντι­νοί έ­χα­ναν την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη τό­τε κα­νείς δε θα μπο­ρού­σε να ε­μπο­δί­σει την Αρα­βι­κή
ε­πέ­κτα­ση α­πο­κρού­ο­ντας την ε­πίθε­σή τους. Αυ­τό ή­ταν συ­νει­δη­τή και διαρ­κής πε­ποί­θη­ση α­πά­ντων, ό­τι το Βυ­ζάντιο ή­ταν το προ­πύρ­γιο, προ­μα­χώ­νας, ο κυ­μα­το­θραύ­στης των ε­πι­θέ­σε­ων, ει­δικά των ε­χθρών εξ Α­να­το­λής, ε­ξα­σφα­λί­ζοντας τό­σο τη δι­κή του κυ­ριαρ­χί­α ό­σο και την α­σφά­λεια της Δύ­σης.

Ως έν­δει­ξη κα­λής θέ­λη­σης και α­να­γνώ­ρι­σης του κύ­ρους της Βυ­ζα­ντι­νής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας ό­λοι οι
δυ­τι­κοί και βό­ρειοι η­γε­μόνες, ό­πως μας πλη­ρο­φο­ρεί ο Ό­σιος Θε­ο­φά­νης, έ­στει­λαν πρέ­σβεις και δώ­ρα στον αυ­το­κρά­το­ρα του Βυ­ζα­ντί­ου ζη­τώ­ντας ει­ρη­νι­κή συ­νύ­παρ­ξη, τη λε­γό­με­νη «Δε­σπο­τι­κή Ει­ρή­νη». Και ο Κων­στα­ντί­νος Δ’ Πω­γω­νά­τος, κα­τά τον Ά­γιο Νι­κη­φό­ρο, «γα­λήνη εν τε τοις ε­ώ­οις εν τε τοις
ε­σπε­ρί­οις ε­βρα­βεύ­ε­το» δεί­χνο­ντας συγκα­τά­νευ­ση και θέ­λο­ντας με τη δι­πλω­μα­τι­κή αυ­τήν ευ­και­ρί­α να ε­νι­σχύ­σει το ευ­νο­ϊ­κό κλί­μα στις σχέ­σεις Α­να­το­λής και Δύ­σης και να ε­δραιώ­σει την πρωτο­κα­θε­δρί­α της ε­ξου­σί­ας του Βυ­ζα­ντί­ου έ­να­ντι των δυ­τι­κών η­γε­μό­νων.

Η πρωτο­κα­θε­δρί­α αυ­τή δε σχε­τι­ζό­ταν μό­νο με την κλη­ρο­νο­μι­κή με­τα­βί­βα­ση του Ρωμα­ϊ­κού
ε­ξου­σια­στι­κού δι­καιώ­μα­τος αλ­λά ή­ταν η ου­σια­στι­κή, πραγ­μα­τι­κή προστα­σί­α και εγ­γύ­η­ση που
δια­σφά­λι­ζε η ι­σχυ­ρή Βυ­ζα­ντι­νή Αυ­το­κρα­το­ρί­α γι’ αυ­τούς, προσ­δί­δο­ντας στην ά­σκη­ση της ε­ξου­σί­ας της οι­κου­με­νι­κή διά­σταση. Η «Χρο­νο­γρα­φί­α» του Θε­ο­φά­νη ε­μπε­ριέ­χει και τη δεύ­τε­ρη α­να­φο­ρά
χρή­σης του Υ­γρού Πυ­ρός κα­τά τη δεύ­τερη πο­λιορ­κί­α της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης α­πό τους Ά­ρα­βες (717 – 718 μ.Χ.).

Ό­ταν ο Αυ­το­κρά­το­ρας Λέ­ων Γ’ ο Ί­σαυ­ρος κατόρ­θω­σε δις να κά­ψει με Υ­γρόν Πυρ τον στό­λο των
ει­σβο­λέ­ων και με φα­ει­νείς με­θο­δεύ­σεις πέ­τυ­χε τη λύ­ση της πο­λιορ­κί­ας των Αρά­βων και να
μα­ταιώ­σει την α­πό­πει­ρά τους να ει­σβά­λουν στον Ευ­ρω­παϊ­κό χώ­ρο κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας τη
Βα­σι­λεύ­ου­σα. Ο Λέ­ων Γ’ ο Ί­σαυ­ρος με την πο­λι­τι­κή που α­κο­λού­θη­σε α­πέ­να­ντι στις Α­ρα­βι­κές
ε­πι­θέ­σεις ό­χι μό­νο α­πέ­κρου­σε τους ε­χθρούς αλ­λά ε­πι­πλέ­ον, ά­νοι­ξε το δρόμο δη­μιουρ­γώ­ντας τις
α­νά­λο­γες προ­ϋ­πο­θέ­σεις για τις νι­κη­φό­ρες ε­πι­χει­ρήσεις της Βυ­ζα­ντι­νής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας στην ε­πό­με­νη πε­ρί­ο­δο της Μακε­δο­νι­κής δυ­να­στεί­ας.

Γε­νι­κά, η πε­ρί­ο­δος βα­σι­λεί­ας της Ι­σαυ­ρι­κής δυ­να­στεί­ας στο θρό­νο της Ε­πτα­λόφου της Α­να­το­λής μπο­ρεί να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ως η πιο κρί­σι­μη για τις Α­ρα­βο-Βυζα­ντι­νές σχέ­σεις. Η α­ξί­α του Λέ­ο­ντα Γ’ του Ί­σαυ­ρου φά­νη­κε ό­ταν α­πει­λή­θη­κε η Βα­σι­λεύ­ου­σα. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, λί­γους μή­νες με­τά τον
ά­νοδό του στον Αυ­το­κρα­το­ρι­κό θρόνο του Βυ­ζα­ντί­ου οι Ά­ρα­βες με τον η­γέ­τη τους χα­λί­φη Μα­σαλ­μά, α­δελ­φό του χα­λί­φη Σου­λε­ϊ­μάν, πο­λιόρ­κη­σαν την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη με χερ­σαί­ες δυνά­μεις 80.000 στρα­τιω­τών και με θα­λάσ­σια δύ­να­μη 1.800 πλοί­ων. Ο Μα­σαλ­μάς ξε­κίνη­σε την πο­λιορ­κί­α στην ξη­ρά σκά­βο­ντας τά­φρο και υ­ψώ­νο­ντας προ­τεί­χι­σμα σε ό­λη τη δια­δρο­μή των χερ­σαί­ων τει­χών της Πό­λης.

Την 1η Σε­πτεμ­βρί­ου κατέ­πλευ­σε Αρα­βι­κός στό­λος με ε­πι­κε­φα­λής τον ί­διο το χα­λί­φη Σου­λε­ϊ­μάν, που α­πο­τε­λού­ταν α­πό 1.800 μι­κρά και με­γά­λα πλοί­α. Αν και το πλή­θος των α­ντι­πάλων ή­ταν ε­ντυ­πωσια­κό και ο σχε­δια­σμός και η ορ­γά­νω­ση ή­ταν πο­λύ κα­λοί, το εγ­χεί­ρη­μα δεν είχε και τα α­νά­λο­γα
α­να­με­νό­με­να α­πο­τε­λέ­σμα­τα για τους Ά­ρα­βες. Έ­χο­ντας α­πο­κομί­σει ή­δη την πεί­ρα στη χρή­ση του
Υ­γρού Πυ­ρός οι Βυ­ζα­ντινοί κα­τέ­καυ­σαν τα με­γα­λύ­τε­ρα και βρα­δύ­τε­ρα α­πό τα Α­ρα­βι­κά πλοί­α.
Συγ­χρό­νως, αν και ε­πι­νό­η­σαν πα­γί­δα για να κα­τα­στρέ­ψουν και τα ε­να­πο­μεί­να­ντα με την κατα­στρο­φή της α­λυ­σί­δας που έ­κλει­νε τον Κε­ρά­τιο, πράγ­μα το ο­ποί­ο φα­νερώ­νει τον εν­θου­σια­σμό και το υ­ψη­λό
η­θι­κό των πο­λιορ­κου­μέ­νων, αυ­τό το εγ­χεί­ρη­μά τους δεν πέ­τυ­χε.

Α­κο­λού­θη­σε δρι­μύς χει­μώ­νας που α­πο­δε­κά­τι­σε το α­ραβι­κό στρα­τό­πε­δο α­πό λι­μό, που εί­χε
προ­η­γου­μέ­νως χά­σει τον αρ­χη­γό του Σου­λε­ϊμάν. Η Βυ­ζα­ντι­νή Δι­πλω­μα­τί­α δρα­στη­ριο­ποι­ή­θη­κε και
α­κο­λού­θη­σε τη συ­νή­θη τα­κτι­κή να χρη­σι­μο­ποιεί ξέ­νους στρα­τούς για να κατα­τρο­πώ­σει τους ε­χθρούς της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση χρη­σι­μο­ποί­η­σε τους Βούλ­γαρους, οι ο­ποί­οι
ε­πι­τι­θέ­με­νοι ρή­μα­ξαν τα νώ­τα των Α­ρά­βων, με 22.000 νε­κρούς, σύμ­φω­να με πη­γές.

Την ά­νοι­ξη του 718 μ.Χ., ο Ό­σιος Θε­ο­φά­νης α­να­φέ­ρει στη «Χρο­νο­γρα­φί­α» του ό­τι ο νέ­ος χα­λί­φης
Ο­μάρ Β’ (717 – 720) συ­νε­χί­ζο­ντας την πο­λιορ­κί­α έ­στει­λε για ε­νί­σχυ­ση δυο στό­λους, α­πό τους
ο­ποί­ους ο πρώ­τος α­πο­τε­λού­ταν α­πό 400 «σι­το­φό­ραι κα­τή­ναι», δηλ. δρό­μω­νες, υ­πό το Σου­φιάμ της Αι­γύ­πτου και ο δεύ­τε­ρος α­πό 360 «κα­τή­ναι» υ­πό τον Ι­ζίδ της Α­φρι­κής, οι ο­ποί­οι αν και κα­τέ­πλευ­σαν στην πε­ριο­χή, δεν τόλ­μη­σαν να πλησιά­σουν. Τα Χρι­στια­νι­κά πλη­ρώ­μα­τα του Αι­γυ­πτικού στό­λου
αυ­το­μό­λη­σαν προς το Λέ­ο­ντα Γ’ τον Ί­σαυ­ρο, ζη­τω­κραυ­γά­ζο­ντας τον Αυ­το­κρά­το­ρα ό­πως έ­χου­με
προ­α­να­φέ­ρει, α­πο­κα­λύ­πτο­ντας τα α­γκυ­ρο­βόλια των πο­λιορ­κη­τών και ε­παν­δρώ­νο­ντας τις Βυ­ζα­ντι­νές πυρ­φό­ρες νή­ες, δι­ή­ρεις και δρό­μω­νες, που κα­τέ­πλευ­σαν γρήγο­ρα και κα­τά­στρε­ψαν τα πλοί­α των
Σα­ρα­κηνών.

Πα­ράλ­λη­λα εκ­δη­λώ­θη­κε θε­ρι­νή ε­πι­δη­μί­α στα α­ρα­βι­κά στρα­τεύ­μα­τα. Ό­σα Α­ρα­βι­κά πλοί­α κα­τά­φε­ραν να δια­φύ­γουν της ε­πί­θε­σης των Βυ­ζα­ντι­νών, τα περισ­σό­τε­ρα κατα­στρά­φη­καν σε δυο τρι­κυ­μί­ες, στην Προ­πο­ντί­δα και στο Αι­γαί­ο, και μό­νο 5 πλοί­α α­πό τα χι­λιά­δες του Α­ρα­βι­κού στό­λου κα­τά­φε­ραν να
ε­πι­στρέψουν ύ­στε­ρα α­πό το σύν­θη­μα της α­πο­χώ­ρη­σης που δό­θη­κε α­πό τον Ο­μάρ Β’ τον Αύ­γου­στο του 718 μ.Χ. Η κα­τα­στρο­φή του στό­λου α­νά­γκα­σε τους Ά­ρα­βες να ξεκι­νή­σουν πε­ζοί για να
ε­πι­στρέ­ψουν και σε ό­λη τη δια­δρο­μή δέ­χο­νταν τις παρε­νο­χλή­σεις α­πό τα βυ­ζα­ντι­νά στρα­τεύ­μα­τα με α­νά­λο­γες α­πώ­λειες.

Κα­τά τις Αρα­βι­κές πη­γές, οι α­πώ­λειες έ­φτα­σαν τους 150.000. Ο Κων­σταντί­νος Πα­παρ­ρη­γό­που­λος
α­να­φέ­ρει 500.000 συ­νο­λι­κές α­πώ­λειες αν­δρών καθ’ ό­λη τη διάρ­κεια της πο­λιορ­κί­ας και της
ε­πι­στρο­φής. Η ση­μα­σί­α της α­πό­κρου­σης και της διά­λυ­σης των στρα­τευ­μά­των των Α­ρά­βων, στό­λου και στρα­τού, α­πέ­δει­ξε και πά­λι το ρό­λο του Βυ­ζα­ντί­ου ως προ­πύρ­γιο και τεί­χος που α­να­χαί­τι­ζε τους α­να­το­λι­κούς α­σια­τι­κούς ε­χθρούς, το ο­ποί­ο δεν α­φο­ρού­σε με­μο­νω­μέ­να την υ­πό­στα­ση της
Αυ­το­κρα­το­ρί­ας αλ­λά την υ­πο­δείκνυε και την α­πο­δεί­κνυε ως τη μό­νη δύ­να­μη που θα μπο­ρού­σε να
α­να­στεί­λει την τάση προς ε­ξόρ­μη­ση προς τη Δύ­ση α­πό πλευ­ράς των Α­ρά­βων.

Η νί­κη συν­δέ­θη­κε ά­με­σα με τη Χρι­στια­νι­κή Πί­στη. Ο Ό­σιος Θε­ο­φά­νης ο Ο­μο­λο­γη­τής α­να­φέ­ρει
συ­γκε­κρι­μέ­να στη «Χρο­νο­γρα­φί­α» ό­τι «Ο Θε­ός και η Πα­να­γί­α Παρ­θέ­νος και Θε­ο­ μή­τωρ φρου­ρού­σι την πό­λιν ταύ­την και το των Χρι­στια­νών βα­σί­λειον, και ουκ έ­στιν ε­γκα­τά­λει­ψις τε­λεί­α Θε­ού εν τοις
ε­πι­κα­λου­μέ­νοις αυ­τόν εν α­λη­θεί­α». Ο Θε­ός και η Μη­τέ­ρα του Χρι­στού, η Υ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κος
ε­πέ­δει­ξαν και πά­λι την Πρό­νοια και την Προ­στα­σί­α Τους προς την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και τη
Χρι­στια­νι­κή Βυ­ζα­ντι­νή Αυ­το­κρα­το­ρί­α λό­γω της ει­λι­κρι­νούς ε­πί­κλη­σής Τους α­πό τους πι­στούς.

Σε ε­πί­πε­δο εγ­χει­ρι­δί­ων Βυ­ζα­ντι­νής Ι­στο­ρί­ας η συ­γκε­κρι­μέ­νη α­πό­κρου­ση συν­δέ­ε­ται ά­με­σα με τη μά­χη του Πουα­τιέ της Γαλ­λί­ας (Poitiers, Πι­κτά­βων) το 732 μ.Χ. και τη νί­κη του Κά­ρο­λου Μαρ­τέλ­λου, του μα­ϊ­ορ­δό­μου (κυ­βερ­νή­τη) του Φρα­γκι­κού βα­σι­λεί­ου των Με­ρο­βιγ­γεί­ων, που ε­πί­σης α­πέ­τρε­ψε την
Α­ρα­βι­κή ε­πέ­κτα­ση στην Ευ­ρώ­πη. Ο Α. Vassiliev μι­λώ­ντας ει­λι­κρι­νά στη δεύ­τε­ρη Αγ­γλι­κή έκ­δο­ση της «Ι­στο­ρί­ας» του α­να­φέ­ρει ό­τι «Στη Ρω­σι­κή και την πρώ­τη Αγ­γλι­κή έκ­ δο­ση της Ι­στο­ρί­ας μου της
Βυ­ζα­ντι­νής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας εί­χα μάλ­λον υ­πε­ρε­κτι­μή­σει τη ση­μα­σία της μά­χης του Poitiers».
Ε­πο­μέ­νως, με βά­ση τις δυο προ­η­γού­με­νες πο­λιορ­κί­ες μπο­ρού­με α­σφα­λώς να ε­ξά­γου­με σει­ρά
συ­μπε­ρα­σμά­των.

Η Πό­λη σώθη­κε α­πό την πο­λιορ­κί­α των Α­ρά­βων και χά­ρη στην α­να­βάθ­μι­ση του Πο­λε­μι­κού Ναυ­τι­κού των Βυ­ζα­ντι­νών. Οι Βυ­ζα­ντι­νοί μα­χη­τές α­πέ­κρου­σαν δις την Α­ρα­βι­κή α­πει­λή συ­νε­πι­κου­ρού­με­νοι α­πό την προ­στασί­α των α­πόρ­θη­των τειχών της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης και τη χρή­ση της τε­χνο­λο­γί­ας, της
ε­φεύ­ρε­σης του Υ­γρού Πυ­ρός. Οι α­πώ­λειες των Α­ρά­βων, ι­διαί­τε­ρα σε έμ­ψυ­χο υ­λι­κό, εί­χαν
ε­πι­πτώ­σεις στην ε­πάν­δρω­ση του στρα­τού και του στό­λου τους, α­φού, έ­χο­ντας α­πο­λε­σθεί ο­λό­κλη­ρος ο στό­λος και το με­γα­λύτε­ρο μέ­ρος του στρα­τού τους, κα­θί­στα­ντο α­δύ­να­μοι α­να­πλή­ρω­σης των κε­νών επάν­δρω­σης πριν την πά­ροδο μιας γε­νιάς.

Ε­πι­πλέ­ον, το α­νυ­πέρ­βλη­το τεί­χος της Βυ­ζα­ντι­νής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας φρου­ρού­σε Α­να­το­λι­κούς και
Δυ­τι­κούς και ε­ξανά­γκα­ζε τους Ά­ρα­βες σε στα­σι­μό­τη­τα των σχε­δί­ων τους για ε­πέ­κτα­ση και
ε­ξάπλω­ση, α­πο­δει­κνύ­ο­ντας ό­τι το η­θι­κό των Χρι­στια­νών Βυ­ζα­ντι­νών υ­πε­ρα­σπιστών δε θα μπο­ρού­σε να υ­πο­στεί κα­τί­σχυ­ση και η ό­ποια α­πό­πει­ρα κα­ταρ­ρά­κω­σης θα ή­ταν εκ των προ­τέ­ρων α­κα­τόρ­θω­τη.
Ε­πί­σης, εί­ναι α­ντι­λη­πτό πως με τις ε­πι­θέ­σεις και τις κατα­κτή­σεις α­πό τους Ά­ρα­βες πε­ριο­χών της
Βυ­ζα­ντι­νής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας, η θα­λασ­σο­κρα­τί­α των Βυ­ζαντι­νών τέ­θη­κε υ­πό σο­βα­ρή αμφι­σβή­τη­ση.

Γε­νι­κά, πρέ­πει να ε­πι­ση­μά­νου­με ό­τι αυ­τήν την πε­ρί­ο­δο η Με­σό­γειος, η «Mare Nostrum» δηλ. «η δι­κή μας θά­λασ­σα», έ­τσι ο­νο­μα­ζό­ταν με­τά τις ε­πι­τυ­χίες του στρα­τη­γού Βε­λι­σά­ριου του Ιου­στι­νιανού Α’
ι­διαί­τε­ρα με το Βαλ­δα­λι­κό πό­λε­μο και την κα­τά­λη­ψη της Καρ­χη­δό­νας, με­τα­τρέ­πε­ται α­πό Ρω­μα­ϊ­κή, δηλ. Βυ­ζα­ντι­νή, -οι Βυ­ζα­ντι­νοί α­πο­κα­λού­σαν του ε­αυ­τούς τους «Ρω­μαί­ους» για πο­λι­τι­κο-διοι­κη­τι­κούς λό­γους, ό­πως ή­δη έ­χου­με προ­α­να­φέ­ρει- σε πε­δί­ο α­ντεκ­δι­κή­σε­ων για με­γά­λο χρο­νι­κό διά­στη­μα. Αυ­τό το δια­πι­στώ­νου­με α­πό την ε­πι­μο­νή των ε­πι­θέ­σε­ων των Α­ρά­βων κα­τά του Βυ­ζα­ντι­νού κρά­τους.

Ε­πί βα­σι­λεί­ας του Λέ­ο­ντα ΣΤ’ του Σο­φού, Α­γα­ρη­νοί πει­ρα­τές της Κρή­της με αρ­χη­γό τον Έλ­λη­να
ε­ξω­μό­τη αρ­νη­σί­θρη­σκο ε­ξι­σλα­μισμέ­νο Λέ­ο­ντα Τρι­πο­λί­τη α­πό την Ατ­τά­λεια έ­πλευ­σαν (904 μ.Χ) κα­τά της Κωνστα­ντι­νου­πό­λε­ως. Πλη­ρο­φο­ρού­με­νος την εί­δη­ση της ε­πι­κεί­με­νης ε­πί­θε­σης των Α­γα­ρη­νών κα­τά της Πρω­τεύ­ου­σας, ο Αυ­το­κρά­το­ρας έ­στει­λε ε­να­ντί­ον τους το δρουγ­γά­ριο των Πλω­ΐ­μων
Ευ­στά­θιο, που, ε­πει­δή δεν κα­τόρ­θω­σε να τους ανα­σχέσει, α­ντι­κα­τα­στά­θη­κε α­πό τον πρω­το­α­ση­κρή­τι Ι­μέ­ριο. Έ­ξω α­πό την Ά­βυ­δο, στο Πά­ριο στην πε­ριο­χή της Χε­ρον­νή­σου και έ­χο­ντας ει­σέλ­θει στον
Ελ­λή­σπο­ντο, οι πει­ρα­τές α­ντι­λαμ­βα­νό­με­νοι το α­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κό της ε­πι­θέ­σε­ως ε­να­ντί­ον της Πό­λης, πρύ­μι­σαν και α­νέ­στρε­ψαν πο­ρεί­α ε­πειδή φο­βή­θη­καν τον α­πο­κλει­σμό και πο­ρεύ­τη­καν ε­να­ντί­ον της Θεσ­σα­λονί­κης, της Συμ­βα­σι­λεύ­σου­σας.

Ο Ι­μέ­ριος πρό­λα­βε το στό­λο του Τρι­πο­λί­τη στη Θά­σο αλ­λά, σύμ­φω­να με τον κου­βου­κλεσιο
Κα­μι­νιά­τη και τον Πα­παρ­ρη­γό­που­λο, δεν ε­πι­τέ­θη­κε λό­γω του πλή­θους του ε­χθρι­κού στό­λου,
α­πο­τε­λου­μέ­νου α­πό 54 σκά­φη με 200 μα­χη­τές έ­κα­στο, και του υ­ψη­λού η­θι­κού των ε­χθρι­κών
πλη­ρω­μά­των. Ο Αυ­το­κρά­το­ρας ε­νη­με­ρώ­θη­κε για την ε­πα­πει­λού­με­νη ε­πί­θε­ση στη Θεσ­σα­λονίκη, σύμ­φω­να με τον Κα­μι­νιά­τη, α­πό τον αγ­γε­λιοφό­ρο πρω­το­σπα­θά­ριο Πε­τρω­νά, ο ο­ποί­ος εί­χε
πλη­ρο­φο­ρη­θεί σχε­τι­κά α­πό λι­πο­τά­κτες του στό­λου του Τρι­πο­λί­τη.

Α­πο­φα­σί­στη­κε η βελ­τί­ω­ση της ο­χύ­ρω­σης της πό­λης, την ευ­θύ­νη της ο­ποί­ας α­νέλα­βε ο Πε­τρω­νάς,
α­φού τα θα­λάσ­σια τεί­χη ή­ταν πα­λιά και χα­μη­λά, αλλά λό­γω της πί­ε­σης του χρό­νου που δεν ε­πέ­τρε­πε την α­νέ­γερ­ση νέ­ου συ­μπληρω­μα­τι­κού τεί­χους, ο Πε­τρω­νάς σκέ­φτη­κε να πα­γι­δεύ­σει τα εχθρι­κά
πλοί­α. Ξε­κί­νη­σε την κατα­σκευ­ή υ­φά­λου α­πό τους μο­νό­λι­θους αρ­χαί­ων νε­κρο­τα­φεί­ων της πε­ριο­χής ως φράγ­μα, η ε­ξέ­λι­ξη του ο­ποί­ου μα­ταιώ­θη­κε α­πό την ά­φι­ξη του στρα­τη­γού Λέ­ο­ντα Χα­τζι­λά­κη με την ι­διό­τη­τα του γε­νι­κού πλη­ρε­ξού­σιου, ο ο­ποί­ος άρ­χι­σε την κα­τασκευ­ή του τείχους. Η
α­ντι­κα­τά­στα­ση του Λέ­ο­ντα Χα­τζι­λά­κη, ύ­στε­ρα α­πό αρνη­τι­κές ε­ξε­λί­ξεις, α­πό το στρα­τη­γό Νι­κή­τα, δεν ε­πέ­φε­ρε τα α­να­με­νό­με­να.

Η πρω­το­βου­λί­α του να κα­λέ­σει τους Σκλα­βή­νους του Στρυ­μώ­να να ε­νι­σχύ­σουν την ά­μυ­να της πό­λης ή­ταν α­νε­πι­τυ­χής α­φού πα­ρου­σιά­στη­καν λί­γοι και α­προ­ε­τοί­μα­στοι. Πα­ρό­λο που οι προ­ε­τοι­μα­σί­ες δεν εί­χαν ο­λο­κλη­ρω­θεί ό­ταν στις 29 Ιου­λί­ου του 904 μ.Χ. εμ­φα­νί­στη­κε ο ε­χθρι­κός στό­λος των
Σα­ρα­κη­νών, οι μα­χη­τές της πό­λης την υ­περα­σπί­στη­καν α­ντι­στε­κόμε­νοι με πε­ρισ­σό η­ρω­ι­σμό και
ευ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα. Στις 31 Ιου­λί­ου του 904 μ.Χ. με­τά α­πό τρι­ή­με­ρη μά­χη οι Α­γα­ρη­νοί ει­σέ­βα­λαν στην πό­λη με ε­πί­θε­ση α­πό θα­λάσ­σης, τη λε­η­λά­τη­σαν, κα­τέ­σφα­ξαν α­νη­λε­ώς τους κα­τοί­κους, γέ­ρους, παιδιά, μο­να­χούς, ο­μα­δι­κές σφα­γές συ­νέ­βη­σαν στη Χρυ­σή Πύ­λη, στη σημε­ρινή Πλα­τεί­α
Δη­μο­κρα­τί­ας, και στη Λι­τιαί­α, στην αρ­χή της Αγ. Δη­μη­τρί­ου, και α­πο­χώ­ρη­σαν αρ­πά­ζο­ντας λά­φυ­ρα και συλ­λαμ­βά­νο­ντας 22.000 αιχ­μα­λώ­τους, ό­λους νε­α­ρής η­λι­κί­ας.

Το σχέ­διό τους για πυρ­πό­λη­ση της πό­λης α­πο­φεύ­χθη­κε και η Θεσ- σα­λο­νί­κη σώ­θη­κε με την
πα­ρέμ­βα­ση του α­ση­κρή­τι Συ­με­ών, ο ο­ποί­ος ε­ξα­γό­ρα­σε τη σω­τη­ρί­α της με 100 λί­τρες χρυ­σού,
σύμ­φω­να με τους Κα­μι­νιά­τη και Σκυ­λί­τζη, τις οποί­ες με­τέ­φε­ρε ο ευ­νού­χος κου­βι­κου­λά­ριος
Ρο­δο­φύ­λης για το στρα­τό που μα­χό­ταν στη Σι­κε­λί­α. Η ά­λω­ση της Θεσ­σα­λο­νίκης κα­τέ­δει­ξε με
δρα­μα­τι­κό τρό­πο την α­νά­γκη α­πε­λευ­θέ­ρω­σης της Κρή­της, που εί­χε κα­τα­κτη­θεί α­πό τους Ά­ρα­βες. Τα γε­γο­νό­τα σχε­τι­κά με την πο­λιορ­κί­α της Συμ­βα­σι­λεύ­ου­σας Θεσ­σα­λο­νί­κης μάς δι­η­γεί­ται ο Ιω­άν­νης Κα­μι­νιά­της στο έρ­γο του «Εις την άλω­σιν της Θεσ­σα­λο­νί­κης», ό­που ό­ντας ο ί­διος πα­ρών και
με­τέ­πει­τα αιχμά­λω­τος των πει­ρα­τών, βί­ω­σε τα γεγο­νό­τα.

Οι πο­λιορ­κού­με­νοι Θεσ­σα­λο­νι­κείς έ­ρι­ξαν ε­μπρη­στι­κό μείγ­μα κα­τά των α­ντι­πά­λων, που ο
συγ­γρα­φέ­ας δεν το ονο­μά­ζει «Υ­γρόν Πυρ», αλ­λά α­να­φέ­ρει τη χρή­ση δύ­ο ει­δών μειγ­μά­των που
μοιά­ζουν με το Υ­γρόν Πυρ. Το Υ­γρόν Πυρ ε­ξυ­πη­ρέ­τη­σε και τις α­νά­γκες στα­θε­ρο­ποί­η­σης και
δια­σφά­λι­σης της ε­ξου­σί­ας στο Βυ­ζα­ντι­νό θρό­νο α­πό ε­σω­τε­ρι­κές διεκ­δική­σεις ή αμ­φι­σβη­τή­σεις.
Έ­τσι, ο Μι­χα­ήλ Β΄ Τραυ­λός την περί­ο­δο 820 – 824 μ.Χ., στα πρώ­τα χρό­νια της βα­σιλεί­ας του
α­ντι­με­τώ­πι­σε την ε­ξε­γερ­τι­κή στά­ση του στρα­τη­γού Θω­μά Καπ­πα­δό­κη, ή αλ­λιώς Θω­μά του
α­πο­στά­τη, που υ­πη­ρε­τού­σε στο θέ­μα των Α­να­το­λι­κών, του ε­ξω­μό­τη που α­σπά­στη­κε το
Μω­α­με­θα­νι­σμό α­πό τους Α­γα­ρη­νούς στους ο­ποί­ους εί­χε δια­φύ­γει, γε­νό­με­νος αρ­χη­γός.

Ο ο­ποί­ος με την υ­πο­στή­ρι­ξη των Α­ρά­βων, των ει­κο­νο­λα­τρών και των λα­ϊ­κών τά­ξε­ων, κυ­ρί­ως της
α­γρο­τι­κής, κι­νή­θη­κε ε­να­ντί­ον του θρό­νου και πο­λιόρ­κη­σε την Πό­λη για τρί­α έ­τη (821 – 823) α­φού
συ­γκέ­ντρωσε στρα­τό α­πό τα πε­ρισ­σό­τε­ρα θέ­μα­τα της Α­να­το­λής και με συ­μπλη­ρω­μα­τι­κή α­ρω­γή και ενί­σχυ­ση α­πό το ναυ­τι­κό θέ­μα των Κι­βυρ­ραιω­τών. Η στά­ση αυτή θε­ω­ρεί­ται η τε­λευ­ταί­α και ί­σως η πιο ση­μα­ντι­κή των θε­μα­τι­κών στρα­τών ε­να­ντίον του θρό­νου. Οι στα­σια­στές τε­λι­κά υ­πέ­στη­σαν συντρι­βή αλ­λά ο ε­σω­τε­ρι­κός εμ­φύ­λιος ευ­νό­η­σε συν­θή­κες κα­τάλ­λη­λες για τους Σα­ρα­κη­νούς
πει­ρα­τές, που δρατ­τό­με­νοι της ευ­και­ρί­ας κυ­ρί­ε­ψαν το 823 μ.Χ. την Κρή­τη.

Τα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τη «Σύ­νο­ψιν Ι­στο­ριών» του Σκυ­λί­τζη α­να­φέ­ρο­νται στην α­πο­στα­σί­α και τον
εμ­φύ­λιο του Θω­μά του α­πο­στά­τη, και στην πο­λιορ­κί­α που ε­πι­χεί­ρη­σε ε­να­ντί­ον της
Κων­στα­ντι­νού­πο­λης. ΜΙ­ΧΑ­ΗΛ Ο ΤΡΑΥ­ΛΟΣ, «Κα­τά γαρ τον και­ρόν τού­τον ο εμ­φύ­λιος πό­λε­μος
αρ­χήν ει­λη­φώς εξ α­να­το­λής, Θω­μάς ων της α­πο­στά­σε­ως έ­ξαρ­χος», «οι δε του βα­σι­λι­κού στό­λου
κα­τάρ­χο­ντες την τού­των ε­πε­γνω­κότες έ­λευ­σιν νυ­κτός ε­πι­τί­θε­νται ναυ­λο­χού­σι τοις ε­να­ντί­οις, και τω αιφ­νιδί­ω κα­τα­πλη­ξά­με­νοι πολ­λάς μεν αυ­τάν­δρους έ­σχον των νη­ών, τι­νάς δε και τω σκευα­στώ
πυρ­πο­λού­σι πυ­ρί, ο δε και γέ­γο­νε».

Το Υ­γρόν Πυρ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε και σε άλ­λες ε­χθρι­κές ε­πι­θέσεις. Χα­ρα­κτη­ριστι­κή εί­ναι στα χρό­νια του Αυ­το­κρά­το­ρα Μι­χα­ήλ Γ΄ του Μέ­θυ­σου η πε­ρί­πτω­ση της πρώ­της ε­πί­θε­σης των Σκαν­δι­να­βι­κής κατα­γω­γής Ρως (Ρώ­σων) το 860 μ.Χ. κα­τά της Κων­στα­ντι­νούπο­λης με 200 μο­νό­ξυ­λα. Ο Βα­σί­λειος Α’ ο Μα­κε­δών ο Κε­φά­λας, ο ι­δρυ­τής της Μα­κε­δο­νι­κής δυ­να­στεί­ας, εκ­στρά­τευ­σε ε­να­ντί­ον των
Α­ρά­βων της Συ­ρί­ας ε­πι­τυγ­χά­νο­ντας ση­μα­ντι­κές νί­κες και παράλ­λη­λα με ε­πα­νει­λημ­μέ­νες ναυ­τι­κές
ε­πι­χει­ρή­σεις πε­ριό­ρι­σε τις λη­στρι­κές ε­πι­δρομές και την πει­ρα­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα των Σα­ρα­κη­νών της Κρή­της. Τα πα­ρα­κά­τω α­πο­σπά­σμα­τα πε­ρι­γρά­φουν το πρώ­το την α­πό­κρου­ση της πο­λιορ­κί­ας της πό­λης του Ευ­ρί­που, και το δεύ­τε­ρο τις ε­πι­χει­ρή­σεις της Κρήτης με χρή­ση Υ­γρού Πυ­ρός.

«Κα­τά τού­τον τον χρό­νον και Ε­σμάν ο της Ταρ­σού α­μη­ράς τη προ­η­γη­σα­μέ­νη ε­παι­ρό­με­νος νί­κη τριάκο­ντα πλοί­α μέ­γι­στα ε­ξαρτυ­σά­με­νος (κου­μπά­ρια ταύτα κα­λείν ειώ­θα­σιν οι Σα­ρα­κη­νοί) τη πό­λει
ε­πι­τί­θε­ται του Ευ­ρί­που. προ­γνόντος δε τού­το του βα­σι­λέ­ως ο στρα­τη­γός της Ελ­λά­δος (ο Οι­νιά­της
ού­τος ων) επεί δε κα­τέ­λα­βε και ο των Ταρ­σέ­ων στό­λος και τοις τεί­χε­σιν ή­δη προ­σήγ­γιζε, και βε­λών α­φέ­σει συ­χνών α­να­στέλ­λειν η­γω­νί­ζε­το τους α­πό των τει­χών α­μυνο­μέ­νους, θυ­μού και προ­θυ­μί­ας
πλή­ρεις οι του Ευ­ρί­που γε­νό­με­νοι τοις πε­τρο­βό­λοις των ορ­γά­νων και τοις κα­τα­πελ­τι­κοίς βέ­λε­σι και τοις τό­ξοις και τοις εκ χει­ρών λί­θοις α­πό των τει­χών γεν­ναί­ως η­μύ­νο­ντο, και συ­χνούς των βαρβά­ρων καθ’ ε­κά­στην α­νή­λι­σκον.

Επι­τη­ρή­σα­ντες δε και πνεύ­μα ε­πί­φο­ρον ε­πα­φήκα­σι τας ε­αυ­τών τρι­ή­ρεις ταις ε­να­ντί­αις, και πολ­λάς τω υ­γρώ πυ­ρί κα­τε­νέπρη­σαν.», «τού­τω συ­να­ντή­σας με­τά του Ρω­μα­ϊ­κού στό­λου ο πα­τρί­κιος Νι­κή­τας και δρουγ­γά­ριος των πλω­ΐ­μων ο Ω­ο­ρύ­φας και του Ρω­μα­ϊ­κού στό­λου κα­τάρ­χειν λα­χών πε­ρί το στό­μα του Αι­γαί­ου πα­ρά την Καρ­δί­αν, και μά­χην καρ­τε­ράν συ­στη­σά­με­νος, ευ­θύς τα μεν εί­κο­σι των Κρη­τι­κών σκα­φών τωυγρώ πυρί συ­γκα­τέ­φλε­ξε, και τους εν αυ­τοίς βαρ­βά­ρους μά­χαι­ρα και πυρ και ύ­δωρ
διε­με­ρί­σα­ντο. ό­σα δε τον εκ της ναυ­μα­χί­ας και τον εκ της θα­λάσ­σης διέ­φυ­γον κίν­δυ­νον, φυ­γή την σω­τη­ρί­αν ε­πραγ­μα­τεύ­σα­ντο».

Το Υ­γρόν Πυρ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε και πά­λι σε ε­σω­τε­ρι­κές υπο­θέ­σεις. Ό­ταν Αυ­το­κρά­το­ρες ή­ταν ο
Βα­σί­λειος Β’ ο Βουλ­γα­ρο­κτό­νος και ο α­δερ­φός του Κων- στα­ντί­νος Η΄ (10ος – 11ος αιώνας), γιοι του Ρω­μα­νού Β’ της Μα­κε­δο­νι­κής δυ­να­στεί­ας, συμ­βα­σι­λείς με εντε­λώς α­ντί­θε­το χα­ρα­κτή­ρα,
εκ­δη­λώ­θη­κε η στά­ση του Βάρ­δα Σκλη­ρού, α­πό τους με­γά­λους φε­ου­δάρ­χες της Α­να­το­λί­ας, δηλ. της Μι­κράς Α­σί­ας, οι ο­ποί­οι ε­πέ­δει­ξαν α­προ­θυ­μί­α υ­πο­τα­γής στην κε­ντρι­κή ε­ξου­σί­α και υ­πακο­ής στο
θρό­νο που διοι­κού­νταν α­πό τον ει­κο­σά­χρο­νο αυ­το­κρά­το­ρα Βασί­λειο Β΄. Η πρώ­τη φά­ση ε­ξέ­γερ­σης
εκ­δη­λώ­θη­κε το 976 – 979 μ.Χ. ό­ταν ο Βα­σί­λειος Β΄ εί­χε μό­λις α­να­κη­ρυ­χθεί αυ­το­κρά­το­ρας της
Βυ­ζα­ντι­νής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας, στην πε­ριο­χή του Χαρ­πούτ, στο βυ­ζα­ντι­νό στρα­τιω­τι­κό θέ­μα της
Με­σο­πο­τα­μί­ας.

Ξε­κί­νησε στο τέ­λος της ά­νοι­ξης του 976 μ.Χ. και κα­τε­στά­λη στις 24 Μαρ­τί­ου 979 μ.Χ.. Κα­τά την
τρί­χρο­νη διάρ­κειά της ε­πε­κτά­θη­κε σε με­γά­λο μέ­ρος της Μι­κράς Α­σί­ας και ο Αυ­το­κρά­το­ρας
ε­ξου­δε­τέ­ρω­σε το Βάρ­δα Σκλη­ρό. Η δεύ­τε­ρη φάση δι­ήρ­κη­σε δυο χρό­νια α­πό το 987 ως 989 μ.Χ.,
ό­ταν ο ε­ξό­ρι­στος δού­κας της Με­σο­ποτα­μί­ας Βάρ­δας Σκλη­ρός ε­πι­στρέ­φο­ντας α­πό το χα­λι­φά­το της Βα­γδά­της στα Βυ­ζα­ντι­νά ε­δά­φη προ­κά­λε­σε τη στά­ση, που εκ­δη­λώ­θη­κε στην περιο­χή της Με­λι­τη­νής την ά­νοι­ξη του 987 μ.Χ. και ε­πε­κτά­θη­κε σε με­γά­λο μέ­ρος της Μι­κράς Α­σί­ας, στα­σί­α­σε ε­να­ντί­ον του Αυ­το­κρά­το­ρα Βα­σι­λεί­ου Β’ προ­κα­λώ­ντας εμ­φύ­λιο πό­λε­μο και τον Αύ­γου­στο του 987 μ.Χ.
α­να­κη­ρύ­χθηκε Αυ­το­κρά­το­ρας. Η φά­ση αυ­τή σή­μαι­νε και την ο­ρι­στι­κή λή­ξη της στά­σης τον Ο­κτώ­βριο του 989 μ.Χ. κα­τό­πιν συμ­φω­νί­ας α­νάμε­σα στον στα­σια­στή και τον αυ­τοκρά­το­ρα.

Στο «Σύ­νο­ψις Ι­στο­ριών» α­να­φέ­ρε­ται: «Βάρ­δαν μά­γι­στρον τον Σκλη­ρόν, ην εκ μακρών έ­δι­νεν
α­πο­τί­κτει α­πο­στα­σί­αν, και κα­τά των βα­σι­λέ­ων και των ο­μο­φύ­λων αί­ρει τα ό­πλα. και δη Μα­νου­ήλ
πα­τρί­κιον τον Ε­ρω­τι­κόν, εκ γέ­νους τε άν­δρα και επ’ α­ρε­τή δια­βό­η­τον και αν­δρεί­α, φρου­ρείν εκ­πέ­μπει την Νί­καιαν. με­τά μι­κρόν δε κα­τα­λαμ­βά­νει και ο Σκλη­ ρός, και τα πέ­ριξ της Νί­καιας πυρ­πο­λή­σας
χω­ρί­α τε­λευ­ταί­ον και απ’ αυ­τήν την Νί­καιαν έρχε­ται, και ε­λε­πό­λε­σι και μη­χα­ναίς εκ­πορ­θή­σαι
η­πεί­γε­το. γεν­ναί­ως δε του Μα­νου­ήλ α­πο­δε­ξα­μέ­νου την πο­λιορ­κί­αν και τας προ­σα­γο­μέ­νας τω τεί­χει κλίμα­κας και μη­χα­νάς σκευα­στώ πυ­ρί πυρ­πο­λή­σα­ντος, την εκ πο­λιορ­κί­ας ά­λω­σιν α­πο­γνούς ο
Σκλη­ρός εν­δεί­α των α­να­γκαί­ων ήλ­πι­ζεν αι­ρή­σαι την πό­λιν».

Το κα­λο­καί­ρι του 941 μ.Χ. η Πό­λη και ε­πί βα­σι­λεί­ας Ρωμα­νού Α’ Λα­κα­πη­νού και Κων­στα­ντί­νου Ζ’ του Πορ­φυ­ρο­γέν­νητου α­πει­λή­θη­κε και πά­λι α­πό τους Ρως. Ο η­γε­μό­νας των Ρως Ι­γκόρ του Κιέ­βου εκ­στρά­τευ­σε αιφ­νι­δια­στι­κά κα­τά της Βασι­λεύ­ου­σας ε­πω­φε­λού­με­νος της α­που­σί­ας της α­μυ­ντι­κής προ­ά­σπι­σής της, α­φού τό­σο ο Στρα­τός ό­σο και ο Στό­λος της ή­ταν α­πα­σχο­λη­μέ­νοι με τους Ά­ρα­βες. Ο Αυ­το­κρά­το­ρας α­νέ­λα­βε δρά­ση και κά­λε­σε ε­σπευ­σμέ­να τον Στό­λο α­πό το Αιγαί­ο και τον Κουρ­κού­α
α­πό την Με­σο­πο­τα­μί­α. Πα­ράλ­λη­λα, ορ­γανώ­θη­κε η ε­πι­σκευ­ή και ο ε­ξο­πλι­σμός με το Υ­γρόν Πυρ
ό­σων πλοί­ων ή­ταν δια­θέ­σι­μα ε­κεί­νη τη στιγ­μή στην Πό­λη και ο πρωτο­βε­στιά­ριος Θε­ο­φά­νης α­νέ­λα­βε την ευ­θύ­νη της διοί­κη­σης αυ­τού του αυ­το­σχέ­διου στό­λου.

Ο ο­ποί­ος υ­πό τις δια­τα­γές του έ­σπευ­σε να α­ντι­μετω­πί­σει τον ε­χθρι­κό στό­λο των Ρως. Ο Βυ­ζα­ντι­νός Στό­λος α­να­χαί­τι­σε την ε­πί­θε­ση των Ρως στην Πό­λη, δεν μπό­ρε­σε, ό­μως, να ε­μπο­δί­σει την α­πό­βα­σή τους στην Α­να­το­λί­α και στις α­κτές του Πό­ντου της Βι­θυ­νί­ας. Ο Βάρ­δας Φω­κάς, ο Α­κρί­τας στρα­τη­γός του θέ­μα­τος των Αρ­με­νια­κών, με ό­σες μο­νά­δες διέ­θε­τε προ­έ­βα­λε α­ντί­στα­ση, η ο­ποί­α ύ­στε­ρα α­πό τρεις μή­νες ε­νι­σχύ­θη­κε α­πό τον αρ­χι­στρά­τηγο Κουρ­κού­α, το δο­μέ­στι­κο της Α­να­τολής, με τα
στρα­τεύ­μα­τα της Α­να­το­λής που ε­φόρ­μη­σαν πά­νω στους α­νύπο­πτους ε­πι­δρο­μείς που εί­χαν ε­πι­δο­θεί στη λε­η­λα­σί­α και λα­φυ­ρα­γω­γί­α των πε­ριο­χών, προ­κα­λώ­ντας τους ση­μα­ντι­κό­τα­τες α­πώ­λειες.

Οι Ρως ε­πι­χει­ρώ­ντας να σω­θούν δια­φεύ­γο­ντας, ε­πι­βι­βά­στη­καν στα πλοί­α τους αλ­λά ητ­τή­θη­καν κατά κρά­τος α­πό το Θε­ο­φά­νη που εί­χε πλέ­ον υ­πό τις δια­τα­γές του ο­λό­κλη­ρο το Βυ­ζα­ντι­νό Στό­λο. Στο
«Σύ­νο­ψις Ι­στο­ριών» α­ναφέ­ρε­ται: «Δε­κά­τη δε και τε­τάρ­τη ιν­δι­κτιώ­νι, Ιου­νί­ω μηνί, ε­πέ­λευ­σις κα­τά της πό­λε­ως ε­γέ­νε­το Ρω­σι­κού στό­λου πλοί­ων χι­λιά­δων δέκα. ε­ξήλ­θεν ουν κατ’ αυ­τών ο πα­τρί­κιος και πρω­το­βε­στιά­ριος Θε­ο­φά­νης με­τά του στό­λου, καν τω Ιε­ρώ προ­σωρ­μί­σα­το, ε­κεί­νων εν τω Φά­ρω και τω ε­πέ­κει­να αιγια­λώ ναυ­λο­χού­ντων. και­ρο­σκο­πή­σας ουν α­θρό­ον τού­τοις ε­πέ­θε­το, και τήν τε σύ­ντα­ξιν αυ­τών διέ­λυ­σε και πολ­λά των πλοί­ων τω σκευα­στώ πυρί α­πε­τέ­φρω­σε, τα δε τε­λέ­ως ε­τρέ­ψα­τε».

Οι Ρως ο­χλού­σαν ε­πί­μο­να και κατ’ ε­πα­νά­λη­ψη. Ο Ι­γκόρ του Κιέ­βου ό­σο ή­ταν στον Αυ­το­κρα­το­ρι­κό θρό­νο ο Κων­στα­ντί­νος Ζ’ ορ­γά­νω­σε και δεύ­τε­ρη εκ­στρα­τεί­α ε­πι­χει­ρώ­ντας την πο­λιορ­κί­α της
Κων­στα­ντι­νού­πο­λης το 944 μ.Χ.. Τα πλοί­α του και πά­λι κα­τα­στρά­φη­καν α­πό το Υ­γρόν Πυρ. Ο
Κων­στα­ντί­νος Θ’ ο Μο­νο­μά­χος το 1043 α­ντι­με­τώ­πισε τα 400 μο­νό­ξυ­λα του Ρώ­σου η­γε­μό­να
Βλα­δί­μη­ρου που ε­πι­τέθη­κε ε­να­ντί­ον της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης. Πα­ρά το εγ­χεί­ρημα για ει­ρη­νι­κό
δια­κα­νο­νι­σμό του ζη­τή­μα­τος με πρω­το­βου­λί­α του Βυ­ζα­ντι­νού Αυ­το­κρά­το­ρα, οι προ­τά­σεις για ει­ρή­νη α­πορ­ρί­φθη­καν α­πό το Βλαδί­μη­ρο. Τό­τε, ο Κων­στα­ντί­νος Θ΄ ο Μο­νο­μά­χος διέτα­ξε το μά­γι­στρο
Βα­σί­λειο Θε­ο­δω­ρι­κά­νο να α­ντι­με­τω­πί­σει τους Ρώ­σους, ο ο­ποί­ος πράγ­μα­τι κα­τέ­καυ­σε το στό­λο τους με το Υγρόν Πυρ.

Στα Ρω­σι­κά πλοί­α και στους Ρώ­σους στρα­τιώ­τες που διέ­φυγαν της πυρ­πό­λη­σης του στό­λου κα­τά την ε­πι­στρο­φή τους στη χώ­ρα τους ε­πι­τέθη­κε ο στρα­τη­γός Κα­τα­κα­λών Κε­καυ­μέ­νος, που τους
κα­τέ­στρε­ψε στη Βάρ­να, λή­γο­ντας ε­πι­τυ­χώς για τους Βυ­ζα­ντι­νούς η συ­γκε­κρι­μέ­νη πολιορ­κί­α και
ε­πι­θε­τι­κή α­πό­πει­ρα των Ρώ­σων. Στο «Σύ­νο­ψις Ι­στο­ριών» α­να­φέ­ρε­ται: «Με­τα­στει­λά­με­νος ο βα­σι­λεύς τον μά­γιστρον Βα­σί­λειον τον Θε­ο­δω­ρο­κά­νον, τρεις ει­λη­ φέ­ναι προ­στάτ­τει τρι­ή­ρεις δρο­μά­δας και
ε­πελ­θείν και α­πο­πει­ρά­σα­σθαι των Σκυ­θών, εί­περ δυ­νη­θεί­η α­κροβο­λι­ζό­με­νος προς πό­λε­μον αυ­τοίς
ε­πι­σπά­σα­σθαι. ο δε τας τρι­ή­ρεις ει­λη­φώς και προς τους Σκύ­θας γε­νό­με­νος, οι δι’ α­κρο­βο­λι­σμού της αυ­τών α­πε­πει­ρά­το γνώ­μης, αλ­λ’ εις μέ­σους ε­αυ­τόν ω­θή­σας ά­πτη μεν σκά­φη τω σκευα­στώ
κα­τα­φλέ­γει πυ­ρί, τρί­α δε αύ­ταν­δρα πο­ντί­ζει».

Οι Βυ­ζα­ντι­νές πη­γές α­να­φέ­ρουν τη χρή­ση του Υ­γρού Πυ­ρός μέ­χρι και τα τέλη του 12ου και πι­θα­νώς τις αρ­χές του 13ου αιώ­να. Το ι­στο­ρι­κό έρ­γο «Α­λε­ξιάς» της Άν­νας Κο­μνη­νής, που α­να­φέ­ρε­ται στη
βα­σι­λεί­α του Βυ­ζα­ντι­νού Αυ­το­κρά­το­ρα και πα­τέ­ρα της Α­λε­ξί­ου Α’ Κο­μνη­νού (1069 -1118) γραμ­μέ­νο στην Ατ­τι­κή διά­λε­κτο και με πρό­τυ­πο τον Θου­κυ­δί­δη, θε­ω­ρεί­ται ση­μα­ντι­κή πη­γή για τη χρή­ση του
Υ­γρού Πυ­ρός. Η τε­λευ­ταί­α πι­θανή χρή­ση του Υ­γρού Πυ­ρός πρέ­πει να έ­γι­νε το 1203, κα­τά την
πο­λιορκί­α της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης α­πό τους Φρά­γκους κα­τά τη Δ’ Σταυ­ρο­φο­ρί­α, ό­ταν οι Βυ­ζα­ντι­νοί γέ­μι­σαν 18 πα­λαιά κα­ρά­βια με ε­μπρη­στι­κές ύλες, πι­θα­νώς και με Υ­γρόν Πυρ, και προ­σπά­θη­σαν
α­νε­πι­τυ­χώς να πυρ­πο­λή­σουν και να α­να­τι­νά­ξουν τον ε­νε­τι­κό στό­λο που ναυ­λο­χού­σε στον Κε­ρά­τιο.

Α­πό τό­τε δε γί­νε­ται α­να­φο­ρά για χρή­ση του Υ­γρού Πυ­ρός ούτε κα­τά την πε­ρίοδο της Ελ­λη­νι­κής
Αυ­το­κρα­το­ρί­ας της Νί­καιας (1204 – 1261), της ε­πί­ση­μης δια­δό­χου της Βυ­ζα­ντι­νής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας κα­τά την πε­ρί­ο­δο της Λα­τι­νο­κρα­τί­ας, ού­τε ό­ταν ο Μι­χα­ήλ Η’ Πα­λαιο­λό­γος με τη συμ­βο­λή του
στρα­τη­γού Α­λέ­ξιου Στρα­τη­γό­που­λου α­πε­λευ­θέ­ρω­σε την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη στις 25 Ιου­λί­ου 1261
α­να­συ­σταί­νο­ντας τη Βυ­ζα­ντι­νή Αυ­το­κρα­το­ρί­α. Αυ­τό α­πο­δει­κνύ­ει ό­τι οι Βυζα­ντι­νοί ε­γκα­τέ­λει­ψαν το Υ­γρόν Πυρ αλ­λά δεν υ­πάρ­χουν διασα­φη­τι­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες που να ε­ξη­γούν τους λό­γους. Πι­θα­νό­τα­τα σχε­τί­ζε­ται με τις ε­ξε­λί­ξεις στο Βυ­ζά­ντιο:

α) Την α­πώ­λεια των αΑσια­τι­κών ε­παρ­χιών και ει­δι­κό­τε­ρα της πε­ριο­χής με­τα­ξύ Κα­σπί­ας και Μαύ­ρης θά­λασ­σας, της προ­μη­θεύ­τριας πε­ριο­χής των πρώ­των υ­λών, η οποία ε­πέ­φε­ρε την πα­ντε­λή έλ­λει­ψη των α­πα­ραίτη­των συ­στα­τι­κών για τη δη­μιουρ­γί­α του ε­μπρη­στι­κού μείγ­μα­τος,

β) Την κα­τάλη­ψη της Πό­λης α­πό τους Φρά­γκους κα­τά τη Δ’ Σταυ­ρο­φορί­α και τους Ε­νε­τούς
συμ­μά­χους τους στις 13 Α­πρι­λί­ου 1204 και η Λα­τι­νι­κή κα­το­χή της Βα­σι­λεύ­ου­σας ως το 1261,
σή­μαι­ναν ό­χι μό­νο τη διά­λυ­ση της Αυ­τοκρα­το­ρί­ας αλ­λά και την ε­ξά­λει­ψη των ε­ξει­δι­κευ­μέ­νων
τε­χνι­τών του Υ­γρού Πυ­ρός α­φού δεν υ­πήρ­χε η α­νά­λο­γη κρα­τι­κή μέ­ρι­μνα, λογι­κή α­πόρ­ροια της ό­λης ξε­νι­κής κα­το­χής,

γ) Τη στα­δια­κή πα­ρακ­μή και διά­λυ­ση του Βυ­ζα­ντι­νού Στό­λου, που α­πό το τέ­λος του 13ου αιώνα μ.Χ. έ­παψε σχε­δόν να υ­φί­στα­ται, και με Αυ­το­κρα­το­ρι­κή ευ­θύ­νη.

Παρό­λο που θα ή­ταν α­να­με­νό­με­νο η μη ε­πα­νεμ­φά­νι­ση του Υ­γρού Πυρός, αυ­τό ή α­νά­λο­γη
πα­ρεμ­φε­ρής ε­μπρη­στι­κή ύ­λη ε­πα­να­χρη­σι­μο­ποιείται κα­τά το 15ο αιώ­να, κα­τά την πο­λιορ­κί­α της
Κων­στα­ντι­νού­πο­λης το 1422 α­πό το σουλ­τά­νο Μου­ράτ Β’ και την ά­λω­ση της Θεσ­σα­λο­νί­κης το 1430 α­πό τον ί­διο, και κα­τά την ά­λω­ση της Κωνσταντι­νού­πο­λης το 1453 α­πό το Μω­ά­μεθ Β’. Το εί­δος του Υ­γρού Πυ­ρός θα πρέ­πει να πε­ριεί­χε στη σύ­στα­σή του μαύ­ρη πυρί­τι­δα. Αυ­τή ή­ταν η ύ­στα­τη φο­ρά που οι Έλ­λη­νες προ­σπα­θώ­ντας να α­πω­θή­σουν τον ε­χθρό και να σώ­σουν την Πρω­τεύ­ου­σα της Βυ­ζαντι­νής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας τους χρη­σι­μο­ποί­η­σαν πα­ρεμ­φε­ρή μορ­φή του Υ­γρού Πυ­ρός.

Η χρή­ση του Υ­γρού Πυ­ρός ε­ντο­πί­ζε­ται και σε άλ­λους λα­ούς. Σε Κι­νέ­ζι­κες και αΑρα­βι­κές πη­γές
κα­τα­δει­κνύ­ε­ται ό­τι για την ε­κτόξευ­ση του Υ­γρού Πυ­ρός οι Ά­ρα­βες και οι Κι­νέ­ζοι δε
χρη­σιμο­ποιού­σαν σί­φω­νες στον Ιν­δι­κό ω­κε­α­νό ό­πως έ­πρατ­ταν οι Βυ­ζα­ντι­νοί στη Με­σό­γειο.
Χρη­σι­μο­ποιού­σαν κα­λά σφρα­γι­σμέ­νες «χύ­τρες», ό­πως προ­α­να­φέ­ρα­με ό­τι ο­νο­μά­ζο­νται στη Βυ­ζα­ντι­νή ο­ρο­λο­γία, τις ό­ποιες κα­λού­σαν «garura». Έ­χου­με προ­α­να­φέ­ρει το «Ελ­λη­νι­κό Πυρ», το ε­μπρη­στι­κό μείγ­μα που έ­φε­ρε τη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή ο­νο­μα­σί­α ως «Greek Fire». Ε­πί­σης, το δυ­τι­κο­ευ­ρω­πα­ϊ­κό
Ναυ­τι­κό χρη­σι­μο­ποιού­σε μη­χα­νές ε­κτό­ξευ­σης Υ­γρού Πυ­ρός α­πό το 16ο αιώ­να, «χύ­τρες» που
έ­μοιαζαν με τις Α­ρα­βι­κές.

Φραντζή Χρονικό

Περί της χρήσης υγρού πυρός και πυροβόλων από τον Φλαντανελά κατά την πολιορκία της Πόλης το 1453.

«Και τούτων γινομένων πολιορκουμένης της πόλεως νήες τρεις Λιγουρίται εκ Χίου φόρτον λαβόντες και άνεμον τηρήσαντες επιτήδειον τον πλουν προς ημάς εποιούντο. Διερχόμενων δε αυτών εύρον καθ’ όδον και εταί­ ρα μιαν βασιλική νήα εκ Σικελίας μετά σίτου ερχομένην. Και φθάσασαι εν μια των νυκτών εγγύς της πόλεως, τω πρωί αι ημεροσκόποι τριήρεις του αμηρά ιδόντες αυτάς, ώρμησαν και εκ τους στόλου μέρος πολύ κατ’ αυτών μετά πάσης χαράς, μετά τύμπανων και κεράτινων σαπλιγγών χροτούντες, ελπίζοντες εν ευκολία τάσδε νήας σαγηνεύσαι. Ως δε ήγγισαν και τον πόλεμο ανήψαν και ακροβολίζοντο, εν πρώτοις ήλθον κατά της βασιλι­ κής νήος μετά επηρμένης οφρύος.

Η δε ναυς εκ της πρώτης προσβολής μετά ελεβόλων και ελεβολίσκων και βελών και πετρών κακώς εδεξιώσατο αυτούς. Και ελθό- ντες ταίς πρώραις υποκάτωθεν της νηός, αυτοί δε μετά χυτρών κατασκευασμένων τεχνικώς πυρί υγρώ και πέτραις μακρόθεν απέπεμπον διά του γίνεσθαι πολύν φόνον κατ’ αυτούς. Ημείς δε εκ των τειχών άνωθεν ταύτα θεωρούντες, εδεόμεθα του θεού ελήσαι αυτούς και ημάς. Ο δε αμηράς έφιππος εστώς κατά τας ακτάς της θαλάσσης εθεώρει τα γενόμενα.

Και πάλιν εκ τρίτου εμακροβολίζοντο και αύθις θέλοντες συρρήξαι μετά επηρμένης οφρύος και μεγάλων αλαλαγμών, οι δε ναύκληροι και κυβερνήται και ναύαρχοι ανδρείως και ρωμαλέως σταθέντες, τους ναυτίλους παραθέρρυναν αποθανείν μάλλον ή ζην, και μάλιστα ο ναυάρχης της βασιλικής νήος τούνομα Φλαντανέλας εκ πρύμνης εις πρώραν διερχόμενος και φωναίς τους ετέρους διεγείρων, ώστε ου δύναμαι γράφειν τας φωνάς αυτού και τους των ετέ­ ρων κρότους έως των ουρανών αιρομένας. Και η σύρρηξις πάλιν ισχυρότερα εγεγόνει και πολλοί εκ των τριήρεων απεκτανθησαν και επλήγησαν και δύο των τριήρηων πυριαλώτους εποίησαν και θεωρούντες τας νήας εδειλίασαν.

Ο δε αμηράς θεωρών μηδέν άξιον έργον ποιού- ντας, τον τοσούτον και τηλικούτον στόλον, αλλά μάλλον ηττώνο, μάνεις και θυμώ ληφθείς βρυχώμενος, τους οδόντας τρίζων, ύβρεις ενέχεε και ελοιδόρει τους εαυτού, δειλοκαρδίους και γυναικώδεις και ανω­ φελείς απεκάλει. Και τον ίππον κεντρίσας ήλθον εντός της θαλάσσης, ήσαν γαρ εγγύς της χέρσου αι τριήρεις ωσεί λίθου βολήν – και τα πλείονα των χιτώ­ νων αυτού εβάφησαν εκ των της αλμύρας θαάσσης υδά­ των». Και κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης τρία πλοία από την Ιταλική Λιγουρία, έπλευσαν προς την πόλη από την Χίο, με ούριο άνεμο. Κατά τον πλου συνά­ντησαν και ένα Αυτοκρατορικό πλοίο, το οποίο έρχονταν από την Σικελία γεμάτο σιτάρι για την πολιορκημένη πόλη.

Εντός μιας νύκτας έφτασαν κοντά στην πόλη, αλλά το επόμενο πρωί τα ανιχνευτικά σκάφη του σουλτάνου τα εντόπισαν και όρμησαν εναντίον τους, μαζί με μεγά­λο μέρος του στόλου, με μεγάλη χαρά, υπό τους ήχους τύμπανων και σαλπίγγων, ελπίζοντας σε μια εύκολη νίκη. Πλησίασαν και άρχισαν την μάχη κατά του Αυτο­κρατορικού πλοίου με έπαρση. Το Αυτοκρατορικό όμως πλοίο τους υπεδέχθη με βολές πυροβόλων, μεγάλων και μικρών, και με βέλη και με πέτρες. Και όταν τα Τουρκικά πλοία πλησίασαν αρκετά και τάχθηκαν ενώπιον της πλώ­ρης του Αυτοκρατορικού πλοίου, οι άνδρες του τα έπλη­ ξαν με υγρό πυρ και πέτρες και τα ανάγκασαν να απο­τραβηχτούν, σκοτώνοντας πολλούς από τα Τουρκικά πληρώματα.

Εμείς δε από τα τείχη, βλέπαμε όλα αυτά και δεόμεθα στον θεό να ελεήσει τους πολεμώντες και εμάς. Ο δε σουλτάνος, έφιππος, στεκόταν στην ακτή και παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα. Και για τρίτη φορά τα Τουρκικά πλοία επιτέθηκαν με έπαρση και αλαλαγ­μούς, με σκοπό να συντρίψουν τα Χριστιανικά πλοία. Οι δε ναύκληροι και οι πλοίαρχοι και οι ναύαρχοι με ανδρεία πολεμούσαν ρωμαλέα και τους πηδαλιούχους παρότρυναν να προτιμήσουν τον τιμημένο θάνατο από την ζωή. Και μάλιστα ο πλοίαρχος του Αυτοκρατορικού πλοίου, επ’ ονόματι Φλαντανελάς, από την πρύμνη έως την πλώρη έτρεχε, και με φωνές εμψύχωνε το μαχόμενο πλήρωμα του.

Και οι φωνές του μαζί με τους κρότους της μάχης έφταναν ως τον ουρανό. Η σύγκρουση στο μεταξύ είχε ενταθεί και πολλά τουρκικά πλοία βυθί­στηκαν και κτυπήθηκαν και δύο από αυτές πυρπολήθη­ καν. Οι Τούρκοι βλέποντάς τις καιόμενες δείλιασαν. Ο σουλτάνος βλέποντας τον μεγάλο του στόλο να μην επι­ τυγχάνει τίποτε το αξιόλογο, αλλά να ηττάται, εξεμάνει και θύμωσε και ξέσπασε σε ύβρεις κατά των πλοίων του, τρίζοντας τα δόντια και αποκαλούσε τους ναυτικούς του δειλούς ως γυναίκες και άχρηστους. Και κεντώντας το άλογο του μπήκε ο ίδιος στην θάλασσα – γιατί η ξηρά απείχε από την περιοχή όπου μενόταν η συμπλοκή, από­ σταση βολής πέτρας.

Η ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΥΓΡΟΥ ΠΥΡΟΣ ΣΕ ΝΑΥΜΑΧΙΕΣ 

Μια αναδρομή στις λίγες σχετικά αναφορές των πηγών σε περιπτώσεις που το υγρό πυρ χρησιμοποιήθη­κε σε ναυμαχίες, βεβαιώνει ότι το όπλο ήταν αποτελε­σματικό και συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην επιτυχία του Βυζαντινού ναυτικού. Η πρώτη μνεία χρησιμοποίη­ σης εμπρηστικού μίγματος προέρχεται από τον Ιωάννη Μαλάλα και αφορά την επανάσταση του Βιταλιανού στην περίοδο βασιλείας του Αναστασίου Α’. Κατά την πηγή, ο διοικητής του Αυτοκρατορικού πλωίμου Μαρί­νος «ερρόγευσε το θείον άπυρον, εις όλα τα πλοία των δρομώνων, ειρηκώς τοις ναύταις και τοις στρατιώταις ότι ου χριά όπλων, αλλ’ ίνα ρίπτεται εκ τούτου εις τα ερχόμενα κατέναντι υμών πλοία και καίονται».

Η δια­ταγή του Μαρίνου εξετελέσθη και το αποτέλεσμα δικαί­ωσε τις προσδοκίες του. Τα πλοία του Βιταλιανού «ανήφθησαν εξαίφνης υπό πυρός και εποντίσθησαν εις τον βυθόν του ρεύματος μεθών είχον Γότθων και Ούννων και Σκυθών στρατιωτών συνεπομένων αυτώ». Οι τρεις επόμενες αναφορές μιλούν πλέον για υγρό πυρ, ανή­κουν στην Χρονογραφία του Θεοφάνη και σχετίζονται με την πρώτη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Άραβες.

  • Η πρώτη μνεία μας πληροφορεί απλώς ότι κατά την πρώτη πολιορκία το «θαλάσσιον πυρ, τα των Αράβων σκάφη ενέπρησε και σύμψυχα κατέκαυσεν».
  • Η δεύτερη μαρτυρία αφορά την δεύτερη πολιορκία και αναφέρει, επίσης επιγραμματικά, ότι ο Αυτοκράτορας έστειλε κατά των Αραβικών ναυτικών δυνάμεων τα πυρ­ φόρα πλοία και την «θεία συμμαχία πυριαλώτους αυτάς εποίησεν».
  • Η τρίτη τέλος πληροφορία αναφέρεται επί­σης στην δεύτερη πολιορκία και μιλά για την καταστρο­φή δύο αγκυροβολημένων Αραβικών στόλων που έκα­ψαν οι Βυζαντινοί όταν τα Χριστιανικά πληρώματα πρό­δωσαν την θέση τους στον Αυτοκράτορα.

Η επόμενη σχετική μνεία ανήκει πάλι στην Χρονογραφία του Θεο­φάνη και αναφέρεται στην επιτυχημένη προσπάθεια του Αυτοκρατορικού πλωίμου να κάψει τον στάλο των επαναστατών «Ελλαδικών» την άνοιξη του 727, οι οποίοι «ηττώνται συμβάλοντες τοις Βυζαντίοις, εμπρησθέντων αυτών των νυών τω σκευαστώ πυρί». Πρέπει να σημειωθεί ότι οι προσπάθειες των Βυζαντινών να πυρ­πολήσουν τα πλοία των αντιπάλων τους με τη βοήθεια του υγρού πυρός δεν ήταν πάντοτε επιτυχείς, όπως αφήνει να εννοηθεί το χωρίο του Θεοφάνη που αφηγεί­ται τα γεγονότα της επανάστασης του Αρτάβασδου.

Γιατί, παρόλο που ο Αρτάβασδος «διήρεις κακκαβοπυρφόρους απέστειλεν εις τον άγιον Μάμαντα κατά του στόλου των Κιβυραιωτών, ων απελθόντων, εξήλθον οι των Κιβυραιωτών και απήλασαν αυτούς». Φαίνεται ότι οι έμπειροι περί τα ναυτικά Κιβυραιώτες δεν έδωσαν στους αντιπάλους τους την ευκαιρία να τους αιφνιδιά­σουν με το υγρό πυρ. Αντίθετα, το Αυτοκρατορικό πλώιμο στα χρόνια της βασιλείας του Μιχαήλ Β’, κατάφερε να αιφνιδιάσει και να πυρπολήσει τα σκάφη των
επανα­στατών του Θωμά. Κατά τον Γένεσιο, αμηχανών ο Θωμάς και επί ναυμαχίαν προέρχεται πολλήν ολκάδων.

Όπως μπορούμε να παρατηρήσουμε, με εξαίρεση την πληροφορία του Μαλάλα οι πηγές περιορίζονται μόνο στο να αναφέρουν την επιτυχημένη χρησιμοποίη­ση του υγρού πυρός από το Βυζαντινό πλώιμο, δίχως να μας διαφωτίζουν σχετικώς με τον τρόπο ή την τακτική που ακολουθείτο. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο μας πλη­ ροφορούν και οι μαρτυρίες που ακολουθούν. Οι επόμε­νες μνείες τοποθετούνται στην περίοδο της βασιλείας του Βασιλείου Α’ (867 – 886). Η πρώτη αναφέρεται στην απόπειρα των Αράβων του εμιράτου της Ταρσού να καταλάβουν, το 872, το κάστρο του Ευρίπου (Χαλκίδος).

Κατά τις πηγές, ο στρατηγός του θέματος Ελλάδος Οινιάτης και οι στρατιώτες του κατόρθωσαν όχι μόνο να απο­κρούσουν επιτυχώς τις Αραβικές επιθέσεις, αλλά «επιτηρήσαντες δε και πνεύμα επόφορον επαφήκασι τας εαυτών τριήρεις ταις εναντίαις και πολλάς τω υγρώ πυρί κατενέπρησαν». Οι Βυζαντινοί επωφελήθησαν προφα­νώς από τον ευνοϊκό άνεμο, για να εξαπολύσουν τους πυρφόρους δρόμωνες κατά των πολιορκητών. Το επόμε­νο έτος (873), οι Άραβες της Κρήτης άρχισαν
συστηματι­κές πειρατικές επιδρομές στα νησιά του Αιγαίου και έφτασαν μάλιστα μέχρι την Προποντίδα, όπου και λεη­λάτησαν τη Προκόννησο.

Κατά την επιστροφή τους όμως δέχθηκαν την επίθεση του Νικήτα Ωορύφα, ο οποίος «μάχην μετ’ αυτών κρατεράν συστησάμενος, ευθύς τα μεν είκοσι των Κρητικών σκαφών τω υγρώ πυρί συγκατέφλεξε, και τους επ’ αυτών βαρβάρους μάχαιρα και πυρ και ύδωρ διαμερίσαντο». Παρά την καταστροφή που υπέστησαν οι Άραβες, ένας νέος στόλος με αρχηγό τον Φώτιο ξεκίνησε από την Κρήτη, έπλευσε προς τις ακτές της Πελοποννήσου, λεηλάτησε τις πόλεις των δυτικών παραλίων της και τέλος έφτασε μέχρι την Πάτρα και την Κόρινθο.

Εναντίον των πειρατών έπλευσε και πάλι ο Νικήτας Ωορύφας, ο οποίος για να αιφνιδιάσει τους εχθρούς, πέρασε τους Βυζαντινούς δρόμωνες «πολυχειρία χρησάμενος», από τον Σαρωνικό στον Κορινθιακό Κόλπο διά του Ισθμού. Ο αιφνιδιασμός πέτυχε απόλυτα και τα εχθρικά πλοία κατεστράφησαν και εβυθίσθησαν με τη βοήθεια του υγρού πυρός. Η επόμενη χρονικώς μνεία για την χρήση υγρού πυρός σε ναυμαχία ανήκει στην εποχή του Ρωμανού Α’ Λεκαπηνού (920 – 944) και αναφέρεται στην αιφνιδιαστι­κή επίθεση των Ρώσων του Ιγώρ κατά της Βασιλεύουσας τον Ιούνιο του 941.

Η χρονική εκείνη στιγμή που επέλε­ξαν οι Ρώσοι για την επίθεση τους ήταν πράγματι κρίσι­μη, γιατί ο Βυζαντινός στόλος βρισκόταν στο Αιγαίο πολεμώντας τους Σαρακηνούς και ο Βυζαντινός στρατός αγωνιζόταν κατά των Αράβων στα μέτωπα της Μικρός Ασίας. Στις δύσκολες εκείνες ώρες, ο Αυτοκράτορας ανέθεσε στον πρωτοβεστιάριο Θεοφάνη να αντιμετωπί­σει με τα ελάχιστα πλοία που του είχαν απομείνει και τη βοήθεια του υγρού πυρός, τον υπερπληθέστερο. Και πράγματι ο Θεοφάνης επικεφαλής μικρού στολίσκου δρομώνων, «πρώτος τω οικείω δρομώνι διεκπλεύσας την τε σύνταξιν των Ρούσικων πλοίων διέλυσεν και τω εσκευασμένω πυρί πλείστα κατέφλεξεν».

Στην περί­πτωση αυτή οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούν τους πυρφό­ρους δρόμωνες ως επιθετικές αιχμές, σε μια ηρωική από μέρους του Θεοφάνη απόπειρα να διασπάσει την εχθρι­κή παράταξη, που ευτυχώς για τον ίδιο και την Αυτοκρα­τορία, στέφθηκε από επιτυχία Μερικά χρόνια αργότερα, στην εποχή της μονοκρα­ τορίας του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου (945 – 959), ο Συνεχιστής του Θεοφάνη αναφέρει την σύγκρουση μεταξύ του υπέρτερου αριθμητικά στόλου των Αγαρηνών και του Βυζαντινού πλωίμου που διοικούσε ο πατρί­κιος Βασίλειος Εξαμιλίτης, στρατηγός των Κιβυραιωτών.

Κατά τον Συνεχιχτή, ο πατρίκιος Βασίλειος, βλέποντας τις δυνάμεις του «ολιγοστάς ούσας και προς τοσούτον ουκ αρκούσας το πλήθος, μέσον των αρνητών του Χρι­στού γενόμενος ένδον εισπήδησας, ου γεγονός και πυρός ενύγρου πάντοθεν των αρνητών του Χριστού περικυκλώσαντος αυτίκα ηττώντο και κατεσφάττοντο και δέσμιοι εις δουλείαν συνελαμβάνοντο». Και πάλι, προκειμένου να ανατρέψουν της εις βάρος τους αριθμη­τική υπεροχή του εχθρού, οι Βυζαντινοί, με ηγέτη τον πατρίκιο Βασίλειο, χρησιμοποίησαν, για μια ακόμα φορά, τους πυρφόρους δρόμωνές τους και την τόλμη τους ως επιθετικές αιχμές κατά των Αγαρηνών και κατά­φεραν, με την βοήθεια του υγρού πυρός, να διαλύσουν και να καταστρέψουν τον εχθρικό στόλο.

Εναντίον του υπέρτερου αριθμητικά στόλου των Ρώσων του Βλαδίμηρου, που επιχείρησαν να καταλά­βουν την Βασιλεύουσα το 1043, ο Αυτοκράτορας Κων­σταντίνος Μονομάχος απέστειλε μικρό αριθμό πυρφό­ρων δρομώνων υπό την διοίκηση του Μαγίστρου Βασιλεί­ου Θεοδωροκάνου. Η μικρή εκείνη μοίρα των Βυζαντι­νών πυρφόρων πλοίων κατόρθωσε, με μια επίθεση αυτοθυσίας, να διασπάσει την εχθρική παράταξη, να πυρπολήσει επτά ρωσικά πλοία και να βυθίσει άλλα τρία. Η αναταραχή που προκλήθηκε ήταν αρκετή για να τρέψει σε άτακτη φυγή τα Ρωσικά πλοία και να τα κατα­στήσει έτσι εύκολη λεία για τον επερχόμενο κύριο όγκο του Βυζαντινού στόλου.

Η επόμενη αναφορά των πηγών σε ναυμαχία, κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε το «υγρόν πυρ», τοποθετεί­ται στα χρόνια του Αλεξίου Α’ Κομνηνού (1081 – 1118) και συγκεκριμένα σε ναυμαχία μεταξύ Βυζαντινών και Πισσαίων (Πιζανών), στα ανοικτά της Ρόδου. Κατά τις μαρ­τυρίες της Άννας Κομνηνής, ο Αυτοκράτορας αντιμετω­πίζοντας τον ανώτερο αριθμητικά και ποιοτικά στόλο των δυτικών και ανησυχώντας για την έκβαση της μάχης, κατέφυγε στο εξής τέχνασμα: διέταξε να τοποθετηθούν στις πρώρες των Βυζαντινών πυρφόρων δρομώνων χάλ­κινα και σιδηρά ομοιώματα κεφαλών αγρίων ζώων με ανοικτά τα στόματα, μέσα από τα οποία θα εκτοξεύετο το υγρόν πυρ.

Η σκηνοθεσία αυτή είχε προφανώς σκοπό να καταπλήξει τους Πισσαίους, που δεν ήταν συνηθι­σμένοι ούτε στο υγρό πυρ, ούτε στη βυζαντινή ναυμαχι- κή τακτική. Κατά την ναυμαχία οι διοικητές του Βυζαντι­νού στόλου έσπευσαν να επιτεθούν πρώτοι εναντίον του εχθρικού στόλου για να διασπάσουν την εχθρική παρά­ταξη πάση θυσία. Πράγματι όπως μας πληροφορεί η Άννα Κομνηνή, «ο Ρωμαϊκός στόλος ουκ ευτάκτως της μετά των Πισσαίων μάχης απεπειράτο, αλλ’ οξέως και ασυντάκτως τούτοις προσέβαλε». Στη συνέχεια η Άννα Κομνηνή εξηγεί τι ακριβώς εννοούσε με το «οξέως και ασυντάκτως» γράφοντας τα εξής:

«Και αυτός δε ο Λαντούλφος, πρώτος προσπελάσας ταις Πισσαϊκές ναύσιν, αστόχως το πυρ έβαλε και ουδέν τι πλέον ειργάσατο του πυρός σκεδασθέντοα. Ο δε λεγόμενος Ελεήμων κόμης, αναισχύντως μεγίστω πλοίω κατά πρύμνα προ­σβολών, τους πηδαλίοις τούτου περιπεσών και μη αυχερώς έχων εκείθεν διαπλώσασθαι, κατεσχέθη αν ει μη μοργώς προς την σκευήν απείδε και πυρ κα’ αυτών αφείς ουκ άστοχα έβαλεν. Είτα την ναυν επί θατέρα γοργώς μεταφέρων και ετέρας παραχρήμα τρεις μεγίστας επυρπόλει των βαρβάρων ναυς». Από το χωρίο αυτό γίνεται σαφές ότι και την φορά εκείνη οι Βυζα­ντινοί χρησιμοποίησαν το υγρόν πυρ «χρειάς καλού­σης».

Γιατί τόσο ο Λαντούλφος, όσο και κόμης Ελεήμων ηγήθηκαν των επιθετικών αιχμών του Βυζαντινού στό­λου και προσπάθησαν να διαλύσουν την εχθρική παρά­ταξη με την βοήθεια του υγρού πυρός, πράγμα που τελικά επέτυχαν χάρη στην προσωπική τους τόλμη, στη σύγχυση που προκάλεσε η χρήση του υγρού πυρός και στην εύνοια της τύχης. Γιατί στην πιο κρίσιμη στιγμή της μάχης, μια απότομη μεταβολή του καιρού, μια, τρικυμία, έτρεψε σε φυγή τα Πισσαϊκά πλοία και χάρισε την νίκη στον Αλέξιο. Όπως επιγραμματικά αναφέρει η Άννα Κομνηνή, «εκδειματωθέντες οι βάρβαροι το μεν διά το πεμπόμενον πυρ, το δε υπό του θαλαττίου κλύδωνος συγχυθέντες το νουν φευγαδείς ήψαντο».

Η περιγραφή της Άννας Κομνηνής αποτελεί ουσιαστικά και την τελευ­ταία μαρτυρία της χρήσης του υγρού πυρός σε ναυμα­χία, όπου ο Βυζαντινός στόλος αντιμετώπισε στόλο εχθρικό. Στην συνέχεια δεν υπάρχουν πλέον τέτοιες πληροφορίες εκτός από εκείνη του Ιω. Κίνναμου, που όμως αφορά την αποτυχημένη προσπάθεια μοίρας του Βυζαντινού στόλου να κάψει με την βοήθεια του «Μηδι­κού πυρός», ένα πλοίο των Δυτικών. Την τελευταία σχε­τική πληροφορία των Βυζαντινών χρόνων σώζουν οι Δούκας και Φραντζής περιγράφοντας το κατόρθωμα του Φλαντανελά, ο οποίος με μια μόνο «βασιλικήν ναυν» καταναυμάχησε τον Τουρκικό στόλο και έδωσε στην καταδικασμένη Πόλη μια ύστατη γεύση θριάμβου πριν από το τραγικό τέλος.

Μετά την εξέταση των πληροφοριών που διαθέτου­με σχετικά με τον τρόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες οι Βυζαντινοί κατέφευγαν στη χρήση υγρού πυρός, μπο­ρούμε να συμπεράνουμε τα εξής :

α) Η χρήση των πυρφόρων δρομώνων ως επιθετικών αιχμών στις ναυμαχίες είχε αντικειμενικό σκοπό την διά­σπαση της εχθρικής παράταξης, ώστε να καταστεί δυνα­τή η κύκλωση μεμονωμένων πλέον εχθρικών πλοίων από τον επερχόμενο κύριο όγκο του Βυζαντινού στόλου και η καταστροφή τους.

β) Η επιτυχής χρήση του υγρού πυρός κατά τη διάρκεια ναυμαχίας επέφερε σύγχυση και πανικό στον εχθρικό στόλο, που ετρέπετο σε φυγή επιτρέποντας στους Βυζαντινούς να τον καταδιώξουν και να το εξο­ντώσουν. Είναι άλλωστε γνωστή η επίδραση της πυρκα­γιάς στο ηθικό των πληρωμάτων των ξύλινων πλοίων.

γ) Σε περιπτώσεις αιφνιδιασμού, τα Βυζαντινά πυρ­φόρα πλοία μπορούσαν να κάψουν από απόσταση ασφαλείας τους αγκυροβολημένους εχθρικούς στό­λους.

δ) Η χρησιμοποίηση του υγρού πυρός δεν εστέφετο πάντοτε από επιτυχία. Όταν οι αντίπαλοι ήταν ψύχραιμοι και γνώστες της ναυτικής τακτικής των Βυζαντινών, μπο­ρούσαν να αμυνθούν αποτελεσματικά.

Τέλος δεν πρέπει να λησμονηθεί ότι και το υγρόν πυρ, παρά την φήμη του, ήταν ένα όπλο όπως όλα τα άλλα, η δε αποτελεσματικότητά του ήταν υπόθεση των συνθηκών υπό τις οποίες εχρησιμοποιείτο, κυρίως όμως της ικανότητας και ψυχραιμίας των διοικητών των Βυζα­ντινών πλωίμων.

ΤΟ ΥΓΡΟ ΠΥΡ ΚΑΙ Η ΕΚΦΡΑΣΗ »ΠΗΡΑΝ ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΤΟΥ ΑΕΡΑ»

Η πα­ροι­μιώ­δης φρά­ση «πή­ραν τα μυα­λά του α­έ­ρα» (μυαλό < βυζ. μυα­λόν < αρ­χ. μυε­λός), που εί­ναι ε­νταγ­μέ­νη στην Ελ­λη­νι­κή, έ­χει τις ρί­ζες της στο Βυ­ζά­ντιο και σχε­τί­ζε­ται ά­με­σα με το Υ­γρόν Πυρ και την ε­κτό­ξευ­σή του. Σή­με­ρα, φέ­ρει μετα­φο­ρι­κή ση­μα­σί­α αρ­νη­τι­κής κρι­τι­κής και ση­μαί­νει αυ­τόν που
έ­χα­σε την ε­πα­φή του με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και την α­δι­καιο­λό­γη­τη υ­πε­ρο­πτι­κή συ­μπερι­φο­ρά βά­σει υ­πο­κει­με­νι­κών πα­ρα­γό­ντων μη βα­σι­ζό­με­νων στα πραγ­μα­τι­κά δε­δο­μέ­να και τη λο­γι­κή, ε­νώ τό­τε
ε­κλα­ΐ­κευε σε κυ­ριο­λε­κτι­κό λό­γο τη δια­δικα­σί­α ε­κτό­ξευσης του μείγ­μα­τος βά­σει φυ­σι­κών νό­μων.

Οι Βυ­ζα­ντι­νοί για να ε­κτο­ξεύ­σουν το Υ­γρόν Πυρ χρη­σι­μο­ποιού­σαν διά­φο­ρους μη­χα­νι­σμούς. Στην πλώ­ρη των πο­λε­μι­κών πλοί­ων τους το­ποθε­τού­σαν έ­να μπρούτζι­νο λιο­ντά­ρι ή άλ­λο ά­γριο ζώ­ο με
α­νοι­χτό στό­μα μέ­σα από το ο­ποί­ο γι­νό­ταν ο ε­ξα­κο­ντι­σμός σε με­γά­λη α­πό­στα­ση του φλε­γό­με­νου
υ­γρού. Με το κε­φά­λι του λιο­ντα­ριού ή­ταν συν­δε­δε­μέ­νοι δυο σω­λή­νες, από τους οποί­ους ο έ­νας ή­ταν η έ­ξο­δος, α­πό την ο­ποί­α περ­νού­σε το Υ­γρόν Πυρ και ε­ξερ­χό­ταν α­πό το στό­μα, και ο άλ­λος ή­ταν η
εί­σο­δος του α­έ­ρα, ό­που υ­πήρ­χε χει­ρο­κί­νη­τη α­ντλί­α με την ο­ποί­α γι­νό­ταν η κα­τά­θλι­ψη του α­έ­ρα. Όλο αυ­τό το φλο­γο­βό­λο ο­πλι­κό σύ­στη­μα ο­νο­μα­ζό­ταν «σί­φων».

Έ­τσι, κά­θε ε­πι­τυ­χής ρή­ψη και ε­ξα­κο­ντι­σμός του Υ­γρού Πυρός προ­ϋ­πέ­θε­τε το κε­φά­λι του λιο­ντα­ριού δηλ. «τα μυα­λά του» να πάρουν α­έ­ρα. Μέ­σα α­πό αυ­τήν τη δια­δι­κα­σί­α δη­μιουρ­γή­θη­κε η συ­γκε­κρι­μέ­νη έκ­φρα­ση, και με την ε­ξέ­λι­ξη της Ελ­λη­νι­κής έ­φτα­σε μέ­χρι τις μέ­ρες μας προ­σαρ­μοσμέ­νη στις
α­νά­γκες του λό­γου μας, α­πο­δει­κνύ­ο­ντας τη δια­χρο­νι­κή ε­ξέ­λι­ξη και ζω­ντά­νια και την α­διά­λει­πτη
ε­νό­τη­τα της Γλώσ­σας μας.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

ΠΗΓΕΣ :
(1) :
(2) :
(3) :
(4) :
(5) :
(6) :
(7) :
(8) :

 

Advertisements

About kostastz

ΙΣΤΟΡΙΑ- ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΤΕΧΝΗ-ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
This entry was posted in ΙΣΤΟΡΙΑ. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s