ΒΙΚΙΝΓΚΣ (ΜΕΡΟΣ Β’)

ΟΙ ΒΙΚΙΝΓΚΣ ΩΣ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

ΤΟ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Οι χώρες προέλευσης των Βίκινγκς, οι Σκανδιναβικές χώρες, χαρακτηρίζονται από ποικιλία γεωγραφικών χαρακτηριστικών, τα οποία επηρέασαν τόσο την πολιτιστική ανάπτυξη των λαών της όσο και τις στρατηγικές επιλογές της βασικότερης κοινωνικής δραστηριότητας, του πολέμου. Η εκτεταμένη ακτογραμμή της Νορβηγίας με τα πολυάριθμα φιόρδ, τα οποία, όμως, προστατεύονται από τα κύματα του ωκεανού, ευνόησε την ανάπτυξη της ναυτιλίας και των θαλάσσιων εμπορικών δραστηριοτήτων. Ταυτόχρονα, όμως, κατέστησε σαφές ότι η εξάπλωση των Νορβηγών αγροτών και ναυτικών θα πραγματοποιείτο προς τη μόνη δυνατή κατεύθυνση:προς τα δυτικά, τον άγνωστο ωκεανό και τα νησιά του…

Οι Νορβηγοί θαλασσοπόροι ανοίχθηκαν στον Ατλαντικό, κυρίευσαν με ευκολία της Νήσους Φερόες και Σέττλαντ, την Ισλανδία και τη Γροιλανδία και προσέγγισαν τα παράλια της Αμερικής. Ζωτικός χώρος των Νορβηγών -και των Δανών- ήταν η ίδια η θάλασσα, η »αλυσίδα των νησιών» ή ο »κάμπος των πλοίων», όπως περιφραστικά την αποκαλούσαν. Με τις εξερευνήσεις τους πέτυχαν να δημιουργήσουν ένα εκτεταμένο δίκτυο εγκαταστάσεων, προϊόντων και πολιτιστικών στοιχείων, το οποίο συνέδεε τις περιοχές του Βόρειου Ατλαντικού με τη Σκανδιναβία. Κατά τον 13ο αιώνα συνέβη και μια πολιτική ενοποίηση αυτών των περιοχών, μετά την κρατική ένωση της Γροιλανδίας και της Ισλανδίας με τη Νορβηγία.

 

Ωστόσο, η κυριαρχία των θαλασσών υποβαθμίστηκε έντονα από τον 14ο αιώνα και εξής, όταν η ακμή των πόλεων της Χανσεατικής Ένωσης σηματοδότησε τη μεταφορά των εμπορικών κέντρων προς την κεντρική Ευρώπη. Η ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας λειτούργησε ταυτόχρονα και ως εχέγγυο πολεμικής ισχύος. Το κύριο όπλο των Βίκινγκς ουσιαστικά δεν ήταν ο πέλεκυς ή το σπαθί, αλλά τα ίδια τα ευέλικτα και ανθεκτικά πολεμικά τους σκάφη. Η αξία τους ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, τόσο στο στοιχειώδες οικονομικό επίπεδο όσο και στο πεδίο της κοινωνικής και προσωπικής νοηματοδότησης. Με ταπλοία τους οι Βίκινγκς επιτελούσαν την οικονομική λειτουργία του εμπορίου και την πολιτιστική λειτουργία του πολέμου.

 

Πρόκειται για δραστηριότητες που δεν είναι τόσο διακριτές όσο θα περίμενε κανείς. Στα εμπορικά τους ταξίδια κατά τον 7ο και 8ο αιώνα οι Σκανδιναβοί είχαν την ευκαιρία να εξοικειωθούν με τους μελλοντικούς αντιπάλους τους. Αξιοποιώντας τη ναυτική τους εμπειρία απομνημόνευσαν το σχεδιάγραμμα των ακτογραμμών, τα θαλάσσια ρεύματα και τις κατευθύνσεις του ανέμου. Παράλληλα, εντόπισαν τους κύριους εμπορικούς σταθμούς και τα πλούσια λιμάνια και εξερεύνησαν τις διαδρομές των ποταμών που οδηγούσαν στην πλούσια ενδοχώρα. Χάρη στις επαφές αυτές εκτίμησαν την πολιτική και τη στρατιωτική ισχύ των αντιπάλων τους.

 

Δεν είναι περίεργο, επομένως, ότι οι μεγάλες επιδρομές του 9ου αιώνα στις Βρετανικές Νήσους και την Καρολίγγειο Γαλλία εκμεταλλεύθηκαν χρονικές συγκυρίες εσωτερικών αδυναμιών των δυτικών κρατών υποθάλποντας εμφύλιες πολιτικές έριδες. Η διείσδυση στην Ευρωπαϊκή ενδοχώρα κατέστη δυνατή με την εντυπωσιακή αξιοποίηση των ποτάμιων οδών. Οι Δανοί και οι Νορβηγοί στη δυτική Ευρώπη και οι Σουηδοί στην Ανατολή αν έπλεαν τα ρεύματα των ποταμών προσεγγίζοντας τις θεωρητικά ασφαλείς πόλεις της ενδοχώρας. Παράλληλα, η γεωγραφική διαμόρφωση της ίδιας της Σκανδιναβίας επέτρεψε τη σταθερή επέκτασή τους.

 

Οι αντίπαλοι αδυνατούσαν να πλήξουν τους Βίκινγκς στις εστίες τους, καθώς ήταν ιδιαίτερα απομακρυσμένες, σε ένα σκληρό και αφιλόξενο περιβάλλον που δυσχέραινε τις στρατιωτικές ενέργειες. Πράγματι, με την εξαίρεση της πεδινής (άρα ευάλωτης) Δανίας, η Σκανδιναβία δεν κατακτήθηκε από εξωτερικό εισβολέα ουσιαστικά παρά μόνο μια φορά – το 1940, όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στη Νορβηγία. Η γεωγραφία, οι κλιματικές συνθήκες και τα ανθρωπολογικά – πολιτιστικά στοιχεία αποτελούν τους βασικότερους παράγοντες για τις πολεμικές επιτυχίες των Βίκινγκς.

ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΒΙΚΙΝΓΚΣ

Τα πλοία είχαν ιδιαίτερη σημασία για τους Βίκινγκς, όπως επιβεβαιώνουν οι φιλολογικές μαρτυρίες, οι συχνές απεικονίσεις τους στην τέχνη και η χρήση τους ως ταφικών μέσων και συμβόλων. Τα πλοία, πολεμικά και εμπορικά, συνετέλεσαν στην πραγμάτωση βασικών δομικών λειτουργιών της Σκανδιναβικής κοινωνίας, όπως το εμπόριο, ο πόλεμος, οι θρησκευτικές τελετές, η εξερεύνηση και ο αποικισμός. Τα πλοία διακρίνονται σε επιμέρους κατηγορίες ανάλογα με τη χρήση τους αλλά και με τον τύπο του γεωγραφικού περιβάλλοντος στο οποίο εντάσσονταν. Όλες οι κατηγορίες, πάντως,είχαν ορισμένα κοινά βασικά χαρακτηριστικά, τα οποία προσιδιάζουν στη Σκανδιναβική ναυπηγική.

 

Πρώτα απ’ όλα, η τεχνική κατασκευής τους ήταν κοινή, αλληλοεπικαλυπτόμενες σανίδες στερεώνονταν μεταξύ τους με απλούς αρμούς. Επίσης, τα σκάφη διέθεταν διπλή, όμοια απόληξη στην πλώρη και την πρύμνη. Αυτή η κατασκευαστική ιδιομορφία επέτρεπε στα πλοία των Βίκινγκς να πλέουν με ευκολία, ιδίως στα ποτάμια και με ελάχιστες μεταβολές της πορείας. Τρίτο κοινό χαρακτηριστικό ήταν το μονό πλευρικό πηδάλιο, πάντοτε στη δεξιά πλευρά του πλοίου, καθώς και ένα κατάρτι με τετράγωνο πανί. Οι τύποι των Σκανδιναβικών πλοίων μορφοποιήθηκαν ακολουθώντας την εξέλιξη μιας μακραίωνης ναυπηγικής παράδοσης.

 

Εξετάζοντας τους τύπους της πρώτης Μεταχριστιανικής χιλιετίας διαπιστώνουμε τη σταδιακή κατάκτηση των ειδικών μεθόδων της τεχνολογίας και της τεχνικής. Η χρήση των αλληλοεπικαλυπτόμενων σανίδων για την κατασκευή του κύριου τμήματος απαντά ήδη σε ένα σκάφος του 3ου αιώνα από το Χιορτσπρίνγκ (Hjortspring) της Δανίας. Το σκάφος, με μήκος 18 μ. και μέγιστο πλάτος 2 μ., φέρει σε κάθε άκρο ένα ευμέγεθες κουπί εν είδει πηδαλίου, καθώς και οπές κωπηλασίας για είκοσι άτομα, δέκα ανά πλευρά. Ως τύπος θυμίζει και συνεχίζει προγενέστερες μορφές της Σκανδιναβικής Εποχής του Χαλκού. Από τις αρχές του 4ου αιώνα παρατηρείται μια σχετική καινοτομία που αφορά τη χρήση σιδερένιων συνδετικών αρμών (πιρτσίνια), αντί για κομμάτια σχοινιού.

 

Το χαρακτηριστικό αυτόπαρουσιάζεται στο πλοίο από το Νύνταμ (Nydam) της Γιουτλάνδης, ένα πολεμικό σκάφος του ύστερου 4ου αιώνα. Στο εξής τα τοιχώματα του πλοίου κατασκευάζονταν από ομαλά λαξευμένο ξύλο, όχι από λεπτές, λυγισμένες δοκούς. Το σκάφος διέθετε 30 κωπηλάτες και χάρη στους νεωτερισμούς του αποτελούσε μια σημαντική εξέλιξη. Η οριστικοποίηση του τύπου των πολεμικών πλοίων παρατηρείται με το πλοίο από το Κβάλσουντ (Kvalsud) της Νορβηγίας, των αρχών του 8ου αιώνα. Πρόκειται για ένα επίμηκες σκάφος, με αρμονικές αναλογίες. Η αξιοποίηση της καρίνας ενισχύει το κάτω τμήμα του πλοίου, δημιουργώντας μεγαλύτερη ευρυχωρία στο εσωτερικό.

 

Η καρίνα επίσης σταθεροποιεί το σκάφος, καθιστώντας δυνατή την τοποθέτηση ενός ιστίου. Η χρήση των ιστίων υιοθετήθηκε σχετικά αργά, στα μέσα περίπου του 8ου αιώνα. Τα Αγγλοσαξωνικά και τα Φραγκικά πλοία διέθεταν ιστία αρκετά νωρίτερα, οι Σκανδιναβοί, όμως, δεν είχαν αναπτύξει ακόμη πλήρως τις ναυπηγικές τους δυνατότητες. Άλλωστε, οι πρώτες τους ναυτικές επιχειρήσεις περιορίζονταν στα τοπικά, ρηχά νερά των Σκανδιναβικών ακτών. Τα πολεμικά πλοία ήταν κατά βάση επιμήκη, γρήγορα και ανθεκτικά. Χρησιμοποιούντο για τη μεταφορά πολεμιστών και επιδρομέων. Η κίνησή τους βασιζόταν στην κωπηλασία, διότι έπρεπε να μην εξαρτάται από τα καιρικά φαινόμενα.

 

Όταν ετοιμάζονταν να επιχειρήσουν μάχη στη θάλασσα ή όταν προσέγγιζαν ακτές, συχνά κατέβαζαν τα ιστία, ώστε να διευκολύνονται οι επιχειρήσεις ή να μη γίνονται αντιληπτές οι προθέσεις τους. Η τυπική μορφή τους αντιπροσωπεύεται από ορισμένα ευρήματα, όπως τα σκάφη από το Λάντμπυ και το Σκούλντελεβ της Δανίας. Το πρώτο, ένα επίμηκες σκάφος με 32 κουπιά, ήταν ιδανικά για ταξίδια στην ακτογραμμή της Σκανδιναβίας. Το δεύτερο (Σκούλντελεβ 5) είχε 26 κουπιά και επιχειρούσε σε ρηχά νερά, διεισδύοντας στην ενδοχώρα ξένων χωρών. Τα χαμηλά έξαλα (πλευρικά μέρη) του πλοίου δεν το καθιστούσαν ιδανικό για ταξίδια στον ανοικτό ωκεανό, όπου προτιμούντο τα εμπορικά πλοία.

Προς το τέλος της Εποχής των Βίκινγκς το μακρύ πολεμικό πλοίο εξελίχθηκε σε ένα ενισχυμένο και αξιόμαχο σκάφος, το λεγόμενο »ντράκι» (draki, δράκος, drakkar), το οποίο ονομάσθηκε έτσι λόγω των μορφών δρακόντων οι οποίες συνήθως κοσμούσαν τα ακρόπρωρα. Αυτός ο τύπος διέθετε 30 τουλάχιστον πάγκους, δηλαδή 60 κωπηλάτες, ενώ μπορούσε να είναι και μεγαλύτερος. Επρόκειτο για σκάφη κατασκευασμένα κυρίως για ναυμαχίες. Είχαν υψηλές πλώρες, πρύμνες και έξαλα, ώστε το πλήρωμα να βάλλει σχετικά προστατευμένο κατά των αντιπάλων, αλλά και να αποκρούει ευκολότερα απόπειρες επιβίβασης των τελευταίων.

 

Η κατασκευή των ντράκαρ ήταν πολυδάπανη, ως εκ τούτου ανήκαν κυρίως σε βασιλείς ή ισχυρούς τοπικούς ηγεμόνες. Στα γνωστά ιστορικά παραδείγματα ανήκει το Μακρύ Ερπετό (Ormrinn Langi 995 – 1000) του βασιλιά Όλαφ Τρύγκβασον, με καρίνα μήκους 32 μ., 68 κωπηλάτες και χωρητικότητα 500 ανδρών, καθώς και το Βισούντεν (Visunden 1026) του βασιλιά Όλαφ Χάραλντσον. Το Βισούντεν (βόδι) είχε τη μορφή ενός επιχρυσωμένου ταύρου ως ακρόπρωρο και 60 κωπηλάτες. Επίσης, ο Χάραλντ Χαρντράντα είχε το δικό του εντυπωσιακό ντράκι, τον Μεγάλο Δράκο, με 70 κωπηλάτες.

 

Το τελευταίο ιστορικά ντράκι που γνωρίζουμε είναι το Πλοίο του Χριστού (Kristsuden), το οποίο ναυπηγήθηκε το 1262 – 1263 στο Μπέργκεν της Νορβηγίας για τον βασιλιά Χάκωνα Δ’. Το πλοίο διέθετε 74 κωπηλάτες και πιθανότατα ήταν το μεγαλύτερο της κατηγορίας του. Τα εμπορικά πλοία ήταν μικρότερα σε μήκος αλλά πλατύτερα από τα πολεμικά σκάφη. Το κύριο τμήμα τους ήταν βαθύτερο και βαρύτερο ώστε να αυξάνεται η χωρητικότητά τους για εμπορικά προϊόντα. Είχαν ελάχιστα κουπιά, τα οποία χρησίμευαν για ελιγμούς κοντά στις ακτές. Για την κίνησή τους βασίζονταν στα ιστία και τα κατάρτια τους ήταν μόνιμα τοποθετημένα στο σκάφος (στα πολεμικά μπορούσαν να αφαιρεθούν).

 

Ο σημαντικότερος τύπος είναι το »κναρ» (knarr), ένα βαρύ και ευρύ πλοίο, εξαιρετικά ανθεκτικό και με μεγάλη χωρητικότητα, για ανθρώπους και προϊόντα. Τα κναρ ήταν αξιόπιστα για μεγάλα ταξίδια στον Ατλαντικό Ωκεανό και χρησιμοποιήθηκαν κατά την εξερεύνηση και τον εποικισμό των νέων χωρών. Το μεγαλύτερο σκάφος της κατηγορίας ανακαλύφθηκε στο Χέντεμπυ και είχε μήκος 25 μέτρα και χωρητικότητα 38 τόννους. Tα ιδιωτικά πλοία, τα »κάρφι» (karfi), μετέφεραν τοπικούς αρχηγούς, τους ακολούθους τους και την ιδιοκτησία τους. Διέθεταν πολλούς πάγκους, ωστόσο από τυπολογική άποψη θυμίζουν περισσότερο τα εμπορικά κναρ παρά τα πολεμικά ντράκαρ.

 

Ήταν σκάφη μεταγωγικά και τα εντυπωσιακότερα δείγματά τους ήταν τα πλοία που ανασκάφηκαν στις ταφές του Όζεμπεργκ και του Γκόκοταντ της Νορβηγίας. Το πλοίο από το Όζεμπεργκ (Oseberg), που εντοπίσθηκε το 1904, είχε χρησιμοποιηθεί για την ταφή της βασίλισσας Ασα (Asa), το έτος 834, αλλά είχε κατασκευασθεί νωρίτερα, περί το 800 – 820, όπως καταδεικνύει η τεχνοτροπία της διακόσμησής του. Υλικό κατασκευής του ήταν το ξύλο βελανιδιάς και πεύκου. Είχε μήκος 21,60 μ. και μέγιστο πλάτος 5,10 μ., ενώ διέθετε θέσεις για 30 κωπηλάτες.

 

Το πλοίο από το Γκόκσταντ (Gokstad), το οποίο ανακαλύφθηκε το 1880, ανήκε σε έναν τοπικό ηγεμόνα ή βασιλιά. Από κατασκευαστική άποψη είναι ένα θαυμάσιο δείγμα της ναυπηγικής δεξιοτεχνίας των Βίκινγκς. Το πλοίο είχε ναυπηγηθεί κατά τα έτη 890 – 905 από βελανιδιά και είχε μήκος 23,25 μ. και μέγιστο πλάτος 5,25 μ., με 32 πάγκους. Τα υψηλά του έξαλα παραπέμπουν σε ποντοπόρα ταξίδια.

ΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ ΤΩΝ ΠΛΟΙΩΝ ΤΩΝ ΒΙΚΙΝΓΚΣ

Οι Σκανδιναβικές λέμβοι ή πλοία που ήταν προγονικές των πλοίων των Βίκινγκς πρωτοεμφανίζονται σε βραχογραφίες της Νορβηγίας περί το 1500 π.Χ. Χιλιετίες εξέλιξης οδήγησαν στα εξαίσια πλοία των Βίκινγκς. Γύρω στο 600 με 700 μ.Χ τα προγονικά αυτά πλοία ήταν αποκλειστικά κωπήλατα, ελαφρές, εύκαμπτες και εύθραυστες κατασκευές που δεν άντεχαν το βάρος και την πίεση καταρτιού και πανιού. Λίγο αργότερα οι Σκανδιναβοί ναυπηγοί απομιμήθηκαν τα πλοία της Μεσογείου, προσθέτοντας ένα μακρύ δοκάρι (τη γνωστή τροπίδα ή καρίνα) κατά μήκος του πυθμένα του πλοίου. Η τροπίς τα κατέστησε αρκετά γερά προκειμένου να τοποθετήσουν σε αυτά κατάρτι και πανί.

 

Η προσθήκη της γύρω στο 700 μ.Χ ήταν η αρχή των κλασσικών πλοίων των Βίκινγκς και από τότε η κινητήριος δύναμη τους δεν ήταν πια μόνο τα κουπιά. Σύντομα υιοθετήθηκε και το τετράγωνο πανί από τη Μεσόγειο, πράγμα που επέτρεψε στους Σκανδιναβούς να ανοιχτούν στα πελάγη μακριά από την πατρίδα τους. Τα πιο μικρά πολεμικά πλοία Βίκινγκ είχαν 13 κουπιά σε κάθε πλευρά, δηλαδή 26 συνολικά. Για ένα πλοίο με 16 κουπιά σε κάθε πλευρά, δηλαδή 32 συνολικά, χρειάζονταν τουλάχιστον 40 άντρες ως πλήρωμα.

 

Αν ο πλοίαρχος ήθελε να έχει ξεκούραστους άντρες προκειμένου να κωπηλατούν εκ περιτροπής σε βάρδιες, τότε χρειαζόταν τους διπλάσιους κωπηλάτες, οπότε το πλήρωμα του πλοίου ήταν τουλάχιστον 70 άντρες. Τα πλοία των αρχηγών και των βασιλέων ήταν πάντα τα μεγαλύτερα: τέτοια πλοία μπορούσαν να μεταφέρουν 200 ή και περισσότερους πολεμιστές. Οι κωπηλάτες ήταν πάντα πολεμιστές Βίκινγκς και ποτέ σκλάβοι.Τα κλασσικά Σκανδιναβικά πλοία είχαν στις πλώρες τους γλυπτές κεφαλές ζώων υπαρκτών ή μυθικών, συνήθως ερπετά ή δράκους. Ήταν κατασκευασμένα με όσο πιο τρομακτική όψη γινόταν, προκειμένου να τρομάζουν τους εχθρούς.

 

Η πλώρη τους ήταν η επίσης γλυπτή ουρά αυτών των ζώων. Εκτός από τον δημοφιλή δράκο, το φίδι, ο αετός, ο κριός και το γεράκι ήταν συνήθη θέματα απόδοσης για τα πλοία των Βίκινγκς. Ένα φημισμένο πλοίο Βίκινγκ ήταν το «Μακρύ Ερπετό», το πλοίο του περίφημου Νορβηγού βασιλιά Όλαφ Τρύγκβασον κατασκευασμένο τον χειμώνα του 998 μ.Χ, το οποίο όπως περιγράφεται από τη σάγκα του βασιλιά, είχε 34 κουπιά σε κάθε πλευρά, συνολικά 68. Ήταν ένα πολύ επίμηκες πλοίο. Το πλοίο του εξίσου περίφημου Βίκινγκ Χαραλντ Χαρντράντα, όπως περιγράφεται, ονομαζόταν «Μεγάλος Δράκος» και είχε 35 κουπιά σε κάθε πλευρά, 70 συνολικά.

 

Όπως αναφέρεται στη σάγκα του Χαρντράντα είχε το ίδιο μήκος με το »Μακρύ ερπετό», ήταν επιχρυσωμένο και στις δύο πλευρές του (μάλλον μερικώς επιχρυσωμένο) και είχε την κεφαλή ενός δράκου στην πλώρη του. Ήταν μεγάλο ακόμη και για την κατηγορία του, ένα πραγματικά υπέροχο πλοίο. Δεν θα αναφερθούμε στις μεγάλες ικανότητες των πλοίων Βικινγκ, οι οποίες είναι γνωστές. Η αξία τους διαφαίνεται πιο πολύ από το γεγονός ότι ταξίδευσαν σε τεράστιες αποστάσεις, ίσως πιο μακριά από οποιοδήποτε άλλο τύπο πλοίου στον κόσμο έως την εποχή τους: από τον Αρκτικό Ωκεανό έως τη Μεσόγειο και από τη Βόρεια Αμερική έως την Κασπία Θάλασσα.

Τα πλοία των Βίκινγκς ήταν ανυπέρβλητα ως προς την ακτίνα δράσης και ως σκάφη για επιδρομές, όμως τελικά παρήκμασαν και έχασαν την πολεμική αξία τους λόγω των μόνων ενδεχομένως μειονεκτημάτων τους: του πολύ χαμηλού καταστρώματος τους λόγω του οποίου είχαν και χαμηλό βύθισμα, και της εύθραυστης κατασκευής τους. Δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τα σύγχρονα τους πλοία της Μεσογείου που είχαν υψηλότερο ή πολύ υψηλότερο κατάστρωμα αφού ήταν γαλέρες που είχαν δύο ή τρεις σειρές κουπιά (δρόμωνες, διήρεις, τριήρεις και άλλα πολεμικά των Βυζαντινών, Αράβων, Βενετών, Γενουατών, Καταλανών κ.α.).

 

Για αυτό τον λόγο, στην Μεσόγειο οι Βίκινγκς είχαν λίγες επιτυχείς επιδρομές. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι Νορμανδοί της Ιταλίας, πολιτισμικοί απόγονοι των Βίκινγκς, δεν χρησιμοποιούσαν Σκανδιναβικά »ντράκαρ» και »σνάκερ» αλλά πολεμικά Μεσογειακού τύπου. Ήταν αδύνατο για τους Βίκινγκς να ανέβουν από το κατάστρωμα των δικών τους πλοίων, σε αυτό των Μεσογειακών όπου θα άρχιζαν τη συνήθη πεζομαχία τους στο εχθρικό κατάστρωμα (η βασική τακτική των Βίκινγκς σε ναυμαχία), επειδή δέχονταν βροχή από βέλη και βλήματα από το υψηλότερο εχθρικό κατάστρωμα. Επιπρόσθετα, τα πολύ βαρύτερα Μεσογειακά σκάφη μπορούσαν να βυθίσουν εύκολα τα Σκανδιναβικά πλοία με εμβολισμό.

Οι Ηπειρωτικοί Βορειοευρωπαίοι (Χριστιανοί) ναυπηγοί παρατήρησαν αυτές τις αδυναμίες των Βίκινγκ πλοίων έναντι των Μεσογειακών. Έτσι υιοθέτησαν τα αμυντικά χαρακτηριστικά των Μεσογειακών και κατά τους 11ο – 12ο αιώνες άρχισαν να κατασκευάζουν όλο και βαρύτερα και πιο στιβαρά πλοία, με υψηλά πλευρά και με πύργους στην πλώρη και στην πρύμνη, τα ονομαζόμενα cogs του Ύστερου Μεσαίωνα. Οι Γερμανοί (συμπεριλαμβανομένων των Πρωτο-Ολλανδών) ναυτικοί – ναυπηγοί οι οποίοι έπλεαν έως τη Μεσόγειο, ήταν οι πρώτοι που τα ναυπήγησαν επειδή πλήττονταν περισσότερο από τις επιδρομές των Βίκινγκς. Αυτά τα Μεσαιωνικά Ευρωπαϊκά πλοία ήταν βραδυκίνητα και ογκώδη, όμως ήταν πραγματικά πλωτά φρούρια.

 

Τα πλοία των Βίκινγκς που χρησιμοποιούσαν τα κουπιά τους ειδικά στις ναυμαχίες, μειονεκτούσαν τρομερά έναντι των »κογκς» τα οποία δεν διέθεταν κουπιά. Από τα ψηλά καταστρώματα των Βορειοευρωπαϊκών πλοίων, οι Ηπειρωτικοί Ευρωπαίοι σάρωναν με βέλη και ακόντια τους Βίκινγκς που προσπαθούσαν μάταια να ανέβουν στο αντίπαλο υψηλό κατάστρωμα. Μία ομάδα ικανών τοξοτών μπορούσαν να τραυματίσουν ή εξοντώσουν ολόκληρο το πλήρωμα ενός Σκανδιναβικού πλοίου, πριν κάποιος από αυτό κατορθώσει να ανέβει στο κατάστρωμα τους. Εξάλλου υποστηρίζονταν και από αρκετούς πεζοναύτες οι οποίοι παρατάσσονταν στο καθαυτό κατάστρωμα για να αποκρούσουν όσους Βίκινγκς διέφευγαν από τη βροχή των βελών.

 

Επιπλέον, ένα τέτοιο πλοίο μπορούσε να κόψει στην μέση ένα πλοίο Βίκινγκ, αν έπεφτε πάνω του. Οι Βίκινγκς απάντησαν σε αυτήν την εξέλιξη των Βορειοευρωπαϊκών πλοίων με μία ανάλογη κίνηση, προκειμένου να φθάσουν τα εχθρικά καταστρώματα, προσέθεσαν υπερυψωμένες πλατφόρμες στα πλοία τους. Όμως οι Ευρωπαίοι ναυπηγοί απάντησαν αμέσως κατασκευάζοντας ακόμη υψηλότερους πύργους στην πλώρη και στην πρύμνη των πλοίων τους. Αν οι Βίκινγκς ύψωναν ακόμη περισσότερο τις επιθετικές πλατφόρμες στα πλοία τους, τότε αυτά κινδύνευαν με ανατροπή και βύθιση τους λόγω του χαμηλού βυθίσματος τους και της και της εύθραυστης κατασκευής τους.

 

Αντίθετα, τα Βορειοευρωπαϊκά πλοία δεν κινδύνευαν με ανατροπή λόγω της ογκώδους κατασκευής τους. Αυτή ήταν η αρχή του τέλους του πλοίου Βίκινγκ ως ανυπέρβλητου πολεμικού. Στο εξής, οι ηπειρωτικοί Ευρωπαίοι αντιμετώπιζαν χωρίς ιδιαίτερο φόβο τους Σκανδιναβούς πειρατές που συναντούσαν, και πολύ σύντομα ο φόβος για τους Βίκινγκς λησμονήθηκε. Οι Σκανδιναβοί συνέχισαν να χρησιμοποιούν τα παραδοσιακά μακρά πλοία τους αλλά ταυτόχρονα άρχισαν να προσαρμόζονται και εκείνοι στις νέες ναυπηγικές εξελίξεις, υιοθετώντας σταδιακά τα cogs.

 

Το 1304 μ.Χ ολόκληρος ο βασιλικός στόλος των Δανών, σχεδόν 1.100 πλοία, ήταν πλέον ηπειρωτικού Ευρωπαϊκού τύπου. Το 1390 με την Ένωση του Κάλμαρ, δηλαδή την πολιτική ένωση όλων των Σκανδιναβών (εκτός της Ισλανδίας) τα τελευταία μακρά πλοία των Βίκινγκς, παρωχημένα για την εποχή, μετατράπηκαν σε skyttebaade, δηλαδή πλοία με ελαφρά πυροβόλα και κουπιά. Αυτή ήταν πλέον η μόνη πολεμική χρησιμότητα τους. Λίγο μετά το 1400, τα περίφημα πλοία των Βίκινγκς εξαφανίσθηκαν στη Σκανδιναβία. Ενδεχομένως τα τελευταία τέτοια πλοία χρησιμοποιήθηκαν έως τα μέσα του 15ου αιώνα στη Γροιλανδία, όταν εξαφανίσθηκε η τελευταία Νορβηγική αποικία στο μεγάλο νησί.

ΤΑ ΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΠΛΟΙΩΝ ΤΩΝ ΒΙΚΙΝΓΚΣ

Η τοποθέτηση ιστίων (7ος αιώνας μ.Χ.) επέτρεψε τη ναυπήγηση ποντοπόρων πλοίων από τους Βίκινγκς και τους άνοιξε τον θαλάσσιο δρόμο προς την εξάπλωση και την κυριαρχία, έχοντας δημιουργήσει με τα χαρακτηριστικά τους πλοία την «σφραγίδα» του πολιτισμού τους. Θα γίνει μια προσπάθεια περιγραφής των ιστίων που έφεραν τα πολεμικά πλοία των Βίκινγκς την περίοδο (800 – 1066 μ.Χ.) ώστε να καταστεί γνωστό το υλικό από το οποίο κατασκευάζονταν, το χρώμα, το σχήμα και η βασική λειτουργία τους. Τα πολεμικά πλοία των Βίκινγκς δεν ξέφευγαν από το γενικό ναυπηγικό σχήμα της στενόμακρης γάστρας που χαρακτηρίζει τα πολεμικά πλοία της αρχαιότητος (μακραί νήαι).

 

Περιγράφονται με τον γενικό όρο langskip (longship) σε αντίθεση με τα εμπορικά που ήταν φαρδύτερα και ονομάζονταν Knarr ή Kaupskip, διατηρώντας συχνά την αναλογία διαστάσεων 7:1 (μήκος / πλάτος). Πριν παρουσιάσουμε συνοπτικώς ορισμένες μόνο κλάσεις των πολεμικών πλοίων των Βίκινγκς, ενδεικτικώς, θα πρέπει να διασαφηνίσουμε ότι, ο εν πολλοίς γνωστός όρος »Drekar» ή »Drakkar» δεν αντιστοιχεί σε ξεχωριστή κλάση πλοίου. Απλώς περιγράφει τα μεγαλύτερα από τα πολεμικά πλοία του στόλου των Βίκινγκς, τα οποία έφεραν στο ακρόπρωρο την μορφή δράκου (όπως αντίστοιχα τα Serpent »φίδι»), υποδηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι ανήκαν σε κάποιον βασιλιά ή ευγενή.

 

Οποιαδήποτε μεγάλο πλοίο από τις κλάσεις που ακολουθούν κατωτέρω μπορεί να χαρακτηριστεί επίσης ως «Drakkar».

Snekkja ή Snekke

Πλοία για πολεμικές επιχειρήσεις και εξερευνητικές αποστολές. Το μικρότερο από την κλάση αυτή ανακαλύφθηκε στο Σκούλντελεβ της Δανίας το 1962 κι ονομάστηκε «Skuldelev 5».
Ναυπηγικά στοιχεία «Skuldelev 5»:
Μήκος: 17,5 μ. Πλάτος: 2,5 μ. Βύθισμα: 0,5 μ. Επιφάνεια ιστίου: 50 τ.μ.

Skei (Skeide)

Τα μεγαλύτερα πολεμικά πλοία. Αντιπροσωπευτικά της κλάσεως αυτής:
«Skuldelev 2»:
Μήκος = 30 μ. Πλάτος = 3,8 μ. Βύθισμα 1μ., Επιφάνεια ιστίου: 150 τ.μ.
«Roskilde 6» :
Μήκος = 36 μ. Πλάτος = 3,5 μ. Επιφάνεια ιστίου: 200 τ.μ.

Busse

Μεγάλα πολεμικά σκάφη της ύστερης φάσης της εποχής των Βίκινγκς (ο όρος αυτός αναφέρεται στα Ισλανδικά έπη των Βίκινγκς) που έφθαναν έως τα 50 μέτρα. Είχαν μεγαλύτερο βύθισμα από τα Skei και συνεπώς αυξημένες δυνατότητες μεταφοράς φορτίου.

Sud

Μεγάλα πολεμικά σκάφη του 11ου αιώνα.

Το βασικό υλικό για την κατασκευή ιστίων ήταν το μαλλί. Το μάλλινο πανί είχε την ιδιότητα να απομονώνει το ψύχος και να απορροφά μεγάλες ποσότητες υγρασίας δίχως να μουσκεύει. Για το λόγο αυτό, και τα υπόλοιπα αξεσουάρ του ναυτικού, ρούχα, γάντια κλπ κατασκευάζονταν από το ίδιο υλικό, μια συνήθεια που ακολουθείται πιστά μέχρι σήμερα. Για την κατασκευή του ιστίου συλλέγονταν μεγάλες ποσότητες μαλλιού. Σύμφωνα με σύγχρονες έρευνες, για ένα μεγάλο ιστίο 100 τετραγωνικών μέτρων απαιτείτο ύφασμα 950 – 1050g ανά τετραγωνικό μέτρο.

 

Σε μέτρηση που εξέδωσε το Viking Ship Museum στο Roskilde της Δανίας μας παρέχει την πληροφορία ότι για τον τύπο πολεμικού πλοίου skeid (όπως η ανακατασκευή του Skuldelev 2) το οποίο έφερε ιστίο 112 m² απαιτείτο μαλλί 200 kg. Σε γενικές γραμμές για ένα πολεμικό πλοίο με πλήρωμα 65-70 ανδρών, απαιτείτο πάνω από 1,5 τόνους μαλλιού για ιστία και πλήρη εξοπλισμό. Εκτιμήσεις σχετικά με το πόσο μαλλί από κάθε προβιά χρειάζεται για κάθε ιστίο ποικίλουν. Η Anna Nørgard προτείνει ένα μέσο βάρος 500 g ανά πρόβατο. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό, αν υποθέσουμε ότι για τον στόλο που χρησιμοποιούσαν οι Δανοί και οι Νορβηγοί την εποχή των Βίκινγκς, τότε θα χρειαζόταν ένα εκατομμύριο τετραγωνικά μέτρα για ιστία.

 

Με έναν μέσο όρο βάρους 750 – 950 g/m2, θα απαιτείτο μαλλί από δύο εκατομμύρια πρόβατα. Αυτό, όπως σωστά παρατήρησε η Lise Bender Jørgensen, μας οδηγεί στην σκέψη ότι η εισαγωγή του ιστίου στα πλοία των Βίκινγκς επέφερε σημαντική ζήτηση ερίου και προβάτων. Το τετράγωνο ιστίο δεν ήταν ένα ενιαίο κομμάτι αλλά αποτελείτο από διάφορα τμήματα μάλλινου υφάσματος τα οποία ράβονταν μεταξύ τους. Σε αυτή τη φάση το ύφασμα είναι χνουδωτό, τραχύ και εκτεθειμένο στους ψεκασμούς της θαλάσσης ή της βροχής, βρέχεται και στάζει. Ενδεχομένως εδώ να σταματούν οι έρευνες ορισμένων συγγραφέων – αναλυτών που στέκονται με αμφιβολία στην ύπαρξη του μάλλινου ιστίου ή που θέτουν σοβαρά ζητήματα για την ικανότητα ιστιοφορίας (λόγω υλικού).

Στο επόμενο στάδιο, το ήδη ραμμένο ύφασμα, περνά στην επάλειψη με λιπαρές ουσίες όπως ζωικό λίπος, ιχθυέλαιο κλπ. αναμεμειγμένα με ώχρα ώστε να ελαττωθεί η διαπερατότητα του αέρος και, τρόπο τινά, να αδιαβροχοποιηθεί. Εκ παραλλήλου, με την λίπανση αυτή, επιτυγχάνετο η λείανση ανωμαλιών του υφάσματος καθώς και διαφορών στην επιφάνειά του (προεξοχές, σκληρύνσεις κλπ) ανάμεσα στα ξεχωριστά ραμμένα τμήματα. Ελάχιστα στοιχεία είναι διαθέσιμα για την διάρκεια ζωής των ιστίων των Βίκινγκς. Ωστόσο, ειδικοί πιστεύουν ότι, με μια προσεκτική μεταχείριση, μπορούσαν να διατηρηθούν 40 – 50 χρόνια.

 

Τα παλαιωμένα ιστία, τα οποία δεν μπορούσαν πλέον να χρησιμοποιηθούν στα πλοία, με ανάλογες μεταποιήσεις, γίνονταν καλύμματα για τα κρεβάτια ή για τα πατώματα. Όσον αφορά στο χρώμα οι περισσότερες εθνογραφικές πληροφορίες θέλουν τα ιστία να είναι κόκκινα γιατί πιστεύοντας στην επίδραση των Ψυχολογικών Επιχειρήσεων το συγκεκριμένο χρώμα δημιουργούσε δέος στον εχθρό. Το κόκκινο ιστίο ή οι κάθετες κόκκινες ρίγες, δεν φαίνεται να διακρίνονται σε απεικονίσεις πλοίων των πρώιμων ή μέσων χρόνων της εποχής των Βίκινγκς. Ωστόσο υπάρχει μια ταπετσαρία του 11ου αιώνος στην οποία απεικονίζονται πλοία των Βίκινγκς όχι μόνο με τις χαρακτηριστικές κάθετες κόκκινες ρίγες, αλλά και με άλλα λαμπερά χρώματα.

Τα λαμπερά χρώματα εξάλλου, όπως το μπλε, τόσο σε όλη την επιφάνεια του ιστίου όσο και σε ρίγες, εξυμνούνται και σε ποιήματα της εποχής εκείνης όπως για παράδειγμα στο ποίημα του Sigvat Skald (Sighvatr Þórðarson ή Sigvat Tordarson, 994 – 1045) που αναφέρει ότι ο βασιλιάς Knut πλέει με ένα πλοίο που φέρει μπλε ιστία (Fidjestøl 1982). Τέλος, για την κατασκευή των σχοινιών των εξαρτύσεων χρησιμοποιούνταν φυτικές ίνες, δέρμα θαλασσίου ίππου, φάλαινας ή φώκιας καθώς και τρίχες από ουρά αλόγου.

Άλλο ένα θέμα που προσέφερε μεγάλο πεδίο έρευνας είναι το ακριβές σχήμα του ιστίου ενός πολεμικού πλοίου των Βίκινγκ. Όπως σωστά επισημαίνουν οι Erik Nylén, Ole Thirup Kastholm κ.α., οι έρευνες δεν θα πρέπει να σταματούν στα εθνολογικά στοιχεία αλλά να συμπεριλαμβάνονται, κατά δευτερεύοντα ρόλο, στα εικονογραφικά και στα ευρήματα. Τα ιστία σε ορισμένες από τις μοντέρνες ανακατασκευές και τα σχέδια πολεμικών πλοίων είναι όρθια ορθογώνια ή όρθια τραπεζοειδή, με μεγάλο δηλαδή ύψος και στενό πλάτος, ενώ στις απεικονίσεις από τα χαράγματα, νομίσματα κλπ είναι τετράγωνα, χαμηλού ύψους και μεγάλου πλάτους.

Το γεγονός ότι δεν έχει διασωθεί ιστίο για να βοηθήσει σε περαιτέρω μελέτες, περιορίζει τις όποιες δραστηριότητες ερεύνης με αποτέλεσμα ο μελετητής να επικεντρώνεται αποκλειστικά στις ανακαλύψεις πλοίων, των οποίων βρέθηκαν οι κύριοι ιστοί τους, καθώς και στις απεικονίσεις. Μολαταύτα θα πρέπει εξ ίσου να δοθεί προσοχή στο αν και κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί ένα μακρό πλοίο αξιόπλοο με ένα ψηλό ορθογώνιο ιστίο. Κατά τον Ole Thirup Kastholm για το πολεμικό πλοίο το χαμηλό και πλατύ ιστίο, εξασφαλίζει ιδανική ιστιοφορία αφού παρέχει χαμηλό Κέντρο Προώσεως / Ιστιοφορίας (CE). Στην αντίθετη περίπτωση, με ψηλό CE, το πλοίο θα γινόταν ασταθές και θα κινδύνευε να ανατραπεί.

Το σχήμα του ιστίου που έχει επισημανθεί από αρκετούς ερευνητές ότι κυριαρχεί στα περισσότερα ευρήματα αντιστοιχεί σε μια αναλογία 1:2 (ύψος / πλάτος), ιδανικό για ουριοδρομία, αλλά όχι τόσο για πλαγιοδρομίες και ακόμα χειρότερο για πλεύσεις όρτσα. Σε μια έρευνα από 36 εικονογραφημένα ευρήματα (26 από πέτρες της νήσου Gotland, 3 από Σουηδικές Ρουνικές λίθους, 4 από ακιδογραφήματα και 3 από νομίσματα Hebedy), όλα από την εποχή των Βίκινγκς (750 – 1000 μ.Χ. οι Ρουνικές λίθοι και τα ακιδογραφήματα, 800 – 1050 μ.Χ. τα νομίσματα) προέκυψαν αρκετά συμπεράσματα σχετικά με τα γενικά χαρακτηριστικά του κάθε πλοίου, την θέση του κυρίου ιστού, την περιγραφή και των αριθμό ρυθμιστικών σχοινιών, την επιφάνεια του ιστίου, τον αριθμό των πληρωμάτων κλπ.

Το σχήμα των ιστίων δε φαίνεται καθαρά πως υποστηρίζεται κατά πλειοψηφία από την αναλογία 1:2. Από τα ευρήματα αντιλαμβανόμαστε την απλή και λιτή εξαρτία των πλοίων. Δυο – τρία ξάρτια δένονταν σε δέστρες ενώ επιπρόσθετη στήριξη στον ιστό παρείχαν οι πρότονοι και οι επίτονοι. Ρυθμιστικά σχοινιά όπως μαντάρια διευκόλυναν το βιράρισμα (ανέβασμα) και το μαϊνάρισμα (κατέβασμα) της κεραίας και του ιστίου. Για τη γωνία της κεραίας εξυπηρετούσαν δύο συστολείς κερουλκοί (μπράτσα) και για την σωστή διευθέτηση / ρύθμιση (τριμάρισμα) των ιστίων χρησιμοποιούσαν σκότες.

Τα διχτυωτά σχοινιά που φαίνονται σε απεικονίσεις πλοίων, σε ορισμένες από τις ανακαλυφθείσες πέτρες στη νήσο Gotland της Σουηδίας, δημιουργούν επίσης προσοδοφόρο έδαφος για έρευνα. Προς το παρόν οι περισσότερες απόψεις για τα σχοινιά που κρέμονται κάτω από την ποδιά, τα οποία σχηματίζουν ρόμβους και τα ονομάζουν ως «crow’s feet», τείνουν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για στιλιστικό χαρακτηριστικό, ενδεχομένως της περιοχής, και όχι ότι εξυπηρετούν κάποιο συγκεκριμένο μηχανικό ρόλο. Ορισμένοι κάνουν λόγο για ένα περίτεχνο τρόπο ενισχύσεως από σχοινιά ή λεπτές δερμάτινες λωρίδες, ούτως ώστε να συγκρατήσουν την μάλλινη επιφάνεια στο αρχικό της σχήμα σε περίπτωση που βραχεί και να αποτρέψουν τυχόν συρρίκνωσή της.

Από την άλλη, υποστηρίζεται η άποψη ότι ενδεχομένως να πρόκειται, πράγματι, για κάποιο είδος ρυθμιστικών σχοινιών. Όμως σε αυτήν την περίπτωση θα έπρεπε να συναντούσαμε παρόμοιες απεικονίσεις και σε ευρήματα άλλων περιοχών πλην της Gotland, στοιχείο που προς το παρόν, απουσιάζει. Ωστόσο είτε παρουσιαστούν, εν καιρώ, παρόμοιες απεικονίσεις και σε άλλες περιοχές είτε όχι, θα πρέπει να επανεξεταστεί το θέμα «crow’s feet» με μεγαλύτερη σχολαστικότητα καθώς ενδέχεται να προκύψουν νέα δεδομένα, που να αφορούν καθαρά το θέμα της λειτουργικότητας της ιστιοφορίας των Βίκινγκς. Τέλος, τα μέσα χειρισμών των ιστίων συμπλήρωναν οι διάφορες τροχαλίες (ράουλα), κρίκοι ή κλειδιά.

 

Ορισμένα από τα οποία έχουν διασωθεί σε πλοία που ανακαλύφθηκαν σε τάφους στο Oseberg και στο Gokstad της Νορβηγίας. Σύμφωνα με τα ευρήματα τα ιστία των πλοίων των Βίκινγκς ήταν κατασκευασμένα από μαλλί κι αποτελούνταν από πολλά μικρότερα κομμάτια ραμμένα μεταξύ τους. Με διάφορες λιπαντικές ουσίες εξασφάλιζαν λεία επιφάνεια και αδιαβροχοποίηση. Το σχήμα τους ήταν τετράγωνο με χαμηλό ύψος και φαρδύ πλάτος ώστε να εξασφαλίσουν χαμηλό Κέντρο Προώσεως  /  Ιστιοφορίας (CE). Φαίνεται πως προτιμούσαν τη χρήση του κόκκινου χρώματος ενώ δεν αποκλείονταν και άλλα χρώματα. Με λιτή εξαρτία και μέσα χειρισμών διευθετούσαν τα ιστία τους και τους εν γένει χειρισμούς για την καλύτερη δυνατή ιστιοφορία τους.
ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ (ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ)

Η θέση των πολεμιστών στις κοινωνίες των Βίκιγκς ήταν πάντοτε υψηλή, αφού ο πόλεμος είχε σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις. Ο πλούτος της διακόσμησης των όπλων και οι συχνά πολυτελείς ταφές καταδεικνύουν ότι στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας Βρισκόταν η ελίτ των πολεμιστών. Η βασική στρατιωτική μονάδα ήταν η λιντ (lid), μια μικρή ομάδα πολεμιστών προσκολλημένων σε έναν τοπικό ηγεμόνα ή βασιλιά. Η λιντ αποτελούσε ουσιαστικά την προσωπική σωματοφυλακή του ηγεμόνα, καθώς και δύναμη αποκατάστασης της τάξης στην περιοχή της δικαιοδοσίας του. Οι πολεμιστές αυτοί συγκροτούσαν μια αδελφότητα (felag), ένα σύνολο ένοπλων συντρόφων.

Το αίσθημα τιμής ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένο μεταξύ τους. Οι άνδρες μάχονταν με φανατισμό υπέρ του αρχηγού τους και ουδέποτε τον εγκατέλειπαν. Σε μια εποχή κατά την οποία το προσωπικό θάρρος και η αφοσίωση θεωρούντο ύψιστες ηθικές αξίες, ήταν πολύ συχνό το φαινόμενο οι πολεμιστές – ακόλουθοι ενός ηγεμόνα να αποδεκατίζονται προκειμένου να υπερασπισθούν τη ζωή τη δική του, αλλά και των συμπολεμιστών τους. Η πειθαρχία διατηρείτο περισσότερο από τον φόβο της προσωπικής ατίμωσης παρά από την απειλή σωματικών τιμωριών. Οι στρατοί των Βίκινγκς οι οποίοι επέδραμαν στις χώρες της Δύσης συγκροτούντο από πολυάριθμες λιντ.
Οι επιμέρους μικροί ηγεμόνες αναγνώριζαν κάποιον ισχυρότερο ως επικεφαλής της αποστολής και ετίθεντο υπό το γενικό πρόσταγμά του. Υπήρξαν, πάντως, πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες μικροί ηγεμόνες ενεργούσαν για τον εαυτό τους και την ομάδα τους, οπότε οι επιθέσεις εκφυλίζονταν σε αρπαγές και λεηλασίες, χωρίς ιδιαίτερη στρατηγική. Όταν οι εκστρατείες, οι σπουδαιότερες, πολεμικές επιχειρήσεις, ολοκληρώνονταν, οι πολεμιστές επέστρεφαν στις έδρες τους με τη λεία τους και η στρατιά αποσυντίθετο. Όταν αργότερα οι επιθέσεις των Βίκινγκς μεταβλήθηκαν ως προς τους αντικειμενικούς στόχους τους και οι λεηλασίες υποκαταστάθηκαν από την εγκατάσταση στις ξένες χώρες.
Oι πολεμιστές μετατράπηκαν σε αγρότες, εγκαταλείποντας την κύρια δραστηριότητα των Βίκινγκς, τις επιδρομές. Σταδιακά, όμως, μια τέτοια αλλαγή τακτικής απέβαινε εις βάρος τους, αφού είτε αφομοιώνονταν (όπως στη Ρωσία και τη Νορμανδία) είτε εξολοθρεύονταν από τον τοπικό πληθυσμό (όπως στην Αγγλία, κατά τον 10ο αιώνα). Στην ίδια τη Σκανδιναβία η άμυνα των επιμέρους περιοχών και η ευρύτερη των Βασιλείων εξασφαλιζόταν από ένα υποτυπώδες σύστημα υποχρεωτικής επιστράτευσης για όλους τους άνδρες οι οποίοι ήταν ικανοί να φέρουν όπλα. Και πάλι οι μονάδες των λιντ συνιστούσαν τη βάση αυτών των αμυντικών δυνάμεων.
Επικεφαλής των στρατευμάτων μπορούσε να είναι ένας βασιλιάς, τοπικού ή εθνικού επιπέδου, ένας ευγενής (jarl), διοικητής των επαρχιών (fylke) ή ένας κατώτερος ευγενής (hersir), αρχηγός μιας ευρείας οικογένειας. Υπήρχαν επίσης κατώτεροι διοικητές (lendermen), οι οποίοι σε καιρό ειρήνης δρούσαν ως αντιπρόσωποι των βασιλέων και των ηγεμόνων. Η μεγάλη πλειοψηφία των πολεμιστών ήταν ελεύθεροι άνδρες, μέλη των γενικών συνελεύσεων (thinkmen), που αποτελούσαν την πολιτική κοινωνία. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν άτομα που ζούσαν στην παρανομία, ήταν μόνιμα επιδρομείς και δεν εντάσσονταν πλήρως στις Σκανδιναβικές κοινωνίες των αγροτών – πολεμιστών.

Μπερσέρκερ και Γιομσ Βίκινγκς

Οι μπερσέρκερ (berserker = δέρματα αρκούδας) ήταν ειδικές ομάδες ένθερμων πολεμιστών που μάχονταν με έξαψη και μανία. Λίγο πριν από την έναρξη των συγκρούσεων έφθαναν σε κατάσταση έκστασης, πιθανότατα με μεθόδους αυθυποβολής, για παράδειγμα ρυθμικά επαναλαμβανόμενες κινήσεις, κραυγές και τακτικές αυτοτραυματισμού. Έχει, επίσης, υποτεθεί ότι η κατάστασή τους αυτή οφειλόταν σε κατανάλωση παραισθησιογόνων φυτών, όπως η αγαρική ίσκα (μανιτάρι). Οι μπερσέρκερ αισθάνονταν άτρωτοι στα εχθρικά πλήγματα, ενώ ενίοτε θεωρούσαν ότι πραγματικά μεταμορφώνονταν σε αρκούδες ή λύκους.

Οι ίδιοι πίστευαν ότι οι δυνάμεις τους πήγαζαν από τον Θεό Όντιν, του οποίου αποτελούσαν ιδιαίτερη λατρευτική ομάδα. Οι ιστορικές αναφορές εξαίρουν την πολεμική ικανότητα των μπερσέρκερ, παράλληλα, όμως, τονίζουν την επικίνδυνη και απρόβλεπτη συμπεριφορά τους. Στις Ισλανδικές σάγκες εμφανίζονται ως στοιχεία παράνομα και περιθωριακά, με αντικοινωνική συμπεριφορά. Κατά τον 12ο αιώνα, μάλιστα, η ιδιότυπη συμπεριφορά τους (berserksgangr) τέθηκε εκτός νόμου, ως απειλή για τη δημόσια τάξη. Στην πραγματικότητα υπάρχουν ορισμένα στοιχεία τα οποία δεν επιτρέπουν να απορριφθεί η ομάδα αυτή ως σύνολο κοινών ταραχοποιών και ληστών. Οι μέθοδοι αυθυποβολής που αποδίδονται στους μπερσέρκερ υποδηλώνουν μια αυθεντική μυητική εμπειρία θρησκευτικής φύσης.

Ως ακόλουθοι του πολεμικού θεού Όντιν επιτελούσαν, με την εκστατική συμπεριφορά τους στη μάχη και την υποτιθέμενη λυκανθρωπία, μια ιεροπραξία. Σε ορισμένες πηγές ταυτίζονται με τους ουλφχέντναρ (ulfhendnar = δέρματα λύκων), ομάδες πολεμιστών με παρόμοια χαρακτηριστικά. Ήδη από τον 8ο αιώνα είναι γνωστοί οι Γερμανοί πολεμιστές βολφχετάν (wolfhetan = δέρματα λύκων), ενώ υπάρχουν παραστάσεις ανδρών με δέρματα ζώων σε μεταλλικά τεχνουργήματα του 6ου και του 7ου αιώνα. Σε μια πολύ προγενέστερη εποχή ο Ρωμαίος ιστορικός Τάκιτος (1ος αιώνας) περιέγραψε στο έργο του Germania παρόμοιες ομάδες πολεμιστών, από τους οποίους σταδιακά φαίνεται ότι εξελίχθηκαν οι μπερσέρκερ.

Οι Γιομσβίκινγκς (Jomsvikingar = Βίκινγκς του Γιομ) αποτελούν μια αμφιλεγόμενη ομάδα, μια ειδική στρατιωτική αδελφότητα, παρόμοια σε αρκετά σημεία με τα Μεσαιωνικά ιπποτικά τάγματα. Σύμφωνα με ορισμένες δανικές παραδόσεις, ο βασιλιάς Χάραλντ ο Κυανόδους (958 – 987), ο πρώτος Χριστιανός ηγεμόνας στη Σκανδιναβία, έκτισε ένα προκεχωρημένο φυλάκιο, το λεγόμενο Γιόμσμποργκ (Jomsborg), στις Βαλτικές ακτές των Σλαβικών εδαφών, στη σημερινή Πολωνία. Το οχυρό αυτό υπερασπίζονταν ομάδες Δανών πολεμιστών και τακτικές μονάδες που αποτελούντο από Βένδες.
Σύμφωνα με τις Ισλανδικές πηγές, οι Γιομσβίκινγκς δεν ήταν απλώς οι επικεφαλής μιας κατά βάση Σλαβικής φρουράς, αλλά ένα αυτόνομο στρατιωτικό σώμα Σκανδιναβών. Ιδρύθηκαν από τον πολέμαρχο Παλνατόκι (ΡaInatoki) και ουσιαστικά αποτελούσαν ένα επίλεκτο μισθοφορικό σώμα το οποίο προσέφερε τις υπηρεσίες του σε ηγεμόνες και βασιλείς. Οι Γιομσβίκινγκς διήγαν τον βίο τους σύμφωνα με έναν αυστηρό κώδικα ηθικής, ο οποίος θυμίζει τις διατάξεις των Χριστιανικών ταγμάτων. Το τάγμα περιελάμβανε άνδρες με πολεμικές δεξιότητες, ηλικίας από 18 έως 50 ετών, οι οποίοι ζούσαν αρμονικά μεταξύ τους.
Παρείχαν υποστήριξη ο ένας στον άλλο και κατά τη διάρκεια της μάχης δεν επιτρεπόταν να επιδείξουν οποιοδήποτε ίχνος δειλίας ή φόβου. Τα λάφυρα, τα έπαθλα και οι χρηματικές αμοιβές κατανέμονταν εξίσου σε όλα τα μέλη, ώστε να μην υπάρχουν εσωτερικές αντιδικίες. Κανένας δεν επιτρεπόταν να απουσιάσει για περισσότερες από τρεις ημέρες, ενώ οι γυναίκες απαγορευόταν να εισέλθουν στο Γιόμσμποργκ ή να συλλαμβάνονται αιχμάλωτες. Το Γιόμσμποργκ έχει ταυτισθεί με την πόλη Βόλιν (Wollin) ή Γιούμνε (Jumne), όπως την ονόμαζαν οι Σκανδιναβοί. Το Βόλιν ήταν ένας Σλαβικός οικισμός που ιδρύθηκε τον 8ο αιώνα.
Τον 9ο αιώνα απέκτησε οχυρώσεις και ένα ευρύχωρο λιμάνι, οπότε άρχισε να αναπτύσσεται γρήγορα. Η αρχαιολογική έρευνα έχει αποκαλύψει Σκανδιναβικά όπλα και εργαλεία ή θρησκευτικά αντικείμενα, η πλειοψηφία, όμως, των ευρημάτων (η κεραμική εξ ολοκλήρου) ανήκει σε Σλαβικούς τύπους. Τα στοιχεία αυτά πιστοποιούν την ύπαρξη μιας Σκανδιναβικής φρουράς σε έναν οικισμό με Σλαβικό πληθυσμό. Συν τω χρόνω η φρουρά προσέλαβε μυθικές διαστάσεις και μάλλον υπερβολικές ιδιότητες.

ΤΑ ΟΠΛΑ

Α) Επιθετικός Οπλισμός

Τα σπαθιά των Βίκινγκς διακρίνονται σε πολυάριθμους τύπους. Η εξέλιξη της τυπολογίας τους καλύπτει μια περίοδο 400 ετών και έχει μελετηθεί επισταμένως στο κεφαλαιώδες σύγγραμμα του Jan Petersen, Το Νορβηγικό σπαθί: Μία τυπολογική – χρονολογική μελέτη για τα όπλα των Βίκινγκς (De Norske Vikingesverd: En typologist – kronologist Studie over vikingetidens vaaben, Kristiana1919). Ο Πέτερσεν διακρίνει 27 τύπους (Α – Ζ και ΑΕ), οι οποίοι διαφέρουν ως προς επιμέρους χαρακτηριστικά. Ο συνηθέστερος τύπος, ή μια μορφολογική συνισταμένη, ήταν το επίμηκες σπαθί με ευθεία, δίστομη λεπίδα. Το μήκος τους έφθανε το 1 μ. Είχαν απλό φυλακτήρα, κάθετο στη λεπίδα και ελλειψοειδή λαβή.

Η λεπίδα έφερε διαπλατυσμένη κεντρική ράβδωση, η οποία καθιστούσε ελαφρύτερο και ανθεκτικότερο το σπαθί. Τα κράματα που χρησιμοποιούντο για την κατασκευή σπαθιών βασίζονταν στον σίδηρο, ενώ ο φυλακτήρας και η λαβή μπορούσαν να περιέχουν και χαλκό σε μεγαλύτερη αναλογία, ώστε να είναι πιο εύκαμπτα. Τα σπαθιά ενίοτε έφεραν διακόσμηση με απλά εγχάρακτα μοτίβα ή με ένθεση ελεφαντόδοντου και άλλων πολύτιμων υλικών στη λαβή. Φυλάσσονταν σε θήκες από δέρμα, που φέρονταν στη μέση και γενικά ήταν βαριά, όχι λεπτά και κοφτερά, καθώς χρησιμοποιούντο περισσότερο για περιορισμένα αλλά αποφασιστικά κτυπήματα.
Η επιθετική χρήση του όπλου βασιζόταν στη στιβαρότητα της κατασκευής του και τη δύναμη κρούσης, όχι στην ευελιξία και τα πολλαπλά πλήγματα τα οποία μπορούσε να επιφέρει. Μεταξύ των παραλλαγών του σπαθιού αναφέρονται το μονόστομο επίμηκες εγχειρίδιο (53χιλ.), που απαντά συνήθως κατά τις αρχικές περιόδους, αλλά από τον 10ο αιώνα η χρήση του περιορίσθηκε. Εκτός από πολεμική χρήση, ίσως αξιοποιείτο και στο κυνήγι, ενώ οι πολύτιμες ενθέσεις και η περίτεχνη διακόσμηση αυτού του τύπου παραπέμπουν σε αντικείμενα κύρους, τα οποία ανήκαν σε ικανούς αρχηγούς.

Οι πελέκεις αποτελούσαν χαρακτηριστικά όπλα των Βίκινγκς – και χρησιμοποιούντο ευρύτατα. Η σημασία τους αντανακλάται και στο γεγονός ότι, όπως και τα σπαθιά, συχνά έφεραν περίτεχνη διακόσμηση και είχαν ιδιαίτερες ονομασίες. Τα σχήματα των πελέκεων διαφέρουν μεταξύ τους ανάλογα με τη χρήση τους. Πάντως, ακόμη και οι πελέκεις που χρησιμοποιούντο για υλοτομία, μπορούσαν να αξιοποιηθούν ως πολεμικά μέσα. Γενικά διακρίνονται τρεις κατηγορίες πελέκεων:

α) Ο συνηθέστερος τύπος ήταν ο ελαφρύς πέλεκυς για μάχη εκ του σύνεγγυς. Ήταν πιο αποτελεσματικός από το σπαθί στην επίτευξη αποφασιστικών πληγμάτων στον αντίπαλο,

β) Ο βαλλόμενος πέλεκυς ήταν ακόμη ελαφρύτερος. Ενδεχομένως η τακτική της χρήσης του ως εκηβόλου όπλου προέρχεται από τους Φράγκους.

γ) Ο μεγάλος πέλεκυς για δύο χέρια αποτελούσε μεταγενέστερο τύπο και χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τους Αγγλοδανούς χούσκαρλ (huscarls), οι οποίοι αντιστάθηκαν στους Νορμανδούς κατά τον 11ο αιώνα.

Τα δόρατα και ακόντια που χρησιμοποιούντο ως εκηβόλα όπλα (ακόντια) και για μάχη σώμα με σώμα (δόρατα) ήταν απλά ως προς την κατασκευή. Στις περισσότερες περιπτώσεις επρόκειτο για μεταλλικές φυλλόσχημες αιχμές, που προσαρμόζονταν σε έναν ξύλινο στειλεό. Οι Βίκινγκς κατασκεύαζαν τέτοια όπλα σε μεγάλους αριθμούς, αφού τα θεωρούσαν φθηνά. Παράλληλα, πραγματοποιούσαν εισαγωγές δοράτων από τα Φραγκικά εδάφη, όπως δείχνουν ορισμένοι χαρακτηριστικά Φραγκικοί τύποι (ευρεία λεπίδα και μεταλλικές προεξοχές της αιχμής) Τα ακόντια ήταν κατά κανόνα ελαφρύτερης κατασκευής, ως βαλλόμενα όπλα και είχαν στενότερες λεπίδες για αποτελεσματική διείσδυση.

Με τα δόρατα οι πολεμιστές εξουδετέρωναν την αποτελεσματικότητα των σπαθιών και των βαρέων πελέκεων, αφού δεν επέτρεπαν στον αντίπαλο να πλησιάσει αρκετά για να καταφέρει ένα αποφασιστικό πλήγμα. Πολύ συχνά οι εχθροπραξίες μεταξύ δύο ομάδων ξεκινούσαν με τη ρίψη ακοντίων. Οι Βίκινγκς χρησιμοποιούσαν επίσης τόξα και βέλη με ιδιαίτερη μάλιστα επιτυχία, όπως επιβεβαιώνουν οι Μεσαιωνικές πηγές. Τα τόξα διέφεραν μεταξύ τους ως προς το μέγεθος και τον τρόπο κατασκευής. Τα βέλη, επίσης, διέθεταν ποικίλες αιχμές, από τρίφυλλες έως απλές φυλλόσχημες ή οδοντωτές για κυνήγι.
Μια τυπική φαρέτρα χωρούσε περίπου 40 βέλη.Υπάρχουν ενδείξεις από ορισμένες φιλολογικές πηγές ότι η χρήση τέτοιων εκηβόλων όπλων θεωρείτο απαξιωτική για τους πολεμιστές. Παρόλα αυτά τα τόξα και τα βέλη παρέμειναν εξαιρετικά δημοφιλή καθ’ όλη την Εποχή των Βίκινγκς.
Β) Αμυντικός Οπλισμός

Το βασικότερο αμυντικό όπλο των Βίκινγκς ήταν η ασπίδα. Άλλοι τύποι ήταν ο ορθογώνιος, ο οποίος απαντά κυρίως μεταξύ των Σκανδιναβών Ρως και θεωρείται Σλαβικής προέλευσης και ο κυκλικός, μικρότερου μεγέθους, που εμφανίζεται τον 11ο αιώνα. Οι ασπίδες γενικά θεωρούντο αναλώσιμες και η χρήση τους αποσκοπούσε στην απόκρουση δυνατών πληγμάτων του αντιπάλου. Σε περιπτώσεις μονομαχιών ο Ισλανδικός νόμος όριζε ότι οι δύο άνδρες μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν έως και τρεις ασπίδες. Η τυπική Σκανδιναβική ασπίδα ήταν κυκλικού σχήματος με διάμετρο 80 – 90 εκ., ενώ ορισμένα δείγματα έφθαναν το 1 μ.

Κατασκευάζονταν από λεπτές ξύλινες σανίδες που είχαν υποστεί επεξεργασία εξομάλυνσης. Στην περίμετρο είχαν μεταλλικό ή συνήθως δερμάτινο περίβλημα, το οποίο στερέωνε τα μέρη της ασπίδας και απέτρεπε τη φθορά της. Ενίοτε υπήρχε δερμάτινη ενίσχυση σε ολόκληρη την επιφάνεια της ασπίδας. Οι κυκλικές ασπίδες χρησιμοποιήθηκαν επί αιώνες. Από τον 11ο αιώνα και εξής άρχισε να χρησιμοποιείται και η τριγωνικού σχήματος ασπίδα, η οποία φερόταν κυρίως από τους Νορμανδούς αλλά και τους Αγγλοδανούς. Η ανάπτυξη αυτού του τύπου πιθανότατα σχετίζεται με την αυξανόμενη σημασία του ιππικού στις πολεμικές επιχειρήσεις. Η τριγωνική επιμήκης ασπίδα κάλυπτε πιο αποτελεσματικά τον αναβάτη απ’ ό,τι η κυκλική.

Οι ασπίδες χρησιμοποιούντο επίσης στις πλευρές των πλοίων (όπως στο πλοίο του Γκόκσταντ), είτε για προστασία των κωπηλατών από τα βέλη είτε για ιδιαίτερους τελετουργικούς σκοπούς. Η διακόσμηση των ασπίδων, όταν υπήρχε, μπορούσε να είναι τελείως απλή, με μονόχρωμες επιφάνειες ή με υποτυπώδη γεωμετρικά σχήματα και μερικά βασικά χρώματα. Σε υστερότερες φάσεις υπήρχαν συμβολικές μορφές, όπως κοράκια (ιερά πτηνά του θεού Όντιν) και δράκοντες. Οι ακόλουθοι του βασιλιά Όλαφ Χάραλντσον το 1015 έφεραν τριγωνικές ασπίδες, λευκές με ερυθρό ή κυανό σταυρό, ώστε να τονίζεται η διαφορά τους, σε ιδεολογικό αλλά και πρακτικό επίπεδο, από τους αντιπάλους τους στη μάχη.

Τα κράνη ήταν πολύτιμα αμυντικά όπλα, καθώς μάλιστα δεν χρησιμοποιούντο από όλους τους Βίκινγκς, αφού ήταν πιο δαπανηρά. Οι πρώιμοι τύποι συνίσταντο σε συνδεδεμένες τριγωνικές μεταλλικές πλάκες (Spangenhelm). Στη βάση του κράνους υπήρχε κυκλική ενισχυμένη μεταλλική ταινία που συγκρατούσε τις πλάκες. Ενίοτε τα κράνη, τόσο τα πρώιμα όσο και τα μεταγενέστερα, έφεραν προστατευτικό κάλυμμα για τη ρινική χώρα. Εκτός από τα συνήθη αυτά κράνη, υπήρχαν και πολυτελέστερα και πιο σύνθετα τεμάχια, προφανώς προορισμένα για τοπικούς ηγεμόνες και πολεμιστές.

Από το νεκροταφείο του Βάλσγκαρντε (6ος αιώνας) προέρχεται ένα εντυπωσιακό κομμάτι με πρόσθετη ενίσχυση στο άνω μέρος, ειδική διαμόρφωση γύρω από την περιοχή των οφθαλμών και ρινικό προστατευτικό κάλυμμα. Από την ίδια την Εποχή των Βίκινγκς το μόνο δείγμα που έχει διασωθεί είναι το κράνος το οποίο βρέθηκε στο Γκιερμούντμπου (Gjermundbu) και χρονολογείται στον ύστερο 9ο αιώνα. Ως τύπος, αποτελεί συνέχεια των προγενέστερων Σκανδιναβικών δειγμάτων, διακρίνεται όμως και για ορισμένες διαφοροποιήσεις.
Πρόκειται για ένα κράνος που σχηματίζεται από μια μεταλλική ταινία – βάση,έναν σκελετό δύο μεταλλικών ράβδων και τέσσερις κατεργασμένες πλάκες συναρμοσμένες μεταξύ τους. Στην περιοχή των οφθαλμών έχει χαρακτηριστική προστατευτική διαμόρφωση. Οι μεταγενέστεροι τύποι κρανών, οι οποίοι εμφανίσθηκαν από τον 11ο αιώνα και εξής, είναι επηρεασμένοι από αντίστοιχα κράνη της Κεντρικής Ευρώπης. Είναι απλής κατασκευής, συνήθως μονοκόμματα, κωνικού σχήματος, με ή χωρίς ρινικό κάλυμμα.

ΤΕΧΝΗ – ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ

Οι πληροφορίες τις οποίες διαθέτουμε για τα πολιτιστικά επιτεύγματα των Βίκινγκς προέρχονται από τα Μεσαιωνικά κείμενα, λογοτεχνικά και ιστορικά, των Σκανδιναβών και των λαών οι οποίοι τους γνώρισαν, αλλά και από τα ευρήματα της αρχαιολογικής έρευνας. Επισταμένες ανασκαφές και τυχαίες ανακαλύψεις έχουν προσφέρει πληθώρα πολύτιμων στοιχείων γι’ αυτή την περίοδο του Μεσαιωνικού κόσμου.

Τα ευρήματα προέρχονται από τους οικισμούς και τις συγκροτημένες πόλεις τις οποίες έκτισαν ή κατέκτησαν οι Βίκινγκς, από τις πολυάριθμες ταφές -ιδίως όταν αυτές συνοδεύονται από κτερίσματα- από θησαυρούς πολύτιμων αντικειμένων τους οποίους έκρυβαν κάτοικοι και πολεμιστές για ασφάλεια στη γη και από μεμονωμένα γεωγραφικά σημεία τα οποία ταυτόχρονα σηματοδοτούν τα όρια της επέκτασης των Βίκινγκς. Η ανασκαφική έρευνα έχει φέρει στο φως θαυμάσια δείγματα των καλλιτεχνικών προϊόντων των Βίκινγκς, κυρίως διακοσμημένων αντικειμένων.
Σε μια εποχή έντονου τεχνοτροπικού συγκρητισμού στη δυτική Ευρώπη, οι Βίκινγκς συνέβαλαν στην ανανέωση και τον εμπλουτισμό του διακοσμητικού θεματολογίου με παλλόμενα μοτίβα της αρχέγονης Γερμανικής παράδοσης. Οι Σκανδιναβικές φόρμες, ζωικής και φυτικής καταγωγής, συνδυάσθηκαν με την παράδοση των Κελτών, των Αγγλοσαξώνων και των Φράγκων ανασυνθέτοντας εν μέρει μια ευρύτερη κοινή τεχνοτροπία. Ο όρος »τέχνη των Βίκινγκς», όπως και ο γενικότερος »πολιτισμός των Βίκινγκς», είναι μάλλον καταχρηστικός. Είναι αλήθεια ότι πολλά από τα υλικά δημιουργήματα των Βίκινγκς έχουν καλλιτεχνικό προσανατολισμό και αισθητική αξία, δεν υφίσταται, όμως, στις Σκανδιναβικές κοινωνίες μια σαφής δυναμική δημιουργίας.
Τα διακοσμημένα όπλα και χρηστικά αντικείμενα,καθώς και τα γλυπτά σε ξύλο, λίθο, μέταλλο ή ελεφαντόδοντο, αποτελούν ενδιαφέρουσες διακοσμητικές παραλλαγές, όχι, όμως, λαμπρές εκφάνσεις της τέχνης. Όπου υπήρξε μονιμότερη εγκατάσταση, όπως στις επαρχίες της βόρειας Αγγλίας και την Ισλανδία, παρατηρείται διάδοση των γλυπτικών δημιουργιών. Σε άλλες περιπτώσεις, για παράδειγμα στη Νορμανδία ή στη Ρωσία, η πολιτιστική ιδιαιτερότητα των Βίκινγκς σταδιακά εξέλιπε και οι αρχικοί επιδρομείς και κατακτητές αφομοιώθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό (στη Σλαβική Ρωσία) και πολιτισμό (στη Φραγκική Νορμανδία).

Η τέχνη των Σκανδιναβικών λαών είναι κατά βάση διακοσμητική. Γενικά χαρακτηρίζεται από την προτίμηση ζωικών και δευτερευόντως φυτικών μορφών. Οι αρχαιολόγοι έχουν διαγνώσει την ύπαρξη τεχνοτροπικής συνέχειας κατά την εποχή των Βίκινγκς αλλά και προκειμένου για προγενέστερες φάσεις. Τα διακοσμητικά θέματα που απαντούν τον 8ο αιώνα στη Σκανδιναβία, ιδίως στη νήσο Γκότλαντ (Gotland) της Βαλτικής, αποτελούν ουσιαστικά πρόδρομες μορφές της τέχνης των Βίκινγκς. Η Σκανδιναβική τέχνη αναπτύχθηκε ομαλά και εξελίχθηκε σε διαφορετικές εκφάνσεις, σε μια περίοδο που υπερβαίνει τα 300 χρόνια.

Διακρίνονται έξι επιμέρους τεχνοτροπικές φάσεις, οι οποίες λαμβάνουν την ονομασία τους από αντίστοιχα ευρήματα σε αρχαιολογικές θέσεις (οικισμούς και πόλεις). Όπως συμβαίνει σε κάθε διαδοχική εξέλιξη της τεχνοτροπίας, παρατηρείται επικάλυψη των περιόδων και μια ευχέρεια στην οριοθέτησή τους.

I) Oseberg 800 – 875: 

Το βασικότερο υλικό της Σκανδιναβικής τέχνης είναι το ξύλο, υλικό μαλακό και εύχρηστο. Έχουν διασωθεί αρκετά έργα από αυτό το υλικό, το σημαντικότερο από τα οποία είναι το πλοίο του Όζεμπεργκ στη νότια Νορβηγία. Το πλοίο έφερε περίτεχνη διακόσμηση με δύο βασικά μοτίβα. Το πρώτο είναι ένα μυθικό ζώο ή τέρας που έχει μικρή κεφαλή, πεδία για πρόσθετη διακόσμηση στο σώμα του και μια φυλλόσχημη επέκταση στο πίσω μέρος του. Το δεύτερο μοτίβο είναι μια σειρά από επαναλαμβανόμενες ζωικές μορφές, οι οποίες καλύπτουν το διακοσμητικό πεδίο με τα άκρα τους.

ΙΙ) Borre 850 – 950: 

Η τεχνοτροπία Borre, η οποία έλαβε την ονομασία της από ένα πλούσιο ταφικό σύνολο, αποτελεί ουσιαστικά θεματική εξέλιξη του δεύτερου ζωικού μοτίβου της τεχνοτροπίας Όζεμπεργκ. Το μοτίβο πλέον απλοποιείται, δεν παύει, όμως, να καταλαμβάνει ολόκληρο το εικονιστικό πεδίο. Η κεφαλή του ζώου βρίσκεται στο άνω μέρος της παράστασης,ενώ το σώμα σχηματίζει μια ομαλή καμπύλη καλύπτοντας αρμονικά το πεδίο. Άλλα μοτίβα είναι ένα λεοντόμορφο ζώο, καθώς και ένα πιο αφαιρετικό σχέδιο διαδοχικών δακτυλίων. Η τεχνοτροπία Borre ταυτίζεται με την περίοδο της κύριας εξάπλωσης των Βίκινγκς. Είναι πάντως, ιδιαίτερα δημοφιλής σε ευρήματα των Βίκινγκς στη Ρωσία.

III) Jelllnge 900 – 975: 

Περίπου την ίδια περίοδο με την τεχνοτροπία Borre αναπτύχθηκε και η Jellinge. Ονομάσθηκε έτσι από το περίτεχνο ζώο το οποίο παριστάνεται σε ένα ασημένιο κύπελλο μικρών διαστάσεων από τον οικισμό Jelling στη Γιουτλάνδη της Δανίας. Το μυθικό αυτό ζώο -πιθανότατα ένας δράκος- έχει λεπτό σώμα που θυμίζει ταινία και απλώνεται στην επιφάνεια του αγγείου. Ενδεικτική είναι επίσης η εύκαμπτη ουρά του και η πτύχωση των χαρακτηριστικών του.

IV) Mammen 950 – 1025: 

Το ύφος Mammen αποτελεί ομαλή συνέχεια του προηγουμένου Jellinge με περισσότερη έμφαση στον πλούτο της διακόσμησης και την εκφραστική δύναμη. Η τεχνοτροπία ονομάσθηκε από έναν μεγάλο εγχάρακτο πέλεκυ στην ομώνυμη θέση της Γιουτλάνδης. Κυριαρχούν οι καμπύλες φόρμες και οι απολήξεις σε σχήμα φύλλου ακάνθου, που περιβάλλουν, σχεδόν ασφυκτικά, το εικονιστικό θέμα του ζώου.

V) Ringerlke 1000 – 1075: 

Η τεχνοτροπία Ringerlke χαρακτηρίζεται από εκλέπτυνση των διακοσμητικών δεδομένων και αποφυγή του υπερβολικού διακόσμου. Οι φυλλόσχημες απολήξεις εδώ είναι πιο διακριτικές και μετασχηματίζονται σε λεπτούς ελικοειδείς βλαστούς οι οποίοι, όμως, ενίοτε καταλαμβάνουν ολόκληρη την παράσταση. Το ύφος αυτό γνώρισε ιδαίτερη διάδοση στα λίθινα γλυπτά και ορισμένα θαυμάσια δείγματα του έχουν διασωθεί από την Αγγλία του 11ου αιώνα.

VI) Urnes 1050 – 1150:

Με την τεχνοτροπία αυτή φθάνουμε στο τέλος της Εποχής των Βίκινγκς και της τέχνης τους. Πρόκειται για ένα ύφος το οποίο χαρακτηρίζεται από κορύφωση της εκλέπτυνσης και πνευματικοποίηση της φόρμας. Οι περίτεχνες καμπύλες και οι ζωικές φόρμες σχηματίζουν ένα σχεδόν αφαιρετικό σύνολο, στο πλαίσιο του οποίου προέχει η γενική εντύπωση.
Τα γενικά χαρακτηριστικά της τέχνης των Βίκινγκς μπορούν να συνοψισθούν στην υπεροχή των διακοσμητικών έναντι των παραστατικών προθέσεων.

Α) Κοσμήματα

Η κοσμηματοποιία γνώρισε σημαντική ανάπτυξη στον κόσμο των Βίκινγκς. Ποικίλα κοσμήματα – περιδέραια, βραχιόλια, δακτυλίδια, πόρπες χρησιμοποιούντο τόσο από τις γυναίκες όσο και από τους άνδρες. Υπήρχε μια σαφής προτίμηση στον προσωπικό στολισμό των ατόμων, καθώς αποτελούσε έναν άμεσο τρόπο προβολής πλούτου και κοινωνικού κύρους. Η τάση αυτή ενισχυόταν από τους πλούσιους θησαυρούς οι οποίοι εισέρρεαν στη Σκανδιναβία με τις επιδρομές στην Ευρώπη. Τα υλικά κατασκευής των κοσμημάτων είχαν ποικίλη προέλευση. Τα πολυτιμότερα κομμάτια κατασκευάζονταν από χρυσό και άργυρο.

Οι Βίκινγκς προσπορίζονταν τα υλικά αυτά με δύο κύριους τρόπους, δεδομένης της έλλειψης αξιόλογων κοιτασμάτων μετάλλων στη Σκανδιναβία. Ο ένας ήταν μέσω των επιδρομών στις πόλεις και τις εγκαταστάσεις της δυτικής Ευρώπης.Σημαντική πηγή πλούτου ήταν τα μοναστήρια, ιδίως της Ιρλανδίας και της Καρολίγγειας Γαλλίας, διότι οι Χριστιανικές μονές συγκέντρωναν πολύτιμα λειτουργικά αντικείμενα, αλλά και ιδιωτικές περιουσίες, αφού θεωρούντο συνήθως απρόσβλητα (όχι όμως και για τους μη – Χριστιανούς Βίκινγκς). Ο δεύτερος τρόπος ήταν πιο ειρηνικός, μέσω, δηλαδή, των εμπορικών συναλλαγών τις οποίες είχαν αναπτύξει οι Βίκινγκς με τον κόσμο της Ανατολής (Ρώσους, Βυζαντινούς, Χαζάρους και ιδίως με τους Άραβες).

Οι χερσαίες και οι ποτάμιες εμπορικές οδοί της ηπειρωτικής Ρωσίας έφερναν τους Σκανδιναβούς σε επαφή με τις πλούσιες σε μεταλλεύματα περιοχές της Αραβοκρατούμενης Μέσης Ανατολής. Όταν, όμως, τα αποθέματα αργύρου των Αράβων και του Ινδικού Καυκάσου άρχισαν να εξαντλούνται, στα μέσα του 10ου αιώνα, οι Βίκινγκς περιόρισαν τις εμπορικές τους διεισδύσεις στην Ανατολή και επανέλαβαν σφοδρότερα τις επιδρομές τους στη Δύση. Άλλα υλικά που χρησιμοποιούντο κατά την κατασκευή κοσμημάτων ήταν ο φθηνότερος ορείχαλκος (μείγμα χαλκού με ασήμι) και ο κασσίτερος (μείγμα αργύρου με άλλα μέταλλα).
Πολλά περίαπτα, χάνδρες και δακτυλίδια κατασκευάζονταν από ειδικά χρωματισμένο γυαλί, αχάτη και κεχριμπάρι. Υπήρχαν επίσης απλούστερα κοσμήματα από οστά ζώων ή και φυτικά στοιχεία, τα οποία προτιμούσαν οι πιο πτωχοί κάτοικοι. Τα σχέδια και τα μοτίβα εντάσσονται στη γενικότερη ιστορία των σκανδιναβικών τεχνοτροπιών και της εξέλιξής τους Τα κοσμήματα των Βίκινγκς χαρακτηρίζονταν από λεπτές και δυναμικές φόρμες και λεπτομερή διακόσμηση. Οι τεχνικές που χρησιμοποιούντο σε μεγάλο βαθμό ήταν η κοκκίδωση, η συρματερή και η ένθεση γυαλιού, κεχριμπαριού ή ημιπολύτιμων λίθων.
Τα θεματικά μοτίβα της διακόσμησης αλλά και ο συνολικός σχεδιασμός των κοσμημάτων είχαν επηρεασθεί από τις διακοσμητικές παραδόσεις της δυτικής Ευρώπης, ιδίως των Κελτών και των Αγγλοσαξώνων. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της Σκανδιναβικής κοσμηματοποιίας είναι η παρατηρούμενη μεταποίηση, δηλαδή η κατασκευή κοσμημάτων με βάση παλαιότερα κοσμήματα ή άλλα αντικείμενα. Συχνά έλιωναν χρυσά και αργυρά νομίσματα για να κατασκευάσουν λεπτές ράβδους, τις οποίες κατόπιν μετασχημάτιζαν σε περιδέραια, βραχιόλια και δακτυλίδια.

Συνήθη σχήματα περιάπτων ήταν δύο διαφορετικά θρησκευτικά σύμβολα, η παγανιστική σφύρα του Θωρ, σε σχήμα αντεστραμμένου ταυ και (από τον 11ο αιώνα κυρίως) ο Χριστιανικός σταυρός. Τα δύο μοτίβα συνυπήρχαν για μια μεγάλη περίοδο, αντανακλώντας τη βαθμιαία εισαγωγή της νέας θρησκείας. Το συνηθέστερο είδος κοσμήματος ήταν η πόρπη και η συγγενική της καρφίτσα. Οι γυναίκες τις χρησιμοποιούσαν για να στερεώνουν το εξωτερικό τους ένδυμα και οι άνδρες για να στερεώνουν τον μανδύα τους. Τα κοσμήματα αυτά κατασκευάζονταν σχεδόν αποκλειστικά από ορείχαλκο, αφού η χρήση τους ήταν περισσότερο πρακτική παρά αισθητική.

Β) Άλλες Διακοσμητικές Τέχνες

Η Σκανδιναβία διέθετε αξιόλογη παράδοση ξυλογλυπτικής, καθώς τα πυκνά δάση της Νορβηγίας παρείχαν άφθονη πρώτη ύλη. Άλλωστε, τα ποικίλα αρχιτεκτονήματα των Βίκινγκς (οικιστικά συγκροτήματα, στρατιωτικές εγκαταστάσεις και ναοί) κατασκευάζονταν από ξύλο. Μόνο μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού καθιερώθηκε η αρχιτεκτονική και η γλυπτική με πέτρα, χωρίς, όμως, να παύσει η ανέγερση αμιγώς ξύλινων οικοδομημάτων ή η γλυπτική επεξεργασία του ξύλου.

Ως διακοσμητική τέχνη η ξυλογλυπτική μπορούσε να εφαρμοσθεί σε ποικίλες περιπτώσεις: στα αρχιτεκτονικά στοιχεία των κτισμάτων, στις πλώρες και τις πρύμνες των πλοίων (μερικά από τα ωραιότερα ακρόπρωρα της Ιστορίας ανήκουν στους Βίκινγκς), στις άμαξες, στα έλκηθρα και στα αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Τα δένδρα τα οποία χρησιμοποιούντο στην ξυλογλυπτική ήταν συνήθως η βελανιδιά και το πεύκο. Τα σχέδια ήταν στις περισσότερες περιπτώσεις απλές εγχαράξεις ή χαμηλά ανάγλυφα. Τα πιο περίτεχνα κομμάτια είχαν ανάγλυφα σχέδια σε δύο επίπεδα βάθους, με επιφανειακή και εσώτερη διακόσμηση.

Είναι επίσης γνωστά έργα τέχνης σε χαυλιόδοντες θαλάσσιων ελεφάντων. Οι κύριες πηγές προμήθειας αυτού του υλικού ήταν οι περιοχές της βόρειας Νορβηγίας, η Λευκή θάλασσα και,από τον 11ο αιώνα, η Γροιλανδία. Το ελεφαντόδοντο αυτού του είδους εξαγόταν, μάλιστα, σε σημαντικές ποσότητες στην Αγγλία, τη Φλάνδρα και τις παραρρήνιες Γερμανικές περιοχές. Στις αρχές του 11ου αιώνα άρχισε να αντικαθίσταται από τους χαυλιόδοντες των Αφρικανικών ελεφάντων. Το ελεφαντόδοντο χρησιμοποιείτο στη μικρογλυπτική, σε πόρπες και σε παιχνίδια, όπως στο περίφημο σύνολο με φιγούρες για σκάκι από τις νήσους Εβρίδες της Σκωτίας (12ος αιώνας).

ΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΒΙΚΙΝΓΚΣ (ΟΙ ΡΟΥΝΟΙ)

Στον αντίποδα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπου χρησιμοποιείτο το Λατινικό και το Ελληνικό αλφάβητο, οι πληθυσμιακές ομάδες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης άρχισαν να χρησιμοποιούν μια νέα και αρκετά διαφορετική γραφή, τη Ρουνική. Η γραφή αυτή χρησιμοποιεί ιδιαίτερα γράμματα, τους Ρούνους. Από τα επιγραφικά και τα γενικότερα αρχαιολογικά δεδομένα γνωρίζουμε ότι η Ρουνική γραφή χρησιμοποιήθηκε από έναν μεγάλο αριθμό εθνοτήτων. Σε αυτόν περιλαμβάνονται τα φύλα που κατοικούσαν στις σημερινές περιοχές της Γερμανίας, της Δανίας, των Κάτω Χωρών, της Ελβετίας, της Αυστρίας, της Σκανδιναβίας, καθώς και σε εκτεταμένες περιοχές της ανατολικής Ευρώπης, έως τον Δνείπερο και τη Μαύρη θάλασσα.

Τα φύλα αυτά χαρακτηρίζονταν από γλωσσική και πιθανότατα φυλετική ομοιογένεια και οι επιμέρους γλώσσες τους ονομάζονταν Γερμανικές (Germanic). Στην κατηγορία αυτή υπάγεται και η γλώσσα των Βίκινγκς, η οποία παρουσίαζε μια πρόσθετη ενοποίηση χαρακτηριστικών στη γεωγραφική περιοχή της Σκανδιναβίας. Το Ρουνικό αλφάβητο ή σύστημα γραφής απαντά για πρώτη φορά τον 2ο αιώνα μ.Χ. Συνέχισε να χρησιμοποιείται κατά τους λεγόμενους Σκοτεινούς Αιώνες και, φυσικά, κατά την Εποχή των Βίκινγκς, ως βασικό εκφραστικό μέσο των Βόρειων λαών. Η χρήση του παρέμεινε αμείωτη έως το τέλος της Μεσαιωνικής περιόδου, οπότε άρχισε σταδιακά να αντικαθίσταται από το Λατινικό αλφάβητο.
Κατά τη μεταβολή αυτή υπήρξε καίρια η συμβολή της Χριστιανικής θρησκείας, η οποία από το τέλος του 10ου αιώνα εξαπλώθηκε ραγδαία, αν και όχι χωρίς αντίσταση. Σε πολλές περιπτώσεις οι Ρούνοι θεωρήθηκαν υπολείμματα της παλαιάς εθνικής θρησκείας και η χρήση τους απαγορεύθηκε. Υπήρξαν, ωστόσο, μεμονωμένες περιοχές, όπου η Ρουνική γραφή συνέχισε να χρησιμοποιείται έως και τη σύγχρονη εποχή. Το Ρουνικό αλφάβητο ονομάζεται futhark, από τα πρώτα έξι γράμματά του (ο φθόγγος th αποδιδόταν με ένα ιδιαίτερο γράμμα). Το αρχικό αλφάβητο (περί το 150 – 750 μ.Χ.) είχε 24 στοιχεία, τα οποία αντιπροσώπευαν διαφορετικούς φθόγγους, ορισμένους χαρακτηριστικούς της Μεσαιωνικής Σκανδιναβικής γλώσσας.
Αργότερα το αλφάβητο περιορίσθηκε σε 16 στοιχεία. Τα γράμματα είναι λεπτά και κάθετα και δεν διαθέτουν καμπύλες στα σχήματά τους. Με εξαίρεση τρία, είναι ισοϋψή και αρκετά απλά στη σύλληψή τους. Η μορφή των γραμμάτων σχετίζεται άμεσα με το υλικό εφαρμογής τους. Το Ρουνικό αλφάβητο, δηλαδή, χρησιμοποιήθηκε ευθύς εξαρχής για εγχαράξεις, αρχικά σε ξύλο, κατόπιν σε πέτρα, οστούν και μέταλλο. Παραλλαγές στη μορφή των γραμμάτων παρουσιάζονται ήδη από τα πρώτα δείγματα της Ρουνικής γραφής (αντίστοιχες ποικιλίες στις γραμματοσειρές υπήρχαν και στο Αρχαιοελληνικό αλφάβητο). Τα κείμενα γράφονταν στις περισσότερες περιπτώσεις από τα αριστερά προς τα δεξιά, αλλά και αντίστροφα, τουλάχιστον στις πρώιμες φάσεις.
Υπήρχαν επίσης κείμενα γραμμένα βουστροφηδόν, με την κατεύθυνση της γραφής να αλλάζει ανά σειρά. Δεν υφίσταντο αυστηροί κανόνες γραφής, καθώς σε κείμενα, για παράδειγμα, τα οποία γράφονταν από τα αριστερά προς τα δεξιά ένα γράμμα μπορούσε να είναι σε αντίστροφη κατεύθυνση ή ακόμη και ανάποδα. Η προέλευση του Ρουνικού αλφαβήτου συνιστά ένα αμφιλεγόμενο θέμα, το οποίο έχει επιτρέψει τη διατύπωση ποικίλων θεωριών. Η εμφανής ομοιότητα ορισμένων γραμμάτων με αντίστοιχα στοιχεία του Λατινικού αλφαβήτου οδήγησε αρκετούς μελετητές στο συμπέρασμα ότι η Ρουνική γραφή προέρχεται από τη Λατινική.
Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία η Ρουνική εμφανίσθηκε για πρώτη φορά στην κεντρική Ευρώπη κατά την Ύστερη Αρχαιότητα και αναπτύχθηκε από Γερμανικά φύλα που βρίσκονταν σε επαφή με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.Πράγματι, μερικά Ρουνικά γράμματα είναι πανομοιότυπα με τα Λατινικά, ενώ άλλα αποτελούν απλές παραλλαγές τους. Υπάρχουν, ωστόσο, χαρακτήρες που δεν σχετίζονται φωνητικά ή μορφολογικά με τους αντίστοιχους Λατινικούς. Η ανεύρεση αντικειμένων με επιγραφές με Ρούνους στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Ευρώπης επέτρεψε την εναλλακτική υπόθεση ότι η Ρουνική γραφή επινοήθηκε εκεί, πιθανότατα από Γότθους που έδρευαν πέρα από τον Δούναβη και κοντά στους ποταμούς Βιστούλα και Δνείπερο.
Υπέρ αυτής της άποψης αναφέρεται η ομοιότητα ορισμένων Ρουνικών χαρακτήρων με γράμματα του Ελληνικού αλφαβήτου. Μια τρίτη άποψη βασίζεται στην ομοιότητα του πρώιμου futhark με επιγραφές στην περιοχή των Άλπεων, στην Ελβετία και τη Βόρεια Ιταλία. Η επινόηση των Ρούνων αποδίδεται σε εκρωμαισμένους Γερμανούς της περιοχής. Πρόσφατα προβλήθηκε μια τέταρτη υπόθεση, η οποία υποστηρίζει την προέλευση των Ρούνων από Γερμανικά φύλα που κατοικούσαν στη Γιουτλάνδη της Δανίας. Υπάρχουν αρκετά πρώιμα κείμενα σε Ρουνική γραφή σε Δανικά εδάφη.

Σε κάθε περίπτωση, η Ρουνική γραφή επινοήθηκε υπό την προφανή πολιτιστική επίδραση του Ελληνορρωμαϊκού κόσμου, στην περιφέρεια των συνόρων του. Οι Γερμανικοί λαοί που ανέπτυξαν τη νέα γραφή προσάρμοσαν τα Ελληνικά και Λατινικά στοιχεία στις ιδιομορφίες των γλωσσών τους. Η Ρουνική γραφή διαδόθηκε χάρη στις μεταναστεύσεις των Γερμανικών φύλων και, στις αρχές του 6ου αιώνα, είχε διαδοθεί σε περιοχές πολύ απομακρυσμένες μεταξύ τους, όπως η Αγγλία, η Ρωσία, η Σκανδιναβία και η Ουγγαρία. Εκτός από το θέμα της προέλευσης των Ρούνων, αινιγματική παραμένει και η ουσιαστική χρήση τους, ο λόγος για τον οποίο επινοήθηκαν και οι ανάγκες στις οποίες ανταποκρίθηκαν.

Οι μελετητές της γραφής ως γενικότερου πολιτιστικού φαινομένου αναφέρουν τη σχεδόν αυτονόητη ερμηνεία της πρακτικής χρήσης, για καθημερινές απλές δραστηριότητες, για την επικοινωνία των μελών μιας κοινότητας. Η θέση αυτή αναφέρεται, όμως, περισσότερο στις εφαρμογές της επινόησης και στις μεταγενέστερες χρήσεις της και δεν εξηγεί κατ’ ανάγκη τα αίτια της αρχικής γένεσης της γραφής. Ειδικά όσο αφορά τη Ρουνική γραφή υπάρχει και η θρησκευτική – μαγική ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία το αλφάβητο αυτό αναπτύχθηκε από τους βόρειους λαούς για ιδιαίτερους τελετουργικούς σκοπούς.

Οι πρώιμες Ρουνικές επιγραφές περιέχουν ειδικές λεκτικές φόρμες, που χρησιμοποιούντο για παροχή προστασίας, πρόκληση γονιμότητας και ευημερίας ή σχετίζονταν με θρησκευτικές πρακτικές. Η ύπαρξη αυτών των επαναλαμβανόμενων λέξεων προσέδιδε ιδιαίτερη αξία στο αντικείμενο στο οποίο αναφέρονταν, τονίζοντας την αποτροπαϊκή σημασία του. Με αυτή την ερμηνεία των Ρούνων φαίνεται να συμφωνεί και η ίδια η ονομασία τους. Η λέξη »Ρούνος» ετυμολογείται από την παλαιά Αγγλική run, που σημαίνει μυστήριο, μυστικό. Σύμφωνα με τη Σκανδιναβική μυθολογία, οι Ρούνοι επινοήθηκαν από τον ίδιο τον Θεό Όντιν, ο οποίος έμενε κρεμασμένος ανάποδα επί εννέα ημέρες και νύκτες στο αρχέγονο δένδρο Υγκντραζίλ, για να κατανοήσει τη μυστική σημασία τους.

Πιθανότατα οι Ρούνοι χρησιμοποιούντο αρχικά για τελετουργικούς σκοπούς και αργότερα η χρήση τους επεκτάθηκε και σε απλές, καθημερινές εφαρμογές. Η Ρουνική γραφή εμφανίζει ποικιλίες και παραλλαγές, δεδομένου, άλλωστε, ότι χρησιμοποιήθηκε επί αιώνες από ποικίλες πληθυσμιακές ομάδες και για πολλές χρήσεις. Ο συνολικός αριθμός των Ρουνικών επιγραφών τις οποίες γνωρίζουμε σήμερα ανέρχεται σε περίπου 5.000. Οι περισσότερες από αυτές έχουν βρεθεί στις Σκανδιναβικές χώρες, ιδίως στη Σουηδία. Η χρήση των Ρούνων φαίνεται ότι σταδιακά περιορίσθηκε στους λαούς της Σκανδιναβίας, αφού οι εκχριστιανισμένοι Γερμανοί και Αγγλοσάξωνες υιοθέτησαν το Λατινικό αλφάβητο, ενώ οι Ρώσοι και οι Σλάβοι το Κυριλλικό.

Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Οι λαοί της Σκανδιναβίας διέθεταν μια ιδιαίτερα αναπτυγμένη προφορική παράδοση ιστοριών και ποιημάτων, τα οποία απήγγελαν κατά τη διάρκεια εορταστικών εκδηλώσεων οι λεγόμενοι »σκάλδοι» (skaldar), αοιδοί που ανάπλαθαν τις αρχαίες παραδόσεις συστηματοποιώντας και διασώζοντας ορισμένες διηγήσεις. Οι περισσότερες από τις ιστορίες αυτές ήταν γνωστές στις ευρύτερες κοινότητες και στα απλά μέλη τους. Η θέση των σκάλδων στις Σκανδιναβικές κοινωνίες ήταν αξιοσημείωτα υψηλή και αιτιολογείται λόγω της λειτουργίας τους ως φορέων διατήρησης της συλλογικής μνήμης για την κοινότητα. Η ζωή, μάλιστα, ορισμένων σκάλδων κατέστη μεταγενέστερα θέμα σύνθεσης για νέες σάγκες.

Η σκαλδική ποίηση συνετίθετο και παραδιδόταν από γενιά σε γενιά κατά τρόπο προφορικό. Τα ποιήματα διαρθρώνονταν σε στροφές των οκτώ στίχων και είχαν ποικίλα μέτρα. Τα σημαντικότερα ήταν το »αυλικό μέτρο» (drottkvoett) και η »τονισμένη στροφή» (hrynhent). Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της σκαλδικής ποίησης αποτελούσαν οι συνηχήσεις και οι εσωτερικές ομοιοκαταληξίες, καθώς και οι παρηχήσεις ανά δύο σειρές. Από τεχνική άποψη τα έργα αυτά ήταν αρκετά σύνθετα και μελετημένα. Ένα άλλο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό τους είναι τα λεγόμενα κένινγκ (kenningar), σύνθετα μεταφορικά ονόματα, μετωνυμίες για διάφορα αντικείμενα και έννοιες. Τα κένινγκ εντυπωσιάζουν με την πρωτοτυπία και την ευρηματικότητά τους. Για παράδειγμα:

  • Βροχή των οστών = αίμα.
  • Δροσιά των νεκρών = αίμα
  • Στέγη της μάχης = ασπίδα
  • Άρχοντας των δακτυλιδιών = βασιλιάς
  • Ανάπαυση των δοράτων = ειρήνη
  • Κουπί του αίματος = σπαθί
  • Πάγος / ψάρι της μάχης = σπαθί
  • Χρωματιστής σπαθιών = πολεμιστής
  • Διασκεδαστής του αετού = πολεμιστής
  • Λιχουδιά του κορακιού = πολεμιστής
  • Δένδρο των λύκων = κρεμάλα
  • Ξύλινος ίππος = κρεμάλα
  • Άσμα των δοράτων = μάχη
  • Πανηγύρι των αετών = μάχη
  • Κάμπος των Βίκινγκς = θάλασσα
  • Αλυσίδα των νησιών = θάλασσα.

Η κυριότερη κατηγορία της σκαλδικής ποίησης ήταν οι πανηγυρικοί λόγοι (drapur), οι οποίοι συνετίθεντο και εκφωνούντο από αυλικούς ποιητές. Αποστολή τους ήταν να δοξάσουν τους βασιλείς και τους τοπικούς ηγεμόνες. Αποτελούν λεπτομερείς περιγραφές ηρωικών πράξεων και ανδραγαθημάτων, συχνά με παράθεση αρκετών αιματηρών λεπτομερειών. Οι πανηγυρικοί εκφωνούντο κατά τη διάρκεια εορταστικών εκδηλώσεων παρουσία των πρωταγωνιστών τους. Στους πανηγυρικούς περιλαμβάνονται και τα νεκρικά άσματα, που επαινούσαν τους νεκρούς εξαίροντας τις αρετές και τον βίο τους.

Δεδομένων των ισχυρών οικογενειακών δεσμών που επικρατούσαν μεταξύ των Βίκινγκς, οι επικήδειοι αυτοί αποτελούσαν ταυτόχρονα έπαινο για τους συγγενείς και τους απογόνους του νεκρού. Λόγω αυτού του γεγονότος το στοιχείο της υπερβολής εμφιλοχωρούσε πολύ συχνά στην κατηγορία αυτή. Άλλες κατηγορίες της σκαλδικής ποίησης ήταν τα ποιήματα ασπίδων, λεπτομερείς περιγραφές του βασικότερου όπλου ενός πολεμιστή. Τα κείμενα αναφέρονταν στα σχήματα, τους χρωματισμούς, τις παραστάσεις και τη χρήση των ασπίδων, αποτελώντας πολύτιμα ιστορικά στοιχεία. Ελάσσονες κατηγορίες αποτελούσαν τα ερωτικά ποιήματα και ποιήματα με καθημερινά θέματα (lausavisur).

Η κυριαρχία της προφορικής διήγησης έναντι της γραπτής μνείας των παραδόσεων σχετίζεται και με τις εγγενείς δυσκολίες τις οποίες παρουσίαζε η Ρουνική γραφή. Η καταγραφή των Σκανδιναβικών λογοτεχνικών θησαυρών πραγματοποιήθηκε μόνο μετά την έλευση της Χριστιανικής θρησκείας και τη συνακόλουθη επικράτηση του Λατινικού αλφαβήτου, το οποίο κατοχύρωνε τη διαφύλαξη των αρχαίων προφορικών παραδόσεων. Ταυτόχρονα, όμως,ανέκυπτε ένα διαφορετικό πρόβλημα. Οι μεταγενέστεροι Μεσαιωνικοί συγγραφείς πτυχών της ιστορίας, της θρησκείας και των δραστηριοτήτων των Βίκινγκς ήταν Χριστιανοί, οι οποίοι είτε αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη το παγανιστικό παρελθόν των Σκανδιναβών είτε το ερμήνευαν υπό τη δική τους, Χριστιανική οπτική.

Τα ίδια τα λογοτεχνικά κείμενα -ποίηση, πεζογραφία,ύμνοι- καταγράφηκαν από τον 12ο έως και τον 15ο αιώνα, όταν, δηλαδή, η Εποχή των Βίκινγκς είχε παρέλθει οριστικά. Οι δύο αυτοί παράγοντες, οι Χριστιανικές πεποιθήσεις των συγγραφέων και η χρονολογική τους απομάκρυνση από τα γεγονότα που περιγράφουν, προκάλεσαν ως έναν βαθμό αλλοίωση ή ανάπλαση των ιστορικών δεδομένων. Γι’ αυτό οι σύγχρονοι μελετητές εξετάζουν με προσοχή τα λογοτεχνικά κείμενα και δεν θεωρούν ότι έχουν αδιαμφισβήτητη ιστορική αξία. Δεν παύουν, ωστόσο, να αποτελούν πολύτιμες πηγές πληροφοριών και να παρέχουν στοιχεία όχι μόνο για την Εποχή των Βίκινγκς αλλά και για τις μεταγενέστερες Χριστιανικές κοινωνίες και τον τρόπο με τον οποίο οι τελευταίες προσελάμβαναν το παρελθόν.

Το κυριότερο και προσφιλέστερο είδος της Μεσαιωνικής Σκανδιναβικής λογοτεχνίας είναι η σάγκα (saga). Ο όρος, Ισλανδικής καταγωγής, σημαίνει »αυτό που λέγεται», υπενθυμίζοντας τη σημασία της προφορικής παράδοσης στην ανάπτυξη του λογοτεχνικού είδους. Σάγκες εμφανίσθηκαν αρχικά κατά τον 12ο αιώνα και διήρκεσαν έως τις αρχές του 15ου. Τα παλαιότερα δείγματα χρονολογούνται περί το 1150. Πρόκειται αποκλειστικά για θρησκευτικά κείμενα, μεταφράσεις Λατινικών κειμένων με βιογραφίες αγίων και αποστόλων της Χριστιανικής Εκκλησίας. Συνεπώς οι πρώιμες σάγκες και η εμφάνισή τους σχετίζονται με την εξάπλωση του Χριστιανισμού στους Σκανδιναβικούς λαούς.

Ένα άλλο είδος της Μεσαιωνικής Σκανδιναβικής λογοτεχνίας είναι η έδδα (edda).Η Πεζή ή Νεώτερη Έδδα είναι συγγραφικό έργο του Ισλανδού ποιητή, ιστορικού και πολιτικού Σνόρι Στούρλουσον (1179 – 1241) και χρονολογείται περί το 1220. Η Πεζή Έδδα αποτελεί ουσιαστικά ένα εγχειρίδιο για τους δημιουργούς της σκαλδικής ποίησης, ένα πρότυπο λογοτεχνικό δοκίμιο. Διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη: τον πρόλογο, όπου ο Στούρλουσον, Χριστιανός ο ίδιος, αποπειράται να ερμηνεύσει ορθολογικά την παγανιστική μυθολογία. Υπάρχουν δύο έδδες, μεγάλες συλλογές κειμένων που παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των Βίκινγκς και το μυθολογικό τους πάνθεο.

Η Ποιητική ή Παλαιότερη Έδδα αποτελείται από 34 ποιήματα μυθικού και ηρωικού περιεχομένου τα οποία συνετέθηκαν και καταγράφηκαν από τον ύστερο 10ο έως τον 13ο αιώνα στην Ισλανδία, από διαφορετικούς συγγραφείς. Τα ίδια τα ποιήματα είναι αρκετά παλαιότερα ως συλλήψεις και πρέπει να χρονολογηθούν τουλάχιστον στις αρχές της Μεσαιωνικής περιόδου. Δέκα από αυτά έχουν μυθικό περιεχόμενο και τα υπόλοιπα είναι ηρωικές αφηγήσεις για μεγάλες μορφές του παρελθόντος των Γερμανικών λαών, όπως τον Σίγκουρντ, τον Αττίλα τον Ούννο και τον Ερμανέριχο τον Γότθο. Η Πεζή ή Νεώτερη Έδδα είναι συγγραφικό έργο του Ισλανδού ποιητή, ιστορικού και πολιτικού Σνόρι Στούρλουσον (1179 – 1241) και χρονολογείται περί το 1220.
Η Πεζή Έδδα αποτελείουσιαστικά ένα εγχειρίδιο για τους δημιουργούς της σκαλδικής ποίησης, ένα πρότυπο λογοτεχνικό δοκίμιο. Διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη: τον πρόλογο, όπου ο Στούρλουσον, Χριστιανός ο ίδιος, αποπειράται να ερμηνεύσει ορθολογικά την παγανιστική μυθολογία και θρησκεία. Θεωρεί ότι οι θεοί των Βίκινγκς ήταν αρχαίοι ήρωες, Τρώες που μετανάστευσαν προς τον Βορρά μετά την πτώση της Τροίας. Το δεύτερο μέρος, «Η εξαπάτηση του Γκύλφι (Gylfaginning)», αναφέρεται στη μυθολογία. Το τρίτο μέρος, «Η γλώσσα της ποίησης (Skaldskaparmal)», συζητά την τεχνική της προσωδίας με μυθολογικά και ετυμολογικά παραδείγματα.
Το τελευταίο μέρος, ο «Κατάλογος των ποιητικών τύπων (Hattartal)», αποτελείται από ποιήματα που επαινούν τον βασιλιά Χάκωνα Δ’ της Νορβηγίας και έναν τοπικό ηγεμόνα. Ο Στούρλουσον αποτελεί οπωσδήποτε τη σημαντικότερη λογοτεχνική μορφή της Μεσαιωνικής Ισλανδίας, αν όχι ολόκληρου του Σκανδιναβικού κόσμου. Ανήκε σε μια από τις πλουσιότερες και ισχυρότερες οικογένειες της Ισλανδίας. Παράλληλα ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα και διετέλεσε ερμηνευτής των νόμων (Lognann) στη μεγάλη γενική συνέλευση Άλθινγκ των Ισλανδών. Διατηρούσε πολιτικές επαφές με τον θρόνο της Νορβηγίας, την οποία επισκέφθηκε δύο φορές. Φαίνεται ότι ήταν υπέρ της πολιτικής ένωσης της Νορβηγίας και της Ισλανδίας.
Τελικά, δολοφονήθηκε κατά διαταγή του Νορβηγού βασιλιά Χάκωνα Δ’, τον Σεπτέμβριο του 1241, διότι δεν είχε επιτύχει την προσάρτηση της νήσου στο Νορβηγικό βασίλειο (η ένωση των δύο κρατών πραγματοποιήθηκε τελικά το 1263). Το σημαντικότερο έργο του Στούρλουσον είναι η Χάιμσκρινγκλα, μια επική εξιστόρηση των πρώτων βασιλέων της Νορβηγίας έως το έτος 1177. Ο Στούρλουσον ανάγει τη Νορβηγική δυναστεία στους αρχαίους θεούς, τους οποίους, όμως, θεωρεί υπαρκτούς ανθρώπους (ευημεριστική αντίληψη).
Κύριες πηγές της συγγραφής του ήταν η σκαλδική ποίηση και προγενέστερα έργα ιστορικής υφής, αλλά και παραδόσεις και γενεαλογίες. Ως συγγραφέας εισάγει ψυχολογικά στοιχεία στην ερμηνεία των γεγονότων και αποκλείει την υπερφυσική ή θεϊκή παρέμβαση. Η Χάιμσκρινγκλα αποτελεί το λαμπρότερο δείγμα της Σκανδιναβικής λογοτεχνίας και συνετέλεσε, ως συλλογή εθνικής ιστορίας και φυλετικών παραδόσεων, στην αυτοσυνειδησία των Νορβηγών και των Ισλανδών κατά τη νεώτερη εποχή.

ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ

Στην καρδιά του Χριστιανικού Μεσαίωνα οι Βίκινγκς αποτελούσαν μια εξαίρεση διατηρώντας την πολυθεϊστική παγανιστική λατρεία των προγόνων τους και τις μαγικές πεποιθήσεις του παρελθόντος. Οι Σκανδιναβικές κοινωνίες, απομονωμένες από τις θρησκευτικές εξελίξεις στη δυτική Ευρώπη και τη Μεσόγειο όπου ο Χριστιανισμός κατίσχυσε από τον 4ο αιώνα,παρέμειναν σταθερές στη φυσιολατρική πίστη τους. Η Σκανδιναβική θρησκεία ήταν επιφανειακά απλή, χωρίς ιδιαίτερη συστηματοποίηση στη σύλληψή της, αλλά με πρωτοφανή πλούτο στις ιδέες και τις εικόνες της.

Αυτά τα χαρακτηριστικά της Σκανδιναβικής θρησκείας αποτέλεσαν την αιτία τόσο για την απαράμιλλη γοητεία που συνεχίζει να ασκεί μέχρι σήμερα, όσο και για την εύκολη κατάρρευσή της μπροστά στον σαφή και δογματικό Χριστιανισμό. Καθώς δεν υπήρχε μια επίσημη θρησκεία αλλά ένα σύνολο πεποιθήσεων και ιεροπραξιών, δεν υφίστατο αντίστοιχα και διακριτό ιερατείο. Την εκτέλεση των θρησκευτικών λειτουργιών αναλάμβαναν οι τοπικοί αρχηγοί σε κάθε επίπεδο εξουσίας. Στον μικρό κύκλο των οικογενειών καθήκοντα ιερέα ασκούσε ο πατέρας ή ο επικεφαλής της οικογένειας, στους μικρούς αγροτικούς οικισμούς ο επικεφαλής κάτοχος γαιών.
Στην Ισλανδία αυτοί οι τοπικοί αρχηγοί – ιερείς ονομάζονται »γκοντάρ» (godar), »άνθρωποι των θεών». Το αξίωμά τους ήταν κατά βάση κληρονομικό, όχι όμως και περιορισμένο σε μια ομάδα ανθρώπων. Ένας κάτοχός του μπορούσε να εκπέσει από το αξίωμα και να το αναλάβει κάποιος άλλος για πρώτη φορά. Οι θρησκευτικές εκδηλώσεις και πρακτικές ήταν απλές, με υποτυπώδες τυπικό. Οι τελετουργίες αυτές είχαν συνήθως ευχετικό ή αποτροπαϊκό χαρακτήρα, αποσκοπούσαν δηλαδή στην επίκληση των υπερφυσικών δυνάμεων, ώστε να ευοδωθεί μια επιθυμία ή να αποτραπεί ένα κακό.
Σύμφωνα με τον Άραβα συγγραφέα Ιμπν Φαντλάν, οι Ρως (εκσλαβισμένοι Σουηδοί Βίκινγκς) που κατέπλεαν τον Βόλγα, ασκούσαν τη λατρεία τους συχνά σε ένα μικρό νησί του ποταμού. Οι θρησκευτικές τους εκδηλώσεις είχαν έναν πολύ πρακτικό σκοπό, να επιτύχουν οι εμπορικές συναλλαγές τους στην περιοχή. Η θεότητα αντιπροσωπευόταν από ένα κομμάτι ξύλου, στο οποίο είχαν σκαλισθεί τα χαρακτηριστικά μιας ανθρώπινης (εδώ Θεϊκής) μορφής. Το είδωλο αυτό είχε τοποθετηθεί σε ένα μικρό ξέφωτο και γύρω του υπήρχαν άλλα, μικρότερα ξύλινα ειδώλια, σφηνωμένα στο έδαφος.
Οι Ρως γονάτιζαν μπροστά στο άγαλμα και του απευθύνονταν απαριθμώντας όλα τα εμπορεύματα που κουβαλούσαν μαζί τους – γούνες, ελεφαντόδοντο και κυρίως δούλους. Κατόπιν απέθεταν μικρές προσφορές από τρόφιμα, ίσως και ελάχιστες ποσότητες των εμπορευμάτων τους και επιζητούσαν με έμφαση την οικονομική επιτυχία: «Εύχομαι να μου στείλεις έναν έμπορο με πολλά ντίρχαμ και δηνάρια, που θα μπορεί να αγοράσει από εμένα ό,τι εύχομαι και να μη φιλονικήσει μαζί μου για ό,τι θα του πω». Εκτός από αναίμακτες προσφορές καρπών και δημητριακών, που οπωσδήποτε θα ήταν γνωστές στη Μεσαιωνική Σκανδιναβία, υπήρχαν και αιματηρές θυσίες (blot), προσφορές σφαγίων ζώων, αλλά και ανθρώπων.
Από τις πηγές γνωρίζουμε ότι, εκτός από τις τοπικές ιεροπραξίες, υπήρχαν μεγάλες εορταστικές εκδηλώσεις σε περιόδους τακτών χρονικών διαστημάτων. Αυτές πραγματοποιούντο συνήθως κάθε εννέα χρόνια σε σπουδαία λατρευτικά κέντρα, όπως η Ουψάλλα στη Σουηδία. Εκεί υπήρχαν ιερά και βωμοί της παγανιστικής θρησκείας. Ο Χριστιανός κληρικός και συγγραφέας Αδάμ της Βρέμης περιγράφει στο έργο του Gesta Hammaburgensis ecclesiae pontificum τις αιματηρές προσφορές: «Από κάθε είδος ζωντανού δημιουργήματος που είναι γένους αρσενικού προσφέρουν εννέα κεφάλια. Το έθιμο θέλει να κατευνάζουν τους θεούς με το αίμα τους.
Τα σώματα, όμως, κρεμιούνται στο άλσος που βρίσκεται κοντά στο ιερό. Το άλσος είναι πολύ ιερό για τους ειδωλολάτρες, που θεωρούν Θεϊκά όλα τα δένδρα του λόγω του θανάτου των θυμάτων. Κρεμούν σκυλιά και άλογα, ακόμη και ανθρώπους και ένας Χριστιανός μου διηγήθηκε ότι είδε εβδομήντα δύο σώματα, κρεμασμένα το ένα δίπλα στο άλλο». Οι διηγήσεις ενός Χριστιανού συγγραφέα του Μεσαίωνα για την παγανιστική λατρεία ενός βαρβαρικού λαού είναι φυσικό να περιέχουν υπερβολές, ανακρίβειες ή και παραποιήσεις,ώστε να δαιμονοποιηθεί η εθνική θρησκεία. Εκτός, όμως, από τη Χριστιανική επιρροή στη διαμόρφωση αυτών των ιστοριών, υπάρχει πάντοτε και ένας σταθερός ιστορικός πυρήνας γεγονότων.
Η αλήθεια των γεγονότων αυτών δεν εξαρτάται από τις διαμορφωμένες αντιλήψεις των Μεσαιωνικών Χριστιανικών κοινωνιών ή ακόμη και των σημερινών. Η τέλεση ανθρωποθυσιών, για παράδειγμα, αποτελεί ιστορική πραγματικότητα για την Εποχή των Βίκινγκς. Ως πρακτική επιβεβαιώνεται τόσο από τις φιλολογικές πηγές και παραδόσεις όσο και από τα αρχαιολογικά ευρήματα. Οι ανθρωποθυσίες αναφέρονται και σε ένα άλλο Χριστιανικό χρονικό, αυτό του Γερμανού επισκόπου Θίετμαρ του Μέρζεμπουργκ από τον 10ο αιώνα, το οποίο περιγράφει αιματηρές προσφορές ανθρώπων και ζώων στη νήσο Σγιέλαντ (Sjaelland) της Δανίας.
Τα θυσιαζόμενα πρόσωπα ήταν πιθανότατα δούλοι, αιχμάλωτοι πολεμικών επιχειρήσεων ή άτομα που είχαν διαπράξει εγκλήματα. Η περιγραφή του Αδάμ της Βρέμης φαίνεται να σχετίζεται και να επικυρώνεται από ορισμένα σκοτεινά σημεία της μυθολογικής παράδοσης. Στο ποίημα Χάβαμαλ (Havanal, Λόγοι του Υψηλού), που περιλαμβάνεται στην Πεζή Έδδα, υπάρχουν ορισμένοι στίχοι που αναφέρονται στον θεό Όντιν, προσωποποίηση της σοφίας και κάτοχο των μυστικών της Ρουνικής γραφής. Για να αποκτήσει τις απόκρυφες αυτές γνώσεις, ο Όντιν υπέστη μια μάλλον τελετουργική δοκιμασία:
«Νομίζω κρεμόμουν από το ανεμόδαρτο δέντρο Νύχτες ολάκερες εννιά Από τη λόγχη καρφωμένος που δόθηκε στον Όντιν Μόνος με τον εαυτό μου.Γι’ αυτό το δέντρο κανείς δεν γνωρίζει από ποιες ρίζες ξεπετιέται.Ψωμί δεν μου έδωσαν, ούτε πιοτό από το κέρας Κάτω προσεκτικά κοιτούσα Μάζεψα ρούνους, ουρλιάζοντας τους σήκωσα Και πίσω ξανάπεσα»

Ο Όντιν ήταν γνωστός και ως «Θεός των κρεμασμένων» (hangagud) και χαρακτηριστικό του όπλο ήταν η λόγχη. Υπάρχουν δομικές ομοιότητες με τη Χριστιανική παράδοση για τη σταύρωση και τον θάνατο του Ιησού. Η Χριστιανική επιρροή στη διαμόρφωση του μύθου πρέπει μάλλον να αποκλεισθεί, καθώς τα ποιήματα αντανακλούν πολύ προγενέστερες παραδόσεις. Ίσως αποκαλύπτουν ελλειπτικά στοιχεία για πρακτικές εθελούσιων αυτοτραυματισμών και άλλων δοκιμασιών, που συνυπήρχαν παράλληλα με ανθρωποθυσίες ή αργότερα εξελίχθηκαν σε τέτοιες. Οι προσφορές ζώων, κυρίως χοίρων και αλόγων, συνοδεύονταν από τελετουργική κατανάλωση της σάρκας των ζώων, σε ένα είδος συμμετοχής στην ιεροπραξία.

Το αίμα των ζώων χρησιμοποιείτο για ραντισμό των τοίχων του ιερού και των οίκων, καθώς και των ειδώλων των Θεοτήτων. Ο Στούρλουσον περιγράφει μια τέτοια θυσιαστική προσφορά στο πλαίσιο μιας τοπικής εορτής κατά τον 10ο αιώνα. Ο τοπικός αρχηγός ευλογούσε το ποτό και το φαγητό της συγκέντρωσης. Ακολούθως όλοι οι συμμετέχοντες έπιναν στο όνομα του Όντιν για να αποδώσει ισχύ και νίκη στον αρχηγό τους. Απηύθυναν, επίσης, εκκλήσεις στον Νιορντ (Njord), Θεό της θάλασσας και των ταξιδιών, και στον Φρέυρ, για να επέλθει ειρήνη και γονιμότητα. Δεν έλειπαν και οι επικλήσεις προς τους νεκρούς προγόνους κοντά στους τάφους τους, ώστε να προστατεύουν τους ζώντες απογόνους τους.
Στις περιγραφές αυτές συναντούμε βασικές αξίες και πεποιθήσεις της κοινωνίας των Βίκινγκς, καθώς και μια έμμεση αναφορά στις κυριότερες δραστηριότητές τους: πολεμικές επιχειρήσεις και θαλάσσια ταξίδια, οργάνωση γύρω από έναν ισχυρό τοπικό ηγεμόνα, καλλιέργεια της γης κι ειρηνική διαβίωση.

Α) Ταφικά Έθιμα

Η σχέση των θρησκευτικών πεποιθήσεων και των λατρευτικών πρακτικών με τον θάνατο ήτα να κόμη ισχυρότερη απ’ ό,τι με τις ασχολίες της ζωής. Τα ταφικά έθιμα των Βίκινγκς έχουν γίνει γνωστά από τις Προχριστιανικές ταφές, καθώς η νέα θρησκεία απαγόρευσε τα κτερίσματα και τις επιτύμβιες τελετές. Οι τάφοι παρουσιάζουν διαφοροποίηση ως προς το σχήμα και το είδος τους, ανάλογα με το νεκρό πρόσωπο. Υπήρχαν, φυσικά, ιδίως σε παλαιότερες φάσεις, απλοί λακκοειδείς τάφοι με ελάχιστα κτερίσματα. Οι Βίκινγκς εφάρμοζαν συνήθως την αποτέφρωση των σωμάτων και σε μικρότερη κλίμακα τον ενταφιασμό. Κατά την αποτέφρωση τα σώματα των νεκρών καίγονταν σε πυρές ξύλων, μαζί με τα κτερίσματά τους.

Κατόπιν τα σωματικά υπολείμματα διασκορπίζονταν στο έδαφος ή θάβονταν σε μια υδρία. Οι τάφοι είχαν υπέργειους χωμάτινους τύμβους ή σειρές λίθων. Η κανονική ταφή του σώματος εμφανίσθηκε για πρώτη φορά τον 9ο αιώνα (πιθανώς ως επιρροή των Χριστιανικών χωρών) στη Δανία, τη νήσο Γκότλαντ και την πόλη Μπίρκα της Σουηδίας. Εκτός από τους απλούς λακκοειδείς τάφους, υπήρχαν και οι πιο πολυτελείς, οι θαλαμοειδείς, με πλούσια κτερίσματα. Με την επικράτηση του Χριστιανισμού υιοθετήθηκαν, από τον 11ο αιώνα, οι ταφές χωρίς κτερίσματα. Οι πιο χαρακτηριστικοί, όμως, τάφοι είναι αυτοί που συνδέονται με το μοτίβο του πλοίου. Μπορούμε να διακρίνουμε τριών ειδών ταφές με το μοτίβο αυτό:

1) Τις ταφές στις οποίες μια σειρά από λίθους είναι διατεταγμένοι στην επιφάνεια του τύμβου κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η κάτοψη της διάταξής τους να ανακαλεί στη μνήμη το σχήμα ενός πλοίου. Πολύ γνωστό είναι το ταφικό σύνολο στο Λίντχολμ Χόγε της Δανίας. Στην πρώτη περίπτωση εντάσσεται η ταφή του Δανού Βασιλιά Σκυλντ Σέφινγκ, όπως παραδίδεται στο Αγγλοσαξονικό ποίημα Beowolf, του 8ου αιώνα.

2) Τις ταφές κατά τις οποίες ο νεκρός και τα κτερίσματα τοποθετούντο σε μια βάρκα ή σε ένα κανονικό πλοίο, το οποίο κατόπιν τοποθετείτο σε έναν ευρύ λάκκο. Το πλοίο καλυπτόταν με χώμα σχηματίζοντας έναν επιφανειακό τύμβο. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν μερικές πολύ εντυπωσιακές ταφές, οι οποίες μάλιστα έχουν διατηρηθεί άθικτες.

3) Τις ταφές στις οποίες ο νεκρός και τα κτερίσματα τοποθετούντο σε ένα κανονικό πλοίο στη θάλασσα, το οποίο κατόπιν πυρπολείτο με δαυλούς και φλεγόμενα βέλη. Το πλοίο, με εντυπωσιακά ακρόπρωρα, καιγόταν ολόκληρο και βυθιζόταν. Αυτός ήταν ο τρόπος ταφής του μυθικού βασιλιά Χάκι της Σουηδίας, όπως παρατίθεται στη Σάγκα των Υνγκλίνγκ (Ynglingasaga), του Στούρλουσον.

Η ταφική χρήση των πλοίων αποτελούσε ιδιαίτερο έθιμο ορισμένων Βορειοευρωπαϊκών λαών,κυρίως των Αγγλοσαξώνων και των Σκανδιναβών. Η πρακτική αυτή αναπτύχθηκε κατά τη Ρωμαϊκή Εποχή του Σιδήρου, τους πρώτους Μεταχριστιανικούς αιώνες. Η ταφή με πλοίο αφορούσε τόσο άνδρες όσο και γυναίκες,πάντοτε, όμως, μια μικρή εύπορη μερίδα του πληθυσμού. Τα πλοία ήταν πολύτιμα και ακριβά αγαθά, απαραίτητα για τη διαβίωση των Βίκινγκς και τις ασχολίες τους, πολεμικές και ειρηνικές. Η διάθεσή τους σε ταφές αντανακλά την οικονομική ευρωστία της οικογένειας του νεκρού. Πολυτελείς ταφές σε πλοίο είναι γνωστές ήδη από τον 6ο και 7ο αιώνα σε διάφορες περιοχές της Σουηδίας.

Γενικώς οι Βίκινγκς θεωρούσαν ότι οι πολεμιστές που έπεφταν στη μάχη μετέβαιναν μεταθανάτια στη Βαλχάλα (Valholl), την Αίθουσα των Σκοτωμένων. Η Βαλχάλα ήταν μια τεράστια αίθουσα με 640 θύρες, από τις οποίες εισέρχονταν οι νεκροί πολεμιστές. Η οροφή της ήταν καλυμμένη με δόρατα και οι τοίχοι διακοσμημένοι με ασπίδες και σπαθιά. Εκεί οι νεκροί πολεμιστές μάχονταν καθημερινά μεταξύ τους και στο τέλος της ημέρας γευμάτιζαν με τον Θεό Όντιν.

Οι νεκροί πολεμιστές θα προστάτευαν τη Βαλχάλα όταν θα ερχόταν το τέλος του κόσμου και οι γίγαντες θα επιτίθεντο στους Θεούς. Θεωρούσαν, δηλαδή, ότι ο Όντιν καλούσε κοντά του τους άξιους πολεμιστές για να υπερασπισθούν την κατοικία των Θεών. Κατά την Εποχή των Βίκινγκς ο νεκρός τοποθετείτο στο κέντρο του πλοίου και περιβαλλόταν από διάφορα κτερίσματα, στα οποία περιλαμβάνονταν τρόφιμα, ποτά, όπλα, καθώς και θυσιασμένα ζώα και άνθρωποι.

Β) Πηγές της Μυθολογίας

Οι πληροφορίες που υπάρχουν σχετικά με το περίπλοκο θρησκευτικό πάνθεο των Σκανδιναβών και τη μυθολογική τους παράδοση προέρχονται από τρεις κύριες πηγές, οι οποίες αντιστοιχούν στις κατηγορίες της Μεσαιωνικής Σκανδιναβικής λογοτεχνίας. Πρόκειται πάντοτε για κείμενα μεταγενέστερα της Εποχής των Βίκινγκς, τουλάχιστον όσο αφορά την καταγραφή τους. Επομένως, είναι φυσικό ότι ενδέχεται να έχουν παρεισφρύσει σ’ αυτά ετερογενή στοιχεία, μη Σκανδιναβικά και μη παγανιστικά. Η πρώτη βασική πηγή είναι η Ποιητική Έδδα, που διασώζεται κυρίως σε ένα Μεσαιωνικό χειρόγραφο (περί το 1250), τον λεγόμενο Βασιλικό Κώδικα (Codex Regius).

Ο Κώδικας περιλαμβάνει ποιητικά κείμενα διαφορετικών χρονολογιών, τα οποία αναφέρονται στις μυθολογικές παραδόσεις. Η δεύτερη μεγάλη συλλογή είναι η Πεζή Έδδα, έργο του Στούρλουσον. Αν και το βιβλίο αποτελεί μάλλον ένα εκτενές δοκίμιο για την ποιητική τέχνη και ταυτόχρονα εγχειρίδιο για επίδοξους ποιητές, περιέχει άφθονα πρωτογενή στοιχεία και διασώζει πολύτιμες παραδόσεις. Η τρίτη πηγή είναι η σκαλδική ποίηση, οι έντεχνες δημιουργίες των ποιητών της Αυλής. Η σύνθεση σκαλδικών ποιημάτων άρχισε τον 8ο ή 9οαιώνα και συνεχίσθηκε καθ’ όλη την περίοδο των Βίκινγκς.

Εκτός από τα λογοτεχνικά κείμενα, ως ελάσσονες πηγές μπορούν να αναφερθούν τα ποικίλα αρχαιολογικά μνημεία και αντικείμενα, που φέρουν παραστάσεις εμπνευσμένες από τη βόρεια μυθολογία και θρησκεία. Στη Σουηδία έχουν βρεθεί πολυάριθμοι λίθοι με εγχάρακτες σκηνές,οι οποίοι χρησιμοποιούντο ως επιτύμβια σήματα, ιδίως στη νήσο Γκότλαντ.

ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ ΚΑΙ ΘΕΟΙ ΤΩΝ ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΩΝ

Ο όρος Σκανδιναβική μυθολογία, ή μυθολογία των Βίκινγκ συνδέεται με την Προχριστιανική θρησκεία, τους μύθους, τις πίστεις και δοξασίες των Σκανδιναβών και περιλαμβάνει εκείνες τις φυλές που εγκαταστάθηκαν στην Ισλανδία, όπου συγκεντρώθηκαν οι γραπτές πηγές για το μυθολογικό υλικό. Είναι η γνωστότερη εκδοχή της αρχαιότερης κοινής Γερμανικής μυθολογίας, η οποία περιλαμβάνει επίσης την σχετική Αγγλοσαξονική μυθολογία. Η Γερμανική μυθολογία με τη σειρά της αναπτύχθηκε από μία αρχαιότερη Ινδοευρωπαϊκή θρησκεία με ανάλογο μυθολογικό υλικό.

Η Σκανδιναβική μυθολογία είναι μια συλλογή πίστεων και μύθων που τις μοιράζονταν από κοινού οι βόρειες Γερμανικές φυλές και όχι κάποια αποκαλυπτική θρησκεία, από την άποψη ότι δεν υπάρχει κάποιος ισχυρισμός Θεοπνευστίας στα ιερά τους κείμενα. Το μυθολογικό υλικό μεταβιβαζόταν προφορικά στο μεγαλύτερο τμήμα της εποχής των Βίκινγκ. Η γνώση μας για αυτή την περίοδο βασίζεται κυρίως στις Έντα και άλλα Μεσαιωνικά κείμενα γραμμένα μετά των εκχριστιανισμό των βόρειων λαών. Στη σκανδιναβική παράδοση οι αρχαίες πίστεις και διατηρήθηκαν επί μακρόν στις μη αστικές περιοχές, όπου ορισμένες παραδόσεις επιβιώνουν ακόμη και σήμερα, ιδιαίτερα στο νεοπαγανιστικό κίνημα Αζατρού και τον Οντινισμό.
Ιδιαίτερο, επίσης, ενδιαφέρον παρουσιάζουν ορισμένα χρυσά ελάσματα μικρού μεγέθους, τα οποία φέρουν απλές παραστάσεις ενός ή δύο προσώπων. Μερικά από αυτά έχουν ταυτισθεί με χαρακτήρες της μυθολογίας. Το Σκανδιναβικό πάνθεο περιλαμβάνει ένα πλήθος Θεοτήτων, δαιμόνων και άλλων στοιχειακών δυνάμεων. Από αυτές άλλες ήταν γνωστότερες και προσφιλέστερες και άλλες απαντούν σπανιότερα στις διηγήσεις. Η μυθολογία είχε ορισμένα κοινά μοτίβα με τις παραδόσεις άλλων Ινδοευρωπαϊκών λαών, ενδεικτικά μιας απώτατης κοινής καταγωγής. Υπάρχουν, ωστόσο, πολλές εγγενείς ιδιαιτερότητες στη βόρεια μυθολογία, οι οποίες σχετίζονται τόσο με το γεωφυσικό περιβάλλον της Σκανδιναβίας όσο και με την ιδιοσυγκρασία των κατοίκων της.

Το άγριο τοπίο των βόρειων χωρών με τα απότομα φιόρδ, τα ψηλά βουνά και τις ανεμόδαρτες ακτές, ο ήλιος του μεσονυκτίου και το βόρειο σέλας, οι εκτεταμένες νύκτες, οι εκτάσεις του πάγου και η απέραντη θάλασσα στα δυτικά αποτέλεσαν στοιχεία που επηρέασαν την πνευματικότητα των Βίκινγκς και τις παραδόσεις τους. Οι Νορβηγοί που εγκαταστάθηκαν στην Ισλανδία, για παράδειγμα, βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα αντιφατικό περιβάλλον: μεγάλα ηφαίστεια που σκόρπιζαν πυρωμένη λάβα, τεράστιες εκτάσεις πάγου, εύφορα πράσινα εδάφη και απότομες ακτές, προφανώς συνετέλεσαν στη δημιουργία μιας εικόνας για το τέλος του κόσμου, όπου η καταστροφή έρχεται με την κυριαρχία του πάγου και της φωτιάς.

Αντίστοιχο εν πολλοίς είναι και το περιεχόμενο των κοσμογονικών μύθων, των ιστοριών που αφηγούνται τη δημιουργία του κόσμου και τις απαρχές των θεών και της ανθρωπότητας. Κατά την αρχή της δημιουργίας δεν υπήρχε ακόμη γη και θάλασσα ή άλλα φυσικά στοιχεία, μόνο ένα απέραντο σκοτεινό κενό, αντίστοιχο με το Αρχαιοελληνικό χάος. Η γειτνίαση αυτών των δύο αντιθετικών χώρων έδωσε το έναυσμα για τη δημιουργία του κόσμου – αλλά και για τη μελλοντική καταστροφή του. Η αλληλεπίδραση των στοιχείων επέφερε τη γένεση ενός γιγαντιαίου όντος, του Υμίρ (Ymir). Ο Υμίρ αναζήτησε τροφή και βρήκε την αγελάδα Αουντούλμα (Audulma), η οποία του πρόσφερε το γάλα της.

Με τη σειρά της η αγελάδα έψαξε για τροφή στον πάγο. Γλείφοντας το αλάτι του πάγου αποκάλυψε μια μορφή, τον Μπούρι (Burri). Αυτός γέννησε τον Μπορ (Borr), μια άλλη πρωταρχική Θεότητα. Καθώς ο Υμίρ κοιμόταν, από τον ιδρώτα του δημιουργήθηκαν ένας άνδρας και μια γυναίκα, γενάρχες της φυλής των γιγάντων. Από τα πόδια του βγήκε ο εξακέφαλος γίγαντας Θρούντγκελμιρ (Thrudgelmir) και από τον τελευταίο, ο Μπέργκελμιρ (Bergelmir). Στο κέντρο αυτού του σύμπαντος υπήρχε μια μεγάλη άβυσσος, το Γκινούνγκαγκαπ (Ginnunngagap). Στα βόρεια υπήρχε ένας κόσμος, γνωστός ως Νιφλχάιμ (Niflheim), καλυμμένος με αιώνια ομίχλη και σκότος.
Πρόκειται για τον Σκανδιναβικό Άδη, όπου μετέβαιναν οι ψυχές όσων πέθαιναν από γήρας ή ασθένειες. Κυρίαρχος του κάτω κόσμου ήταν η μοχθηρή θεά Χελ (HEL), η οποία είχε όψη αποσυντεθειμένου πτώματος. Κοντά στο Νιφλχάιμ βρισκόταν η έδρα του αρχέγονου πυρός, το Μούσπελχαιμ (Muspellheim). Φρουρός του χώρου αυτού ήταν ο γίγαντας Σουρτ (Surt), ο οποίος έφερε λαμπερό σπαθί. Η γειτνίαση αυτών των δύο αντιθετικών χώρων έδωσε το έναυσμα για τη δημιουργία του κόσμου – αλλά και για τη μελλοντική καταστροφή του. Η αλληλεπίδραση των στοιχείων επέφερετη γένεση ενός γιγαντιαίου όντος, του Υμίρ (Ymir).
Οι γίγαντες αυτοί ήλθαν αμέσως σε σύγκρουση με τους θεούς Μπούρι και Μπορ, σε μια αρχέγονη αντιπαράθεση στοιχειακών δυνάμεων που διήρκεσε αιώνες, χωρίς να υπάρξει νικητής. Τελικά, ο Μπούρι νυμφεύθηκε μια γιγάντισσα και έκανε μαζί της τρεις γιους: τον Όντιν (= πνεύμα), τον Βίλι (= θέληση) και τον Βέι (= ιερό). Οι τρεις γιοι φόνευσαν τον γίγαντα Υμίρ,από το αίμα του οποίου προκλήθηκε ένας κατακλυσμός που έπνιξε όλους τους γίγαντες εκτός από τον Μπέργκελμιρ και τη γυναίκα του. Αυτοί κατέφυγαν στο Γιότουνχαϊμ (Jotumheim), μια παγωμένη, ορεινή περιοχή, όπου δημιούργησαν το γένος τους. Οι νικητές θεοί, οι Εσίρ (Aesir), χρησιμοποίησαν το σώμα του νεκρού Υμίρ για να δημιουργήσουν τα μέρη του κόσμου.

Από τη σάρκα του κατασκεύασαν τη Μίντγκαρντ (Midgard), στο κέντρο του σύμπαντος. Ήταν μια τεράστια κυκλική έκταση που οριζόταν από φυσικά αναχώματα, τα φρύδια του Υμίρ. Το αίμα και ο ιδρώτας του γίγαντα δημιούργησαν τη θάλασσα η οποία περιβάλλει τη Μίντγκαρντ. Τα κόκκαλά του έγιναν λόφοι, τα δόντια γκρεμοί και τα μαλλιά δένδρα και φυτά. Το κρανίο του σχημάτισε τον ουρανό και το μυαλό του σκορπίσθηκε στο στερέωμα δημιουργώντας τα σύννεφα. Από τη σάρκα του Υμίρ δημιουργήθηκαν επίσης οι νάνοι και τα ξωτικά, που αμέσως αποτέλεσαν δύο κατηγορίες: τα μοχθηρά, κακόβουλα πλάσματα (τρολ, νάνοι, δαίμονες) και τα ευγενή, φιλικά όντα (νεράιδες,ξωτικά).

Τα πρώτα κατοικούσαν σε υπόγειες, σκοτεινές σπηλιές, ενώ τα καλά πλάσματα στην αιθέρια γη Αλφχάιμ (Alfheim). Οι ίδιοι οι θεοί επέλεξαν ως κατοικία τους την Άσγκαρντ (Asgard), ουράνια κατοικία που συνδεόταν με τη Μίντγκαρντ, τη γη των ανθρώπων, μέσω της παγωμένης γέφυρας Μπιφρόστ (Bifrost), του ουράνιου τόξου. Τη γέφυρα φυλούσε ο γίγαντας Χάιμνταλ (Heimdall). Η δημιουργία των ανθρώπων προέκυψε από δύο πρωταρχικά δένδρα ή κομμάτια ξύλου, τον Ασκ (Ask = φλαμουριά) και την Έμπλα (Ebla = φτελιά). Οι θεοί εμφύσησαν ζωή στα ξύλα αυτά, τα οποία μεταμορφώθηκαν στο πρώτο ανθρώπινο ζευγάρι και κατοίκησαν στη Μίντγκαρντ.
Κατόπιν ο Όντιν δημιούργησε ένα τεράστιο δένδρο, το Υγκντραζίλ (Ygggrasil), μια γιγαντιαία φλαμουριά που εκτεινόταν σε ολόκληρο τον κόσμο, στήριζε το σύμπαν και είχε ρίζες σε τρία διαφορετικά μέρη: στο Νιφλχάιμ των νεκρών, το Πότουνχαϊμ των γιγάντων και την Άσγκαρντ των θεών. Εκτός από τους θεούς Εσίρ, υπήρχε μια άλλη φυλή συγγενών υπερφυσικών όντων, οι Βανίρ (Vanir), Θεότητες και πνεύματα του αέρα και της φύσης. Μετά από μια πολεμική διαμάχη μεταξύ των δύο Θεϊκών ομάδων επήλθε ειρήνη και αντηλλάγησαν όμηροι ως εγγύηση. Απότους Βανίρ οι Θεοί Νιορντ, Φρέυ και Φρέγια εγκαταστάθηκαν στην Άσγκαρντ, ενώ από τουςΕσίρ ο θεός Χένιρ (Hemmir), αδελφός του Όντιν, μετέβη στη χώρα των Βανίρ.

Σκανδιναβική Κοσμολογία

Όλοι οι κόσμοι -οι οποίοι ήταν εννιά- συνδέονται με το Υγκντράσιλ, το παγκόσμιο δέντρο. Οι ακριβείς τοποθεσίες των κόσμων σε σχέση με το Υγκντράσιλ δεν είναι βέβαιες. Ιεραρχικά:

  • Υγκντράσιλ (Πάνω από τις ρίζες του υπάρχουν οι εννέα κόσμοι του σύμπαντος και τρία μαγικά πηγάδια)
  • Χβεργκελμιρ (Hvergelmir)
  • Μιμισμπρούνρ (Mimisbrunnr)
  • Ουρνταρμπρούνρ (Urdarbrunnr)

Υψηλότερο Επίπεδο

  • Αλφχέιμ (Ο κόσμος των ξωτικών)
  • Άσγκαρντ (Ο κόσμος των Εσίρ, αρχική ονομασία Γκοντχέιμ)
  • Βαλχάλλα
  • Βαναχέιμ (Ο κόσμος των Βανίρ)

Μεσαίο Επίπεδο

  • Γιοτουνχέιμ (Ο κόσμος των Γιοτούν, δηλαδή των γιγάντων )
  • Γκαστροπνίρ (Gastropnir)
  • Θρυμχέιμ
  • Ούτγκαρντ
  • Μίντγκαρντ (Η »Μέση Γη», ο κόσμος των ανθρώπων, αρχική ονομασία Μαννχέιμ)
  • Νινταβέλλιρ και Σβαρταλχέιμ (Ο κόσμος των νάνων ή σκοτεινών ξωτικών, πιθανόν το ίδιο μέρος)

Κατώτερο Επίπεδο

  • Χελχέιμ (Ο κόσμος της Χελ, θεάς του κάτω κόσμου)
  • Μουσπελχέιμ (Ο κόσμος της φωτιάς και κατοικία των γιγάντων της φωτιάς)
  • Γκιννουνγκαγκάπ ( Παλιότερο κενό ανάμεσα στο Μουσπελχέιμ και το Νιφλχέιμ από το οποίο ξεπήδησε η ζωή)
  • Νιφλχέιμ (Ο κόσμος των ομιχλών , του πάγου και του κρύου, κατοικία των παγωμένων γιγάντων)
  • Ναστρόντ (Nastrod)

Κεντρικές Δοξασίες

Στη Σκανδιναβική μυθολογία το Σύμπαν αποτελείται από τρία επίπεδα που χωρίζονται το καθένα σε άλλα τρία, δίνοντας συνολικά εννέα «κόσμους». Ο καθένας συγκρατείται στη θέση του από ένα κλαδί του Υγκντράσιλ, του Παγκόσμιου Δένδρου. Τα τρία βασικά επίπεδα είναι το Χελ, το Μίντγκαρντ και το Άσγκαρντ, δηλαδή η Γη των Νεκρών, η Γη των Ανθρώπων και η Γη των Θεών. Ωστόσο υπάρχουν και άλλα όντα: οι Νάνοι, τα Ξωτικά του Φωτός, οι Γίγαντες, τα Ξωτικά του Σκότους κλπ. Ακόμα και οι Θεοί είναι χωρισμένοι σε δύο ομάδες, τους Βανίρ (θεοί της γονιμότητας) και τους Εσίρ (Θεοί του πολέμου).

Αν και οι δύο φατρίες των Θεών πολέμησαν μεταξύ τους, τελικά επήλθε ειρήνη στο Άσγκαρντ και ο Οντίν -αρχηγός των Εσίρ- αναγνωρίστηκε ως πατέρας και κεφαλή όλων. Για να διασφαλιστεί αυτή η ηρεμία οι Εσίρ και οι Βανίρ αντάλλαξαν ομήρους. Ένας από αυτούς ήταν και ο πάνσοφος Μιμίρ των Εσίρ, με τον οποίον οι Βανίρ εξοργίστηκαν και του έκοψαν το κεφάλι. Ο Οντίν το ταρίχευσε και το τοποθέτησε δίπλα στο Σιντριβάνι του Μιμίρ, μία πηγή νερού από την οποία όποιος έπινε αποκτούσε απέραντη σοφία (όπως ο ίδιος ο Μιμίρ). Έτσι σε περίπτωση κρίσης ο πατέρας των θεών συμβουλεύεται το ασώματο κρανίο.

Παρόλο που οι θεοί είναι ανώτεροι όλων των προαναφερόμενων πλασμάτων δεν είναι αθάνατοι και πρόκειται να αφανιστούν στη συντέλεια του κόσμου, το Ράγκναροκ: μία εποχή όπου ένας βαρύς χειμώνας θα καλύψει τη Γη, η βία θα κυριαρχήσει, ο λύκος Φένριρ θα καταπιεί το φεγγάρι και τον Ήλιο και τελικά η ζωή θα χαθεί. Η πραγματικά ανώτατη δύναμη είναι οι Νόρνες (αντίστοιχες με τις ελληνικές Μοίρες), οι οποίες αντιπροσωπεύουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Ακόμα και οι κάτοικοι του Άσγκαρντ υπακούν στις Νόρνες. Όσον αφορά τον Οντίν, ο οποίος ονομάζεται και Γκρίζος Θεός, υπάρχουν πολλές ιστορίες που τον αναφέρουν.

Όταν ο κόσμος και ο ίδιος ήταν νέοι, και ενώ οι Εσίρ πολεμούσαν ακόμα με τους Βανίρ, ο Οντίν αποζήτησε δύναμη. Έτσι προσφέρθηκε να θυσιάσει το δεξί του μάτι στον Δράκο, φρουρό του Σιντριβανιού του Μιμίρ, ώστε να μπορέσει να πιει από την πηγή. Από τότε έμεινε μονόφθαλμος αλλά και πάνσοφος, ενώ η δύναμη του Σιντριβανιού του χαρίζει ισχυρή όραση στο μοναδικό του μάτι. Μία άλλη, παρόμοια αλλά πιο επώδυνη θυσία που έκανε ήταν να κρεμαστεί από ένα κλαδί του Παγκόσμιου Δένδρου.
Για εννέα ημέρες και εννέα νύχτες τυραννιόταν από τον πόνο, μέχρι που με τεράστια προσπάθεια της θέλησής του κατάφερε να διαβάσει τους μαγικούς Ρούνους που είχε σκαλίσει στο μπαστούνι του και το οποίο είχε αφήσει στη βάση του Δένδρου (οι Ρουνικοί φθόγγοι θεωρούνταν πως διέθεταν υπερφυσικές και μαγικές δυνάμεις). Έτσι ξαναγεννήθηκε αθάνατος και -έχοντας πιει και από το Σιντριβάνι του Μιμίρ- έγινε αρχηγός όλων των θεών φέρνοντας την ειρήνη στο Άσγκαρντ, καθώς και αιώνιος άρχοντας του πολέμου, της ποίησης, της μαγείας και της σοφίας. Ωστόσο οι Νόρνες έχουν ήδη πει πως ο Οντίν πρόκειται να πεθάνει κατά το Ράγκναροκ και ο κόσμος όπως τον γνωρίζουμε θα τελειώσει.
Αλλά ο Γκρίζος Θεός, δείχνοντας την αληθινή ηθική του πολεμιστή, σκοπεύει να μάχεται μέχρι το τέλος. Έτσι έχει διατάξει τις εννέα φτερωτές κόρες του, τις Βαλκυρίες, να συλλέγουν από τα πεδία της μάχης του Μίντγκαρντ τα πνεύματα των νεκρών ηρώων και να τους μεταφέρουν στη Βαλχάλλα –το παλάτι των Εσίρ στο Άσγκαρντ, χτισμένο από τους δύο αδελφούς Γίγαντες Φάφνερ και Φασόλτ. Εκεί, την ημέρα οι γενναίοι πολεμιστές μάχονται μεταξύ τους και τη νύχτα οι Βαλκυρίες τούς ταΐζουν υδρόμελι για να θεραπεύουν τις πληγές τους, μία αιώνια προπόνηση ώστε να επιτεθούν κάποτε στα όντα που θα επιφέρουν τη συντέλεια του κόσμου. Είναι ο στρατός του Οντίν που θα πολεμήσει μόνο μία φορά, στο Ράγκναροκ, όπου ο ίδιος ο Γκρίζος Θεός πρόκειται να πέσει.
Άλλοι σημαντικοί θεοί της Σκανδιναβικής μυθολογίας είναι η Φρίγκα, προστάτιδα της οικογενειακής εστίας και του γάμου, σύζυγος του Οντίν. Ακόμα ο Λόκι, Θεός της απάτης, ο Θωρ, Θεός του κεραυνού, και η Φρέγια, θεά του έρωτα και όμηρος των Εσίρ από τους Βανίρ. Δημοφιλής είναι και ο Μπόλντερ, γιος του Οντίν και ευγενής Θεός του φωτός ο οποίος δολοφονήθηκε χωρίς ιδιαίτερο λόγο από τον Λόκι. Οι υπόλοιποι Εσίρ εξοργίστηκαν και φυλάκισαν τον τελευταίο, λέγοντας πως θα απελευθερωθεί μόνο κατά το Ράγκναροκ. Ο Χοντ, τυφλός Θεός του χειμώνα που ακούσια σκότωσε τον Μπόλντερ ξεγελασμένος από τον Λόκι, βρήκε τελικά τον θάνατο στα χέρια του Βάλι – νεότερου γιου του Οντίν που γεννήθηκε αποκλειστικά για να εκδικηθεί τη δολοφονία του Θεού του φωτός.
α) Όντιν
Ο Όντιν (Odin) ή Βόταν (Wotan, στα Γερμανικά) ή Βόντεν (Woden, στα Αγγλοσαξωνικά) ήταν ο ανώτερος Θεός του Σκανδιναβικού πανθέου και πατέρας πολλών άλλων θεών, όπως του Θωρ,του Μπάλντερ, του Τυρ, του Χόντερ και του Βάλι. Ο Όντιν ήταν θεότητα με πολυάριθμες ιδιότητες, στοιχείο που πιθανώς δείχνει ότι οικειοποιήθηκε χαρακτηριστικά και δραστηριότητες άλλων θεοτήτων οι οποίες συγχωνεύθηκαν μαζί του. Αυτό καταδεικνύεται και από τις ποικίλες ονομασίες του. Αποκαλείται Πατέρας των Πάντων, Πατέρας των Σκοτωμένων, Θεός των Αιχμαλώτων, Θεός των Κρεμασμένων και Θεός των Φορτίων.
Υπάρχει μια τεράστια ποικιλία ονομάτων και χαρακτηρισμών που αποδίδουν τις διαφορετικές πλευρές του:κρανοφόρος, αγριωπός, κακοποιός, πατέρας της νίκης, τυφλός, εξολοθρευτής, Θεός των ανθρώπων. Ως θεότητα μπορούσε να είναι είτε ευμενής και φιλικός είτε τρομερός και απρόβλεπτος. Ο Όντιν ήταν ο θεός της μάχης, προστάτης των γενναίων πολεμιστών και των ηρώων. Υποδεχόταν τους νεκρούς πολεμιστές στη Βαλχάλα. Ο Όντιν ήταν επίσης θεός της ποίησης και της σοφίας. Απέκτησε εκτεταμένες γνώσεις πίνοντας από την πηγή Μιμίρ, δίνοντας, όμως, ως αντάλλαγμα το ένα του μάτι, γι’ αυτό συχνά απεικονίζεται μονόφθαλμος.

Κατείχε τα μυστικά των Ρούνων,της απόκρυφης και μαγικής γραφής, για τα οποία επίσης υποβλήθηκε σε δοκιμασία. Δικό του ήταν το μυθικό άλογο Σλέιπνιρ (Sleipnir), ένα υπερφυσικό πλάσμα με οκτώ πόδια, που υπερέβαινε όλα τα εμπόδια και ταξίδευε παντού. Στους ώμους του Όντιν αναπαύονταν δύο κόρακες, τα ιερά του πτηνά. Το ένα ονομαζόταν Χούγκιν (Huginn = σκέψη) και το άλλο Μούμιν (Mummin = μνήμη). Ήταν επίσης Θεός της μαγείας (seidr), μιας μυστικής τέχνης η οποία τον διευκόλυνε στις δραστηριότητές του.

Σύμφωνα με τις εσχατολογικές πεποιθήσεις των Βίκινγκς, ο Όντιν θα οδηγούσε τους Θεούς και τους νεκρούς πολεμιστές της Βαλχάλα εναντίον των γιγάντων στην τελική μάχη, το λεγόμενο »Λυκόφως των Θεών» (RAGNAROK). Ο ίδιος θα καταβροχθιζόταν από τον τερατώδη λύκο Φενρίρ, τέκνο του πονηρού θεού Λόκι, μια από τις αρνητικές δυνάμεις οι οποίες λειτουργούν στο σύμπαν.

β) Θωρ

Ο Θωρ (Thor) ή Ντόναρ (Donnar) ήταν γιος του Όντιν και της Γιορντ (Jord, Γης) ή της Φριγκ. Ήταν η Θεότητα της φυσικής δύναμης των ανθρώπων, των όρκων και των συμφωνιών, αλλά και των φυσικών φαινομένων, της βροχής, του κεραυνού και της ευδίας. Ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής μεταξύ των απλών ανθρώπων, των αγροτών και των ναυτικών. Ο Θωρ είχε ως χαρακτηριστικό του όπλο το σφυρί Μιολνίρ (Mjollnir). με το οποίο υπερασπιζόταν τους Θεούς -αλλά και τους ανθρώπους- από τις καταστροφικές επιδρομές των γιγάντων. Το σφυρί του Θωρ θεωρείτο ιερό σύμβολο και φυλακτό, αντίστοιχο με τον Χριστιανικό σταυρό και φερόταν ως αποτροπαϊκό περίαπτο.

Ο Θωρ είχε ένα άρμα που συρόταν από δύο τράγους στους ουρανούς. Σύζυγός του ήταν η όμορφη Σιφ, μια νύμφη με χρυσά μαλλιά, προσωποποίηση των σταχυών του σιταριού. Βασικός αντίπαλός του ήταν το Παγκόσμιο Ερπετό Γιόρμουνγκαντ που ζούσε στη θάλασσα γύρω από τη Μίντγκαρντ. Με την άφιξη του Ράγκναροκ ο Θωρ έμελλε να σκοτώσει το Ερπετό, αλλά να πεθάνει τελικά από το δηλητήριό του.

γ) Τυρ

Ο Τυρ (Tyr) ή Τιβάζ (Tiwaz) ή Τίου (Tiu) ήταν Θεότητα του πολέμου και του θέρους, γιος του Όντιν ή, σύμφωνα με άλλη παράδοση, του Υμίρ. Χαρακτηριστικό του όπλο και σύμβολο ήταν το σπαθί. Ο Τυρ ήταν η κύρια Θεότητα των Σουηβών, ενός Γερμανικού φύλου στην περιοχή του ποταμού Έλβα. Λατρευόταν με χορούς ένοπλων ανδρών αλλά και με ανθρωποθυσίες αιχμαλώτων. Ως Θεός του πολέμου ο Τυρ διέτασσε τις Βαλκυρίες και καθόριζε ποιοι πολεμιστές έπρεπε να εισέλθουν στη Βαλχάλα. Ο Τυρ έχασε το χέρι του από τον λύκο Φενρίρ όταν οι θεοί προσπαθούσαν να αιχμαλωτίσουν το ζώο. Κατά το Ράγκναροκ, ο Τυρ θα σκότωνε τον δαιμονικό σκύλο Γκαρμ, φύλακα του Νιφλχάιμ των νεκρών, αλλά θα πέθαινε από τις πληγές τις οποίες θα του προκαλούσε το ζώο.

δ) Μπάλντερ

Ο Μπάλντερ (Baldr) ήταν γιος του Όντιν και της Φριγκ. Πρόκειται για ηλιακή Θεότητα,αντίστοιχη με τον Ελληνικό Απόλλωνα και τον Υάκινθο, μορφή προικισμένη με σοφία,ευγλωττία και χάρη. Ήταν αγαπητός σε όλους τους Θεούς εκτός από τον πονηρό Λόκι. Ο Μπάλντερ ήταν απρόσβλητος από το κακό, διότι η μητέρα του είχε αναγκάσει όλα τα πλάσματα και τα στοιχεία της φύσης να ορκισθούν ότι δεν θα τον βλάψουν ποτέ. Η Φριγκ είχε, όμως, παραβλέψει το φυτό ιξός (γκυ).

Ο Λόκι όπλισε το χέρι του τυφλού θεού Χόντερ, ο οποίος, με την πρόθεση να αστειευθεί, πέτυχε και σκότωσε τον Μπάλντερ. Ο νεκρός θεός κάηκε τελετουργικά με το πλοίο του και τη σύζυγό του. Η θεά των νεκρών, Χελ, συμφώνησε, έπειτα από αίτηση των θεών, να επιστρέψει ο Μπάλντερ στη ζωή με την προϋπόθεση ότι όλα τα πράγματα, έμψυχα και άψυχα, θα έκλαιγαν γι’ αυτόν. Όλη η φύση θρήνησε εκτός από μια γιγάντισσα, η οποία στην πραγματικότητα ήταν ο Λόκι μεταμορφωμένος. Έτσι, ο Μπάλντερπαρ έμεινε οριστικά στον κάτω κόσμο.

ε) Φρέυ

Ο Φρέυ (Freyr) ή Φρο (Froh) ήταν γιος του Νιορντ, Θεού της θάλασσας και της γιγάντισσας Σκάδι. Ηταν Θεός της γονιμότητας, των καιρικών φαινομένων και της ευκαρπίας της γης. Οι ιδιότητες αυτές τον καθιστούσαν προσφιλή στους αγρότες, οι οποίοι τον επικαλούντο για καλές σοδειές και ειρήνη. Στην εικονογραφία παριστάνεται συχνά με φαλλικά ειδώλια ή συνοδευόμενος από τον κάπρο Γκούλινμπουρστι, ο οποίος είχε χρυσό τρίχωμα, σύμβολο αφθονίας. Ο Φρέυ διέθετε το μαγικό πλοίο Σκιντμπλάντνιρ (Skidbladnir), προσωποποίηση των νεφών, το οποίο έπλεε πάνω από την ξηρά και τη θάλασσα.

Στους ναούς του δεν επιτρέπονταν τα όπλα, ενώ στις θυσίες τού προσφέρονταν ίπποι και βόδια. Στο αίμα των ζώων αυτών οι πιστοί εμβάπτιζαν ένα χρυσό δακτυλίδι ψάλλοντας εκκλήσεις στη Θεότητα. Εκτός από τα λογοτεχνικά κείμενα, ως ελάσσονες πηγές μπορούν να αναφερθούν τα ποικίλα αρχαιολογικά μνημεία και αντικείμενα, που φέρουν παραστάσεις εμπνευσμένες από τη βόρεια μυθολογία και θρησκεία. Στη Σουηδία έχουν βρεθεί πολυάριθμοι λίθοι με εγχάρακτες σκηνές, οι οποίοι χρησιμοποιούντο ως επιτύμβια σήματα, ιδίως στη νήσο Γκότλαντ.

Τα Ξωτικά

Τα ξωτικά είναι μυθικά πλάσματα της Σκανδιναβικής μυθολογίας, που επέζησαν στις λαϊκές παραδόσεις της βόρειας Ευρώπης. Αρχικά ως γένος ελάσσονων θεών της φύσης και της γονιμότητας, τα ξωτικά απεικονίζονται συχνά σαν φαινομενικά νεαροί άντρες και γυναίκες εξαίσιας ομορφιάς που ζουν σε δάση και άλλες φυσικές περιοχές, υπογείως, ή σε κρύπτες. Περιγράφονται σαν υπεραιωνόβια ή αθάνατα πλάσματα και τους αποδίδουν μαγικές δυνάμεις. Ακολουθώντας την επιτυχία του έπους του Τόλκιν Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, τα ξωτικά έγιναν κλασικοί χαρακτήρες της σύγχρονης φανταστικής λογοτεχνίας.

 

O Τόλκιν χρησιμοποίησε τον όρο «ξωτικά» ως συμβατική απόδοση της ονομασίας των «πρωτόπλαστων όντων» του κόσμου του. Τα πλάσματα αυτά διευκρινίζεται ότι έχουν περισσότερα κοινά με τους ανθρώπους (Εdain) παρά με τα πνευματικά όντα, τους Maiar και τους Valar, μοιάζοντας περισσότερο με εξιδανικεύσεις της ανθρώπινης φύσης.
Τα Ξωτικά της Νορβηγικής Μυθολογίας

Η πρώτη περιγραφή ξωτικών μας έρχεται από τη Νορβηγική μυθολογία. Στα αρχαία Νορβηγικά ονομάζονται álfar και η παρουσία μυθολογικών πλασμάτων με συγγενή ονομασία σε μεταγενέστερες λαϊκές παραδόσεις ενισχύει την άποψη ότι η πίστη στα ξωτικά ήταν κοινή σε όλες τις Γερμανικές φυλές και όχι μόνο στους αρχαίους Σκανδιναβούς. Ξωτικά στη Σκανδιναβική μυθολογία αναφέρονται στην Έντα και στις σάγκα. Εδώ τα ξωτικά συσχετίζονται με τους Εσίρ, ειδικά από την έκφραση «Εsir and the elves», που σημαίνει περίπου «όλοι οι Θεοί». Ωστόσο, ταυτίζονται και με τους Βανίρ από κάποιους ειδικούς.Τα ξωτικά της Σκανδιναβικής μυθολογίας έχουν μέγεθος ανθρώπου: ξωτικά και άνθρωποι μπορούσαν να ζευγαρώσουν. Ξακουστοί άνθρωποι μετά το θάνατό τους θα μπορούσαν να γίνουν ξωτικά, όπως ο μεγάλος βασιλιάς Όλαφ Γκέιρσταντ.

Ξωτικά στη Σκανδιναβία

Στις λαϊκές παραδόσεις της Σκανδιναβίας, που είναι μια μεταγενέστερη μείξη της Νορβηγικής μυθολογίας και στοιχείων του Χριστιανισμού, το ξωτικό αποκαλείται elver στα Δανέζικα, alv στα Νορβηγικά και alv ή älva στα Σουηδικά. Οι φτερωτές νεράιδες των Βρετανικών λαϊκών παραδόσεων συχνά συγχέονται με τα ξωτικά. Σε ένα παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν αναφέρεται η ονομασία elvere. Σε αυτή την ιστορία, τα ξωτικά μοιάζουν περισσότερο με τα ξωτικά των τοπικών λαϊκών παραδόσεων: πανέμορφες θηλυκές υπάρξεις, που ζουν στο ύπαιθρο και μπορούν να παρασύρουν έναν άντρα σε ένα χορό μέχρι θανάτου.

 

Συνήθως απεικονίζονται με ξανθά μαλλιά και άσπρο δέρμα και, όπως τα περισσότερα πλάσματα στις Σκανδιναβικές λαϊκές παραδόσεις, τα ξωτικά γίνονται ιδιαίτερα ενοχλητικά όταν τα προσβάλλει κανείς. Μπορούσε να τα δει κανείς να χορεύουν στα λιβάδια ειδικά τη νύχτα ή πρωινά με ομίχλη. Όμως, αν κάποιος παρακολουθούσε το χορό τους, είχε την αίσθηση ότι είχαν περάσει μόνο λίγες ώρες, ενώ στην πραγματικότητα είχαν περάσει χρόνια ολόκληρα. (Ακόμα και στον ‘Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού ανακαλύπτει ότι ο χρόνος κυλάει πιο αργά στο ξωτικό δάσος του Λοθλόριεν).

Νάνοι Σκανδιναβικής μυθολογίας

Στη Σκανδιναβική μυθολογία οι νάνοι (dvergar, ενικός dvergr) είναι πολύ σημαντικές οντότητες που σχετίζονται με τους λίθους, τις υπόγειες τοποθεσίες και τη σιδηρουργία. Μπορεί να ταυτίζονται με τα σκοτεινά ξωτικά και μερικές φορές με τα τρολλ. Οι νάνοι της Σκανδιναβικής μυθολογίας απέκτησαν ύπαρξη ενώ ο Οντίν και οι αδερφοί του Βίλι και Βε κατασκεύαζαν τον κόσμο από το πτώμα του κοσμικού γίγαντα Υμίρ. Αναπαράχθησαν αμέσως. Οι θεοί αργότερα τους έδωσαν το δώρο της νοημοσύνης και της ανθρωπόμορφης εμφάνισης. Περιγράφονται ως μικροί και άσχημοι στο ανθρώπινο μάτι. Φοβούνται το φως που μπορεί ακόμα και να τα μεταμορφώσει σε πέτρα από την οποία πήραν την ύπαρξή τους.

Η κατοικία τους είναι το υπόγειο βασίλειο Νινταβέλλιρ, ένας από τους εννέα κόσμους που είναι σταθεροποιημένοι στο παγκόσμιο δέντρο Υγκντράσιλ σύμφωνα με την Σκανδιναβική κοσμολογία. Θεωρούνται κυρίως εγωϊστές, άπληστοι και επιδέξιοι. Είναι ικανότατοι μεταλλουργοί και κατασκευαστές των περισσοτέρων τεχνουργημάτων των θεών. Ανάμεσα στις πιο διάσημες δημιουργίες τους είναι το δόρυ Γκούνγκνιρ και το χρυσό δαχτυλίδι Ντράουπνιρ του Οντίν, το σφυρί Μγιόλνιρ του Θωρ, τα χρυσά μαλλιά της Σιφ, το κολιέ Μπρισινγκάμεν της Φρέγια και το πλοίο Σκιντμπλάντνιρ του Φρέι.

 

Κατασκεύαζαν επίσης ένα συγκεκριμένο είδος κράνων, τα huliðshjálmr, ή μερικές φορές έναν μανδύα, με τα οποία μπορούσαν να γίνουν αόρατοι. Επίσης μπορεί να ήταν ελάσσονες θεότητες, κάτι σαν τα (φωτεινά) ξωτικά, και ίσως έτσι εξηγείται και η ονομασία σκοτεινά ή μαύρα ξωτικά.

Γιοτούν – Γίγαντες

Στην Σκανδιναβική μυθολογία οι Γίγαντες ή Γιοτούν (Jotun) ήταν μυθολογική φυλή με υπεράνθρωπο σθένος, αντίπαλοι των θεών, αν και συχνά έρχονταν σε επαφή με τους Θεούς και σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρχαν γάμοι μεταξύ γιγάντων και Θεών. Το οχυρό τους βρισκόταν στο Ούτγκαρντ (Utgard), στο Γιοτουνχέιμ (Jotunheim), έναν από τους εννιά κόσμους της Σκανδιναβικής κοσμολογίας. Το Γιότουνχέιμ χωριζόταν από το Μίντγκαρντ (Midgard), τον κόσμο των ανθρώπων, από ψηλά βουνά και πυκνά δάση. Όταν ζούσαν σε άλλους κόσμους από τον δικό τους, συνήθως προτιμούσαν τις σπηλιές και τα σκοτεινά μέρη ως κατοικίες τους. Οι γίγαντες θα αντιμετωπίσουν τους Θεούς στην τελική μάχη του Ράγκναροκ.

Ο ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΑΣ

Οι επιθέσεις των Βίκινγκς σε Χριστιανικές μονές και ιερούς τόπους δημιούργησαν αρνητικά στερεότυπα γι’ αυτούς μεταξύ των χριστιανών κατοίκων της Ευρώπης. Ένας τρόπος για να αναχαιτισθούν οι επιθέσεις των βόρειων λαών ήταν να ενταχθούν στο σύστημα αξιών και πεποιθήσεων της Χριστιανικής οικουμένης. Ο μακροπρόθεσμος στόχος μιας τέτοιας θρησκευτικοπολιτικής τακτικής εκ μέρους των Χριστιανικών κρατών ήταν η μετάλλαξη του ιδεολογικού υπόβαθρου της Σκανδιναβικής κοινωνίας και των δομών της.

 

Ο εκχριστιανισμός της Σκανδιναβίας θα σηματοδοτούσε τη δημιουργία ενός συστήματος διεθνών σχέσεων, στο πλαίσιο του οποίου οι πολεμικές δραστηριότητες θα υφίσταντο έλεγχο από την κεντρική κρατική εξουσία και δεν θα πραγματοποιούντο μεμονωμένες καταστροφικές επιδρομές. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο οι εχθροπραξίες θα ήταν τουλάχιστον προβλέψιμες και θα υπόκειντο σε θεσμοθετημένες αρχές, οι οποίες με τη σειρά τους θα εκπροσωπούσαν μια εθνική πληθυσμιακά βάση.

 

Ο εκχριστιανισμός της Σκανδιναβίας συνέβη όχι απλώς διότι η νέα θρησκεία ήταν πολύ πιο οργανωμένη ως δόγμα και ως σύστημα απ’ ό,τι οι παλαιές παγανιστικές δοξασίες, αλλά και επειδή το διεθνές οικονομικό δίκτυο της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης είχε ανάγκη από σταθεροποίηση, μετά από αιώνες αναταραχών. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι με το τέλος της Εποχής των Βίκινγκς, τον ύστερο 11ο αιώνα, άρχισε η περίοδος των Σταυροφοριών (1095 – 1099 Α’ Σταυροφορία), η οποία σηματοδοτεί την εκτόνωση των κοινωνικών και ιδεολογικών εντάσεων στις φεουδαρχικές κοινωνίες με τη διοχέτευση ενός μεγάλου αριθμού ευγενών προς τους Αγίους Τόπους.

Οι πρώτες απόπειρες για τον εκχριστιανισμό των κατοίκων της Σκανδιναβίας χρονολογούνται λίγο πριν από την έναρξη των επιδρομών τους. Περί το 725 μια Χριστιανική αποστολή με επικεφαλής τον Βίλιμπρορντ (Willibrord 658 – 739) -ο οποίος αργότερα αγιοποιήθηκε- επισκέφθηκε τον Δανό βασιλιά Ανγκαντύρ. Ο Βίλιμπρορντ ήταν μοναχός Αγγλοσαξωνικής καταγωγής από τη Νορθουμβρία. Η δεύτερη αποστολή εκχριστιανισμού δεν πραγματοποιήθηκε παρά 100 χρόνια αργότερα, κατά το Α’ ήμισυ του 9ου αιώνα. Οι ιεραποστολικές δραστηριότητες στη Σκανδιναβία συνδέονταν πλέον σαφώς με την απόπειρα να περιορισθούν οι καταστροφικές επιδρομές των Βίκινγκς στη δυτική Ευρώπη, ιδίως στο Φραγκικό βασίλειο.

 

Ο Φράγκος ηγεμόνας Λουδοβίκος ο Ευσεβής ήθελε να αποσείσει τον κίνδυνο για το κράτος του με την τακτική του θρησκευτικού και πολιτικού προσεταιρισμού. Επικεφαλής των αποστολών εκχριστιανισμού ήταν αρχικά ο Έββων (Εbbο 775 – 851), αρχιεπίσκοπος της Γαλλικής πόλης Ρεμς. Η πρώτη του απόπειρα να εκχριστιανίσει τους Βίκινγκς πραγματοποιήθηκε κατά τα έτη 822 – 823, με την υποστήριξη, μάλιστα, του Δανού ηγεμόνα Χάραλντ Κλακ (Harald Klak, 812 – 813, 819 – 827). Ο Χάραλντ επιδίωκε με τη βοήθεια του Λουδοβίκου να κατοχυρώσει τον θρόνο του έναντι των επιβουλών από σφετεριστές.

Οι προσπάθειες προσηλυτισμού του Έββωνα δεν καρποφόρησαν και, παρά το γεγονός ότι ακολούθησαν άλλες δύο αποστολές, κατά τα έτη 824 – 825, οι κάτοικοι της Δανίας αρνήθηκαν να εκχριστιανισθούν. Το 690 είχε ηγηθεί αποστολής ιερέων στη Φρισία, όπου ίδρυσε αρκετές επισκοπές. Πέντε χρόνια αργότερα, μάλιστα, αναγορεύθηκε αρχιεπίσκοπος της Ουτρέχτης. Μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού στην περιοχή (μετά το 720) οι προσηλυτιστές έστρεψαν το ενδιαφέρον τους προς τη γειτονική Δανία, χώρα εξ ολοκλήρου παγανιστική. Ο Δανός ηγεμόνας επέτρεψε στον Βίλιμπρορντ να εξαγοράσει 30 νεαρούς δούλους, τους οποίους ήθελε να αναθρέψει σύμφωνα με τις Χριστιανικές αρχές.

Οι ιεραπόστολοι συνάντησαν αδιαφορία από τον τοπικό πληθυσμό και δεν κατάφεραν να κερδίσουν πιστούς. Επιδιώκοντας πολιτική συμμαχία και στρατιωτική ενίσχυση από το Φραγκικό βασίλειο, ο Χάραλντ βαπτίσθηκε Χριστιανός το 826 στην Αυλή του Λουδοβίκου, στο Ινγκελχάιμ. Μαζί του βαπτίσθηκαν η σύζυγός του, ο γιος του και η ακολουθία του, ώστε να εξασφαλισθεί η Χριστιανική συνέχεια και διαδοχή στο Δανικό βασίλειο και τις δομές του. Του παραχωρήθηκε, μάλιστα, ως φέουδο η περιοχή της Φρισίας. Με αυτό τον τρόπο το Φραγκικό κράτος εξασφάλιζε τα βόρεια σύνορά του και αποσοβούσε, έστω προσωρινά, επιδρομές στις πλούσιες επαρχίες του Ρήνου και του Σηκουάνα.

Ο Χάραλντ επέστρεψε στη Δανία συνοδευόμενος από τον Φράγκο ιεραπόστολο Άνσκαρ (Anskar 801 – 865), ο οποίος έμεινε γνωστός ως »Ο απόστολος του βορρά». Ο Άνσκαρ άρχισε το προσηλυτιστικό του έργο μεταξύ του Δανικού πληθυσμού, ωστόσο οι αντιδράσεις προς τον ηγεμόνα Χάραλντ και την πολιτική του, η οποία υπαγορευόταν από τις επιθυμίες των Φράγκων ηγεμόνων, κλιμακώθηκαν. Το 827 ο Χάραλντ ανατράπηκε και εγκατέλειψε τη Δανία. Μαζί του διέφυγαν και οι Χριστιανοί ιεραπόστολοι. Ο Άνσκαρ μετέβη στη Σουηδία συνεχίζοντας το έργο του. Ο Σουηδός βασιλιάς Μπιορν (Björnn περί το 825 – 850) του επέτρεψε να ιδρύσει έναν Χριστιανικό ναό στην πόλη Μπίρκα, σπουδαίο εμπορικό κέντρο της Βαλτικής.

Η ανάπτυξη της Χριστιανικής κοινότητας στη Σουηδία ανατέθηκε στον ιεραπόστολο Γκάουτμπερτ και ο Άνσκαρ επέστρεψε στο Φραγκικό βασίλειο. Το 831 ο Άνσκαρ αναδείχθηκε στον πρώτο επίσκοπο της πόλης του Αμβούργου και το επόμενο έτος ανακηρύχθηκε παπικός εκπρόσωπος και επικεφαλής των Χριστιανικών ιεραποστολών στους Σκανδιναβικούς και τους Σλαβικούς πληθυσμούς. Η προσηλυτιστική προσπάθεια διακόπηκε, όμως, προσωρινά από ορισμένα γεγονότα, οι Χριστιανοί ιερείς στη Μπίκα προκάλεσαν την αντίδραση του τοπικού στοιχείου και εκδιώχθηκαν. Ο Δανός ηγεμόνας Χόρικ (Horic 814 – 853), ο οποίος είχε ανατρέψει τον χριστιανό Χάραλντ, σκλήρυνε τη στάση του έναντι των Χριστιανικών ιεραποστολών και επανέλαβε τις επιδρομές στο Φραγκικό βασίλειο.

Το 845 ο στόλος των Βίκινγκς λεηλάτησε και κατέστρεψε το λιμάνι του Αμβούργου, έδρας της επισκοπής. Μετά από αυτό το κύμα των Δανικών επιδρομών η Χριστιανική Εκκλησία στα όρια του Φραγκικού βασιλείου αναδιοργανώθηκε και οι προσπάθειες επέκτασής της συντονίσθηκαν. Το847 – 848 οι επισκοπικές έδρες του Αμβούργου και της Βρέμης ενώθηκαν, με τον Άνσκαρ ως αρχιεπίσκοπο. Η δεύτερη αποστολή του Άνσκαρ στη Σκανδιναβία πραγματοποιήθηκε κατά τα έτη 851 – 852, με την πλήρη ανοχή του Δανού βασιλιά Χόρικ. Οι Χριστιανοί ιεραπόστολοι ίδρυσαν ναούς στις πόλεις Χέντεμπυ και Ρίμπε της Δανίας και επανίδρυσαν τον ναό στη Μπίρκα της Σουηδίας.

Οι αυξημένες προσπάθειες του Άνσκαρ δεν είχαν, πάντως, ιδιαίτερη επιτυχία και,κατά την εποχή του θανάτου του (865), ο Χριστιανισμός δεν είχε πραγματοποιήσει ουσιαστική πρόοδο στη Σκανδιναβία. Το 878 οι Δανικές επιδρομές στην Αγγλία αποκρούσθηκαν από τον βασιλιά Αλφρέδο και οι ηγεμόνες των Βίκινγκς, με επικεφαλής τον Γκούθρουμ, βαπτίσθηκαν Χριστιανοί. Ο Γκούθρουμ μετονομάσθηκε Άθελσταν και εγκαταστάθηκε με τους άνδρες του στην Ανατολική Αγγλία. Στην περίπτωση αυτή η βάπτιση των Βίκινγκς επικύρωνε σε πνευματικό επίπεδο την πολιτική επικυριαρχία της Αγγλοσαξωνικής ηγεμονίας του Ουέσσεξ σε εγκαταστάσεις των Βίκινγκς.

Το ίδιο, σε γενικές γραμμές, συνέβη και στη Νορμανδία, όπου οι ομάδες των Βίκινγκς υπό τον Ρόλλο νομιμοποίησαν την κατοχή των εδαφών με τη βάπτισή τους ως Χριστιανών. Δημιουργήθηκε, έτσι, το 911 το δουκάτο της Νορμανδίας, το οποίο μάλιστα ανέλαβε να αποκρούσει τις επιθέσεις άλλων, ασύντακτων Βίκινγκς. Ο προσηλυτισμός των Βίκινγκς στον Χριστιανισμό πραγματοποιείτο κυρίως στην περιφέρεια της εδαφικής εξάπλωσής τους, στους χώρους όπου συναντούσαν ισχυρές τοπικές πολιτισμικές ομάδες (Φράγκους, Βυζαντινούς) ή αναγκάζονταν για λόγους στρατηγικής και πολιτικής τακτικής να ασπασθούν τη νέα θρησκεία (Αγγλία, Ισλανδία).

Οι προσπάθειες προσηλυτισμού των Σκανδιναβών συνεχίσθηκαν αμείωτες από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και το Φραγκικό και Γερμανικό βασίλειο. Το 936 ο Δανός βασιλιάς Γκορμ ο Γηραιός (Gorm, 936 – 958) απέρριψε τις επανειλημμένες αιτήσεις του Ούνι, αρχιεπισκόπου των πόλεων Αμβούργου και Βρέμης, να επαναλάβει τις ιεραποστολικές δραστηριότητες. Η κατάσταση, όμως, άλλαξε ριζικά όταν την ηγεσία του Δανικού βασιλείου ανέλαβε ο γιος του Γκορμ, ο Χάραλντ ο Κυανόδους (Harald Blatad 958 – 987). To 965 ο Χάραλντ προσηλυτίσθηκε και βαπτίσθηκε Χριστιανός από τον Γερμανό ιερωμένο Πόπο (Poppo), επίσκοπο του Βύρτσμπουργκ.

Μια απόκρυφη πηγή της εποχής αναφέρει ότι ο Γερμανός ιερέας έπεισε τον Δανό βασιλιά για τη δύναμη της Χριστιανικής πίστης κρατώντας στα χέρια του πυρωμένα σίδερα, χωρίς να πάθει τίποτε. Ουσιαστικά, ο εκχριστιανισμός των Δανών επεξέτεινε την επιρροή του Γερμανικού βασιλείου υπό τον Όθωνα Α’ προς τον Βορρά. Ο εκχριστιανισμός προχωρούσε αργά στη Σκανδιναβία. Μια σύγχρονη Χριστιανική πηγή, ο Σάξωνας χρονικογράφος Βιδουκίνδος (Widukind), ο οποίος επισκέφθηκε τη Δανία λίγα χρόνια αργότερα, διαπίστωσε ότι οι κάτοικοι ήταν απλώς κατ’ όνομα Χριστιανοί, ενώ στην πραγματικότητα εξακολουθούσαν να λατρεύουν τους παλαιούς Θεούς.

Την εποχή αυτή πραγματοποιήθηκε και στη Νορβηγία μια πρώτη απόπειρα επιβολής του Χριστιανισμού από την κεντρική εξουσία, από τον βασιλιά Χάκωνα τον Καλό (Hakon 936 – 960). Ο Χάκων είχε ανατραφεί με Χριστιανικές αρχές στην Αυλή του Αγγλοσάξωνα βασιλιά Άθελσταν. Η προσπάθειά του να εισαγάγει τον Χριστιανισμό στη Νορβηγία μετακαλώντας Άγγλους ιεραποστόλους απέτυχε, λόγω της ενεργού αντίδρασης των τοπικών ηγεμόνων αλλά και του πληθυσμού. Ο ίδιος ο Χάκων αποποιήθηκε κατόπιν τον Χριστιανισμό και τάφηκε με παγανιστικά έθιμα το 960. Στη Δανία ο νέος βασιλιάς Σβέιν ο Διχαλογένης (Svein 987 – 1014), παρά κάποιες αρχικές παλινδρομήσεις στην εθνική θρησκεία.

Τελικά συνέχισε τη Χριστιανική πολιτική του προκατόχου του, με αποτέλεσμα, στις αρχές του 11ου αιώνα, η Δανία να είναι σχεδόν ολοκληρωτικά Χριστιανική. Στη Νορβηγία, εξάλλου, ουσιαστική ώθηση στην υπόθεση του Χριστιανισμού έδωσε ο Όλαφ Τρύγκβασον (Olaf Trygvasson 995 – 1000). Ο Όλαφ έγινε Χριστιανός το 994 στην Αγγλία, σε μια προσπάθεια των Αγγλοσαξώνων να αποτρέψουν περαιτέρω επιθέσεις των Βίκινγκς. Πράγματι, ο Όλαφ τήρησε τις υποσχέσεις του στρέφοντας την προσοχή του προς τη Νορβηγία. Το 995 αποβιβάσθηκε στη χώρα με ισχυρά στρατεύματα και, αφού επικράτησε, ανακηρύχθηκε βασιλιάς.

Αμέσως άρχισε μια βίαιη πολιτική εκχριστιανισμού του βασιλείου του με βασικό σκοπό τον πλήρη έλεγχο των δομών και των λειτουργιών του κράτους. Μέχρι το 1000 είχε καταφέρει να επιβάλει τη Χριστιανική θρησκεία στις παράλιες, πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές, η ενδοχώρα, όμως, παρέμενε παγανιστική. Στον Όλαφ οφείλεται ο εκχριστιανισμός και της Ισλανδίας, ο οποίος πραγματοποιήθηκε με απόφαση της γενικής συνέλευσης, της Άλθινγκ, το έτος 1000. Η διαδικασία του προσηλυτισμού προόδευσε ιδιαίτερα με τον βασιλιά Όλαφ Χάραλντσον (Olaf Haraldsson 1016 – 1028), ο οποίος ενέτεινε τα μέτρα επιβολής της νέας θρησκείας.

Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι όσοι αρνούντο να βαπτισθούν Χριστιανοί θανατώνονταν ή αντιμετώπιζαν ποινές ακρωτηριασμού ή τύφλωσης. Στη Σουηδία ο εκχριστιανισμός πραγματοποιήθηκε ακόμη πιο αργά. Η Χριστιανική κοινότητα της Μπίρκα αποτελούσε ουσιαστικά ένα ξένο σώμα στη Σουηδική χώρα. Οι απαρχές της θρησκευτικής μεταβολής τοποθετούνται στο τέλος του 10ου αιώνα, με τη βασιλεία του Όλαφ Σκότκονουνγκ (Olaf Skotkonung 995 – 1022). Ο Σουηδός ηγεμόνας υποστήριξε τις αποστολές Δανών και Γερμανών ιερωμένων και, μάλιστα, ίδρυσε την πρώτη επισκοπή στη Σουηδία, στην πολίχνη Σκάρα, το 1014.

 

Ο Όλαφ χρησιμοποίησε Χριστιανικά σύμβολα, δεν προσπάθησε, όμως, να επιβάλει δια της βίας το νέο δόγμα, καθώς το εθνικό θρησκευτικό αίσθημα ήταν βαθιά ριζωμένο στην, πιο απομονωμένη γεωγραφικά, Σουηδία. Ο Χριστιανισμός άρχισε να επικρατεί σταθερά μόνον από τον 12ο αιώνα και εξής, με την οικοδόμηση πολυάριθμων ναών και την εξάπλωση μοναχικών ταγμάτων σε όλες τις Σκανδιναβικές χώρες.

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΩΝ ΒΙΚΙΝΓΚΣ

Η ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΟΠΤΙΚΗ

Η αντίληψη που υπάρχει, ακόμη και σήμερα, για τους Βίκινγκς όχι μόνο μεταξύ του απλού κοινού αλλά και πολλών μελετητών, σύμφωνα με την οποία ήταν ανηλεείς και Βάρβαροι επιδρομείς που κατέστρεφαν απροειδοποίητα τις πόλεις και τους οικισμούς που συναντούσαν κατά την πορεία τους, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην παράδοση των Χριστιανών χρονικογράφων του Μεσαίωνα. Κατά τον 8ο αιώνα, οπότε καταγράφονται οι πρώτες επιδρομές των βορείων, τα κράτη της Χριστιανικής Δύσης εισέρχονταν σε μια περίοδο σταθεροποίησης και ενίσχυσης της κρατικής τους δομής.

Ικανοί βασιλείς και ηγεμόνες, όπως ο Καρλομάγνος στο φραγκικό βασίλειο και ο Μπέορχτρικ (Beorhtric, 786 – 802) στο αγγλοσαξονικό Ουέσσεξ,συνέβαλαν στη σταθεροποίηση των πολιτικών και οικονομικών σχέσεων στον χώρο της Βόρειας Θάλασσας. Μετά την κατάληψη της Ιβηρικής χερσονήσου από τους Άραβες και την άσκηση ουσιαστικού ελέγχου από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία επί της Ιταλίας, το επίκεντρο της ιστορικής εξέλιξης της δυτικής Ευρώπης είχε αναγκαστικά μετατοπισθεί στον γεωπολιτικό χώρο της Βόρειας Θάλασσας. Εκεί συνυπήρχαν το εκτεταμένο βασίλειο των Φράγκων και τα πολυάριθμα βασίλεια της Βρετανίας και της Ιρλανδίας.

Αυτή την τάξη και διεθνή κατάσταση ανέτρεψαν σε μεγάλο βαθμό οι επιδρομές των Σκανδιναβικών λαών, αναγκάζοντας τα δυτικά κράτη να αναδιοργανωθούν, για να διατηρήσουν την οικονομική και πολιτική τους ισχύ (Φραγκικό βασίλειο) ή την ίδια την αυτόνομη υπόσταση τους (τοπικά βασίλεια Αγγλίας και Ιρλανδίας). Για τους Χριστιανούς του Μεσαίωνα οι Βίκινγκς αντιπροσώπευαν ένα είδος θεϊκής τιμωρίας για τις αμαρτίες της Χριστιανικής κοινότητας. Ένα βασικό στοιχείο που διαμόρφωσε την αντίληψη των Μεσαιωνικών ανθρώπων ήταν το γεγονός ότι οι Βίκινγκς ήταν λαός με εθνικές, μη Χριστιανικές θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Αφού δεν ανήκαν στον κόσμο των Χριστιανικών βασιλείων και λαών, οι Βίκινγκς χρωματίζονταν με ιδιαίτερα αρνητικούς τόνους, ώστε να εμφανίζονται ως αντίχριστοι αρνητές του πολιτισμού, αδίστακτοι επιδρομείς που καταγίνονταν με φόνους και λεηλασίες. Οι Χριστιανικές πηγές της εποχής είναι αρκετά ενδεικτικές για την αντίληψη αυτή. Ο χρονικογράφος Αλκουίνος αναφέρει για την καταστροφική επιδρομή στο μοναστήρι Λίντισφαρν της βόρειας Αγγλίας, ένα γεγονός που πραγματικά συγκλόνισε τη Δυτική Χριστιανοσύνη:

«Ποτέ πριν δεν υπήρξαμε μάρτυρες τέτοιων ωμοτήτων. Η εκκλησία του Αγίου Κάθμπερτ έχει γεμίσει με το αίμα των ιερέων του Θεού, έχει απογυμνωθεί από όλα της τα υπάρχοντα εκτεθειμένη στη λεηλασία των παγανιστών. Επρόκειτο για το πιο ιερό μέρος που υπήρχε στη Βρετανία».

Παρόμοιες είναι οι περιγραφές άλλων πηγών της εποχής για την επιδρομή στο Λίντισφαρν,όπως για παράδειγμα αυτή του λογίου Συμεών του Ντάραμ (Simeon of Durham):

 

«Και ήλθαν στην εκκλησία του Λίντισφαρν, κατέστρεψαν και ισοπέδωσαν τα πάντα με την άπληστη λεηλασία τους, ποδοπάτησαν τους ιερούς χώρους με τα μολυσμένα πόδια τους, κατέσκαψαν όλους τους βωμούς και άρπαξαν όλους τους θησαυρούς του ιερού ναού. Σκότωσαν ορισμένους από τους Χριστιανούς αδελφούς μας. Άλλους πήραν μακριά μαζί τους δεμένους, πάρα πολλούς τους εξεδίωξαν απογυμνωμένους και προσβάλλοντάς τους με τον πιο χυδαίο τρόπο και ορισμένους τους έπνιξαν στη θάλασσα».

 

Πρωτοφανείς λεηλασίες και σφαγές έλαβαν χώρα, λοιπόν, σύμφωνα με τις πηγές, κατά την επιδρομή στη μονή της νήσου Λίντισφαρν, στις 8 Ιουνίου 793. Τα γεγονότα αυτά συνέβησαν πέρα από κάθε αμφιβολία και μάλιστα με τον συνταρακτικά βίαιο τρόπο που αναφέρουν τα Χριστιανικά κείμενα. Ορισμένες σημερινές δομικές προσεγγίσεις των κειμένων θεωρούν ότι τα γεγονότα έχουν διογκωθεί σε υπέρμετρο βαθμό. Ουσιαστικά επισημαίνουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Μεσαιωνικής Χριστιανικής γραφής, παραβλέπουν, όμως, τον διαπιστωμένο ιστορικό πυρήνα αυτών των γεγονότων. Οι επιδρομές των Βίκινγκς, οι λεηλασίες τις οποίες πραγματοποιούσαν, κυρίως στις παράλιες οικιστικές εγκαταστάσεις (strandhogg), ήταν όντως καταστροφικές.

Άνθρωποι σκοτώνονταν,συχνά με αρκετά άγριο τρόπο, οικογένειες διαλύονταν με τους φόνους ή με την αρπαγή ανδρών, γυναικών και παιδιών για να πωληθούν ή να διατηρηθούν ως δούλοι. Τα σπίτια και οι αγροί καίγονταν και ισοπεδώνονταν, τα υπάρχοντα αρπάζονταν και οι ναοί λεηλατούντο. Υπάρχουν πολυάριθμες μαρτυρίες και αναφορές από ένα ευρύ φάσμα περιοχών -Αγγλοσαξωνικές, Ιρλανδικές, Φραγκικές και άλλες- που πιστοποιούν την αλήθεια αυτών των συμβάντων. Εκτός, όμως, από την αναντίρρητη ιστορικότητα των επιδρομών, υπάρχει και το στοιχείο της ιδιαίτερης ερμηνείας την οποία προσέδωσαν στα κείμενα οι Χριστιανικές κοινότητες της Δύσης.

Η αντίληψη αυτή περιέχει, όπως είδαμε και μεταφυσικές προεκτάσεις και διαμορφώθηκε, μεταξύ άλλων, από δύο φαινομενικά ελάσσονες παράγοντες. Ο πρώτος σχετίζεται με τη γεωγραφία ως παράγοντα πολιτισμικής αναφοράς και εξέλιξης. Η επίθεση στο Λίντισφαρν και σε άλλες περιοχές της Αγγλίας και της Ιρλανδίας, αλλά και οι μεταγενέστερες επιδρομές στην ενδοχώρα του Φραγκικού Βασιλείου, ακόμη και στα παράλια της δυτικής Μεσογείου, αποτελούσαν ενέργειες απρόσμενες, εντελώς αναπάντεχες για λαούς που είχαν συνηθίσει σε τοπικές, χερσαίες κυρίως συγκρούσεις ή μεμονωμένες ναυτικές επιχειρήσεις.

Οι επιδρομείς Βίκινγκς μπορούσαν να φθάσουν με τα ελαφρά πλοία τους σε αρκετά απομακρυσμένες περιοχές και, καινοτομώντας, να καταπλεύσουν και να αναπλεύσουν τους ποταμούς προσεγγίζοντας μακρινά σημεία της ενδοχώρας. Οι πόλεις που βρίσκονταν αρκετά ψηλά στον ρου του Ρήνου, του Σηκουάνα, του Λίγηρα ή του Ροδανού, τα Αγγλικά και Ιρλανδικά παράλια, σχεδόν κάθε περιοχή βρισκόταν εντός της εμβέλειας των Βίκινγκς. Το αίσθημα της ασφάλειας εξέλιπε για μια μεγάλη περίοδο στη δυτική Ευρώπη, εξαιτίας των καταστροφικών επιδρομών από τη θάλασσα ενός έως τότε σχεδόν άγνωστου βαρβαρικού λαού.

Ο δεύτερος παράγοντας της δαιμονοποίησης των Βίκινγκς ήταν η εθνική, παγανιστική τους θρησκεία και οι λεηλασίες στις οποίες επιδίδονταν σε ιερά και Χριστιανικούς ναούς. Για τους ίδιους τους Βίκινγκς οι Χριστιανικές εκκλησίες ήταν απλώς εστίες συγκέντρωσης πλούτου, πολύτιμων αντικειμένων και καλλιτεχνημάτων. Ως τέτοιες αποτελούσαν συνήθεις στόχους λεηλασίας. Για τους Χριστιανούς κατοίκους της Δύσης, όμως, η επανάληψη αυτής της συμπεριφοράς, έστω και αν δεν ήταν εντελώς πρωτόγνωρη, αποτελούσε συνταρακτικό γεγονός και προσδιόριζε τους Βίκινγκς ως εχθρούς της Χριστιανικής θρησκείας.

 

Δεν ήταν, λοιπόν, καθόλου περίεργο το γεγονός ότι η βίαιη εμφάνισή τους στις Αγγλικές ακτές προσέλαβε αμιγώς υπερφυσικούς και αποκαλυπτικούς τόνους. Στο Αγγλοσαξωνικό Χρονικό υπάρχει η εξής ενδεικτική καταχώρηση για το έτος της επίθεσης στο Λίντισφαρν: «793. Αυτό το έτος εμφανίσθηκαν τρομεροί οιωνοί επάνω από τη Νορθουμβρία, που κατατρόμαξαν τους κατοίκους. Υπήρχαν αξιοπερίεργες λάμψεις και αστραπές και παρατηρήθηκαν άγριοι δράκοντες να πετούν στον αέρα. Αμέσως μετά από αυτά τα σημάδια ακολούθησε ένας μεγάλος λιμός. Λίγο αργότερα την ίδια χρονιά, στις 8 Ιουνίου, οι λεηλασίες των παγανιστών κατέστρεψαν ολοκληρωτικά την εκκλησία του Θεού στο Λίντισφαρν, με φοβερές αρπαγές και σφαγές» (χειρόγραφο Laud).

Φυσικά, προκύπτει αβίαστα το ερώτημα εάν οι Βίκινγκς ήταν πιο βίαιοι κατά την πολεμική τους συμπεριφορά απ’ ό,τι οι σύγχρονοί τους Χριστιανικοί λαοί της Δύσης. Κατ’ αρχάς, οι ίδιες οι θαλάσσιες επιδρομές δεν ήταν άγνωστο φαινόμενο στους αιώνες που προηγήθηκαν της Εποχής των Βίκινγκς. Μετά την κατάρρευση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της πολιτικής σταθερότητας την οποία διασφάλιζε η ύπαρξή της, η πειρατεία ήταν αρκετά αναπτυγμένη με τους Φράγκους, τους Δανούς, τους Φρισίους και τους Αγγλοσάξωνες να λεηλατούν ο ένας τον άλλο.

 

Πρέπει να σημειώσουμε, βέβαια, ότι η κλίμακα και η συνεχής χρονική έκταση αυτών των επιδρομών ήταν ασύγκριτα μικρότερη από τις αντίστοιχες επιθέσεις των Βίκινγκς, οι οποίες διήρκεσαν σχεδόν 300 έτη και αποδιοργάνωσαν ή κατέστρεψαν ολόκληρα βασίλεια. Η υπερβολική βία και η αγριότητα των πολεμικών αναμετρήσεων χαρακτήριζαν την Ιστορία ήδη από την αρχαιότητα. Χαρακτηριστικές ως προς αυτό είναι ορισμένες πτυχές του Πελοποννησιακού πολέμου, οι συγκρούσεις των Ρωμαίων με τους Καρχηδονίους, αλλά και κατά την περίοδο μετά τους Βίκινγκς, οι Αναγεννησιακοί και οι θρησκευτικοί πόλεμοι, για να μην αναφερθεί κανείς στον 20ό αιώνα.

 

Ειδικότερα, όσο αφορά την Εποχή των Βίκινγκς, η αγριότητα την οποία επέδειξε για παράδειγμα ο Χριστιανός ηγεμόνας Καρλομάγνος κατά των παγανιστών αντιπάλων του Σαξώνων είναι τρομακτική. Μετά την κατάπνιξη της αντίστασής τους, οι Φράγκοι εκτέλεσαν με αποκεφαλισμό -στην καλύτερη περίπτωση- 4.500 Σάξωνες στην τοποθεσία Βερντέν. Είναι αλήθεια, ωστόσο, ότι οι Βίκινγκς εισήγαγαν με τις επιθέσεις τους ένα νέο στοιχείο στις πολεμικές συμπεριφορές και την πολιτική πρακτική της Δύσης: κατέστησαν την πολεμική βία και την ανασφάλεια των πληθυσμών μόνιμο χαρακτηριστικό του πολιτισμικού χάρτη της Ευρωπαϊκής Δύσης.

 

Στην Ιρλανδία για παράδειγμα, την περιοχή με τις χαλαρότερες κεντρικές δομές και συχνότατες εμφύλιες συγκρούσεις, οι Βίκινγκς προκάλεσαν ιδιαίτερη αύξηση της βίας. Για την περίοδο 831 –
919 οι Ιρλανδικές πηγές μνημονεύουν μόνο 16 περιπτώσεις λεηλασιών και καταστροφών οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από το εντόπιο στοιχείο. Αντίθετα,οι Βίκινγκς διέπραξαν 110 παρόμοιες επιθέσεις. Η αρνητική εικόνα των Βίκινγκς δημιουργήθηκε επιπρόσθετα και λόγω του γεγονότος άτι ανήκαν σε έναν αρκετά διαφορετικό πολιτισμό, που είχε διατηρήσει πολλά στοιχεία του φυλετικού Γερμανικού παρελθόντος.

 

Αν και η βία δεν διέκρινε το σύνολο των Σκανδιναβών -η πλειοψηφία τους, άλλωστε, καταγινόταν καθ’ όλη την περίοδο που εξετάζουμε με ειρηνικές, γεωργικές ασχολίες-, αποτελούσε πάντως βασικό στοιχείο για μια μεγάλη ομάδα των βόρειων κοινωνιών. Οι άνθρωποι που πήγαιναν i viking (για πειρατεία) ήταν βάρβαροι πολεμιστές, ικανοί για ιδιαίτερα βίαιες πράξεις. Ας αναφέρουμε χαρακτηριστικά την τελετή του »ματωμένου αετού», η οποία εφαρμοζόταν σε μερικούς αιχμαλώτους. Με έναν πέλεκυ οι Βίκινγκς έσπαγαν και άνοιγαν τα πλευρά του θύματος. Κατόπιν τραβούσαν έξω τους πνεύμονες και τους απέθεταν στην πλάτη του θύματος, όπου συνεχιζόταν η αναπνευστική λειτουργία τους,θυμίζοντας τα φτερά ενός αετού.

 

Η πρακτική αυτή, η ιστορικότητα της οποίας έχει αμφισβητηθεί από πολλούς μελετητές, καταδεικνύει τη βαναυσότητα ορισμένων τρόπων συμπεριφοράς. Οι δραστηριότητες των πολεμιστών Βίκινγκς εξέφραζαν μια διαφορετική ηθική, ηρωική αλλά σκληρή. Σε μια από τις γνωστότερες και αντιπροσωπευτικότερες σάγκες, τη Σάγκα του Εγκιλ, ο κεντρικός ήρωας μιλά για τις φιλοδοξίες των νεαρών Βίκινγκς: «Η μητέρα μου μού είπε κάποτε ότι θα μου αγόραζε ένα πλοίο, ένα σκάφος με ωραία και δυνατά κουπιά για να ταξιδεύσω με τους Βίκινγκς. Να στέκομαι στην πρύμνη και να οδηγώ ένα ωραίο πολεμικό πλοίο. Μετά να επιστρέφω στο λιμάνι και να σκοτώνω τους εχθρούς».

Ol ΝΕΩΤΕΡΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΤΩΝ ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ (12ος – 19ος ΑΙΩΝΑΣ)

Μετά το τέλος της Εποχής των Βίκινγκς και τη δημιουργία βασιλείων με κεντρική εξουσία στις χώρες της Σκανδιναβίας, οι εκχριστιανισμένοι κάτοικοι άρχισαν να δημιουργούν μια ηρωική αντίληψη για τους Βίκινγκς προγόνους τους. Οι απόψεις αυτές διαμορφώθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις σάγκες και τα σκαλδικά ποιήματα του 12ου και του 13ου αιώνα. Ακόμη μεγαλύτερη επιρροή άσκησαν δύο ιστοριογραφικά έργα του 13ου αιώνα. Το ένα ήταν η Χάιμσκρινγκλα του Σνόρι Στούρλουσον και το άλλο η Ιστορία των Δανών (Gesta Danorum, περί το 1210) του Δανού κληρικού και λογίου Σάξωνα του Γραμματικού (Saxo Grammaticus).

 

Ο Σάξων αξιοποιεί τα πρότυπα της αρχαίας Λατινικής ιστοριογραφίας και δημιουργεί μια ιστορική διήγηση με ηρωικές πράξεις και ηθικές νοηματοδοτήσεις. Ουσιαστικός σκοπός της συγγραφής του ήταν να προβάλει μια εξιδανικευμένη εικόνα των Βίκινγκς, συχνά αντιπαραβάλλοντάς τους με τους ηγεμόνες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το έργο του Σάξωνα, που εκδόθηκε το 1514 στο Παρίσι, εκτιμήθηκε ιδιαίτερα κατά τους επόμενους αιώνες, ιδίως κατά τον 16ο και 17ο αιώνα. Αποτέλεσε, μάλιστα, πηγή έμπνευσης για τον Άγγλο θεατρικό συγγραφέα Ουίλιαμ Σαίξπηρ, ο οποίος δανείσθηκε την πλοκή του έργου του Άμλετ από την Ιστορία των Δανών.

Η σταδιακή ανάδυση και ενίσχυση των Σκανδιναβικών κρατών και εθνών ενέτεινε το ενδιαφέρον για την περίοδο των Βίκινγκς. Διάφοροι λόγιοι άρχισαν να μελετούν επισταμένα το ιστορικό παρελθόν και συνέγραψαν πραγματείες, οι οποίες εκτός από ιστορικές διηγήσεις, είναι και εγχειρίδια εθνικής αυτογνωσίας. Οι αδελφοί Johannes και Ovalus Magnus από τη Σουηδία αποτελούν μια τέτοια περίπτωση. Διέμεναν και έδρασαν στη Ρώμη μετά τη Μεταρρύθμιση, διότι είχαν παραμείνει πιστοί Καθολικοί, με αποτέλεσμα να εξορισθούν από τον Σουηδό βασιλιά. Ο Johannes Magnus (1488 – 1544) συνέγραψε το έργο Ιστορία όλων των Γότθων και Σουηδών βασιλέων (Historia de omnibus gothorum sveonumque, μεταθανάτια έκδοση το 1554).

 

Στην Ιστορία του υποστήριξε ότι όλα τα Γοτθικά – Γερμανικά φύλα προέρχονταν από τη Σουηδία. Με τον τρόπο αυτό συνέδεσε ιστορικά τις επιδρομές των Γερμανικών λαών που κατέστρεψαν τη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με τις επιδρομές των Βίκινγκς που αναστάτωσαν τα Μεσαιωνικά δυτικά βασίλεια. Ο Olavus Magnus (1490 – 1557) συνέγραψε την Ιστορία των βόρειων λαών (Historia de gentibus septrentionalibus – 1555), μια αναλυτική περιγραφή του πολιτισμού της αρχαίας και της Μεσαιωνικής Σκανδιναβίας. Η ηρωική αυτή εικόνα των Βίκινγκς διατηρήθηκε περίπου έως τον 18ο αιώνα και την εποχή του Διαφωτισμού.

 

Η εισαγωγή τυπικών ορθολογιστικών μεθόδων ερμηνείας των ιστορικών γεγονότων οδήγησε σε μια κριτική εξέταση των πηγών, ενώ η άνοδος των αστικών αντιλήψεων απαξίωσε την ηρωική και βίαιη Εποχή των Βίκινγκς. Οι τελευταίοι θεωρήθηκαν βάρβαροι και απολίτιστοι, ένα ατυχές ιστορικό δημιούργημα. Αν και οι χαρακτηριστικές ιδιότητες των Βίκινγκς -επιτήδειο θάρρος, σκληρότητα, βία- αντιμετωπίσθηκαν ως αρνητικά και υποβαθμιστικά σημεία, τα ίδια ακριβώς στοιχεία τους κατέστησαν ελκυστικούς και αξιομνημόνευτους για τους εκπροσώπους ενός άλλου ιδεολογικού ρεύματος, του ρομαντισμού. Στον τομέα της λογοτεχνίας ο ρομαντισμός εξήρε την καλλιτεχνική αξία των λαϊκών διηγήσεων, των επικών κύκλων και των Αρχαϊκών στιχουργημάτων.

 

Ιδιαίτερη έμφαση δινόταν στους λαούς εκείνους οι οποίοι κατά την αρχαιότητα αλλά και τη νεώτερη εποχή θεωρούντο βαρβαρικοί, άρα ανεπηρέαστοι από τις συμβατικότητες του πολιτισμού: στους Κέλτες, τους Γερμανούς, τους Βίκινγκς. Ειδικά όσο αφορούσε τους Σκανδιναβικούς λαούς και πολιτισμούς, ο ρομαντισμός συμπυκνώθηκε σε ένα γενικό κίνημα ιδεών που ονομάσθηκε χαρακτηριστικά Νορδική Αναγέννηση (Nordic Renaissance). Η ιδεολογική αυτή τάση δεν περιορίσθηκε στη Σκανδιναβία, αλλά είχε εκπροσώπους και σε άλλες χώρες, κυρίως βέβαια σε όσες επηρεάσθηκαν από τους Βίκινγκς (Αγγλία) ή μπορούσαν να επικαλεσθούν ένα κοινό φυλετικό και πολιτιστικό παρελθόν (Γερμανία).

Η Εποχή των Βίκινγκς επανεκτιμήθηκε ριζικά και υμνήθηκε ως περίοδος αρχέγονης δύναμης και εθνικής υπερηφάνειας, τη στιγμή μάλιστα που τα Σκανδιναβικά κράτη υφίσταντο στρατιωτικές ήττες και συρρίκνωση των εδαφών τους. Το 1807 οι Δανοί είδαν την πρωτεύουσά τους, Κοπεγχάγη, να βομβαρδίζεται ανηλεώς από τον Αγγλικό στόλο, επειδή η Δανία ευνοούσε τον Ναπολέοντα, ενώ η Σουηδία το 1809 αναγκάσθηκε να εκχωρήσει τη Φινλανδία στη Ρωσική Αυτοκρατορία, μετά από έναν ατυχή πόλεμο.Τον 19ο αιώνα ιδρύθηκαν διάφορες ιστορικές και φιλολογικές εταιρίες οι οποίες ουσιαστικά αποσκοπούσαν στην εθνική αναγέννηση των καταπονημένων Σκανδιναβών.
Η σημαντικότερη από αυτές ήταν η λεγόμενη Γεατική Εταιρία (Gotiska Forbundet), η οποία ιδρύθηκε το 1811 στη Σουηδία από νεαρούς φοιτητές, καθηγητές και αξιωματούχους του κράτους. Επικεφαλής της ήταν ο λόγιος Erik Gustaf Geijer (1783 – 1847). Ο Γκέιγερ παρουσίαζε στα ιστορικά του έργα την κοινωνία των Βίκινγκς ως μια πρότυπη οργανωτική μονάδα, στο πλαίσιο της οποίας υπήρχε κοινωνική και πολιτική αρμονία χάρη στην ύπαρξη δύο κύριων θεσμών, της βασιλείας και των τοπικών γενικών συνελεύσεων του λαού. Η απουσία μιας φεουδαρχικής αριστοκρατίας απέτρεψε την εκμετάλλευση των πτωχών αγροτών και διατήρησε συμπαγή τον κοινωνικό ιστό.

 

Αυτή η αρμονική κατάσταση διαταράχθηκε από την Καθολική Εκκλησία και τους φεουδάρχες ευγενείς τους οποίους αυτή υποστήριζε. Με την επικράτηση του Προτεσταντισμού στη Σκανδιναβία ήταν εύλογη η επανεκτίμηση του αρχαίου παρελθόντος, πριν από την έλευση του Ρωμαιοκαθολικισμού. Οι ίδιες αντιλήψεις συνεχίσθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και η εικόνα των Βίκινγκς ήταν σταθερά θετική. Στο εκπαιδευτικό σύστημα της Δανίας και της Σουηδίας (η Νορβηγία ανεξαρτητοποιήθηκε αργότερα, το 1905) οι Βίκινγκς αντιμετωπίζονταν ως ηρωικοί πρόγονοι, δημιουργοί μιας λαμπρής εποχής.

 

Παρόμοια ήταν η εικόνα τους στη Βικτωριανή Αγγλία, όπου οι σάγκες μεταφράζονταν σε υπέροχες επιμελημένες εκδόσεις. Η Αγγλία, άλλωστε, πάντοτε εκτιμούσε ως ιστορικά παραδείγματα λαούς οι οποίοι είχαν διαπρέψει στη θάλασσα (τους Φοίνικες, τους Καρχηδονίους, τους Αθηναίους και τους Βίκινγκς), αντανακλώντας την ιστορία τους στη δική της εκτεταμένη Αυτοκρατορία. Στη Γερμανία, η οποία γνώριζε μια εντυπωσιακή πολιτιστική άνοδο κατά τον 19ο αιώνα, οι εποποιίες των Βίκινγκς ανυψώθηκαν σε ιδιαίτερο παιδευτικό και σχεδόν θρησκευτικό επίπεδο με την τετραλογία όπερας του μουσουργού Richard Wagner (1813 – 1883) To δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν (DerRing des Nibelungen (1852 – 1874).

Στο έργο αυτό ο ήρωας Ζίγκφριντ (Siegfied), προσωποποίηση του Γερμανικού έθνους αγωνίζεται να σώσει τον κόσμο από τις δυνάμεις του κακού και της διάλυσης. Η σαφέστατα ιδεολογική αντιμετώπιση της Σκανδιναβικής μυθολογίας και ιστορίας κορυφώθηκε τον 20ό αιώνα στη Γερμανία και ευρύτερα στη βόρεια Ευρώπη, όταν κατά τον Μεσοπόλεμο επικράτησε στη Γερμανική κοινωνία το ιδεολογικό και πολιτικό κίνημα του Εθνικοσοσιαλισμού (Nationalsozialismus).

ΟΙ ΒΙΚΙΝΓΚΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΡΑΪΧ

Ως κίνημα ο Εθνικοσοσιαλισμός τόνιζε τη σημασία της παράδοσης για τη διαμόρφωση μιας νέας συλλογικής ταυτότητας, με βάση τη φυλή και την ιστορία. Η έμφαση αυτή στην παράδοση και τις ιστορικές αξίες δινόταν κατά έναν εντελώς ριζοσπαστικό τρόπο. Έχοντας επηρεασθεί από τις φιλοσοφικές θεωρίες του Βιταλισμού (vitalisme ή Lebenaphilosophie, φιλοσοφία της ζωής) και τις συλλήψεις του Friedrich Nietzsche (1844 – 1900) για τη θέληση της δύναμης ο Εθνικοσοσιαλισμός επανερμήνευσε τα ιστορικά δεδομένα μεταλλάσσοντάς τα σε ιδεολογικά πρότυπα. Ήταν φυσικό οι Βίκινγκς με κύρια χαρακτηριστικά τους τη δράση, την περιπέτεια και την ηρωική βία, να χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης από τους Εθνικοσοσιαλιστές.

Οι Βίκινγκς κατέστησαν εκ νέου (μετά την απογοήτευση, την ηθική κατάπτωση και τον Πασιφισμό που είχε επιφέρει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος) ένα λαμπρό και ηρωικό ιστορικό παράδειγμα. Η Εθνικοσοσιαλιστική ρητορική και προπαγάνδα αρεσκόταν να χρησιμοποιεί εικόνες από τη Σκανδιναβική μυθολογική παράδοση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία του θεού Θωρ, ο οποίος με το σφυρί του θασκότωνε το θανάσιμο ερπετό που κατοικεί στα βάθη της θάλασσας του Μίντγκαρντ, το Γιόρμουνγκαντ. Ο Θωρ ταυτιζόταν με τον Εθνικοσοσιαλισμό, ενώ το τέρας Γιόρμουνγκαντ με τον διεθνή Εβραϊσμό ή και τον Μπολσεβικισμό.

 

Εικόνες του πολιτισμού των Βίκινγκς χρησιμοποιούντο εκτεταμένα σε μεγάλες εορταστικές εκδηλώσεις που υμνούσαν τον Γερμανικό λαό και τη δημιουργικότητά του, για παράδειγμα την Ημέρα της Γερμανικής Τέχνης (Tag der Deutschen Kunst). Με την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η Ευρώπη άρχισε σταδιακά να συντάσσεται σε δύο μεγάλα στρατόπεδα: το πρώτο περιελάμβανε τις αστικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες και τους κομμουνιστές και το δεύτερο τα φασιστικά και Εθνικοσοσιαλιστικά καθεστώτα. Ένα σημαντικό τμήμα των Σκανδιναβικών κοινωνιών επέλεξε το δεύτερο.Την εποχή αυτή υπήρχαν Εθνικοσοσιαλιστικά κόμματα και οργανώσεις σε όλες τις Σκανδιναβικές χώρες.

 

Ιδιαίτερα δυναμική ήταν η αντίστοιχη κίνηση στη Νορβηγία, με πολιτικό ηγέτη τον Vidkum Quisling (1887 – 1945) και πνευματικό εκπρόσωπο τον Νομπελίστα συγγραφέα Knut Hamson (1859 – 1952). Στη Δανία, τη Νορβηγία και την ουδέτερη Σουηδία δημιουργήθηκαν μονάδες εθελοντών για να πολεμήσουν στο Ανατολικό μέτωπο κατά της Σοβιετικής Ρωσίας. Οι στρατιωτικές αυτές μονάδες, που στελέχωσαν τα Waffen-SS, ονομάσθηκαν αρχικά μεραρχία Nordland (βόρεια γη). Στη Νορβηγία ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1941 η λεγόμενη Νορβηγική Λεγεώνα (Den Norske Legion), η οποία περιελάμβανε το 1ο Σύνταγμα »Βίκεν» (Viken) και το 7ο Σύνταγμα »Βίκινγκς».

 

Η Λεγεώνα έδρασε στην περιοχή του Λένινγκραντ, διαλύθηκε όμως το 1943. Οι Δανοί εθελοντές κατατάχθηκαν στο Ελεύθερο Σώμα Δανίας (Frikorps Danmark), που πολέμησε στο Ανατολικό μέτωπο έως τον Απρίλιο του 1943. Πολλοί εθελοντές συνέχισαν να πολεμούν σε άλλες μονάδες έως το τέλος του πολέμου. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι Γερμανοί Εθνικοσοσιαλιστές και οι Σκανδιναβοί ομοϊδεάτες τους χρησιμοποίησαν την εικόνα και την έννοια των Βίκινγκς για να προσελκύσουν εθελοντές, γεγονός που ταυτόχρονα δηλώνει και την ευρεία απήχηση αυτών των εικόνων.

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ

Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σηματοδότησε μια σημαντική ύφεση στην αξία της παράδοσης. Ειδικά για τους Βίκινγκς, η εκτεταμένη χρήση τους ως ιστορικών και ιδεολογικών σημείων αναφοράς από τον Εθνικοσοσιαλισμό αλλά και η κόπωση των κοινωνιών από τον πόλεμο, προκάλεσαν μείωση του ενδιαφέροντος ή ακόμη και ανοικτή απόρριψή τους από ορισμένα στρώματα των Σκανδιναβικών κοινωνιών. Σταδιακά η εικόνα τους τροποποιήθηκε και αναπτύχθηκαν κριτικές προσεγγίσεις της ιστορίας τους. Δεν παρουσιάζονταν πλέον ως μεγάλες, ηρωικές μορφές του παρελθόντος αλλά ως καθημερινοί άνθρωποι με έμφαση (στην καλύτερη περίπτωση) σε απλές ασχολίες, ενώ στη χειρότερη ως αλόγιστοι καταστροφείς.
Παράλληλα, συνέχισε να επιβιώνει στα ευρέα στρώματα του πληθυσμού η άποψη που τους παρουσίαζε ως γενναίους αλλά κυρίως σκληρούς και βάρβαρους πολεμιστές. Η αντίληψη αυτή διατηρήθηκε χάρη στις δημιουργίες του κινηματογράφου και της λογοτεχνίας. Η εξέλιξη αυτή είχε θετικές αλλά και αρνητικές συνέπειες. Θετικό ήταν το γεγονός ότι η επιστημονική έρευνα στράφηκε και σε άλλες πλευρές και τομείς μελέτης, όπως το εμπόριο, οι τεχνικές της ναυπηγικής και της ναυσιπλοίας, η μικροτεχνία, η καθημερινή ζωή ή η θέση των παιδιών και των γυναικών στις Μεσαιωνικές Σκανδιναβικές κοινωνίες.
Αναδείχθηκε κατ’ αυτό τον τρόπο ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων και επιτευγμάτων των Βίκινγκς σε διάφορους τομείς, ενώ παράλληλα επανεκτιμήθηκε η πολιτιστική τους συμβολή στη διαμόρφωση του Δυτικού Χριστιανικού κόσμου. Η αρνητική πλευρά της νέας αυτής νοηματοδότησης των Βίκινγκς ήταν ότι υποτιμήθηκαν συνειδητά θεμελιώδεις αξίες και λειτουργίες της κοινωνίας τους, όπως ο πόλεμος, η βία, ο ηρωικός θάνατος. Αυτές οι έννοιες ήταν πολύ πιο κεντρικές για τους Βίκινγκς και τη ζωή τους απ’ ό,τι μπορούν να φαντασθούν πολλοί σημερινοί μελετητές.

Οι πολεμικές δραστηριότητες υποβιβάσθηκαν σε απλές, ληστρικές επιδρομές και λεηλασίες ή εναλλακτικές εμπορικές επιχειρήσεις και απογυμνώθηκαν έτσι από το περιεχόμενο ιδεών και αξιών που έφεραν για τους ίδιους τους Βίκινγκς. Καθώς οι νεώτερες κοινοβουλευτικές αστικές δημοκρατίες της Δύσης στερούντο ενός σαφούς ιδεολογικού περιεχομένου, προέβαλαν αυτή την έλλειψή τους και σε παλαιότερες περιόδους της παγκόσμιας ή εθνικής ιστορίας. Από την άλλη πλευρά, η σοβιετική αρχαιολογία αντιμετώπισε τους Βίκινγκς (Ρως) περίπου ως Ιμπεριαλιστές εισβολείς, οι οποίοι όμως δεν επηρέασαν σημαντικά τη Ρωσική ιστορία.

Κατά τα τελευταία χρόνια, πάντως, παρατηρείται μια σχετική ανανέωση του ενδιαφέροντος για τη στρατιωτική πλευρά της ιστορίας των Βίκινγκς, με την έκδοση σημαντικών μελετών και εργασιών. Με την πρόοδο της επιστημονικής έρευνας και την υπέρβαση της πολιτικής ορθότητας, οι Βίκινγκς θα αρχίσουν να παρουσιάζονται όπως ακριβώς ήταν: ικανοί και γενναίοι πολεμιστές, αδίστακτοι και ανηλεείς στις μάχες και τις λεηλασίες, επιδέξιοι έμποροι και τολμηροί θαλασσοπόροι, αφοσιωμένοι αγρότες και απλοί παγανιστές, άνθρωποι με προτερήματα και αδυναμίες, που ζούσαν στο πλαίσιο της εποχής τους αλλά και αντίθετα με αυτήν.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΩΝ ΒΙΚΙΝΓΚΣ

Για πάνω από τρεις αιώνες, η κραυγή «Βίκινγκς» ήταν αρκετή για να πανικοβάλει τους Ευρωπαίους του Μεσαίωνα. Ωστόσο, οι αρχαίοι βόρειοι ήταν κάτι περισσότερο από βάναυσοι επιδρομείς, μιας και καθιέρωσαν ανεπτυγμένες εμπορικές οδούς και αποίκισαν τις περισσότερες περιοχές που λεηλάτησαν.

Έμπειροι Ναυτικοί

Όλοι γνωρίζουν πως οι Βίκινγκς ήταν εξαιρετικοί ναυτικοί. Αν και είχαν ελαφριά πλοία που εύκολα παρασύρονταν από τον άνεμο και τη θάλασσα, οι Βίκινγκς κατάφεραν να διασχίσουν επανειλημμένα τον Ατλαντικό Ωκεανό, αποικίζοντας τη Γροιλανδία και την Ισλανδία. Ο Σκανδιναβός Λέιφ Έρικσον έφτασε στη Γροιλανδία και τον Καναδά 500 περίπου χρόνια προτού ο Χριστόφορος Κολόμβος πατήσει στην Αμερικανική ήπειρο. Μια πρόσφατη μελέτη Ισπανών και Γερμανών ερευνητών έδειξε ότι οι τρομεροί βόρειοι ναυτικοί πρόλαβαν και τους Πορτογάλους, πατώντας πρώτοι το πόδι τους στη Μαδέρα, πριν από τους εξερευνητές της Ιβηρικής χερσονήσου.

Σύμφωνα μάλιστα με τους ερευνητές, οι Βίκινγκς μετέφεραν στη Μαδέρα και τα ποντίκια τους προκαλώντας τεράστια οικολογική καταστροφή στο νησί. Στους Σκανδιναβικούς μύθους γίνεται λόγος για μια μαγική πέτρα που καθοδηγούσε τους Βίκινγκς στα μακρινά τους ταξίδια. Ως πριν από λίγα χρόνια οι μελετητές θεωρούσαν ότι επρόκειτο για μια μυθολογική πέτρα, όμως πρόσφατα ευρήματα δείχνουν ότι αυτή η μαγική πέτρα υπήρχε και βοηθούσε τους Βίκινγκς να βρίσκουν τον δρόμο τους. Πρόκειται για τον καλσίτη (ή άστριο), έναν κρύσταλλο που γίνεται φωτεινός ανάλογα με τη θέση του Ηλιου και λειτουργούσε έτσι σαν πυξίδα για τους ναυτικούς.

Πλοηγοί με τον Ήλιο του Μεσονυκτίου

Οι ναυτικοί στον αρχαίο κόσμο καθοδηγούνταν παρατηρώντας τα άστρα, αρχικά με γυμνό μάτι και αργότερα με διάφορα όργανα (αστρολάβοι, εξάντες) που δημιουργήθηκαν για αυτόν τον σκοπό. Ομως οι Σκανδιναβοί ναυτικοί και ειδικά οι Βίκινγκς που βάσιζαν την κυριαρχία τους στις θαλάσσιες μετακινήσεις είχαν αδυναμία να χρησιμοποιήσουν τα άστρα ή έστω τον Ήλιο για να προσανατολιστούν. Αυτό γιατί κατά τη διάρκεια του αρκτικού καλοκαιριού τα άστρα δεν έκαναν την εμφάνισή τους στον ουρανό ενώ ο Ήλιος συνήθως ήταν κρυμμένος πίσω από πυκνές νεφώσεις.

 

Οι ειδικοί πιστεύουν πως ακόμη και αν οι Βίκινγκς είχαν στη διάθεσή τους πυξίδες (πράγμα που οι ιστορικοί αμφισβητούν) δεν θα τους προσέφεραν σημαντική βοήθεια, αφού η Αυτοκρατορία τους άκμασε σε περιοχές κοντά στον (μαγνητικό) Βόρειο Πόλο. Ενώ οι ναυτικοί του Μεσαίωνα στη Μεσόγειο έμεναν κοντά στα παράλια για να μη χάνονται, οι Βίκινγκς διέσχιζαν χιλιάδες μίλια στις ανοικτές θάλασσες χωρίς την παραμικρή ένδειξη στεριάς. Επίσης, οι Βίκινγκς συχνά κινούνταν στον Αρκτικό Κύκλο, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούσαν να προσανατολίζονται βάσει των αστεριών κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού επειδή ο ήλιος δε δύει.

 

Για να παραμείνουν προσανατολισμένοι στη γη του ήλιου του μεσονυκτίου, οι έμπειροι πλοηγοί χρησιμοποιούσαν εξελιγμένα ξύλινα ηλιακά ρολόγια για να ταξιδεύουν στον άξονα βορρά – νότου. Και τις συννεφιασμένες μέρες που δεν έλαμπε ο ήλιος, ίσως χρησιμοποιούσαν «μαγικούς κρυστάλλους», ή αλλιώς ηλιακές πέτρες, που πόλωναν το φως της μέρας για προσανατολισμό.

Ο Κρύσταλλος του Ήλιου

Υπήρχε λοιπόν πάντοτε η απορία πώς εξελίχθηκαν οι Βίκινγκς σε δεινούς θαλασσοπόρους, φτάνοντας μάλιστα ως την Αμερικανική ήπειρο πολύ προτού αυτή ανακαλυφθεί επισήμως από τους Ευρωπαίους. Ενας αρχαίος Σκανδιναβικός μύθος (από τα γνωστά σάγκα) αναφέρει ότι ο θρυλικός ναυτικός Σίγκουρντ χρησιμοποιούσε στα ταξίδια του έναν κρύσταλλο, την «ηλιόπετρα», η οποία έδειχνε τη θέση του Ήλιου ακόμη και όταν στον ουρανό υπήρχε βαριά συννεφιά. Η αναζήτηση μιας απάντησης στο μυστήριο της πλοήγησης των Βίκινγκς οδήγησε στον καλσίτη (ή άστριο), έναν κρύσταλλο που είναι πολωμένος και μπορεί να φαίνεται σκοτεινός ή φωτεινός ανάλογα με τον προσανατολισμό του σε σχέση με τη θέση του Ήλιου.

 

Ορισμένοι επιστήμονες υπέδειξαν τον καλσίτη ως τη μυθική ηλιόπετρα. Διεθνής ομάδα ερευνητών επιβεβαιώνει ότι ο καλσίτης διαθέτει ιδιότητες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην πλοήγηση και θα μπορούσε να αποτελεί τον δομικό λίθο για τη δημιουργία μιας φυσικής πυξίδας για τους Βίκινγκς.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, ο καλσίτης μπορεί εύκολα να τύχει επεξεργασίας ώστε να λάβει διάφορες μορφές και σχήματα, όπως αυτό ενός ρόμβου που είναι εκείνο που απαιτείται για να λειτουργήσει το φαινόμενο της πόλωσης. Οι ερευνητές σημειώνουν την ανακάλυψη ενός τέτοιου κρυσταλλικού ρόμβου σε ένα ναυάγιο του 16ου αιώνα, κρίνοντας ότι πρόκειται για εύρημα που ενισχύει τη θεωρία ότι ο καλσίτης χρησιμοποιούνταν ως πυξίδα.

Οργισμένοι Πολεμιστές

Σε πολλά Νορβηγικά έπη υπάρχουν περιγραφές των μπερζέρκερς, των μαινόμενων Βίκινγκς πολεμιστών που εισέρχονταν σε ανεξέλεγκτη οργή κατά τη διάρκεια της μάχης. Μια έρευνα του 1956 έδειξε πως η μανία αυτή ήταν μάλλον αποτέλεσμα ναρκωτικών, και πιο συγκεκριμένα αποτελέσματα της επίδρασης του παραισθησιογόνου μανιταριού ονόματι μυγοκτόνος αμανίτης. Τόσο η εμφάνιση όσο και ο τρόπος ζωής που εν πολλοίς γνωρίζουμε δεν ήταν και πολύ «συμβατοί» με την προσωπική υγιεινή. Στην πραγματικότητα οι Βίκινγκς πρόσεχαν ιδιαίτερα τον εαυτό τους. Ειδικά οι Βίκινγκς που κατέκτησαν την Αγγλία είχαν τη φήμη της υπερβολικής καθαριότητας προσέχοντας και πλένοντας πολύ συχνά τα μαλλιά τους.

 

Ο Πέρσης εξερευνητής του 10ου αιώνα Αχμάντ Ιμπν Ρουστά σημειώνει ρητά τη σχολαστική καθαριότητα των Βίκινγκς. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών στις περιοχές τους οι χτένες είναι ένα από τα αντικείμενα που έρχονται πιο συχνά στο φως. Επίσης οι Βίκινγκς χρησιμοποιούσαν πολύ τσιμπιδάκια, ξυράφια και κάποια εργαλεία για να διατηρούν τα αφτιά τους καθαρά ενώ παρήγαν και σαπούνι.

Εμπορικές Οδοί

Με τους φυσικούς πόρους να εξαντλούνται στη Σκανδιναβία λόγω του υπερπληθυσμού, οι κάτοικοι ξεκίνησαν να λεηλατούν τους νότιους γείτονές τους για σκλάβους και λάφυρα. Το αποτέλεσμα ήταν η τρομακτική φήμη των Βίκινγκς. Ωστόσο, οι αιματοβαμμένες λεηλασίες δεν ήταν το επίκεντρο της Βίκινγκ κουλτούρας. Οι Μεσαιωνικοί ναυτικοί είχαν δημιουργήσει εμπορικά δίκτυα, διαμοιράζοντας στην Ευρώπη και την Ασία δόντια θαλάσσιων ίππων, δέρματα πολικών αρκούδων απ’ τη Γροιλανδία, υφάσματα και μπαχαρικά απ’ την Κωνσταντινούπολη και κεχριμπάρι από τη Βαλτική.

Κράνη

Σε αντίθεση με τη συνηθισμένη τους απεικόνιση, οι περικεφαλαίες των Βίκινγκς δεν είχαν κέρατα ή φτερά. Για την ακρίβεια, ένα σπάνιο πλήρες κράνος από τον τάφο ενός φύλαρχου του 10ου αιώνα στο Gjermundbu της Νορβηγίας, δε φέρει κέρατα ή φτερά, παρά μόνο μια προστατευτική καλύπτρα για τη μύτη. Από την άλλη, οι γυναίκες τους δεν ντύνονταν σεμνά: μια μελέτη βρήκε πως οι γυναίκες των Σουηδών Βίκινγκς ντυνόντουσαν προκλητικά με πολύχρωμα ενδύματα και φορούσαν προστήθια τα οποία τόνιζαν το στήθος τους.

Καμία απεικόνιση στα κράνη που χρονολογούνται στην εποχή των Βίκινγκς δεν παριστάνει κερασφόρα κράνη. Υπάρχουν δύο ή τρεις αναφορές τελετουργικών πομπών στις οποίες οι πολεμιστές φορούν κράνη με προεξοχές που τελείωναν με τυποποιημένα κεφάλια πουλιών ή που έμοιαζαν με φίδια. Ακόμη όμως και η τελετουργική χρήση των κερασφόρων κρανών από τους Βίκινγκς είναι κάτι που δεν έχει ακόμη αποδειχθεί.

Παγανισμός

Κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας τους, οι Βίκινγκς ήταν παγανιστές και πίστευαν σε ένα πάνθεον που περιλάμβανε τον Όντιν, τον γιο του Θορ και τη θεά της γονιμότητας Φρέγια. Οι Θεοί ζούσαν στην Ασγάρδη, που ήταν ένας παράλληλος κόσμος που συνδεόταν με τη Γη με μια γέφυρα – ουράνιο τόξο, το Μπίφροστ. Οι Νορβηγικοί θρύλοι προφήτευαν πως μια επική μάχη, το Ράγκναροκ, θα εξαφάνιζε τους Θεούς και θα εξαπέλυε μια κατακλυσμιαία πλημμύρα που θα κατέστρεφε τη Γη. Από τον 8ο μέχρι και τον 11ο αιώνα, οι αγαπημένοι στόχοι των Βίκινγκς ήταν τα μοναστήρια, τα οποία ήταν ελλιπώς φρουρούμενα και γεμάτα θησαυρούς. Μέχρι το τέλος του 12ου αιώνα, οι περισσότεροι Βίκινγκς είχαν υιοθετήσει, εθελοντικά ή αναγκαστικά, το Χριστιανισμό.

Πόλεμος με τους Ιρλανδούς

Όταν οι Βίκινγκς εισέβαλαν στην Ιρλανδία τον 9ο αιώνα, ίδρυσαν το Νορβηγικό Βασίλειο του Δουβλίνου (ονομαζόμενο τότε Ντίφλιν), το οποίο κράτησε για πάνω από τρεις αιώνες. Αν και οι ηγεμόνες είχαν Βίκινγκ καταγωγή, αναμίχθηκαν σταδιακά με τους Κέλτες υπηκόους τους και δημιούργησαν έναν μικτό πολιτισμό.

Συμπεριφορά προς τους Σκλάβους Αιχμαλώτους

Μία μελέτη που δημοσιεύτηκε σε πρόσφατο τεύχος του επιστημονικού περιοδικού αρχαιολογικού περιεχομένου «The Journal of Archaelogical Science», αποκάλυψε ότι αρκετοί τάφοι των Βίκινγκς, που βρέθηκαν στη Νορβηγία στις αρχές της δεκαετίας του ΄80, είχαν υπολείμματα οστών από σκλάβους. Συγκεκριμένα, βρέθηκαν δέκα άνθρωποι θαμμένοι σε διάφορους τάφους στο Φλάκσταντ της Νορβηγίας. Κάποιοι από αυτούς τους τάφους είχαν μέσα δύο ή και τρεις νεκρούς, ενώ τέσσερις από αυτούς είχαν αποκεφαλιστεί. Οι τάφοι είχαν υποστεί ζημιές από τις γεωργικές εργασίες των κατοίκων της περιοχής και περιείχαν μόνο ελάχιστα ευρήματα όπως ένα κεχριμπαρένιο περιδέραιο, λιγοστά οστά ζώων και μαχαίρια.

Οι τάφοι και το περιεχόμενό τους ήρθαν στο φως όταν μια ομάδα αρχαιολόγων αποφάσισε να ερευνήσει τα μέχρι τότε αδιάφορα ευρήματα. Οι αρχαιολόγοι άρχισαν την έρευνα με την εικασία ότι οι νεκροί στους τάφους προέρχονταν από διάφορα κοινωνικά στρώματα και προσφέρθηκαν ως δώρο στα αφεντικά τους κατά την ταφή. Στη συνέχεια με τη βοήθεια της τεχνολογίας ανέλυσαν το DNA των οστών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι νεκροί του ίδιου τάφου δεν είχαν μεταξύ τους συγγένεια και μάλιστα τα αποκεφαλισμένα πτώματα είχαν εντελώς διαφορετικές διατροφικές συνήθειες από εκείνες των άλλων σορών με τις οποίες ετάφησαν, είχαν δηλαδή διατροφή που βασιζόταν στα ψάρια, ενώ οι άλλοι τρέφονταν με κρέας και γαλακτοκομικά προϊόντα.

 

Αυτό επιβεβαιώνει τη θεωρία ότι οι νεκροί του ίδιου τάφου δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους και προέρχονται από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα. Οι Βίκινγκς είχαν την φήμη άγριων θαλασσοπόρων που έκαναν επιδρομές, κατακτούσαν περιοχές και έπαιρναν αιχμαλώτους τον 8ο αιώνα π. Χ. Αυτοί οι αιχμάλωτοι κατέληγαν σκλάβοι στα χωράφια τους και μάλιστα χρησιμοποιούνταν στις σκληρές δουλειές, ενώ οι γυναίκες παρέμεναν στα σπίτια στην υπηρεσία του έρωτα και έφερναν στον κόσμο παιδιά που θα υπηρετούσαν τον αφέντη τους.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

Οι Χριστιανικοί λαοί της νότιας Ευρώπης αντιμετώπιζαν τους Βίκινγκ ως ικανότατους πολεμιστές αλλά συνάμα αμόρφωτους, χωρίς να φείδονται ειρωνείας. Χαρακτηριστικά στην Ιταλία ο Βίκινγκ ήταν συνώνυμο του άπλυτου και άξεστου, ενώ για τους Βυζαντινούς ήταν πελεκυφόρος βάρβαρος και κρασοσακούλα, χρήσιμος πάντως ως μισθοφόρος και επίλεκτος σωματοφύλακας του Αυτοκράτορα. Στα πλαίσια αυτής της εικόνας αναπτύχθηκαν δοξασίες που μέχρι σήμερα δεν έχουν αποδειχθεί, όπως ότι έπιναν κρασί από τα κρανία των αντιπάλων τους ή ότι διακοσμούσαν τα κράνη τους με κέρατα (κατά το Μεσαίωνα θεωρούνταν σύμβολο του διαβόλου).

Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Πράγματι ο πολιτισμός που δημιούργησαν οι Βίκινγκ ήταν ελάσσων σε σύγκριση με την πολιτιστική παραγωγή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Μοναδική εξαίρεση ήταν οι Βάραγγοι του κράτους των Ρως, οι οποίοι πάντως επηρεάσθηκαν έντονα από το Βυζάντιο, και δευτερευόντως οι Νορμανδοί. Οι βασιλείς της Νορβηγίας ήταν αγράμματοι έως το 1066. Οι Βίκινγκς, ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια της εξάπλωσής τους, θεωρούσαν ως φυσιολογικές δραστηριότητες την πειρατεία, τη ληστεία και το βιασμό. Από την άλλη μεριά όμως, η κατάσταση των άλλων λαών στο μεγαλύτερο τμήμα της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης δεν ήταν πολύ καλύτερη.

 

Ίσως η κυριαρχία του Χριστιανισμού είχε επηρεάσει κάποια ζητήματα ηθικής, αλλά σίγουρα το πολιτιστικό χάσμα μεταξύ αυτών και των Βίκινγκ δεν ήταν τόσο μεγάλο. Δεν πρέπει επίσης να αγνοείται ένα άλλο δεδομένο, ότι οι Βίκινγκς πέρασαν στη Χρυσή Εποχή τους, έστω και καθυστερημένα, από μία φάση που οι περισσότεροι λαοί πέρασαν κάποια στιγμή. Ας μην ξεχνάμε για παράδειγμα ότι οι Έλληνες της κλασικής αρχαιότητας θεωρούσαν την πειρατεία ως κατά φύσιν κτητική δραστηριότητα. Υπό αυτό το πρίσμα, ίσως και να ήταν ιστορικά αναπόφευκτο το πέρασμα από τη φάση Βίαιη επέκταση – Ακμή – Παρακμή πριν την πλήρη ένταξη στον ευρωπαϊκό κόσμο, που ξεκίνησε μετά το 1066 παράλληλα με τον πλήρη εκχριστιανισμό τους

ΧΑΡΤΕΣ

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

 ΜΕΡΟΣ Α’ 

 

Advertisements

About kostastz

ΙΣΤΟΡΙΑ- ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΤΕΧΝΗ-ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
This entry was posted in ΙΣΤΟΡΙΑ. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s