ΒΙΚΙΝΓΚΣ (ΜΕΡΟΣ Α’)

ΟΙ ΑΔΑΜΑΣΤΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΒΙΚΙΝΓΚΣ


Οι Βίκινγκς εμφανίσθηκαν δυναμικά στην Ευρωπαϊκή σκηνή κατά τον ύστερο 8ο αιώνα, με επιδρομές και λεηλασίες στη δυτική Ευρώπη. Επί τρεις περίπου αιώνες οι Βίκινγκς, πολεμιστές και έμποροι ταυτόχρονα, διέσχισαν τον Ατλαντικό Ωκεανό και εποίκισαν τις Φερόες, την Ισλανδία, τη Γροιλανδία, ακόμη και τις ακτές της Αμερικής. Στην Ανατολή ίδρυσαν τα πρώτα Ρωσικά κράτη, πολέμησαν ως Βάραγγοι στην υπηρεσία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, διεξήγαγαν εμπόριο έως τη Βαγδάτη και τη Σαμαρκάνδη. Οι επιδρομές τους στην Ευρώπη, οι σχέσεις με το Βυζάντιο, η θρησκεία και η μυθολογία, η λογοτεχνία και η τέχνη, ο πόλεμος και ο οπλισμός, η ιστορική εικόνα των Βίκινγκς, αποτελούν θέματα προς μελέτη…

Οι Βίκινγκ ήταν εθνοτική ομάδα, τμήμα των Βορείων Λαών της Ευρώπης. Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα εμφανίσθηκαν ως εξερευνητές, πειρατές, έμποροι, μισθοφόροι (ή και τα τέσσερα μαζί) σε μεγάλο κομμάτι της Ευρώπης. Κοιτίδα τους ήταν η Σκανδιναβία και τέσσερα σημερινά έθνη έλκουν την καταγωγή τους από αυτούς: Νορβηγοί, Σουηδοί, Δανοί, Ισλανδοί. Η παρουσία τους υπήρξε καταλυτική για την ιστορία έξι ακόμη σημερινών κρατών: Μ. Βρετανία, Γαλλία, Φινλανδία, Ρωσία, Λευκορωσία, Ουκρανία. Οι Βίκινγκ δεν αποτέλεσαν ενιαίο έθνος, με τη μορφή που αυτά άρχισαν να διαμορφώνονται στη Νότια Ευρώπη κατά την ίδια περίοδο, αλλά διέθεταν μεταξύ τους πολλά κοινά χαρακτηριστικά:

  • Γλώσσα, την αρχαία Σκανδιναβική – μία γλώσσα που κατατάσσεται στις Γερμανικές ή αρχαίες βόρειες γλώσσες.
  • Μυθολογία και παραδόσεις, με κυρίαρχες τις επικές Σάγκες, οι οποίες εξακολουθούν να γοητεύουν μέχρι και σήμερα. Η μυθολογία τους πάντως έχει συκοφαντηθεί, λόγω της χρήσης της από τους Ναζί.
  • Τάση για εξερευνήσεις και εποικισμό μακρινών εδαφών, οφειλόμενη κυρίως στην ανάγκη για εξεύρεση περιοχών πιο εύφορων από την παγωμένη και άγονη Σκανδιναβία.
  • Συναίσθηση της κοινής καταγωγής τους.

Η ιστορία των Βίκινγκς αποτελεί μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες πλευρές του Μεσαιωνικού Ευρωπαϊκού κόσμου. Πρόκειται για ένα θέμα με έντονο ενδιαφέρον για ιστορική μελέτη, το οποίο παράλληλα εξάπτει την κοινή φαντασία με τις πολυάριθμες προεκτάσεις του. Οι Βίκινγκς αποτελούσαν κυρίως ένα ιδιότυπο ιστορικό φαινόμενο, που κυριάρχησε σε πολλές εκδηλώσεις της Ευρωπαϊκής σκηνής επί τρεις αιώνες. Υπ’ αυτό το πρίσμα, οι Βίκινγκς ήταν χαρακτηριστικά δημιουργήματα της εποχής και του περιβάλλοντός τους, τόσο του γεωπολιτικού όσο και του κοινωνικού.

Μια μελέτη της ιστορικής πορείας και της πολιτιστικής δημιουργίας τους πρέπει να λαμβάνει υπόψη τόσο τους ποικίλους παράγοντες που δημιούργησαν τη λεγομένη »Εποχή των Βίκινγκς» όσο και τις επιμέρους πλευρές αυτής της περιόδου. Η Σκανδιναβική κοινωνία και η διάρθρωσή της, ο καθημερινός βίος και οι επιδιώξεις των ανθρώπων, η ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας και η υπερπόντια επέκταση των Βίκινγκς, οι επιδρομές και το εμπόριο στη Δύση και στην Ανατολή, ο πόλεμος και οι τεχνικές του, οι τέχνες και το θρησκευτικό αίσθημα, η μυθολογική αντίληψη για τον κόσμο, αλλά και η αντίληψη άλλων λαών και άλλων εποχών για τους Βίκινγκς συνιστούν βασικά θέματα μιας εμπεριστατωμένης ιστορικής έρευνας, ιδιαίτερα μάλιστα προκειμένου για μια τόσο ιδιόμορφη περίπτωση, όπως αυτή των Βίκινγκς.

Συνήθως οι αναφορές στους Βίκινγκ παραπέμπουν στην περίοδο της μέγιστης εξάπλωσής τους, η οποία αποκαλείται »Χρυσή Εποχή» και συμβατικά καλύπτει το διάστημα μεταξύ 793 (λεηλασία της Μονής Λίντισφαρν στη Β.Α Αγγλία) και 1066 (συντριβή των Νορβηγών του Χάραλντ Γ’ στο Στάμφορντ Μπριτζ). Χάρις στην ικανότητά τους στη ναυσιπλοΐα και τον πόλεμο, στους τρεις αυτούς αιώνες εξαπλώθηκαν σε μία τεράστια έκταση που ξεκινά από τη Ρωσία, περνά από τη Σκανδιναβική χερσόνησο και διασχίζει οριζόντια ολόκληρο το Βόρειο Ατλαντικό, από την Αγγλία και τα νησιωτικά συμπλέγματα στα βόρεια της Σκωτίας μέχρι την Ισλανδία, τη Γροιλανδία και τέλος τη Βίνλαντ στον σημερινό ανατολικό Καναδά.

Επίσης εμφανίσθηκαν στο Βυζάντιο, τη Βόρεια Αφρική, την Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία, με κάποια από τις ιδιότητες που αναφέρθηκαν παραπάνω. Η ιστορική έρευνα αντιμετωπίζει ένα σημαντικό πρόβλημα, την έλλειψη ιδίων γραπτών πηγών. Με εξαίρεση τους Βαράγγους, οι Βίκινγκ της Χρυσής Εποχής ήταν αναλφάβητοι, με αποτέλεσμα οι κυριότερες αναφορές να βρίσκονται ξένες πηγές (Βυζαντινοί συγγραφείς, Καθολικοί μοναχοί και Ιεραπόστολοι), ή σε μεταγενέστερες καταγραφές της προφορικής τους παράδοσης, όπως οι Ισλανδικές Σάγκες (12oς – 14ος αιώνας) και το Ρωσικό Πρώτο Χρονικό (12oς αιώνας).

ΕΝΝΟΙΕΣ – ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ

Με τον περιγραφικό όρο Βίκινγκς (Vikingar) αναφερόμαστε στους Μεσαιωνικούς κατοίκους των Σκανδιναβικών χωρών, οι οποίοι εμφανίσθηκαν δυναμικά στο ιστορικό προσκήνιο στο τέλος του 8ου αιώνα, με τις επιδρομές και τις εμπορικές τους δραστηριότητες σε Δύση και Ανατολή. Η περίοδος δράσης τους διήρκεσε περίπου τρεις αιώνες, έως τον ύστερο 11ο αιώνα. Το γεωγραφικό της πλαίσιο ήταν αρκετά ευρύ, αφού εκτεινόταν από τα παράλια της Βαλτικής Θάλασσας και τη Ρωσική ενδοχώρα έως τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και τη Μέση Ανατολή και από τις δυτικές Ευρωπαϊκές χώρες έως τις μακρινές περιοχές του Βορείου Ατλαντικού.

Η λέξη Βίκινγκς συνδέεται ετυμολογικά με τα ουσιαστικά viking (πειρατεία, επιδρομή) και vikingr (πειρατής, επιδρομέας). Στις γραπτές πηγές οι λέξεις αυτές ενέχουν ενίοτε αρνητική και απαξιωτική σημασία, στοιχείο που καταδεικνύει ότι δεν αυτοπροσδιορίζονταν όλοι οι Σκανδιναβοί ως Βίκινγκς και ότι δεν καταγίνονταν όλοι με τις χαρακτηριστικές πειρατικές ή έστω εξερευνητικές – εμπορικές δραστηριότητες. Τα ουσιαστικά αυτά έχουν ετυμολογηθεί με ποικίλους τρόπους, αποδίδοντας αντίστοιχες ιδιότητες στους Βίκινγκς, ήταν άνθρωποι που διαβιούσαν σε θαλάσσιους κόλπους (vik), δηλαδή ναυτικοί, άνθρωποι που διέμεναν σε οχυρά (wic, wiicing), δηλαδή στρατιώτες, πολεμιστές, άνθρωποι των πόλεων (wic, vicus), δηλαδή έμποροι.

Σε κάθε περίπτωση ο όρος Βίκινγκς αφορά ανθρώπους οι οποίοι ήταν ικανοί ναυτικοί, τολμηροί εξερευνητές, άξιοι έμποροι και γενναίοι πολεμιστές. Το στερεότυπο που υφίσταται για την ιστορία τους φαίνεται έτσι να δικαιώνεται. Οι Βίκινγκς διαβιούσαν στις Σκανδιναβικές χώρες, σε μια εκτεταμένη περιοχή που άρχιζε από τη Δανία στον Νότο και περιελάμβανε τα Σουηδικά και Νορβηγικά εδάφη στον Βορρά και στην Ανατολή. Αυτή η γεωγραφική έκταση περιελάμβανε αρκετά ανόμοια μέρη, με ιδιαίτερα γεωφυσικά χαρακτηριστικά. Στον Νότο υπήρχαν οι επίπεδες, εύφορες πεδιάδες της Γιουτλάνδης, της Δανικής χερσονήσου.
Δίπλα της τα πολυάριθμα νησιά των περιοχών Φυν και Σχιέλαντ με καλλιεργήσιμη γη, που επίσης έλεγχαν το πέρασμα από τον κόλπο Σκαγερράκη προς τη Βαλτική. Τα νότια εδάφη της Σουηδίας παρουσίαζαν το ίδιο περιβάλλον με τη Δανία έως τα υψίπεδα τα οποία στην ιστορική περίοδο χώριζαν τους Δανούς από τους Σουηδούς. Από εκεί άρχιζε η περιοχή των μεγάλων λιμνών, των λόφων και των πυκνών δασών της Σουηδίας, που εκτείνονταν έως τον Βορρά. Εύφορες πεδιάδες υπήρχαν στις ανατολικές Σουηδικές ακτές, την πλέον πυκνοκατοικημένη περιοχή. Στα δυτικά η Νορβηγία παρουσίαζε μεγάλες αντιθέσεις, με τα πολυάριθμα φιόρδ και την κατακερματισμένη ακτογραμμή των παραλίων της και τα υψηλά, σχεδόν ακατοίκητα όρη της.
Οι γεωργικές περιοχές ήταν κυρίως δύο: γύρω από το Τροντχάιμ (Trondheim) στον Βορρά και από το σημερινό Όσλο στον Νότο. Η μεγάλη απόσταση μεταξύ των δύο σημείων και η δυσκολία επικοινωνίας κατέστησε τις δύο περιοχές αντίπαλα κέντρα εξουσίας. Το κλίμα της Σκανδιναβίας ήταν σε γενικές γραμμές ήπιο, παρά το υψηλό γεωγραφικό της πλάτος, λόγω του Ρεύματος του Κόλπου (Gulf Stream), που απολήγει στα Νορβηγικά παράλια. Η Σουηδία έχει βαρείς χειμώνες, αλλά θερμά ξηρά καλοκαίρια και η Δανία ήπιο κλίμα. Η γεωφυσική διαμόρφωση της Σκανδιναβίας καθιστούσε συχνά ευκολότερες τις θαλάσσιες παρά τις χερσαίες διαδρομές.
Αυτός ο παράγοντας υπήρξε καθοριστικός για την ανάπτυξη της ναυτιλίας, ιδίως από νησιώτες Δανούς και τους Νορβηγούς των φιόρδ. Από χρονολογικής άποψης η λεγόμενη Εποχή των Βίκινγκς θωρείτε ότι εκτείνεται από το τέλος ή το Β’ ήμισυ του 8ου αιώνα έως τον ύστερο 11ο αιώνα. Συγκεκριμένα, ως ορόσημα αναφέρονται δύο γεγονότα. Η έναρξή της χρονολογείται στο 793, έτος της μεγάλης επιδρομής στο Αγγλικό μοναστήρι του Λίντισφαρν. Η περίοδος θεωρείται ότι ολοκληρώνεται το έτος 1066, όταν οι Νορμανδοί, εκγαλλισμένοι Βίκινγκς, εισέβαλαν και κατέκτησαν την Αγγλοσαξωνική Βρετανία.

ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΩΝ

Η περίοδος που προηγείται της Εποχής των Βίκινγκς αποτέλεσε τη φάση διαμόρφωσης και σύμπηξης των Σκανδιναβικών κοινωνιών. Η Ρωμαϊκή Εποχή του Σιδήρου (1 – 400 μ.Χ.) διακρίνεται για τη σταδιακή δημιουργία κεντρικότερων δομών, διαδικασία η οποία συνεχίσθηκε αμείωτη κατά τις επόμενες περιόδους. Οι εμπορικές δραστηριότητες επεκτάθηκαν και υπερέβησαν το τοπικό Σκανδιναβικό επίπεδο. Άρχισε η εισαγωγή πολυάριθμων αγαθών από τα εδάφη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που αποτέλεσε τον κύριο χώρο πολιτιστικής επιρροής έως την κατάρρευση του δυτικού της τμήματος, τον 5ο αιώνα.

Πολυτελή και απλά αγγεία με Λατινικές και Ελληνικές επιγραφές,γυάλινα και μεταλλικά τεχνουργήματα, εκατοντάδες νομίσματα έχουν βρεθεί στις Σκανδιναβικές χώρες, ενδείξεις ενός ανθηρού εμπορίου. Ως αντάλλαγμα οι Σκανδιναβοί εξήγαν γούνες, δέρματα, σχοινιά και δούλους. Το πλέον γνωστό είδος από τη Βαλτική ήταν το κεχριμπάρι, το οποίο εκτιμάτο ιδιαίτερα στον Ελληνορωμαϊκό κόσμο. Η πρώτη φάση ονομάζεται Πρώιμη Εποχή Σιδήρου (500 π.Χ. – 1 μ.Χ.) και είναι γνωστή από ελάχιστα ευρήματα, κυρίως από τη Δανία. Πρόκειται για διάσπαρτους οικισμούς με υποτυπώδη αρχιτεκτονήματα. Τα σημαντικότερα ευρήματα της περιόδου είναι ανθρωπολογικά κατάλοιπα, συχνά τέλεια διατηρημένα σώματα σε βάλτους τύρφης, τα οποία αποτελούν ενδείξεις τελετουργικών ανθρωποθυσιών.
Η μεταλλουργική επεξεργασία του σιδήρου είχε διαδοθεί και κατασκευάζονταν απλά, χρηστικά αντικείμενα, όπλα και εργαλεία. Η οικονομία ήταν γεωργική – χαρακτηριστικό που διατηρήθηκε άλλωστε καθ’ όλη την Εποχή των Βίκινγκς. Η επικέντρωση των αρχαιολογικών ευρημάτων στη Δανία πιστοποιεί το γεγονός ότι οι πρώτοι κάτοικοι ήλθαν στη Σκανδιναβία από τον Νότο, πιθανώς περί το 6000 π.Χ. Η ναυτιλία επίσης αναπτύχθηκε και άρχισαν να αναφέρονται θαλάσσιες επιδρομές των Βόρειων λαών στη Δύση, σχεδόν τέσσερις αιώνες πριν από το μεγάλο κύμα επιδρομών. Οι Έρουλοι, φύλο της Γιουτλάνδης, επέδραμαν το 287 στη Φρισία (Κάτω Χώρες).
Παράλληλα, οι Σκανδιναβοί ήλθαν σε επαφή με φύλα της κεντρικής Ευρώπης, όπως τους Γότθους, οι οποίοι ήλεγχαν τις εμπορικές οδούς προς τη Μαύρη θάλασσα. Η οικονομία παρέμεινε αγροτική και οι αρχιτεκτονικοί τύποι των οικιών εξελίχθηκαν ώστε να περιλαμβάνουν μεγαλύτερους αποθηκευτικούς χώρους. Η Εποχή των Μεταναστεύσεων (400 – 600 μ.Χ.) χαρακτηρίζεται από την έντονη κινητικότητα ορισμένων φύλων. Οι Γιούτοι και οι Άγγλοι μετανάστευσαν τον 5ο αιώνα από τη Δανία στη Βρετανία και μαζί με τους Σάξωνες επικράτησαν επί του τοπικού πληθυσμού. Οι Βουργουνδοί και οι Γότθοι, πιθανής Σκανδιναβικής καταγωγής, μετανάστευσαν στη Δύση προκαλώντας αναταραχές στους Κελτικούς και Ρωμαϊκούς πληθυσμούς.
Την περίοδο αυτή ο συγγραφέας Ιορδάνης (6ος αιώνας) αποκαλεί τη Σκανδιναβία «Μήτρα των Εθνών» (vagina nationum). Οι επιδρομές στη Δύση εντάθηκαν, οι Έρουλοι λεηλάτησαν τις ακτές της Ισπανίας, το 455 και το 460 και οι Δανοί τη Φρισία. το 528 και το 570. Στην ίδια τη Σκανδιναβία παρατηρήθηκε ανέγερση πολυάριθμων τοπικών οχυρών και συσπείρωση των οικισμών γύρω από ισχυρούς τοπικούς ηγεμόνες. Τα Σκανδιναβικά φύλα μάχονταν μεταξύ τους για τον έλεγχο των εύφορων πεδιάδων και των υδάτινων διαδρόμων. Τα αρχαιολογικά ευρήματα επιβεβαιώνουν αυτή την εικόνα. Εντυπωσιακοί χωμάτινοι τύμβοι και πολυτελείς ταφές παραπέμπουν σε μια πολεμική τοπική αριστοκρατία που ενισχυόταν κατά τις ταραχώδεις περιόδους.

Ακριβώς επειδή η ίδια η Σκανδιναβία δεν δέχθηκε εισβολές αυτή την περίοδο, αναπτύχθηκε οικονομικά και πολιτιστικά, αποκτώντας διακριτά χαρακτηριστικά που σταδιακά αποκρυσταλλώθηκαν για να καταστούν γνωρίσματα των Βίκινγκς. Η πολιτιστική αυτή εξέλιξη ολοκληρώθηκε κατά την Ύστερη Γερμανική Εποχή του Σιδήρου ή Βέντελ (600 – 750 / 800 μ.Χ.). Οι τοπικές δομές αντικαταστάθηκαν από ισχυρά περιφερειακά βασίλεια. Η Σκανδιναβία αποτελούσε ήδη διακριτή γεωγραφική και πολιτιστική ενότητα. Στην περίοδο αυτή ανήκει ένα εντυπωσιακό οχυρωματικό έργο. το Ντάνεβίρκε (Danevirke). μια αμυντική κατασκευή που εκτείνεται από τη μια άκρη της Γιουτλάνδης έως την άλλη.

Το Ντάνεβίρκε κατασκευάσθηκε για πρώτη φορά το 737, για να αποκρούσει τις Γερμανικές επιθέσεις από τον Νότο. Οι πολυτελείς ταφές συνεχίσθηκαν και σε αυτή τη φάση, ενώ απαντούν επίσης σε μεγαλύτερη συχνότητα και με σαφέστερη νοηματοδότηση οι ταφές με πλοία ή οι τύμβοι σε σχήμα πλοίου. Οι διακοσμητικές τέχνες εμπλουτίσθηκαν με την επικράτηση ενός αυτόνομου Σκανδιναβικού ύφους. Τέλος, κατά τον 8ο αιώνα η ναυτιλία και οι τύποι των πλοίων εξελίχθηκαν και προέκυψαν οι τεχνικές προϋποθέσεις για την εντυπωσιακή εμφάνιση των Βίκινγκς που ακολούθησε.

ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΤΗΣ ΕΞΑΠΛΩΣΗΣ

Η εξάπλωση των Βίκινγκς έχει συνδεθεί με ποικίλους παράγοντες και ερμηνευτικά σχήματα. Μια από τις συχνά αναφερόμενες αιτίες είναι η έλλειψη γης, αποτέλεσμα του αυξανόμενου πληθυσμού των τοπικών Σκανδιναβικών κοινωνιών. Οι καλλιεργήσιμες γαίες επεκτείνονταν, η διαδικασία αυτή, όμως, είχε βραχυπρόθεσμη προοπτική λόγω των ελάχιστων αρόσιμων γαιών στη Σκανδιναβία, ιδίως στη Νορβηγία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ανακάλυψη και ο εποικισμός των νέων γαιών στον Βόρειο Ατλαντικό οφείλεται πρωτίστως στους Νορβηγούς. Ανάλογα μεταναστευτικά ρεύματα παρατηρήθηκαν και σε προγενέστερες περιόδους.

Κατά τον 2ο αιώνα π.Χ. οι Κίμβροι και οι Τεύτονες, φύλα από τη Γιουτλάνδη, επέδραμαν στην Ιταλία, ενώ τον 5ο αιώνα διάφορα σκανδιναβικά φύλα εισέβαλαν στη Δύση. Η ερμηνεία αυτή ενδεχομένως ισχύει για τους Νορβηγούς, όχι όμως και για τους Δανούς ή τους Σουηδούς. Αυτοί αφενός διέθεταν αρκετά εύφορα εδάφη, αφετέρου δεν πραγματοποιούσαν εποικισμούς, αλλά πειρατικές ή εμπορικές επιχειρήσεις. Αλλά και οι Νορβηγοί εποίκησαν περιοχές μόνον κατά τον ύστερο 9ο αιώνα, αφού είχε προηγηθεί μια περίοδος επιδρομών επί 80 έτη. Συγκεκριμένα, στην Ιρλανδία δεν υπήρξαν αξιόλογες μακροχρόνιες εγκαταστάσεις παρά τις εκτεταμένες επιδρομές Νορβηγών και Δανών, λόγω της αντίδρασης των τοπικών Κελτών.
Γενικά, φαίνεται ότι ο εποικισμός των χωρών της Δύσης -της Νορμανδίας, της βόρειας Αγγλίας και των περιοχών γύρω από τον Ατλαντικό- υπήρξε μάλλον συνέπεια παρά αιτία της επέκτασης των Βίκινγκς. Σχετική είναι η ερμηνεία που προκρίνει ως παράγοντα το εμπόριο. Μια τέτοια άποψη ισχύει για την επέκταση προς την Ανατολή, τις Βαλτικές χώρες και τη Ρωσία. Οι κινήσεις, όμως, αυτές προς την Ανατολή είχαν αρχίσει ήδη από τον 7ο αιώνα, ενώ λίγο αργότερα ενισχύθηκαν οι ήδη υπάρχοντες εμπορικοί δεσμοί με τη Δύση. Στην Ανατολή οι Βίκινγκς αναζητούσαν το ασήμι που προερχόταν από τον Ισλαμικό κόσμο. Εγκαθιστώντας εμπορικές βάσεις με περιορισμένο στρατιωτικό χαρακτήρα κατάφεραν να ελέγξουν τις οδούς προς τη Μαύρη Θάλασσα και τη Μέση Ανατολή.
Στη Δύση οι εκτεταμένες επιδρομές από τον ύστερο 8ο αιώνα και εξής δεν είχαν τη μορφή τυχαίων επιθέσεων, αλλά ακολούθησαν προγενέστερες αναγνωριστικές επιχειρήσεις. Αυτές έγιναν εφικτές μέσω των εμπορικών σχέσεων Σκανδιναβίας και δυτικών χωρών. Ως ειρηνικοί έμποροι τον 6ο και 7ο αιώνα θα είχαν γνωρίσει τα πλούσια και αφύλακτα λιμάνια, τα μοναστήρια με τους θησαυρούς τους, καθώς και τις αμυντικές δυνατότητες ποικίλων βασιλείων. Τον 8ο αιώνα η Δύση εισήλθε σε μια περίοδο σχετικής πολιτικής σταθερότητας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την περαιτέρω ανάπτυξη του εμπορίου με τη Σκανδιναβία.

Η ερμηνεία του εμπορίου δεν απαντά ικανοποιητικά στο ερώτημα γιατί οι Σκανδιναβοί προτίμησαν να διαταράξουν τις κερδοφόρες και γι’ αυτούς εμπορικές σχέσεις και να πραγματοποιούν θυελλώδεις επιδρομές που κατέστρεφαν την υποδομή, τον κοινωνικό ιστό και τις διεθνείς δυνατότητες των εμπορικών τους εταίρων. Ενεργώντας ως άναρχοι παρίες του Ευρωπαϊκού «συστήματος» κρατών, οι Βίκινγκς, ιδίως αρχικά, όταν απέβλεπαν στη λεηλασία και όχι στην εγκατάσταση, έθεταν εαυτούς εκτός ενός συμβατικού πλέγματος διεθνών σχέσεων. Οι εμπορικές δραστηριότητες δεν δικαιολογούν τη βίαιη επέκταση των Βίκινγκς.

Η ουσία του προβλήματος έγκειται μάλλον στην κατανόηση των δομικών και κοινωνικών παραγόντων που ώθησαν τους Σκανδιναβούς να θεωρήσουν τις πολεμικές επιδρομές προτιμότερη και καταλληλότερη δραστηριότητα από το εμπόριο και τη φιλήσυχη αγροτική ζωή. Η θεωρία του οικονομικού κέρδους, είτε ως αποτέλεσμα εμπορίου είτε ως προϊόν λεηλασίας, δεν επαρκεί να ερμηνεύσει τα ουσιαστικά δεδομένα της εξάπλωσης. Οι πραγματικές αιτίες πρέπει να αναζητηθούν στην ίδια τη Σκανδιναβική κοινωνία και στην υποτυπώδη αλλά υπαρκτή ιδεολογία της. Η σταδιακή ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας είχε ως συνέπεια τον παραγκωνισμό πολλών τοπικών αρχηγών και την πρόκληση σοβαρών κοινωνικών εντάσεων.
Ολοένα λιγότεροι αριστοκράτες ή περιφερειακοί ηγεμόνες κατείχαν ουσιαστική εξουσία από τον 8ο αιώνα και εξής. Ο ανταγωνισμός των ισχυρότερων μελών της κοινωνίας καθίστατο σταδιακά πιο αιματηρός, τόσο για τη διαδοχή σε τύπους εξουσίας όσο και για την απλή διατήρηση ή την ενίσχυση επιμέρους σφαιρών επιρροής. Οι ηττημένοι αναγκάζονταν να μετοικήσουν ή να αυτοεξορισθούν. Κατά συνέπεια εντάθηκαν οι επιδρομές σε ξένες χώρες, αφού οι εκδιωχθέντες Βίκινγκς επεδίωκαν να συγκεντρώσουν πλούτο, ώστε μελλοντικά να επιχειρήσουν την κατάληψη της εξουσίας στις πατρίδες τους. Παράλληλα, αποκτούσαν φήμη ικανών αρχηγών και γενναίων πολεμιστών, οπότε συγκέντρωναν και άλλους πολεμιστές κοντά τους.
Ο Νορβηγός Όλαφ Τρύγκβασον, για παράδειγμα, ή ο Δανός Κνούτος κατάφεραν να καταστούν υποψήφιοι βασιλείς αποκτώντας πλούτο και δόξα με τις πολεμικές τους περιπέτειες στο εξωτερικό. Άλλοι ηγεμόνες παραιτήθηκαν από τις φιλοδοξίες τους στη Σκανδιναβία και επιδίωξαν να οικοδομήσουν βασίλεια σε άλλες περιοχές. Οι τάσεις αυτές πρωτίστως δεν είχαν αμιγώς οικονομικές επιδιώξεις, αλλά αφορούσαν την επιθυμία διατήρησης του κοινωνικού status των ατόμων, παρεισέφρυε δηλαδή ένα ιδεολογικό στοιχείο. Η βασικότερη κοινωνική δραστηριότητα της Μεσαιωνικής Σκανδιναβικής κοινωνίας ήταν ο πόλεμος, ο οποίος προσέδιδε ηθικό κύρος και καταξίωση. Φυσικά δεν υπήρχαν διακρίσεις μεταξύ «λεηλασίας» και «αμυντικού» ή «δίκαιου» πολέμου.
Υπήρχε απλώς το γεγονός της βίαιης σύγκρουσης που επικύρωνε την αξία των πολεμιστών και των ηγεμόνων. Ένα μεγάλο τμήμα των Σκανδιναβικών κοινωνιών προσανατολίσθηκε στις πολεμικές επιχειρήσεις, τις επιδρομές και τις συντονισμένες εκστρατείες, δημιουργώντας το φαινόμενο των Βίκινγκς. Υπό μια τέτοια οπτική η εξάπλωση -τουλάχιστον στη Δύση- καθίστατο μια τελετουργική προβολή των θεμελιωδών κοινωνικών τους αξιών, της ανδρείας, της συντροφικότητας, της αμοραλιστικής περιπέτειας. Με την έλευση του Χριστιανισμού αυτό το στοιχείο, το οποίο συνιστούσε τον πυρήνα της έννοιας «Βίκινγκς», αποδυναμώθηκε και ευνοήθηκε η κεντρική και ελεγχόμενη άσκηση της εξουσίας.
Το κοινωνικό κύρος άρχισε να προσδιορίζεται με βάση την ένταξη στο νέο σύστημα αρχής και αξιών. Η περαιτέρω συστηματοποίηση του κοινωνικού ελέγχου και των κρατικών λειτουργιών αναπροσανατόλισε τις οικονομικές επιχειρήσεις προς την καταβολή φόρων, την πληρωμή διοδίων και τις εμπορικές δραστηριότητες. Οι επιδρομές εγκαταλείφθηκαν και τα παλαιά κοινωνικά ιδεώδη παρήκμασαν. Στην Ισλανδία, πάντως, αυτό συνέβη μόνο μετά τον 13ο αιώνα, όπως μαρτυρούν οι αιματηρές εμφύλιες συγκρούσεις της προηγούμενης περιόδου. Η Εποχή των Βίκινγκς τελείωσε διότι εξέλιπε το ιδεολογικό στοιχείο του ηρωισμού ως κριτηρίου κοινωνικής καταξίωσης, που είχε αποτελέσει την αιτία της δημιουργίας της.

ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Α) Κοινωνική Διαστρωμάτωση

Η Σκανδιναβική κοινωνία διέθετε τρεις γενικές τάξεις ή κοινωνικά στρώματα ανθρώπων. Αυτή η διαστρωμάτωση ίσχυε σε γενικές γραμμές σε όλες τις Σκανδιναβικές χώρες και διήρκεσε σταθερά έως το τέλος της περιόδου. Επιμέρους δομικές διαφοροποιήσεις παρατηρούνται στην περιφέρεια της εξάπλωσης, όπως στην Ισλανδία και τη Γροιλανδία. Παράλληλα, η πρόοδος του Χριστιανισμού, η οποία ταυτίσθηκε πολιτικά με την ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας, μετέβαλε σε σημαντικό βαθμό πολλά προγενέστερα στοιχεία, αποδυνάμωσε τις τοπικές παγανιστικές αριστοκρατίες και σταδιακά απαξίωσε τον θεσμό και τη χρησιμότητα της δουλείας.

Στη βάση της πυραμίδας υπήρχαν οι πολυάριθμοι δούλοι (thraell), ποικίλης προέλευσης.Δούλοι ήταν ή γίνονταν όσοι όφειλαν χρέη είτε είχαν καταδικασθεί σε θάνατο για ατιμωτικές πράξεις είτε απλώς όσοι κατάγονταν από δούλους. Η πλειοψηφία τους προερχόταν από ληστρικές επιδρομές και συνεπώς θεωρούντο εμπορικά αγαθά. Κύριες χώρες προέλευσης ήταν οι Βρετανικές Νήσοι, στα δυτικά και τα Σλαβικά εδάφη, στα ανατολικά. Οι δούλοι απασχολούντo σε γεωργικές και άλλες εργασίες στα αγροκτήματα των ελευθέρων και των ευγενών. Σύμφωνα με μια διάταξη της τοπικής συνέλευσης της Νορβηγικής πόλης Φροστ, τρεις δούλοι ήταν απαραίτητοι για ένα αγρόκτημα που διέθετε δώδεκα αγελάδες και δύο άλογα, δηλαδή μια μέσου μεγέθους ιδιοκτησία.

Οι δούλοι δεν διατηρούσαν κανένα δικαίωμα και ήταν δυνατό να θανατωθούν από τον ιδιοκτήτη τους ή να θυσιασθούν σε νεκρικές τελετές, συνοδεύοντας τους κυρίους τους στον άλλο κόσμο. Υπήρχε η δυνατότητα να απελευθερωθούν, αν εκπλήρωναν ικανοποιητικά τις υπηρεσίες τους. Σε αυτή την περίπτωση οι απελεύθεροι (leysingi) εξακολουθούσαν να είναι εξαρτημένοι από τους κυρίους τους, οι οποίοι τους παρείχαν προστασία. Η τάξη των ελευθέρων (hauldar) χωρικοί, αγρότες, έμποροι και πολεμιστές, περιελάμβανε ανθρώπους πλούσιους, τοπικούς αρχηγούς, αλλά και πτωχούς, εργάτες της γης και της θάλασσας.

Είχαν το δικαίωμα να φέρουν όπλα και, θεωρητικά, να συμμετέχουν στις τοπικές συνελεύσεις, όπου με την ψήφο τους διαμόρφωναν τα αποτελέσματα της νομοθετικής εξουσίας. Ωστόσο, οι μεγάλες διαφοροποιήσεις του πλούτου μεταξύ των ελευθέρων είχαν ως συνέπεια πολλοί από τους πτωχότερους να αναζητούν την προστασία τοπικών ηγεμόνων, οι οποίοι αποκτούσαν πολιτική δύναμη και επιρροή στις αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων, καταλήγοντας να τις ελέγχουν πλήρως. Οι πλουσιότεροι και ισχυρότεροι γαιοκτήμονες ονομάζονταν γιαρλ (JARL), »προύχοντες» και συνήθως είχαν υπό τον έλεγχό τους εκτεταμένες περιοχές.
Ορισμένοι από αυτούς υιοθετούσαν τον τίτλο του βασιλιά και προσπαθούσαν να επιβληθούν στους άλλους γαιοκτήμονες. Οι περιφερειακοί αυτοί ηγεμόνες βασίζονταν πάντοτε στην πίστη και την έγκριση των ελευθέρων της περιοχής τους, που επικυρωνόταν στις γενικές συνελεύσεις. Η ιεραρχική δομή της Σκανδιναβικής κοινωνίας δεν απέτρεπε την κοινωνική ανέλιξη, η οποία, τουλάχιστον μέχρι την κατίσχυση του Χριστιανισμού, βασιζόταν στις αξίες της πίστης και του πολεμικού ηρωισμού. Προς το τέλος της Εποχής των Βίκινγκς η διαστρωμάτωση διαφοροποιήθηκε, καθώς επικράτησε οριστικά η κεντρική εξουσία του ενός, ισχυρού βασιλιά.
Β) Οικιστική Οργάνωση και Αρχιτεκτονική

Πυρήνας της κοινωνίας των Βίκινγκς ήταν οι μικρές αγροτικές κοινότητες, οι οποίες αναπτύσσονταν σε εδάφη με άφθονη βλάστηση για την άσκηση κτηνοτροφίας ή σε εύφορες περιοχές για τη δημιουργία γεωργικών καλλιεργειών. Αυτοί οι μικροί οικισμοί αποτελούσαν τυπική μορφή εγκατάστασης. Οι θέσεις τους συνήθως μεταβάλλονταν ανά εκατό περίπου έτη λόγω γεωφυσικών και κλιματικών παραγόντων. Οι οικισμοί κατέστησαν μόνιμες εγκαταστάσεις μόνο μετά τον 11ο αιώνα. Στη Δανία, μια χώρα με ευρείες πεδιάδες και χαμηλούς λόφους, οι οικισμοί αναπτύχθηκαν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η θέση Φόρμπασε (Vorbasse), στη Γιουτλάνδη.

Το χωριό είχε έξι μεγάλα αγροκτήματα, οριοθετημένα με φράκτες από πασσάλους. Κύρια δραστηριότητα ήταν η εκτροφή ζώων -με είκοσι περίπου αγελάδες ανά κτήμα- και δευτερεύουσα η καλλιέργεια σίτου. Στη Νορβηγία το κατατετμημένο γεωγραφικό τοπίο επέτρεπε την παρουσία ελάχιστων, απομονωμένων αγροκτημάτων, περιορισμένων στις λίγες εύφορες περιοχές της χώρας. Στη Σουηδία οι εγκαταστάσεις ήταν επίσης διεσπαρμένες στον ευρύτερο χώρο, στις μεγάλες, όμως, πεδιάδες γύρω από τις λίμνες εμφανίσθηκαν οικισμοί με πολυάριθμα αγροκτήματα. Στην Ισλανδία και τη Γροιλανδία η διαμόρφωση του τοπίου οδήγησε σε ολιγάριθμους, συγκεντρωμένους οικισμούς.

Η σταδιακή αύξηση του πληθυσμού είχε ως συνέπεια την επέκταση των οικισμών και των καλλιεργούμενων γαιών και, ειδικά στη Νορβηγία, την εμφάνιση μεταναστευτικών τάσεων του πληθυσμού. Οι οικισμοί οργανώνονταν γύρω από επιμήκη ορθογώνια οικοδομήματα, τα οποία στέγαζαν αρκετές οικογένειες. Τα κτίσματα αυτά είχαν δίρριχτη στέγη και σε ορισμένες περιπτώσεις ανήκαν στους τοπικούς αρχηγούς. Ένας δεύτερος οικοδομικός τύπος ήταν μια μικρότερη ορθογώνια κατασκευή, με το δάπεδο σκαμμένο σε μικρό βάθος. Οι ημιβυθισμένες αυτές καλύβες χρησιμοποιούντο τόσο ως αποθήκες για τη διατήρηση τροφίμων όσο και ως κανονικές οικίες, αφού το σκαμμένο δάπεδο και η γη εξασφάλιζαν δροσιά κατά το θέρος και προστασία κατά τον χειμώνα.

Τα οικοδομικά υλικά εξαρτώντο άμεσα από τις πρώτες ύλες που ήταν διαθέσιμες στο τοπικό περιβάλλον. Στη Νορβηγία και τη Σουηδία, όπου υπήρχε άφθονη ξυλεία, τα τοιχώματα κατασκευάζονταν από δοκούς τοποθετημένες στερεά και από στρώσεις ξύλου, ενώ οι στέγες αποτελούντο από υδατοστεγείς φλοιούς δένδρων και επιστρώσεις ξύλου μαζί με μονωτική τύρφη επάνω στον ξύλινο σκελετό. Στη Δανία, χώρα με ελάχιστα δάση, τα κτίσματα είχαν συνήθως ξύλινους σκελετούς, τα τοιχώματα κατασκευάζονταν από καλαμωτή με πηλό και οι οροφές από άχυρο ή καλάμια.

Στην Ισλανδία και τη Γροιλανδία, περιοχές χωρίς σχεδόν καθόλου δένδρα, οι κάτοικοι βασίζονταν σε σημαντικές εισαγωγές ξυλείας από τη Σκανδιναβία και χρησιμοποιούσαν σε μεγάλο βαθμό πέτρα για την οικοδόμηση του κάτω μέρους των κτισμάτων και τύρφη για τα τοιχώματα. Οι οικισμοί οι οποίοι είχαν ιδρυθεί σε ευνοϊκή γεωγραφική θέση εξελίσσονταν σε πόλεις. Το Χέντεμπυ και η Μπίρκα ήταν τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα της Βαλτικής, τουλάχιστον έως τον ύστερο 10ο αιώνα. Περί το 970 η Μπίρκα εγκαταλείφθηκε, είτε επειδή το επίπεδο της θάλασσας υποχώρησε αχρηστεύοντας το λιμάνι, είτε λόγω της διακοπής του εμπορίου με τις Αραβικές χώρες που είχε αρχίσει να γίνεται αισθητό αυτή την περίοδο.
Το Χέντεμπυ συνέχισε τη δραστηριότητά του και κατά τον 11ο αιώνα, όμως η παρακμή στην οποία είχε περιπέσει επισπεύσθηκε από τη βίαιη καταστροφή του, το 1050, από τον Νορβηγό βασιλιά Χάραλντ Χαρντράντα και από μια λεηλασία, το 1066, από τους Σλάβους Βένδες. Περί το 1100 η πόλη είχε εγκαταλειφθεί για χάρη του γειτονικού Σλέσβιγκ. Στις αρχές του 11ου αιώνα εμφανίσθηκαν και άλλες συγκροτημένες πόλεις, όπως το Βίμποργκ, το Άρχους, το Όντενσε και το Ροσκίλντε στη Δανία, το Λουντ και η Σιγκτούνα στη Σουηδία, καθώς και το Όσλο και το Τροντχάιμ στη Νορβηγία..

Φυσικά, επρόκειτο για λιμάνια που ευνοήθηκαν από την ανάπτυξη των εμπορικών δεσμών με την Ανατολή και την εισροή άφθονων λαφύρων από τη Δύση. Πριν από τον 8ο αιώνα δεν υπήρχαν ουσιαστικά πόλεις στη Σκανδιναβία, απλώς ορισμένες εποχιακές αγορές, όπου συγκεντρώνονταν οι έμποροι και σημαντική μερίδα του πληθυσμού. Οι πρώτες πόλεις ιδρύθηκαν περί το τέλος του 8ου αιώνα: η Μπίρκα στη Σουηδία, η Ρίμπε και το Χέντεμπυ στη Δανία. Χαρακτηριστική είναι η διασύνδεση της αστικής ανάπτυξης με την εξουσία τοπικών ή εθνικών βασιλείων.

Η βασιλική εξουσία ενεθάρρυνε την επέκταση παλαιότερων οικισμών ή την ίδρυση νέων πόλεων, ώστε να δημιουργείται ένα ελεγχόμενο αστικό και οικιστικό δίκτυο, που θα σταθεροποιούσε την έκταση του βασιλείου, ώστε να προκύπτουν χρηματικές εισφορές, φόροι και εμπορικά κέρδη τα οποία θα ενίσχυαν τις οικονομικές του δυνατότητες. Γι’ αυτό, άλλωστε, το Χέντεμπυ φαίνεται ότι ιδρύθηκε με βασιλική πρωτοβουλία, ενώ η Ρίμπε και η Μπίρκα τελούσαν υπό τον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας. Το Χέντεμπυ και η Μπίρκα ήταν τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα της Βαλτικής, τουλάχιστον έως τον ύστερο 10ο αιώνα.
Γ) Εμπόριο και Καθημερινές Δραστηριότητες

Οι Βίκινγκς ήταν ικανότατοι έμποροι και διατηρούσαν ένα εκτεταμένο δίκτυο διακίνησης αγαθών το οποίο εκτεινόταν σε τεράστιες αποστάσεις, από τη Γροιλανδία και την Ισλανδία έως τη δυτική Ευρώπη και από τη Βαλτική έως τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Υπήρχαν πολυάριθμες εμπορικές οδοί, θαλάσσιες και χερσαίες, τις οποίες οι Βίκινγκς αξιοποιούσαν ή έλεγχαν. Αντίστοιχη ήταν η ποικιλία των διακινούμενων αγαθών, εισαγόμενων και εξαγόμενων,προϊόντων αγοραπωλησίας ή ανταλλαγής. Το εμπορικό αυτό δίκτυο γνώριζε περιόδους σταθερότητας και αναταραχής. Ουσιαστικά τα εσωτερικά προβλήματα διακίνησης που παρουσίαζε οφείλονταν στις επιθετικές ενέργειες των ίδιων των Βίκινγκς.

Οι μητροπολιτικές χώρες της Σκανδιναβίας, που αποτελούσαν το κέντρο του εμπορικού δικτύου, δέχονταν πολυάριθμα και ποικίλα προϊόντα από όλα τα σημεία του ορίζοντα. Τα υπερπόντια εδάφη προμήθευαν γούνες, ελεφαντόδοντο θαλάσσιων ζώων, δέρματα (Γροιλανδία), μαλλί, θείο, γεράκια (Ισλανδία) υφάσματα και σαπωνόλιθο (Νήσοι Φερός). Από την Αγγλία και την Ιρλανδία προέρχονταν υλικά και αγαθά, όπως ασήμι, κασσίτερος, μέλι, μάλλινα υφάσματα και σιτάρι. Τα εδάφη των Φράγκων παρείχαν αλάτι, κρασί, όπλα, κοσμήματα και γυαλί, ενώ η Γερμανία έργα τέχνης. Τα Σλαβικά παράλια της Βαλτικής διέθεταν δούλους και κεχριμπάρι, ενώ η Ρωσική ενδοχώρα δούλους, γούνες, κερί και μέλι.

Από τις νοτιότερες περιοχές έφθαναν μπαχαρικά, μετάξι, κρασί, κοσμήματα, υφάσματα (Βυζάντιο) και, φυσικά, ασήμι (Μέση Ανατολή). Στην ίδια τη Σκανδιναβία οι Νορβηγικές περιοχές προμήθευαν ξυλεία, σίδηρο και σαπωνόλιθο, οι Δανικές γεωργικά προϊόντα και οι Σουηδικές σίδηρο. Στον αρκτικό βορρά, στις περιοχές των Λαπώνων, υπήρχαν γούνες, κρέας, γεράκια και ψάρια. Το εμπόριο και η γεωργία δεν αποτελούσαν τις μόνες καθημερινές δραστηριότητες. Στους οικισμούς υπήρχαν εγκαταστάσεις για μεταλλουργία, μια λειτουργία ιδιαίτερα σημαντική για τον πολεμικό κόσμο των Βίκινγκς. Οι μεταλλουργικοί κλίβανοι στεγάζονταν σε ιδιαίτερα μικρά κτίσματα κοντά στις οικίες.
Η τέχνη αυτή είχε φθάσει σε υψηλά επίπεδα μεταξύ των Σκανδιναβών και παράγονταν διάφορα χρηστικά και αισθητικά αντικείμενα, εργαλεία, σκεύη, όπλα, ειδώλια, κοσμήματα. Σημαντική ανάπτυξη γνώρισε και η υφαντουργία, δραστηριότητα των γυναικών. Τα υφάσματα που παράγονταν ήταν κυρίως μάλλινα αλλά και λινά, σε νοτιότερες περιοχές. Η θέση των γυναικών στις Σκανδιναβικές κοινωνίες ήταν ενισχυμένη σε σχέση με τη φεουδαρχική Δύση ή τον Ισλαμικό κόσμο. Οι γυναίκες ανταποκρίνονταν σε συγκεκριμένους κοινωνικούς ρόλους και οι ασχολίες τους αφορούσαν τα οικιακά δεδομένα.

Έψηναν ψωμί, ύφαιναν ενδύματα, φρόντιζαν τα ζώα του αγροκτήματος, περιέθαλπαν τους ασθενείς και, φυσικά, ανέτρεφαν τα παιδιά. Καθώς οι άνδρες τους έλειπαν συχνά για μεγάλες περιόδους σε πολεμικές και εμπορικές επιχειρήσεις, ήταν υπεύθυνες για ολόκληρη την οικογενειακή ιδιοκτησία. Ιδίως στην Ισλανδία φαίνεται ότι ενίοτε αποκτούσαν και περιορισμένη πολιτική ισχύ.

ΟΙ ΒΙΚΙΝΓΚΣ ΣΤΙΣ ΧΩΡΕΣ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ

ΒΡΕΤΑΝΙΑ

Α) Οι Αρχικές Επιδρομές (789 – 860)

Κατά την έναρξη της Εποχής των Βίκινγκς η Βρετανία ήταν διαιρεμένη σε διάφορα βασίλεια. Στον Νότο υπήρχε το βασίλειο του Ουέσσεξ, έως την περιοχή του Λονδίνου. Η Ουαλία ήταν ανεξάρτητο κράτος, προστατευμένο από υψηλά όρη στα δυτικά, τα οποία λειτουργούσαν ως φυσικές οχυρώσεις. Η κεντρική και ένα μέρος της ανατολικής Αγγλίας ονομαζόταν Μέρσια (Mercia) και καταλάμβανε όλη την περιοχή από τα Ουαλικά σύνορα έως τη Βόρεια Θάλασσα. Βόρειο όριό της ήταν ο ποταμός Ούμβρος (Humber), πέρα από τον οποίο εκτεινόταν η Νορθουμβρία με πρωτεύουσα την Υόρκη.

Ακόμη βορειότερα υπήρχαν τα Βασίλεια της Σκωτίας:το Στραθκλάιντ (Strathclyde), με πληθυσμό Βρετανών, το Νταλριάντα (Darliada), έδρα των Σκώτων Κέλτικης καταγωγής και το βασίλειο των Πικτών, στο απώτατο βόρειο τμήμα. Η πρώτη επιθετική εμφάνιση των Βίκινγκς στη δυτική Ευρώπη ήταν διακριτική και αποτελούσε μάλλον αναγνωριστική αποστολή. Σύμφωνα με το Αγγλοσαξωνικό Χρονικό (Anglo-Saxon Chronicle, 10ος αιώνας), το γεγονός έλαβε χώρα το 789 στις νότιες ακτές της Αγγλίας, στο Πόρτλαντ του Ουέσσεξ. Τρία πειρατικά πλοία των Βίκινγκς κατέπλευσαν στην περιοχή και ο τοπικός αντιπρόσωπος του ηγεμόνα του Ουέσσεξ έσπευσε να οδηγήσει τα πληρώματα στο εμπορικό κέντρο.
Οι Σκανδιναβοί, όμως, είχαν άλλες διαθέσεις και σκότωσαν τον Άγγλο αξιωματούχο. Το γεγονός δεν πέρασε απαρατήρητο στη νότια Βρετανία και ο Όφα (Offa), βασιλιάς της Μέρσια, οικοδόμησε παράλια οχυρά στις ανατολικές ακτές. Έναυσμα των επιδρομών υπήρξε, πάντως, ένα άλλο γεγονός, το οποίο προκάλεσε αίσθηση και τρόμο στη Δυτική Χριστιανοσύνη. Στις 8 Ιουνίου 793 τα πλοία των Βίκινγκς εμφανίσθηκαν στον Αγγλικό βορρά, στις ακτές της Νορθουμβρίας. Στόχος τους ήταν το πλούσιο σε θησαυρούς μοναστήρι του Λίντισφεϊμ (Lindisfame), στο ομώνυμο νησάκι. Οι επιδρομείς κατέστρεψαν τη μονή, σκότωσαν και απήγαγαν Χριστιανούς ιερείς και λεηλάτησαν τα υπάρχοντα του ναού, αποκομίζοντας πολύτιμα τιμαλφή, χρυσό κοσμήματα, ιερά σκεύη και βιβλία.
Η επίθεση θεωρήθηκε εκδήλωση της οργής του Θεού, η οποία εκφράσθηκε με έναν βλάσφημο, παγανιστικό λαό. Διαπιστώνοντας τόσο τον πλούτο των Βρετανικών εδαφών όσο και την έλλειψη οργανωμένης αντίστασης, οι Βίκινγκς συνέχισαν τις επιδρομές. Το 794, τον χειμώνα μετά την καταστροφή στο Λίντισφεϊμ, επιτέθηκαν νοτιότερα στην ίδια περιοχή, όπου όμως απωθήθηκαν από τις τοπικές δυνάμεις. Κατόπιν έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στην περιοχή της Ιρλανδίας και τις ακτές της Ουαλίας. Σταδιακά οι Αγγλοσάξονες κατάφεραν να αποκρούσουν αυτές τις πρώτες επιδρομές και να αποτρέψουν περαιτέρω λεηλασίες.
Αντιλαμβανόμενοι ότι οι Βίκινγκς θα καθίσταντο πολύ πιο επικίνδυνοι αν ακολουθούσαν αντίστροφα τον ρου των ποταμών προς την ενδοχώρα, οι Αγγλοσάξονες άρχισαν να ενισχύουν την άμυνα των ποταμών με γέφυρες και υποτυπώδη φρούρια. Παράλληλα, οργανώθηκαν σε περιορισμένο βαθμό μονάδες για τη φύλαξη των παραλίων. Τα μέτρα αυτά απέφεραν κάποιο αποτέλεσμα. Το 838 μια επιδρομή των Βίκινγκς στην Κορνουάλη αποκρούσθηκε, ενώ οι επιθέσεις τους στα Αγγλικά παράλια περιορίσθηκαν σε επιχειρήσεις μικρής κλίμακας. Ακολούθησε μια δεύτερη σειρά περιορισμένων επιδρομών, κύριο χαρακτηριστικό των οποίων, πάντως, υπήρξε η ενίσχυση των επιδρομέων και η συνέχιση των επιτυχιών τους εις βάρος των Άγγλων.
Το 844 πειρατικά πλοία Νορβηγών προσέβαλαν για άλλη μια φορά τις ακτές της Νορθουμβρίας και, κατά τη μάχη που ακολούθησε, κατανίκησαν τις δυνάμεις των Αγγλοσαξόνων σκοτώνοντας τον βασιλιά Ρέντγουλφ (Raedwulf). Το 850 οι Άγγλοι του Ουέσσεξ (δυτικοί Σάξωνες) νίκησαν σε ναυμαχία τους Σκανδιναβούς. Ακολούθησαν άλλες τρεις σημαντικές νίκες των Άγγλων στην περιοχή αλλά και δύο ήττες. Σε γενικές γραμμές οι δυνάμεις των Αγγλοσαξονικών βασιλείων απέκρουσαν τις ξένες επιδρομές, κυρίως διότι επρόκειτο για απλές λεηλασίες και ληστρικές επιδρομές μικρών ομάδων.
Β) Η Δανική Μεγάλη Στρατιά και η Αγγλική Αντίσταση (865 – 899)

Μετά τα μέσα του 9ου αιώνα οι επιχειρήσεις των Βίκινγκς τροποποιήθηκαν ως προς την τυπολογία και τους σκοπούς τους. Οι αρχικές μεμονωμένες επιθέσεις, με επιδίωξη την απλή λεηλασία και το γρήγορο κέρδος, αντικαταστάθηκαν από οργανωμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Οι ομάδες των Σκανδιναβών πολεμιστών συνενώθηκαν και οι ελάσσονες αρχηγοί αναγνώρισαν την αρμοδιότητα ορισμένων ισχυρών πολεμάρχων. Οι τελευταίοι με τη σειρά τους αναλάμβαναν την ηγεσία του στρατεύματος και την κατανομή των λαφύρων και των αγαθών. Ως επιδίωξη αναφάνηκε στη συνέχεια η κατάκτηση γαιών και ο εποικισμός τους.

Στην περίπτωση αυτή όσοι επέλεγαν να εγκατασταθούν σε ξένες χώρες ουσιαστικά υιοθετούσαν έναν αγροτικό τρόπο ζωής και μια σχετικά φιλήσυχη διαβίωση, δεδομένου ότι αποτελούσαν τη μειοψηφία σε εχθρικά εδάφη. Καθώς το Φραγκικό Βασίλειο είχε ανασυγκροτηθεί και απέκρουσε επιτυχώς τις επιδρομές, οι Βίκινγκς στράφηκαν εκ νέου προς την Αγγλία, αυτή τη φορά με πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις. Το 865 κατέφθασε στις ακτές του Βασιλείου της Ανατολικής Αγγλίας -το οποίο είχε αυτονομηθεί από τη Μέρσια- ένας ισχυρός στρατός ο οποίος στις Αγγλοσαξονικές πηγές αναφέρεται ως μεγάλη στρατιά ειδωλολατρών (mycel haeden here).
H στρατιά περιελάμβανε πιθανότατα 1.000 – 2.000 πολεμιστές, κυρίως Δανούς και τελούσε υπό τις διαταγές του Ίβαρ (Ivar), του Ούμπι (Ubbi) και του Χάλφνταν (Halfdan). Οι αξιωματούχοι της Ανατολικής Αγγλίας κατάφεραν να αποσοβήσουν προσωρινά τον κίνδυνο για το βασίλειό τους προσφέροντας εκατοντάδες ίππους. Συμπληρώνοντας τη λογιστική της επιμελητεία και ενισχυμένη, η στρατιά κατευθύνθηκε Βόρεια με σκοπό να καταλύσει τη Νορθουμβρία, η οποία σπαρασσόταν από εμφύλιες δυναστικές έριδες. Η πληροφόρηση των Βίκινγκς ήταν ως συνήθως άριστη, καθώς η Νορθουμβρία ήταν πράγματι αποδυναμωμένη. Τον Νοέμβριο του 866 οι Δανοί κατέλαβαν τη μεγάλη πόλη της Υόρκης χωρίς αντίσταση.
Οι τοπικοί Αγγλοσάξονες έπαυσαν τότε τον εμφύλιο πόλεμο και συνάσπισαν τις δυνάμεις τους κατά των εισβολέων. Η προσπάθειά τους δεν τελεσφόρησε και τον Μάρτιο του 867 απέτυχαν να ανακαταλάβουν την Υόρκη. Κατακτώντας τη Νορθουμβρία και την Υόρκη (Jorvik για τους Βίκινγκς) οι εισβολείς εκπλήρωσαν το πρώτο μέρος του σχεδίου κατάκτησης της Αγγλίας. Προς Βορρά οι κατακτήσεις τους ήταν ασφαλείς, διότι τα φύλα της Σκωτίας ήταν εχθροί των Σαξόνων και επιθυμούσαν την εκδίωξή τους από την περιοχή.Αντίστοιχη ευμενή ουδετερότητα τήρησαν και οι Ουαλοί. Ο δεύτερος στόχος της μεγάλης στρατιάς ήταν να πλήξει το εκτεταμένο βασίλειο της Μέρσια και σταδιακά να επεκταθεί προς Νότο.
Το καλοκαίρι του 867 οι Βίκινγκς κατέλαβαν την πολίχνη του Νότινχαμ (Nottingham), αλλά αναγκάσθηκαν να αποχωρήσουν όταν τους πολιόρκησε μια ισχυρή συμμαχική δύναμη από τη Μέρσια και το Ουέσσεξ. Η απειλή την οποία αντιπροσώπευαν οι Δανοί για όλα τα Αγγλικά Βασίλεια είχε αρχίσει να γίνεται αντιληπτή. Αυτή τη φορά οι Βίκινγκς επέλεξαν προσεκτικά τον στόχο τους. Το 869 εισέβαλαν στην Ανατολική Αγγλία, το πλέον αδύναμο Βασίλειο και το κατέκτησαν μετά από μια φονική μάχη στο Χόξνε (Hoxne). Ο τοπικός Βασιλιάς, Εντμουντ, (Edmund) θανατώθηκε με άγριο τρόπο, με δεκάδες βέλη στο σώμα του. Αργότερα αγιοποιήθηκε και, μάλιστα, αναπτύχθηκε μια ιδιότυπη λατρεία του μεταξύ των Αγγλοδανών.
Οι Βίκινγκς είχαν πλέον δύο Αγγλικά βασίλεια υπό τον έλεγχό τους. Έχοντας συνάψει προσωρινή ανακωχή με τη Μέρσια, κατευθύνθηκαν προς το Βασίλειο του Ουέσσεξ, στη νότια Αγγλία. Εδώ η αντίσταση υπήρξε πολύ πιο έντονη και αποτελεσματική. Σε ένα σύνολο πέντε σκληρών μαχών -οι οποίες διεξήχθησαν το 870- οι Βίκινγκς νίκησαν στις τρεις, αλλά δεν κατόρθωσαν να διαλύσουν τον στρατό των δυτικών Σαξόνων. Το 871 αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν στο Λονδίνο και από εκεί επέστρεψαν στην έδρα τους, την Υόρκη στη Νορθουμβρία. Το Ουέσσεξ είχε αποκρούσει τις επιθέσεις και σύντομα θα καθίστατο ο πυρήνας της ανακατάληψης ολόκληρης της Αγγλίας κατά τον 10ο αιώνα.

Οι προσπάθειες των Βίκινγκς επικεντρώθηκαν και πάλι στη Μέρσια, τον εδαφικό κορμό της Αγγλίας. Τον χειμώνα του 873 κατέλαβαν το Ρέπτον, έδρα της κεντρικής διοίκησης και το βασίλειο της Μέρσια κατέρρευσε. Κατόπιν η Δανική στρατιά διαιρέθηκε σε δύο τμήματα, ώστε να επισπευσθεί η κατάληψη όλης της χώρας. Το ένα τμήμα, με επικεφαλής τον Χάλφνταν, κατευθύνθηκε βόρεια, προς την Υόρκη, ώστε να σταθεροποιήσει τον Δανικό έλεγχο στη Νορθουμβρία. Το άλλο, υπό τον Γκούθρουμ (Guthrum), εισέβαλε το 875 στο Ουέσσεξ, για να τερματίσει την Αγγλοσαξωνική αντίσταση. Διέσχισε χωρίς δυσκολία το βασίλειο, ωστόσο οι δυνάμεις του ηρωικού Βασιλιά Αλφρέδου (Alfred 870 – 899) διέφυγαν στους βάλτους της περιοχής.

Τελικά το 878 ο Αλφρέδος κατάφερε κατά τη μάχη του Έντινκτον (Eddington) ένα ισχυρό πλήγμα στους Δανούς, οι οποίοι είχαν αποδυναμωθεί εξαιτίας της διαίρεσης των δυνάμεών τους. Οι δύο αντίπαλοι υπέγραψαν συμφωνία ανακωχής. Οι Δανοί αποχώρησαν από το Ουέσσεξ και ο αρχηγός τους Γκούθρουμ βαπτίσθηκε Χριστιανός με το όνομα Άθελσταν (Athelstan). Αυτή ήταν μια σημαντική στρατιωτική και διπλωματική επιτυχία του Ουέσσεξ. Η αποχώρηση των Δανών έδωσε στον Αλφρέδο την ευκαιρία να προβεί σε ευρεία αναδιοργάνωση των οχυρώσεων και των στρατιωτικών μονάδων του.
Τα τοπικά στρατεύματα των χωρικών, ένα είδος πολιτοφυλακής (Fyrd), ενισχύθηκαν και διαιρέθηκαν σε δύο τμήματα, ώστε να υπάρχουν πάντοτε επιστρατεύσιμες μονάδες όταν οι χωρικοί θα επέστρεφαν στα αγροκτήματά τους. Ο βασιλικός στρατός αναβαθμίσθηκε με βάση την αρχή της στρατηγικής ευελιξίας, για να αποκρούει αμέσως τις επιθέσεις των Δανών. Παράλληλα, το Ουέσσεξ συγκρότησε έναν ισχυρό στόλο, ώστε να μεταφέρει τη μάχη μακριά από την Αγγλοσαξωνική έδρα. Επιπλέον, στο εσωτερικό του βασιλείου ανεγέρθηκαν πολυάριθμα ισχυρά φρούρια (burhs). Έτσι δημιουργήθηκε ένα εξαιρετικό αμυντικό δίκτυο, το οποίο θα αποτελούσε τη βάση για την ανακατάληψη των βορειότερων εδαφών.
Η προετοιμασία της Αγγλικής reconquista είχε ολοκληρωθεί. Το 886 ο βασιλιάς του Ουέσσεξ, Αλφρέδος, εισήλθε στο Λονδίνο και, αφού εξεδίωξε τους Δανούς, επιδιόρθωσε τις οχυρώσεις του. Οι Δανοί επέστρεψαν το 892, καθώς κατά τα προηγούμενα χρόνια είχαν μεταφέρει τη δράση τους στα Φραγκικά εδάφη. Συνολικά 330 πλοία σε δύο τμήματα αποβίβασαν στρατό στο Ουέσσεξ, αυτή τη φορά, όμως, οι Αγγλοσάξονες ήταν προετοιμασμένοι. Ένας δεύτερος στόλος Δανών κατέπλευσε από το βασίλειο της Υόρκης χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Οι πόλεις του Ουέσσεξ άνθεξαν την πολιορκία και, τελικά, ο στρατός του Αλφρέδου κατόρθωσε να καταστρέψει το δανικό στρατόπεδο. Η Μέρσια, επίσης έστειλε δυνάμεις απωθώντας τους Δανούς στην Ανατολική Αγγλία, όπου μετέφεραν τις οικογένειές τους και τους εποίκους. Μια νέα επιθετική ενέργεια των Δανών απέτυχε, αφού οι αγγλικές δυνάμεις κατέστρεψαν τις τοπικές πηγές ανεφοδιασμού. Το 895 ο δανικός στρατός παραιτήθηκε από περαιτέρω επιχειρήσεις.
Γ) Η Αγγλοσαξωνική Ενοποίηση της Αγγλίας (900 – 954)

Ο ικανός βασιλιάς Αλφρέδος πέθανε το 899, η πολιτική του, όμως, συνεχίσθηκε από τους διαδόχους του με αντικειμενικό σκοπό την πλήρη εκδίωξη των Δανών από την Αγγλία. Ο νέος βασιλιάς, Εδουάρδος ο Γηραιός (Edward the Old), αναγκάσθηκε να αντιμετωπίσει δυναστικές έριδες αλλά και νέες Δανικές επιθέσεις το 903, με συντονισμένη δράση και από την Ιρλανδία.Το 909 οι ενωμένες Αγγλοσαξονικές δυνάμεις επέδραμαν έως την Υόρκη, αποδυναμώνοντας τους Δανούς που βρίσκονταν εκεί. Κατόπιν επικεντρώθηκαν στην ανακατάληψη της Δανηλάγης (Danelaw), των εδαφών δηλαδή τα οποία είχαν εποικίσει οι Δανοί.

Το 917 οι Δανικές δυνάμεις της Ανατολικής Αγγλίας ηττήθηκαν, ο βασιλιάς τους σκοτώθηκε και η περιοχή προσαρτήθηκε στο Ουέσσεξ. Επόμενος στόχος ήταν οι Πέντε Δήμοι (Five Boroughs), οχυρά των Δανών στην περιοχή μεταξύ Ανατολικής Αγγλίας και Υόρκης. Έως το τέλος του 918 και αυτή η περιοχή είχε κατακτηθεί. Το επόμενο έτος η Μέρσια, το Ουέσσεξ και οι ανακτημένες περιοχές ενώθηκαν σε ένα βασίλειο. Στο νέο κράτος τον έλεγχο ασκούσαν οι δυτικοί Σάξονες (Ουέσσεξ), μια κατάσταση που είχε και προγενέστερα ωθήσει πολλούς Άγγλους στο πλευρό των Δανών. Στον Βορρά οι πολιτικές εξελίξεις φαίνεται ότι ευνοούσαν τις Αγγλικές επιδιώξεις.

Το 918 οι Δανοί της Υόρκης δήλωσαν υποταγή στη γειτονική Μέρσια. Η κατάσταση αυτή, όμως, ανατράπηκε το ίδιο έτος από τον Ράγκναλντ (Ragnald), έναν φιλόδοξο Βίκινγκ αρχηγό από το Δουβλίνο της Ιρλανδίας. Ο Ράγκναλντ νίκησε τις Αγγλικές και τις Σκωτικές δυνάμεις στη Νορθουμβρία και κατέλαβε την Υόρκη. Επρόκειτο απλώς για μια εφήμερη επιτυχία, διότι το 927 ο βασιλιάς των Αγγλοσαξόνων, Άθελσταν (Athelstan), κατέλαβε την Υόρκη και προσάρτησε την περιοχή, ολοκληρώνοντας προσωρινά την ανακατάληψη της Αγγλίας. Οι ηγεμόνες των βασιλείων της Σκωτίας αναγνώρισαν την επικυριαρχία του Άθελσταν.

Οι Βίκινγκς της Ιρλανδίας συνήψαν συμμαχία με τους Σκότους και τους Βρετανούς και το 937 επιτέθηκαν στα Αγγλικά εδάφη. Στην περίφημη μάχη του Μπρούνανμπερ (Brunanburh), κοντά στον ποταμό Ούμβρο, οι Αγγλοσάξονες κέρδισαν μια συντριπτική νίκη εις βάρος των ενωμένων αντιπάλων τους. Οι προσπάθειες των Βίκινγκς, όμως, συνεχίσθηκαν, καθώς τα εύφορα εδάφη της κεντρικής και της βόρειας Αγγλίας αποτελούσαν γι’ αυτούς ζωτικό χώρο. Το 939 ο Νορβηγός ηγεμόνας του Δουβλίνου, Όλαφ Γκούθφριθσον (Olaf Guthfrithsson 934 – 941), κατέλαβε τη Νορθουμβρία, την Υόρκη και την περιοχή των Πέντε Δήμων.

Δεν κατάφερε, όμως,να σταθεροποιήσει τις κτήσεις του, με αποτέλεσμα το 944 οι Άγγλοι να καταλάβουν εκ νέου τα εδάφη αυτά. Η τελευταία Σκανδιναβική προσπάθεια κατά την περίοδο αυτή πραγματοποιήθηκε το 948 από τον Έρικ «Ματωμένο Πέλεκυ» (Eirik Blodaxe), εξόριστο Νορβηγό βασιλιά, ο οποίος κατέλαβε την Υόρκη, αλλά έμελλε να είναι ο τελευταίος Βίκινγκ ηγεμόνας της πόλης. Το 954 σκοτώθηκε σε ενέδρα από τοπικές Αγγλικές δυνάμεις και ο στρατός του Βασιλιά Έντρεντ (Eadred 946 – 955) κατέλαβε χωρίς αντίσταση ολόκληρη τη Νορθουμβρία έως τις περιοχές των Σκώτων.

Δ) Η Δανική Κατάκτηση της Αγγλίας (980 – 1035)

Μετά την πτώση του Σκανδιναβικού βασιλείου της Υόρκης, το 954, η Αγγλία γνώρισε μια περίοδο σχετικής σταθερότητας, καθώς οι επιθέσεις των Βίκινγκς εξέλιπαν για μια γενιά. Η παρακμή, όμως, του εμπορίου στην Ανατολή μετά το 960, όταν η εισροή αργύρου από τις Αραβικές χώρες μειώθηκε αισθητά, καθώς και οι δυναστικές έριδες στη Σκανδιναβία συνετέλεσαν στην ανανέωση των επιθέσεων στην Αγγλία. Άλλωστε, η ενίσχυση του Φραγκικού βασιλείου και η παρουσία των Νορμανδών στην περιοχή απέτρεπε άλλες επιθέσεις. Οι Δανοί επανεμφανίσθηκαν το 980 με μια ναυτική επιχείρηση στις νότιες ακτές της Αγγλίας και της Ουαλίας.

Την περίοδο αυτή βασιλιάς των Αγγλοσαξόνων ήταν ο Έθελρεντ (Aethetred 978 – 1016), ο οποίος δεν κατόρθωσε να αντιτάξει οργανωμένη αντίσταση στο νέο μεγάλο κύμα επιδρομών που άρχισε το 991. Τη χρονιά αυτή μια ισχυρή δύναμη Βίκινγκς υπό τον Νορβηγό Όλαφ Τρύγκβασον (Olaf Trygvasson) αποβιβάσθηκε στην κοιλάδα του Τάμεση. Εκεί συγκρούσθηκε με τους Αγγλοσάξονες του αξιωματούχου Μπύρτνοθ (Byrthnoth), στη μάχη του Μάλντον (Maldon), στους οποίους προκάλεσε βαριές απώλειες. Οι Βίκινγκς αιφνιδίασαν τους αντιπάλους τους πλευροκοπώντας τους, αφού προηγουμένως ο Μπύρτνοθ, σε μια καταστροφική επίδειξη ιπποτισμού, τους είχε επιτρέψει να εξέλθουν από τη στενωπό του ποταμού.

Η κοιλάδα του Τάμεση ήταν πλέον ανοικτή για τους Βίκινγκς, παρά τη σφοδρή τους επίθεση στο Λονδίνο, όμως, το 994, δεν έκαμψαν την αντίσταση της πόλης και κατευθύνθηκαν προς ευκολότερους στόχους. Ο Όλαφ και ο σύμμαχός του Σβέιν ο Διχαλογένης (Svein) λεηλάτησαν τα νότια Αγγλικά παράλια, έως ότου οι Άγγλοι τους κατέβαλαν 16.000 λίβρες αργύρου για να παύσουν τις επιθέσεις. Ο Όλαφ, μάλιστα, βαπτίσθηκε Χριστιανός και αναχώρησε για τη Νορβηγία, ενώ ο Σβέιν επέστρεψε στη Δανία μέσω της Ιρλανδικής Θάλασσας, λεηλατώντας τις εκεί περιοχές. Οι Αγγλοσάξονες είχαν αποτρέψει περαιτέρω επιθέσεις με την καταβολή του αργύρου, αλλά μόνο για μικρό διάστημα..

Ο Έθελρεντ αποπειράθηκε να οργανώσει καλύτερα το αμυντικό του δίκτυο. Το 1000 ο Αγγλοσαξονικός στόλος επέδραμε στη νήσο Μαν (Man) της Ιρλανδικής θάλασσας, ως αντίποινα για τις νέες επιδρομές των Δανών της Ιρλανδίας στα νότια Αγγλικά παράλια. Το επόμενο έτος, όμως, οι Άγγλοι αναγκάσθηκαν να καταβάλουν 24.000 λίβρες αργύρου στους Δανούς. Ήταν φανερό ότι το βασίλειο χρειαζόταν ριζική αλλαγή της πολιτικής του, η οποία όμως πραγματοποιήθηκε με τρόπο αδέξιο και τελικά καταστροφικό. Το 1002 ορισμένες αμφιλεγόμενες πληροφορίες για συνωμοτική δράση των Δανών υπηκόων της Αγγλίας οδήγησαν σε ένα διάταγμα για τη γενική σφαγή τους (13 Νοεμβρίου).

Σύμφωνα με μια παράδοση, μεταξύ των θυμάτων συγκαταλεγόταν και η αδελφή του Δανού βασιλιά Σβέιν. Σε κάθε περίπτωση, οι Δανοί επέστρεψαν το 1003 επιδράμοντας στο Ουέσσεξ και την Ανατολική Αγγλία και κατανικώντας τις Αγγλοσαξονικές δυνάμεις σε συνεχείς μάχες έως το 1007. Τότε αποχώρησαν αποκομίζοντας 36.000 λίβρες αργύρου. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ποσά που καταβάλλονταν για την αποτροπή των επιθέσεων είχαν υπερδιπλασιασθεί σε διάστημα μόλις 15 ετών. Οι απαιτήσεις των Δανών αυξάνονταν και τελικά μεταβλήθηκαν. Σκοπός πλέον των επιχειρήσεων δεν ήταν η απόσπαση λαφύρων, αιχμαλώτων και αργύρου, αλλά η κατάκτηση της ίδιας της Αγγλίας, ιδίως μετά το 865.
Δεν γνωρίζουμε αν ο Έθελρεντ είχε αντιληφθεί τις φιλόδοξες προθέσεις των Δανών, προετοίμασε πάντως πιο προσεκτικά την άμυνά του. Διόρισε έναν αξιωματούχο επικεφαλής της άμυνας στη Μέρσια και ναυπήγησε έναν ισχυρό στόλο 300 πλοίων, ετοιμοπόλεμο ήδη το 1009. Η σύγχυση, τα αντικρουόμενα συμφέροντα των ευγενών και η προδοσία ακύρωσαν τελικά τα Αγγλικά αμυντικά σχέδια. Ογδόντα πλοία καταστράφηκαν, άλλα είκοσι αποστάτησαν και τα υπόλοιπα απομακρύνθηκαν μέσα στη γενική απογοήτευση. Όλα λειτουργούσαν υπέρ των Δανών, οι οποίοι αποβιβάσθηκαν στη νότια Αγγλία τον Αύγουστο του ίδιου έτους.

Με επικεφαλής τον Θόρκελ τον Υψηλό (Thorkell) οι Βίκινγκς λεηλάτησαν επί τρία έτη την Ανατολική Αγγλία και τη Μέρσια προξενώντας ευρείες καταστροφές και αποδιοργανώνοντας το τοπικό αμυντικό δίκτυο. Σημαντικότερες ήταν οι επιπτώσεις στην ψυχολογία και τις διαθέσεις των Άγγλων κατοίκων και των ευγενών. Όλοι ήταν δυσαρεστημένοι με τον Έθελρεντ, ο οποίος αδυνατούσε να αποσοβήσει τις καταστροφές. Ο βασιλιάς είχε, πάντως, μια σημαντική επιτυχία το 1012, όταν με 48.000 λίβρες αργύρου κατέστησε σύμμαχό του τον Θόρκελ, τερματίζοντας προσωρινά τις επιδρομές. Ο Δανός βασιλιάς Σβέιν αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να επέμβει και, την άνοιξη του 1013, αποβιβάσθηκε στην περιοχή του ποταμού Ούμβρου.

Η δυσαρέσκεια κατά του Έθελρεντ εκφράσθηκε πλέον ανοικτά και οι περιοχές της Νορθουμβρίας και των Πέντε Δήμων αποστάτησαν στους Δανούς, αναγνωρίζοντας ως βασιλιά τον Σβέιν. Ο τελευταίος προήλασε προς τον Νότο και σύντομα πολλές πόλεις του δήλωσαν υποταγή. Μόνο το Λονδίνο αντιστεκόταν, το οποίο υπερασπιζόταν ο Έθελρεντ μαζί με τον Θόρκελ. Όταν, όμως, ο Έθελρεντ κατέφυγε στη Νορμανδία, τον Δεκέμβριο του 1013, η πόλη παραδόθηκε. Όπως και σε άλλες περιπτώσεις, επρόκειτο για μια εφήμερη νίκη. Πέντε εβδομάδες αργότερα ο Σβέιν πέθανε και ο Έθελρεντ επέστρεψε στην Αγγλία. Ο Δανικός στρατός υπό τον Κνούτο (Cnut), γιο του Σβέιν, επέστρεψε στη Δανία.
Ο αγώνας για την Αγγλία δεν είχε, όμως, τελειώσει ακόμη. Το 1015 ο Κνούτος επέστρεψε με σύμμαχο τον Θόρκελ, που φαίνεται ότι είχε αντιληφθεί τα μηνύματα των καιρών και έναν άλλο ικανό πολέμαρχο, τον Έρικ από το Χλαντίρ. Η Νορθουμβρία δήλωσε πάλι υποταγή και η Δανικής καταγωγής υπήκοοι έσπευσαν να συνδράμουν τους εισβολείς. Ο βασιλιάς Έθελρεντ πέθανε και τον διαδέχθηκε ο ικανότερος γιος του, Έντμουντ ο Σιδηρόπλευρος (Edmund Ironside, 1015 – 1016), ο οποίος συντόνισε την αντίσταση. Οι Δανοί πολιόρκησαν επανειλημμένα το στρατηγικής σημασίας Λονδίνο, χωρίς όμως να το καταλάβουν. Το φθινόπωρο του 1016 οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στο Άσινγκντον (Astingdon) της Ανατολικής Αγγλίας.
Οι ευγενείς της Μέρσια πρόδωσαν τον Έντμουντ και οι Αγγλοσάξονες υπέστησαν συντριπτική ήττα. Τελικά, ο Κνούτος και ο Έντμουντ συμφώνησαν να μοιρασθούν την Αγγλία -ο Έντμουντ θα διατηρούσε το Ουέσσεξ- μετά τον πρόωρο θάνατο του Έντμουντ, όμως, ο Κνούτος έγινε βασιλιάς ολόκληρης της Αγγλίας. Η Δανική κατάκτηση είχε ολοκληρωθεί. Ως βασιλιάς, ο Κνούτος (1016 – 1035) άσκησε επιδέξια πολιτική ώστε να μην αποξενώσει το Αγγλοσαξονικό στοιχείο. Η νομοθεσία του ήταν δίκαιη, οι διοικητικές δομές διατηρήθηκαν και η χώρα γνώρισε σταθερότητα και ειρήνη.
Ο ίδιος είχε ευρύτερες βλέψεις και επεδίωκε να συστήσει ένα ενιαίο, ισχυρό κράτος στη Βόρεια Θάλασσα, το οποίο θα περιελάμβανε την Αγγλία, τη Δανία και τη Νορβηγία. Τελικά, κατόρθωσε να επιτύχει τον στόχο του κατακτώντας τη Νορβηγία το 1028, μετά τον θάνατό του όμως, το 1035, η Αυτοκρατορία του κατέρρευσε. Στην Αγγλία οι Σάξωνες επέστρεψαν το 1042, στην αρχή με τον Έντουαρντ (Edward), γιο του Έθελρεντ, δεν έμελλε όμως να ανασυστήσουν ένα Αγγλοσαξονικό βασίλειο. Το 1066 οι Νορμανδοί, εκγαλλισμένοι Βίκινγκς, κυρίευσαν την Αγγλία τερματίζοντας μια ολόκληρη εποχή,τόσο την Αγγλοσαξωνική όσο και αυτή των Βίκινγκς.

ΣΚΟΤΙΑ ΚΑΙ ΑΤΛΑΝΤΙΚΕΣ ΝΗΣΟΙ

Η περιοχή της Σκωτίας ήταν διαιρεμένη σε διάφορα περιφερειακά βασίλεια, όπου έδρευαν διακριτές εθνικές ομάδες. Στο βόρειο και το ανατολικό τμήμα, τα Highlands, υπήρχε το βασίλειο των Πικτών, ενός αυτόχθονος φύλου της Βρετανίας. Στο νότιο τμήμα βρισκόταν το Στραθκλάιντ (Strathclyde), περιοχή των επίσης αυτοχθόνων Βρετόνων και ένα μέρος της Νορθουμβρίας με Αγγλοσαξονικό πληθυσμό. Στα δυτικά παράλια και τις Εβρίδες έδρευαν οι Σκώτοι, φύλο Κελτικής καταγωγής. Οι πρώτες Σκανδιναβικές επιθέσεις χρονολογούνται στο τέλος του 8ου αιώνα. Το 795 λεηλατήθηκε η ιερή μονή της Ιόνα (Iona), στα δυτικά παράλια.

Κατά τις αρχικές δεκαετίες του 9ου αιώνα ακολούθησαν πολλές επιδρομές, ενώ μετά το 850 άρχισαν πιο μόνιμες εγκαταστάσεις, πιθανότατα για τη δημιουργία βάσεων ανεφοδιασμού. Την ίδια περίοδο οι Βίκινγκς εγκαταστάθηκαν στα γειτονικά νησιά του Ατλαντικού, τις νήσους Σέτλαντ (Hjattland), Όρκνεϋ (Orkneyjar) και τις Εβρίδες (Sudreyjar). Παράλληλα, εγκαταστάθηκαν σε ολόκληρη την έκταση των δυτικών παραλίων. Σε όλες αυτές τις περιοχές οι Βίκινγκς αναμείχθηκαν με το τοπικό Κελτικό στοιχείο και σε ορισμένες από αυτές οι απόγονοί τους ήταν γνωστοί στους Ιρλανδούς ως »ξένοι Κέλτες» (Gall-Gaedhil). Το 839 οι Βίκινγκς εισέβαλαν στη χώρα των Πικτών και κέρδισαν συντριπτικές νίκες.
Το 869 αναδείχθηκαν νικητές σε μια ναυμαχία έξω από τις Εβρίδες κατά των Ιρλανδών, ενώ το επόμενο έτος επέδραμαν στις περιοχές των Βρετόνων και κατέστρεψαν την πρωτεύουσά τους, διασφαλίζοντας τις εμπορικές οδούς μεταξύ Δουβλίνου και Υόρκης. Η παρουσία των Βίκινγκς στη Σκωτία υπήρξε καταστροφική για τους Πίκτες και τους Βρετανούς, αλλά ευνοϊκή για τους Σκώτους. Οι τελευταίοι εκμεταλλεύθηκαν τη συγκυρία και επεξέτειναν τα εδάφη τους. Το 844 νίκησαν τους Πίκτες και κατέλαβαν τη χώρα τους. Το 920 εκστράτευσαν στον Νότο κατά των Βρετόνων και το 973 κατά των Αγγλοσαξόνων της βόρειας Νορθουμβρίας, ενώνοντας τη Σκωτία σε ένα ελεύθερο βασίλειο.

ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Α) Πρώτη Περίοδος Επιδρομών (795 – 873)

Τον 8ο αιώνα η Ιρλανδία ήταν διαιρεμένη σε πέντε βασίλεια και τα κελτικά φύλα του νησιού βρίσκονταν σε διαρκή πολεμικό ανταγωνισμό. Στον Βορρά υπήρχε το βασίλειο του Ώλστερ (Ulster), στο κέντρο τα βασίλεια του Κόννοτ (Connacht) και του Μέαθ (Meath), ενώ στον Νότο το Μύνστερ (Munster) και το Λέινστερ (Leinster). Στην Ιρλανδία υπήρχε σπουδαία εκκλησιαστική παράδοση -άλλωστε, ο εκχριστιονισμός της Βρετανίας άρχισε από εκεί-  και ένας λαμπρός Χριστιανοκελτικός πολιτισμός με επίκεντρο τις μονές. Η περαιτέρω ανάπτυξη των τάσεων αυτών διακόπηκε από τις επιθέσεις των Βίκινγκς, οι οποίες συντάραξαν το νησί για δύο περίπου αιώνες.

Η πρώτη επίθεση χρονολογείται στο 795, με την καταστροφή της μονής στη νήσο Λάμπεϋ (Lamplay), σε μια επιχείρηση που θυμίζει την προγενέστερη επίθεση στο Λίντισφαρν της Αγγλίας, το 793. Ακολούθησαν επανειλημμένες επιδρομές μικρής κλίμακας, που αποκρούσθηκαν με επιτυχία από τους Ιρλανδούς. Μετά το 830 οι επιχειρήσεις εντάθηκαν και οι Βίκινγκς άρχισαν να αξιοποιούν τα δεδομένα των πρώτων αναγνωριστικών επιδρομών. Εκμεταλλευόμενοι τα ρεύματα των ποταμών και τις πολυάριθμες λίμνες της χώρας, διεισέδυαν στο εσωτερικό της Ιρλανδίας, ερημώνοντας πολλούς οικισμούς στο πέρασμά τους. Ταυτόχρονα, οι Βίκινγκς εγκατέλειψαν σταδιακά τις σποραδικές επιδρομές προς ανεύρεση μονιμότερων εγκαταστάσεων.

Δημιούργησαν στρατιωτικές οχυρώσεις και προκεχωρημένα φυλάκια σε μια προσπάθεια να ελέγξουν αρχικά τα παράλια και κατόπιν την ενδοχώρα. Ίδρυσαν, μάλιστα, οικισμούς σε στρατηγικά σημεία, οι οποίοι αργότερα θα εξελίσσονταν σε κανονικές πόλεις. Το 841 ο Νορβηγός πολέμαρχος Τουργκάις (Turgeis) ίδρυσε το Δουβλίνο, που αρχικά αξιοποιήθηκε ως οχυρωμένη ναυτική βάση και ορμητήριο επιδρομών στις Ιρλανδικές πεδιάδες. Οι Κέλτες συντόνισαν αποτελεσματικότερα την αντίστασή τους προς τους Νορβηγούς εισβολείς και, το 847, κέρδισαν τέσσερις μεγάλες νίκες απωθώντας τους Βίκινγκς στα παράλια.
Δεν έλειψαν και οι ενδοσκανδιναβικές διαμάχες, καθώς το 851 οι Δανοί εξεδίωξαν προσωρινά τους Νορβηγούς από το Δουβλίνο. Το 853 ο Όλαφ ο Λευκός (Olaf 853 – 871) εξεδίωξε τους Δανούς και ανακηρύχθηκε βασιλιάς του Δουβλίνου. Οι Βίκινγκς άρχισαν να προσεταιρίζονται ορισμένα Κελτικά φύλα και αναμείχθηκαν στις εμφύλιες διαμάχες για να σταθεροποιήσουν τις θέσεις τους. Μετά το 870 πολλοί Βίκινγκς εγκατέλειψαν την Ιρλανδία, καθώς υπήρχαν νέες δυνατότητες επιδρομών στην Αγγλία όπου επέδραμε η μεγάλη Δανική στρατιά, αλλά και νέες γαίες στην Ισλανδία η οποία είχε μόλις ανακαλυφθεί. Ως αποτέλεσμα η Ιρλανδία βίωσε μια περίοδο ηρεμίας για σαράντα έτη (874 – 914).
Β) Δεύτερη Περίοδος Επιδρομών (914 – 1014)

Στις αρχές του 10ου αιώνα η πίεση των Κελτικών φύλων εντάθηκε και το 902 οι Ιρλανδοί εξεδίωξαν τους Νορβηγούς από το Δουβλίνο. Η σταδιακή, όμως, απόσυρση των Βίκινγκς από την Αγγλία, όπου βρισκόταν σε εξέλιξη η Αγγλοσαξωνική ανακατάληψη της Δανηλάγης και από τα Φραγκικά εδάφη, όπου οι Νορμανδοί απέκρουαν τις επιθέσεις των ομοφύλων τους, ώθησε εκ νέου τους Σκανδιναβούς προς την Ιρλανδία. Το 914 ανακατέλαβαν το Δουβλίνο και κέρδισαν αρκετές νίκες. Το 919, μάλιστα, ο Ιρλανδός ανώτατος βασιλιάς της Τάρα (Tara, θέση με ιερή και βασιλική σημασία) και 12 μικρότεροι βασιλείς σκοτώθηκαν σε μια μάχη έξω από το Δουβλίνο.

Τα συγκρουόμενα συμφέροντα των πολεμάρχων των Βίκινγκς οδήγησαν σε νέες ενδοσκανδιναβικές συγκρούσεις, από τις οποίες επωφελήθηκαν σταδιακά οι Κέλτες. Το 968 – 969 κατέλαβαν το Λίμερικ (Limerck), στη νότια Ιρλανδία και εξεδίωξαν τους Βίκινγκς. Η Σκανδιναβική παρουσία βρισκόταν πλέον σε ύφεση και αναφέρεται ότι οι Βίκινγκς κατέστησαν φόρου υποτελείς στους τοπικούς Κέλτες βασιλείς. Την ίδια περίοδο παρατηρείται συγκέντρωση της εξουσίας με τη σύναψη συμμαχιών και επικυριαρχιών. Ηγεμόνας της Ιρλανδίας αναδείχθηκε ο Μπράιαν Μπορού (Brian Boru), βασιλιάς του Μύνστερ. Το 1014 ο Μπορού συγκρούσθηκε με τους Βίκινγκς του Δουβλίνου και τους Κέλτες συμμάχους τους στο Κλόνταρφ (Clontaef).
Ο Μπορού σκοτώθηκε στη μάχη, οι Ιρλανδοί, όμως, νίκησαν και έκτοτε η Σκανδιναβική παρουσία παρήκμασε με γρήγορους ρυθμούς. Οι Βίκινγκς της Ιρλανδίας είχαν ενσωματωθεί στο πολιτικό και πολιτιστικό τοπίο της Κελτικής Ιρλανδικής κοινωνίας. Οι περισσότεροι είχαν εκχριστιανισθεί λόγω της μακρόχρονης παραμονής τους και της επιμειξίας με το τοπικό στοιχείο. Υιοθετώντας τις Γαελικές διαλέκτους άρχισαν να διαφοροποιούνται από τους Βίκινγκς, οι οποίοι έφθαναν σε μεταγενέστερες φάσεις. Οι Ιρλανδοί τους αποκαλούσαν «ανθρώπους της Ανατολής» (Ostmen), διακρίνοντάς τους από τους Σκανδιναβούς.

ΤΟ ΦΡΑΓΚΙΚΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Α) Οι Πρώτες Επιδρομές (799 – 840)

Το Φραγκικό βασίλειο γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή του υπό την ηγεσία του Καρλομάγνου (Charlemagne 768 – 814). Η έκτασή του οριοθετείτο από τα Πυρηναία και την Ιταλική χερσόνησο στον Νότο, τη Βρετάνη στα δυτικά (η οποία παρέμεινε έως τον 10ο αιώνα πεισματικά ανεξάρτητη), τη Φρισία στον Βορρά και τη Σαξωνία στα ανατολικά. Όταν οι εκστρατείες κατά των Σαξώνων ολοκληρώθηκαν με επιτυχία, τον ύστερο 8ο αιώνα, οι Φράγκοι απέκτησαν κοινά σύνορα με τους Δανούς. Συμμάχησαν, μάλιστα, με τους Σλάβους Αβοδρίτες, εχθρούς των Δανών. Η Φραγκική επέκταση ανησύχησε το Δανικό βασίλειο, το οποίο απάντησε με δυναμικές επιδρομές χάρη στον ισχυρό του στόλο και την πολεμική ικανότητα των Βίκινγκς.

Το 799 οι Βίκινγκς εμφανίσθηκαν για πρώτη φορά στις Φραγκικές ακτές επιδράμοντας στο Νουαρμουτιέ (Noirmoutier) της Ακουιτανίας. Η επιχείρηση είχε ατυχή κατάληξη, διότι τα πλοία τους παρασύρθηκαν και κατέστησαν εύκολη λεία για τις τοπικές δυνάμεις. Αναφέρεται ότι σκοτώθηκαν 105 Σκανδιναβοί. Οι Φράγκοι οργάνωσαν αμυντικά δίκτυα στα ευπαθή παράλια, όπως και μικρούς αποτρεπτικούς στόλους. Οι Δανοί Βίκινγκς όμως διατήρησαν την πρωτοβουλία των κινήσεων. Ο βασιλιάς Γκόντφρεντ (Godfred 804 – 810) επέδραμε το 808 κατά της πόλης Ρέρικ (Reric) των Αβοδριτών και την κατέστρεψε, μεταφέροντας ταυτόχρονα τους εμπόρους της στο Χέντεμπυ.

Κατόπιν στράφηκε δυτικά και το 810 με ισχυρό στόλο λεηλάτησε τη Φρισία, μια από τις πλουσιότερες περιοχές του Φραγκικού βασιλείου. Ενδεχομένως ο Γκόντφρεντ επεδίωκε εδαφική επέκταση του Δανικού βασιλείου στη Φρισία και έχει υποτεθεί ότι επόμενος στόχος του ήταν το ίδιο το Άαχεν (Aachen), πρωτεύουσα της Καρολίγγειας Αυτοκρατορίας. Τα σχέδιά του, όμως δεν πραγματοποιήθηκαν, καθώς το ίδιο έτος πέθανε. Ο διάδοχός του, Χέμινγκ (Hemming 810 – 812), συνήψε ειρήνη με τον Καρλομάγνο και απέφυγε περαιτέρω εχθροπραξίες. Συνέβαιναν βέβαια πάντοτε επιδρομές μεμονωμένων πειρατικών ομάδων.
Το 820 τέτοιες ομάδες εμφανίσθηκαν στις εκβολές του Ρήνου και του Σηκουάνα, αποκρούσθηκαν, όμως από τον Φραγκικό στόλο. Πιο επιτυχείς ήταν οι επιθέσεις 15 έτη αργότερα, όταν το Φραγκικό βασίλειο άρχισε να αποδυναμώνεται λόγω εσωτερικών δυναστικών προβλημάτων. Κατά την περίοδο 834 – 837 οι Βίκινγκς πραγματοποίησαν πολλές επιθέσεις στην κοιλάδα του Ρήνου, καταστρέφοντας το σημαντικό λιμάνι Ντόρεσταντ (Dorestad) τέσσερις φορές. Η Ουτρέχτη, η Αμβέρσα, η Γάνδη και το Βαλχέρεν γνώρισαν την πολεμική μανία των βορείων. Η Φραγκική Αυτοκρατορία εισερχόταν σε μια σκοτεινή περίοδο καταστροφών, η οποία θα διαρκούσε περισσότερα από 50 έτη.

Β) Νέες Επιθέσεις και η Φραγκική Αντίδραση (840 – 878)

Το 840 ο βασιλιάς Λουδοβίκος ο Ευσεβής (814 – 840) πέθανε και οι τρεις γιοι του ενεπλάκησαν σε εμφύλια διαμάχη για την τύχη της Αυτοκρατορίας. Τελικά το 843 ο εσωτερικός ανταγωνισμός διευθετήθηκε με τη διαίρεση του κράτους σε τρία νέα βασίλεια. Στα δυτικά βρισκόταν το κράτος του Καρόλου του Φαλακρού, στο κέντρο το βασίλειο του Λοθαρίου και ανατολικά η επικράτεια του Λουδοβίκου του Γερμανικού. Η εμφύλια σύγκρουση, όμως, είχε αποδυναμώσει τη Φραγκική άμυνα και το παράλιο δίκτυο οχυρώσεων είχε καταρρεύσει. Οι μεγάλες ποτάμιες οδοί του Ρήνου, του Σηκουάνα και του Λίγηρα ήταν ανοικτές για τους φιλόδοξους εισβολείς.

Το τμήμα που υπέφερε περισσότερο από τις Δανικές επιθέσεις ήταν το δυτικό, το βασίλειο του Καρόλου του Φαλακρού. Το βασίλειο του Λουδοβίκου γνώρισε συγκριτικά λιγότερες επιθέσεις για δύο λόγους, η ακτογραμμή του ήταν εξαιρετικά περιορισμένη και ως γειτονικό κράτος με την Δανία μπορούσε να προβεί σε επιχειρήσεις αντιποίνων από τα νότια. Το βασίλειο του Λοθαρίου έλεγχε την πλούσια Φρισία και την κοιλάδα του Ρήνου. Οι επιθέσεις εναντίον του ήταν περισσότερες αλλά ελεγχόμενες. Επίσης, η επιδέξια πολιτική του Λοθαρίου αποσόβησε τα χειρότερα. Το 841 ο Λοθάριος παραχώρησε τη Φλαμανδική πόλη Βαλχέρεν (Walcheren) στον Δανό ηγεμόνα Χάραλντ Κλακ (Harald Klak), ενώ το 850 εκχώρησε τη Φρισία στον πολέμαρχο Ρόρικ.

Ο κύριος όγκος των Δανικών επιθέσεων κατευθύνθηκε προς τα δυτικά. Το 843 με μια αιφνιδιαστική επιχείρηση οι Βίκινγκς κατέλαβαν το Νουαρμουτιέ αποκτώντας την πρώτη τους βάση στην ηπειρωτική Ευρώπη. Από αυτή πραγματοποίησαν πολλές επιδρομές στις εύφορες κοιλάδες του Λίγηρα και της Ακουιτανίας, ελέγχοντας ταυτόχρονα το ιδιαίτερα σημαντικό εμπόριο αλατιού και οίνου της περιοχής. Οι Βίκινγκς ήταν ιδιαίτερα ικανοί στο να εκμεταλλεύονται εσωτερικά προβλήματα των αντιπάλων τους. Το 843 συμμάχησαν με έναν φιλόδοξο τοπικό άρχοντα και από κοινού κατέλαβαν τη Ναντ.

Σε άλλες περιπτώσεις οι επιθέσεις τους ευνοούσαν την κεντρική Αυτοκρατορική εξουσία, αφού κατέστρεφαν τις διαθέσεις αυτονομίας ποικίλων ευγενών της περιφέρειας. Η επιδρομή τους το 848 στο Μπορντώ απαξίωσε τον τοπικό κυβερνήτη και συνετέλεσε έμμεσα στην εδραίωση της κεντρικής βασιλικής αρχής. Ένας από τους βασικότερους στόχους των Βίκινγκς ήταν η πλούσια κοιλάδα του Σηκουάνα, το οικονομικό κέντρο του δυτικού Φραγκικού βασιλείου. Εδώ βρισκόταν η Ρουέν, η Σαρτρ και, φυσικά, το Παρίσι. Τον Μάρτιο του 845 ένας ισχυρός Δανικός στόλος 120 πλοίων με επικεφαλής τον Ράγκναρ ανέπλευσε τον Σηκουάνα με προφανή στόχο το Παρίσι. Ο Κάρολος διαίρεσε τις Φραγκικές δυνάμεις σε δύο τμήματα για να προστατεύει τις περιοχές εκατέρωθεν του ποταμού.
Οι Βίκινγκς έσπευσαν να εκμεταλλευθούν την κίνησή του, επιτέθηκαν συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις τους εναντίον του μικρότερου τμήματος επιφέροντας γενική σφαγή. Συνέλαβαν 111 αιχμαλώτους και με μια κίνηση σκληρότητας αλλά και τακτικής τους απαγχόνισαν όλους σε ένα νησάκι στον ποταμό, τοποθετώντας τους στην κοινή θέα των λοιπών Φραγκικών δυνάμεων. Επρόκειτο για μια ενέργεια υπολογισμένη να κάμψει το ηθικό και τη μαχητικότητα των Φράγκων, η οποία είχε πράγματι αποτέλεσμα. Στις 28 Μαρτίου, Κυριακή του Πάσχα, ο Ράγκναρ και οι άνδρες του εισήλθαν στην πόλη και την λεηλάτησαν. Οι Φράγκοι δεν διακινδύνευσαν πολεμική αναμέτρηση, μολονότι μπορούσαν να ανακόψουν την επιστροφή των Βίκινγκς προς τη θάλασσα.
Κατέβαλαν 7.000 λίβρες αργύρου και οι επιδρομείς εγκατέλειψαν την περιοχή. Οι επιθέσεις των Βίκινγκς συνεχίσθηκαν αμείωτες κατά τις επόμενες δεκαετίες. Ο λόγιος Ερμεντάριος (Ermentarius) περιγράφει τη θλιβερή κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει το Φραγκικό βασίλειο. Ο αριθμός των πλοίων αυξάνεται, η ατελείωτη πλημμύρα των επιδρομέων δεν παύει να μεγαλώνει. Παντού οι Χριστιανοί γίνονται θύματα σφαγών, πυρπολήσεων και λεηλασιών. Οι επιδρομείς κυριεύουν τα πάντα μπροστά τους και κανείς δεν μπορεί να τους αντισταθεί. Κατέλαβαν το Μπορντό, το Περιζέ, τη Λιμόζη, την Ανγκουλέμ, την Τουλούζη. Η Ανζέρ, η Τουρ και η Ορλεάνη έχουν ερημωθεί. Αμέτρητα πλοία αναπλέουν τον Σηκουάνα και σε ολόκληρη την περιοχή το κακό ισχυροποιείται.
Η Ρουέν κείται κατεστραμμένη, λεηλατημένη, καμμένη. Το Παρίσι, το Μπωβέ, το Μω έχουν καταληφθεί, το οχυρό της Μελόν έχει ισοπεδωθεί, η Σαρτρ καταλήφθηκε, η Εβρώ και το Μπαγιέ λεηλατήθηκαν και κάθε πόλη έχει μολυνθεί. Οι Φράγκοι άρχισαν να οργανώνουν την αντίστασή τους μετά τις καταιγιστικές αυτές επιθέσεις. Από το 860 επιδιορθώθηκαν οι οχυρώσεις και κατασκευάσθηκαν νέες, ενώ οχυρωμένες γέφυρες οικοδομήθηκαν στον Σηκουάνα και τον Λίγηρα για να αποτρέψουν διείσδυση στην ενδοχώρα. Η τακτική, όμως, αυτή άφηνε εκτεθειμένα τα παράλια, τα οποία, για να αποφύγουν τις επιδρομές, έπρεπε να βασισθούν στους τοπικούς άρχοντες.
Η κινητοποίηση του τοπικού πληθυσμού αποδείχθηκε επιτυχής και οι Βίκινγκς υπέστησαν σημαντικές ήττες. Το 862 ο κόμης της Ανζέρ αιχμαλώτισε 12 εχθρικά πλοία και εξουδετέρωσε τα πληρώματα, ενώ το 865 στην ίδια περιοχή εξολόθρευσε 500 Βίκινγκς. Το ίδιο έτος οι Φράγκοι της Ακουιτανίας σκότωσαν 400 Βίκινγκς. Η διπλωματία και οι ελιγμοί της αποδείχθηκαν εξίσου χρήσιμοι για τους Φράγκους. Το 860 ο Κάρολος μίσθωσε τις υπηρεσίες του πολέμαρχου Βέλαντ (Weland) για να επιτεθεί στη βάση των Βίκινγκς, οι οποίοι λεηλατούσαν τον Σηκουάνα.
Οι πολιορκούμενοι Δανοί κατέβαλαν με τη σειρά τους 6.000 λίβρες αργύρου στον Βέλαντ, εξασφαλίζοντας την ανεμπόδιστη διαφυγή τους. Το επόμενο έτος επέδραμαν εκ νέου στον Σηκουάνα – και ο Βέλαντ ήταν μαζί τους. Το 866 μια νέα πληρωμή 4.000 λιβρών απομάκρυνε τους Βίκινγκς. Κατά τα επόμενα χρόνια οι επιδρομές μειώθηκαν για ένα μικρό διάστημα, καθώς η προσοχή των Δανών είχε στραφεί στην Αγγλία, όπου από το 865 δρούσε η μεγάλη στρατιά.
Γ) Οι Μεγάλες Επιδρομές: Φλάνδρα και Σηκουάνας (878 – 892)

Η ανάπαυλα από τις επιδρομές έδωσε ώθηση σε εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στο πλαίσιο του Φραγκικού κόσμου. Το μεσαίο βασίλειο του Λοθαρίου απορροφήθηκε από τα δύο γειτονικά του. Υπήρχαν πλέον δύο Φραγκικά κράτη: το δυτικό (Γαλλικό) και το ανατολικό (Γερμανικό). Στο δυτικό κράτος ο Κάρολος ο Φαλακρός είχε πεθάνει το 877 και έως την επίλυση των δυναστικών προβλημάτων, το 884, με την ενθρόνιση του Καρόλου του Παχύ (884 – 888), η κατάσταση δεν προσφερόταν για δυναμικές αμυντικές ενέργειες. Το πρώτο κύμα επιδρομών διοχετεύθηκε προς τα πλούσια παράλια της Φλάνδρας και την κοιλάδα του Ρήνου, περιοχές οι οποίες είχαν ενσωματωθεί στο ανατολικό βασίλειο.

Η αυξανόμενη επιτυχία της Αγγλοσαξωνικής αντίστασης στο Ουέσσεξ υπό τον Αλφρέδο ώθησε τους Δανούς να μεταφέρουν τη δράση τους στην ηπειρωτική Ευρώπη. Το 878 μια ισχυρή δύναμη αποβιβάσθηκε στο Καλαί και κινήθηκε προς το εσωτερικό, όπου θεμελίωσε βάσεις για επιδρομές στην ύπαιθρο. Ακολούθησαν επτά έτη πλήρη επιδρομών και μαχών με τις Φραγκικές δυνάμεις και των δύο βασιλείων. Σταδιακά οι Δανικές επιδρομές μετακινήθηκαν δυτικότερα, προς την πλούσια κοιλάδα του Σηκουάνα, αφού οι περιοχές της Φλάνδρας και του Ρήνου είχαν εξαντληθεί οικονομικά από τις συνεχείς επιθέσεις. Τον Ιούλιο του 885 ο στόλος του Δανού πολέμαρχου Ζίγκφρηντ (Sigfrid) ανέπλευσε τον Σηκουάνα με στόχο το Παρίσι.
Οι Φράγκοι είχαν αποπειραθεί να οχυρώσουν το πέρασμα, αλλά λόγω της εκκρεμούς κατάστασης είχαν ολοκληρώσει μόνο τις γέφυρες οι οποίες προστάτευαν το Παρίσι. Οι Βίκινγκς κατέστρεψαν τα ημιτελή οχυρωματικά έργα και το φθινόπωρο έφθασαν στο Παρίσι. Η πόλη ήταν κτισμένη επάνω σε ένα νησάκι στη μέση του ποταμού και προστατευόταν από υψηλά τείχη και δύο οχυρωμένες γέφυρες, οι οποίες απέτρεπαν από δύο πλευρές τη διέλευση πλοίων προς την ενδοχώρα. Ο Ζίγκφρηντ απαίτησε να επιτραπεί στον στόλο του η ασφαλής διέλευση από τις γέφυρες προς το εσωτερικό της χώρας. Οι υπερασπιστές του Παρισιού αρνήθηκαν να υποχωρήσουν στο αίτημα και έτσι άρχισε η πολιορκία.
Επικεφαλής της Φραγκικής αντίστασης ήταν ο επίσκοπος της πόλης Ζοσλέν (Joscelin) και ο κόμης Όντο (Odo). Οι επιθέσεις των Δανών ήταν βίαιες, η πόλη, όμως, άνθεξε την πολιορκία επί ένα έτος. Οι Βίκινγκς κατόρθωσαν να καταστρέψουν τις γέφυρες και να ανοίξουν δίοδο για την ενδοχώρα. Συνέχισαν, όμως, να πολιορκούν το Παρίσι, το οποίο αντιστεκόταν πεισματικά. Τον Οκτώβριο του 886 έφθασε στην περιοχή ο βασιλιάς με ενισχύσεις. Ο Κάρολος, όμως, δεν έπραξε το αναμενόμενο. Αντί να επιτεθεί στους Δανούς, διαπραγματεύθηκε μαζί τους και τους επέτρεψε να προχωρήσουν στην ενδοχώρα, καταβάλλοντάς τους μάλιστα 700 λίβρες αργύρου. Οι Βίκινγκς συνέχισαν την πορεία τους και λεηλάτησαν εκτεταμένα τη Βουργουνδία.

Η μειωτική στάση του Καρόλου του Παχύ προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια μεταξύ των Φράγκων. Στις αρχές του 888 ο βασιλιάς εκθρονίσθηκε από τον υπερασπιστή του Παρισιού και λαϊκό ήρωα Όντο (888 – 898). Το καλοκαίρι του 888 ο νέος βασιλιάς νίκησε τους Βίκινγκς στη Βουργουνδία, τους κατέβαλε ικανές ποσότητες αργύρου και κατάφερε να τους απομακρύνει από την κοιλάδα του Σηκουάνα. Έκτοτε οι Δανικές επιδρομές περιορίσθηκαν σημαντικά λόγω ενός λιμού, ο οποίος έπληξε το Φραγκικό βασίλειο κατά την περίοδο 891 – 892 και στράφηκαν εκ νέου προς την Αγγλία. Η ίδρυση του δουκάτου της Νορμανδίας, το 911, από τους Βίκινγκς του ηγεμόνα Ρόλλο (Rollo) απέτρεψε περαιτέρω επιθέσεις στην περιοχή έως το τέλος της Εποχής των Βίκινγκς.

ΙΒΗΡΙΚΗ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ – ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΗ ΑΦΡΙΚΗ

Αφού οι Βίκινγκς εγκατέστησαν τις πρώτες τους βάσεις στις εκβολές του Λίγηρα, αποφάσισαν να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους νοτιότερα, προς την Ιβηρική χερσόνησο, η οποία κατά τον 9ο αιώνα ήταν διαιρεμένη μεταξύ τριών κρατών. Η Χώρα των Βάσκων και η Καταλωνία ανήκαν στο εκτεταμένο δυτικό Φραγκικό βασίλειο. Οι βορειοδυτικές περιοχές συγκροτούσαν το Χριστιανικό βασίλειο της Γαλικίας και της Αστούριας. Η υπόλοιπη Ιβηρική είχε καταληφθεί από τους Άραβες και αποτελούσε το εμιράτο της Κόρδοβας, υπό τους Ομμεϋάδες. Το δυτικό τμήμα της Βόρειας Αφρικής ανήκε στο χαλιφάτο των Ιδρισιδών.

Οι πρώτες επιθέσεις είχαν ως στόχο το Ισπανικό βασίλειο, η ισχυρή αντίσταση των τοπικών δυνάμεων, όμως, ανάγκασε τους Βίκινγκς να κατευθυνθούν νοτιότερα, προς τα εδάφη του εμιράτου. Τον Αύγουστο του 844 επέδραμαν στη Λισσαβώνα, την οποία λεηλάτησαν εκτεταμένα. Κατόπιν έπλευσαν ακόμη νοτιότερα και, προτού οι Αραβικές δυνάμεις προλάβουν να λάβουν αμυντικά μέτρα, λεηλάτησαν το Κάδίξ (Cadiz) και τη Μεδίνα Σιντό (Medina Sidona), στις εκβολές του ποταμού Γκουανταλκιβίρ (Gualdaquivir). Στις αρχές Οκτωβρίου λεηλάτησαν την πλούσια πόλη της Σεβίλλης, αποκομίζοντας πολυάριθμα λάφυρα. Πέντε εβδομάδες αργότερα δέχθηκαν ισχυρή επίθεση από τις δυνάμεις του εμιράτου.

Oι Άραβες υπό τον Αμπντ Αλ Ραχμάν Β’ (Abd Αl Rahman II) κατέστρεψαν 30 πλοία τους, σκότωσαν περίπου 1.000 Σκανδιναβούς και συνέλαβαν 400 αιχμαλώτους, τους οποίους αργότερα εκτέλεσαν. Ο εμίρης, μάλιστα, έστειλε στην Ταγγέρη, στο συμμαχικό χαλιφάτο των Ιδρισιδών, τα κομμένα κεφάλια 200 Βίκινγκς. Οι επιζήσαντες επιδρομείς παρέδωσαν τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα τα οποία είχαν συλλέξει και επέστρεψαν στη βάση τους, τον Λίγηρα. Η πρώτη σύγκρουση με τους Άραβες ήταν μια καταστροφή πρώτου μεγέθους. Το 859 δύο ικανοί Βίκινγκς πολέμαρχοι, ο Χαστέιν (Hastein) και ο Μπιορν ο Σιδηρόπλευρος (Bier ferraecostae στις Φραγκικές πηγές), ξεκίνησαν από τον Λίγηρα με 62 πλοία.
Αφού επέδραμαν αρχικά στο Ισπανικό βασίλειο, κατευθύνθηκαν προς τα νότια παράλια της Ιβηρικής. Πραγματοποίησαν μια περιορισμένη επιδρομή έως τη Σεβίλλη και κυρίευσαν την πόλη Αλγεθίρας (Algeciras) στο Γιβραλτάρ, πυρπολώντας το τζαμί της. Ακολούθως επιτέθηκαν στις Αφρικανικές ακτές του χαλιφάτου των Ιδρισiδών, όπου δεν συνάντησαν οργανωμένη αντίσταση. Η απουσία Μαυριτανικού στόλου τους επέτρεψε να δράσουν ανενόχλητοι. Λεηλάτησαν τις ακτές της Ανδαλουσίας, της Καταλωνίας και τις Βαλεαρίδες νήσους και στη συνέχεια τα Μεσογειακά εδάφη του Φραγκικού βασιλείου.
Αφού διαχείμασαν στις εκβολές του ποταμού Ροδανού, την άνοιξη του 860 επέδραμαν στην πόλη Λούνα (Luna) της βόρειας Ιταλίας, την οποία εξέλαβαν ως τη Ρώμη. Κατόπιν ανέπλευσαν τον ποταμό Άρνο και λεηλάτησαν την Πίζα και το Φιέζολε, στην Τοσκάνη. Η μεταγενέστερη πορεία τους δεν έχει πλήρως εξακριβωθεί – ορισμένοι θεωρούν ότι έπλευσαν έως την Αλεξάνδρεια στην ανατολική Μεσόγειο. Το 861, πάντως, βρέθηκαν στα στενά του Γιβραλτάρ, όπου πολλά πλοία τους καταστράφηκαν από τον Μουσουλμανικό στόλο. Τα 20 πλοία που διασώθηκαν επέστρεψαν στον Λίγηρα, αφού βέβαια προηγουμένως λεηλάτησαν άλλη μια πόλη, τη Βασκική Παμπλόνα (Paplona), στο Φραγκικό βασίλειο.

ΟΙ ΒΙΚΙΝΓΚΣ ΣΤΟΝ ΒΟΡΕΙΟ ΑΤΛΑΝΤΙΚΟ

ΠΡΩΤΕΣ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΕΠΕΚΤΑΣΗΣ ΣΤΟΝ ΩΚΕΑΝΟ

Αν η επέκταση και οι επιδρομές των Βίκινγκς στη δυτική Ευρώπη καταδεικνύουν τις πολεμικές τους ικανότητες και η διείσδυση τους στη Ρωσία και την Ανατολή το εμπορικό τους δαιμόνιο, τότε η εξάπλωσή τους στον Βόρειο Ατλαντικό τεκμηριώνει την άποψη ότι ήταν μεγάλοι θαλασσοπόροι και τολμηροί ταξιδευτές. Καθώς οι Δανοί ήταν απασχολημένοι με τις επιδρομές στη δυτική Ευρώπη και οι Σουηδοί επεκτείνονταν στις χώρες της Βαλτικής και τη Ρωσία, οι Νορβηγοί πραγματοποιούσαν την εποποιία των ανακαλύψεων στις θάλασσες του Βορρά. Κατ’ αυτό τον τρόπο επεξέτειναν τα γεωγραφικά όρια της Σκανδιναβικής πολιτιστικής σφαίρας έως την Ισλανδία και, προσωρινά, έως τη Γροιλανδία και τα παράλια της Αμερικής.

Ο πρώτος σταθμός των Νορβηγών θαλασσοπόρων κατά την επέκτασή τους στον Βόρειο Ατλαντικό ήταν το σύμπλεγμα των νησιών Φερόες. Οι νήσοι αυτές είναι ορεινές, χωρίς όμως πολλά δένδρα και με βαρύ κλίμα, δεδομένου ότι βρίσκονται στη μέση του ωκεανού, εκτεθειμένες σε ανέμους και καταιγίδες. Υπάρχουν φιλολογικές και γεωφυσικές ενδείξεις ότι οι Φερόες είχαν κατοικηθεί πριν από την έλευση των Βίκινγκς, από Ιρλανδούς Χριστιανούς μοναχούς. Οι μοναχοί αυτοί (papar, πατέρες) έφθασαν στην περιοχή πιθανότατα στις αρχές του 8ου αιώνα, υποβαλλόμενοι σε εθελοντική εξορία (peregrinatio) από τις κοινωνίες τους. Ο Ιρλανδός μοναχός Ντικουίλ (Dicuil) αναφέρει γι’ αυτά τα νησιά τα εξής στο έργο Liber deMensura Orbis Terrae (Βιβλίον περί της μετρήσεως της Γης):

»Υπάρχουν πολλά άλλα νησιά στον ωκεανό βορείως της Βρετανίας, στα οποία μπορεί να φθάσει κανείς από τα βορειότερα Βρετανικά νησιά με συνεχές ταξίδι δύο ημερών και δύο νυκτών. Μερικά από αυτά τα νησιά είναι πολύ μικρά. Σχεδόν όλα χωρίζονται το ένα από το άλλο με στενά περάσματα. Σε αυτά έζησαν για εκατό χρόνια περίπου ερημίτες που έπλευσαν από την Ιρλανδία τώρα τα νησιά δεν έχουν πλέον μοναχούς λόγω των Νορβηγών πειρατών». Οι πρώτοι Βίκινγκς αφίχθησαν στις αρχές του 9ου αιώνα, αφού προηγουμένως πιθανότατα πληροφορήθηκαν σχετικά με τα νέα εδάφη τα οποία είχαν ανακαλύψει οι Ιρλανδοί μοναχοί κατά τις εμπορικές τους δραστηριότητες αλλά και κατά τις πρώτες πειρατικές επιδρομές στην Αγγλία και την Ιρλανδία.
Σύμφωνα με τη Σάγκα των κατοίκων των νήσων Φερόες (Faereyingasaga), επικεφαλής της πρώτης Νορβηγικής αποστολής με σκοπό την εγκατάσταση ήταν κάποιος Grimur Kamban, όνομα που φανερώνει μεικτή Νορβηγοκελτική καταγωγή. Ο εποικισμός ξεκίνησε μάλλον περί το 825 και συνεχίσθηκε κατά τους επόμενους αιώνες με την άφιξη μικρών ομάδων από τη Νορβηγία. Το κλίμα και η γεωλογική διαμόρφωση των νήσων επέτρεπε κυρίως την ενασχόληση με την κτηνοτροφία, αφού υπήρχαν εκτεταμένα βοσκοτόπια. Η οικονομία των νέων κατοίκων επικεντρώθηκε έτσι στην εκτροφή προβάτων και βοοειδών, ακολουθώντας περιορισμένες νομαδικές πρακτικές.
Καλλιεργούσαν επίσης κριθάρι, σε μικρές όμως ποσότητες, ώστε να απαιτείται να εισάγουν συνεχώς τρόφιμα. Η απουσία ξύλου και σιδήρου καθιστούσε επιτακτική ανάγκη τη διεξαγωγή εμπορίου με τη Νορβηγία και την Αγγλία. Οι κάτοικοι των νήσων εξήγαγαν κρέας και μαλλί, υφάσματα και πούπουλα. Η μετανάστευση στις Φερόες, όπως και στην Ισλανδία, μετά από μια γενιά φαίνεται ότι ήταν συνέπεια της ανάγκης να ανευρεθούν νέα εδάφη για εγκατάσταση και αξιοποίηση. Είναι χαρακτηριστικό ότι από όλους τους Σκανδιναβούς μόνο οι Νορβηγοί εγκαταστάθηκαν στις νέες χώρες του Ατλαντικού. Και αυτό διότι η πατρίδα τους ήταν μια περιοχή με ελάχιστες πεδιάδες,υψηλά βουνά και φιόρδ που κατέτεμναν τη γη.
Οι εποικιστικές προσπάθειες οργανώθηκαν από ορισμένες οικογένειες τοπικών αρχηγών και ευγενών, οι οποίοι αισθάνονταν ότι παραγκωνίζονταν με την αυξανόμενη ενίσχυση των κεντρικών δομών στη Σκανδιναβία. Οι έποικοι ίδρυσαν μια »θινγκ» (thing, γενική συνέλευση) στη θέση Τόρσχαφν, όργανο το οποίο λάμβανε τις αποφάσεις για την κοινότητα. Οι κάτοικοι των νήσων δεν μπόρεσαν να συστήσουν ή να συντηρήσουν μια ιδιαίτερη ταυτότητα και να αποκτήσουν σχετική αυτονομία λόγω της απόλυτης ένδειάς τους σε πρώτες ύλες. Ήδη από τον ύστερο 9ο αιώνα οι Νορβηγοί βασιλείς ασκούσαν επικυριαρχία στα νησιά, αν και η κυριότητά τους δεν οριστικοποιήθηκε πριν από το 1180.
ΟΙ ΒΙΚΙΝΓΚΣ ΣΤΗΝ ΙΣΛΑΝΔΙΑ

Η ανακάλυψη και ο εποικισμός της Ισλανδίας από τους Βίκινγκς υπαγορεύθηκε από τις ίδιες ανάγκες οι οποίες τους είχαν ωθήσει ως τις Φερόες (νέα εύφορη γη, ιδιοκτησία και συνακόλουθη διατήρηση της κοινωνικής θέσης των ευγενών), αλλά και από την τάση των ναυτικών λαών για εξερεύνηση. Οι πρώτες θεάσεις της Ισλανδίας έγιναν λίγο μετά τα μέσα του 9ου αιώνα και αποδίδονται σε τρεις διαφορετικές αποστολές και ανθρώπους. Πρώτος φαίνεται πως έφθασε εκεί ο Σουηδός Γκάρνταρ Σδάβαρσον (Gardar Svarvasson), περί το 860. Ο Γκάρνταρ κατευθυνόταν αρχικά προς τις Εβρίδες νήσους, ανοικτά της Σκωτίας, αλλά παρασύρθηκε από τα θαλάσσια ρεύματα και κατέληξε στις ανατολικές ακτές της Ισλανδίας.

Πραγματοποιώντας μια πρώτη αναγνώριση της νέας γης, αποφάσισε να περιπλεύσει τις νότιες ακτές και συνεχίζοντας προς Βορρά διαχείμασε σε έναν όρμο στο Βόρειο τμήμα του νησιού. Συνεχίζοντας τον περίπλου του διαπίστωσε και ο ίδιος ότι επρόκειτο για νησί, το οποίο με ελάχιστη μετριοφροσύνη ονόμασε »Γη του Γκάρνταρ» (GARDARSHOLM). Επέστρεψε κατόπιν στις Εβρίδες διαδίδοντας τα νέα για την ανακάλυψη μιας νέας χώρας στον Βορρά. Δεύτερη, εξίσου τυχαία, άφιξη ήταν αυτή του Νορβηγού Νάντοντ (Naddod), την ίδια περίπου περίοδο. Κατευθυνόμενος προς τις Φερόες από τη Νορβηγία, ο Νάντοντ παρασύρθηκε από το ρεύμα και έφθασε στις ανατολικές περιοχές της Ισλανδίας.
Μαζί με τους άνδρες του αποβιβάσθηκαν στη νέα αυτή χώρα και σκαρφάλωσαν στο πλησιέστερο βουνό, σε μια προσπάθεια να εντοπίσουν ίχνη ανθρώπινης παρουσίας. Σύντομα διαπίστωσαν ότι το νησί ήταν ακατοίκητο και επέστρεψαν στο πλοίο τους. Η αποστολή αυτή ονόμασε το νησί »Χώρα του χιονιού» (Snaeland), λόγω των κλιματικών συνθηκών οι οποίες επικρατούσαν εκεί. Το τρίτο ταξίδι πραγματοποιήθηκε περί το 870 από τον Νορβηγό Φλόκι Βίλγκερνταρσον (FlokiVilgedarson) και αποτελούσε μια εσκεμμένη απόπειρα εποικισμού. Ο Φλόκι είχε μεταφέρει γι’ αυτό τον σκοπό κτήνη και εργαλεία και είχε προσφέρει τις απαραίτητες θυσίες στους θεούς ζητώντας τη βοήθειά τους για την ευόδωση της επιχείρησης.
Αρχικά έπλευσε έως τις νήσους Σέττλαντ και από εκεί στις Φερόες. Συνεχίζοντας προς τον Βορρά άρχισε να χρησιμοποιεί τρία κοράκια που είχε φέρει μαζί του για τον εντοπισμό γης. Απελευθέρωσε το πρώτο, το οποίο, όμως, επέστρεψε στις κοντινές ακόμη Φερόες. Το δεύτερο πτηνό, που απελευθερώθηκε στο μέσο της διαδρομής, επιθεώρησε τον ορίζοντα και επέστρεψε στο πλοίο. Αργότερα το τρίτο κοράκι πέταξε κατευθείαν προς την Ισλανδία, η οποία δεν ήταν πλέον μακριά. Οι Νορβηγοί περιέπλευσαν τη νότια ακτογραμμή και έφθασαν έως το δυτικό τμήμα της Ισλανδίας με τα επιμήκη φιόρδ και τους προστατευμένους κόλπους.
Η ομάδα πέρασε τον πρώτο της χειμώνα στο νησί ασχολούμενη με την αλιεία και το κυνήγι φώκιας. Οι άσχημες καιρικές συνθήκες και ο πάγος στη θάλασσα υποχρέωσαν την ομάδα του Φλόκι να παραμείνει στο νησί για άλλον έναν χειμώνα. Η εικόνα την οποία αντίκρισαν οι πρώτοι αυτοί φιλόδοξοι εποικιστές ήταν μάλλον απογοητευτική και αποτρεπτική. Παντού υπήρχαν τεράστιες εκτάσεις χιονιού και πάγων. Ο Φλόκι ονόμασε εύστοχα τη νέα χώρα »Γη των πάγων» (Island) και κατόπιν επέστρεψε στη Νορβηγία. Οι περιγραφές άλλων μελών του πληρώματος, πάντως, ήταν λιγότερο αποθαρρυντικές, ίσως μάλιστα εσκεμμένα αισιόδοξες.
Κάποιος έκανε λόγο για μια γη όπου »από τα φύλλα της βλάστησης βγαίνει βούτυρο». Σταδιακά ο αποικισμός της Ισλανδίας κατέστη ορατή προοπτική. Η αρχή έγινε το 870 από δύο αδελφούς, τον Ίνγκολφ (Ingolf) και τον Χιόρλεϊφ (Hjorleif), οι οποίοι είχαν αναγκασθεί να εγκαταλείψουν τις ιδιοκτησίες τους στη Νορβηγία. Αυτοί επάνδρωσαν μερικά πλοία και κατευθύνθηκαν προς τη νέα χώρα. Καθώς το πλοίο του Χιόρλεϊφ έπλεε στα νότια του νησιού, οι Κέλτες Ιρλανδοί δούλοι του πληρώματος στασίασαν και τον δολοφόνησαν. Κατόπιν κατέφυγαν σε μια παραπλήσια συστάδα απομονωμένων νησίδων.
Ο Ίνγκολφ κατεδίωξε τους δραπέτες δούλους και τους σκότωσε. Αυτοί ήταν οι πρώτοι φόνοι στο έδαφος της Ισλανδίας. Ο Ίνγκολφ πέρασε συνολικά τρεις χειμώνες στην Ισλανδία πραγματοποιώντας έρευνα του γεωφυσικού τοπίου και αναζητώντας ένα εύφορο και προσήνεμο σημείο, προστατευμένο από τα κύματα και τις καταιγίδες. Ο πρώτος οικισμός ιδρύθηκε το 873 στη θέση της σημερινής πρωτεύουσας Ρέυκιαβικ. Οι πρώτοι άποικοι εντόπισαν ίχνη προγενέστερης κατοίκησης στο ανατολικό μέρος του νησιού, καθώς και στις δυτικές εύφορες πεδιάδες.
Οι άνθρωποι αυτοί, τους οποίους οι Νορβηγοί αποκαλούσαν papar, ήταν Ιρλανδοί μοναχοί και ερημίτες. Έως το 930 οι πρώτοι άποικοι είχαν ανακαλύψει και οικειοποιηθεί όλες τις εύφορες περιοχές και εξαπλώθηκαν σε όλη την έκταση των παραλίων του νησιού. Υπήρχαν και εκτεταμένες περιοχές, κυρίως στο εσωτερικό της Ισλανδίας, οι οποίες παρέμειναν ακατοίκητες λόγω κλίματος και γεωφυσικής διαμόρφωσης. Μεταγενέστερες γενιές νέων αποίκων, από τα μέσα του 10ου αιώνα και εξής, έπρεπε να εγκατασταθούν σε σχετικά άγονες περιοχές αναζητώντας συχνά την προστασία τοπικών αρχηγών.
Σύντομα αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν το νησί, καθώς κατέφθαναν συνεχώς περισσότεροι Σκανδιναβοί. Οι έποικοι περιελάμβαναν πλέον όλες τις βόρειες εθνότητες, Νορβηγούς (η μεγάλη πλειοψηφία των Ισλανδών), Σουηδούς, Δανούς, ακόμη και ορισμένους Γερμανούς (»Νότιοι» στις πηγές). Χώρες προέλευσης ήταν τόσο οι Σκανδιναβικές όσο και η Σκωτία ή η Ιρλανδία. Υπήρξε, επομένως, και ένα μικρό αλλά υπαρκτό ποσοστό Κελτών εποίκων. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν Χριστιανοί και συνετέλεσαν στη διάδοση της νέας θρησκείας.
Α) Οργάνωση της Ισλανδικής Κοινωνίας

Η Ισλανδική κοινωνία των πρώτων αιώνων δεν διέθετε συγκεκριμένη κεντρική εκτελεστική εξουσία. Δεν υπήρχε βασιλιάς ούτε αριστοκρατία που να ελέγχει τη νήσο. Η κοινωνική οργάνωση βασιζόταν σε πολυάριθμους τοπικούς ηγεμόνες, τους λεγόμενους »Γκοντάρ» (godar, Θεϊκοί). Αυτοί ήταν εύποροι πολεμικοί αρχηγοί και γαιοκτήμονες, οι οποίοι ασκούσαν παράλληλα θρησκευτικά καθήκοντα, ως ιερείς της περιοχής τους. Οι γκοντάρ επέλυαν διαφορές μεμονωμένων προσώπων και παρείχαν την προστασία τους στους απλούς γεωργούς και τους κατόχους μικρότερων τεμαχίων γης. Σε κάθε περιοχή υπήρχαν μικρές τοπικές συνελεύσεις (thing), στις οποίες την προεδρία και τον συντονισμό αναλάμβαναν οι γκοντάρ.

Οι συνελεύσεις αυτές αντιμετώπιζαν τοπικά θέματα προσφέροντας μια πρώτη μορφή αλληλεγγύης. Η πρώτη θινγκ θεωρείται ότι θεσμοθετήθηκε περί το 900 στο δυτικό και πιο εύφορο τμήμα του νησιού. Η μεταγενέστερη καθιέρωση πολλών τοπικών συνελεύσεων σε όλη την Ισλανδία δημιούργησε την ανάγκη ενός κεντρικότερου νομοθετικού οργάνου. Η Αλθινγκ (Althing, γενική συνέλευση) θεσμοθετήθηκε το 930 με χώρο σύγκλησης τη βραχώδη θέση Θινγκβελίρ στη δυτική Ισλανδία. Αργότερα, το 965, η νήσος διαιρέθηκε σε τέσσερις διοικητικές περιφέρειες με ίσα δικαιώματα ψήφου στην Αλθινγκ. Δικαίωμα ψήφου διατηρούσαν μόνο οι τοπικοί αρχηγοί, όχι όλοι οι Ισλανδοί άποικοι.
Έχει υπολογισθεί, για παράδειγμα, ότι το 1100 από έναν πληθυσμό 60.000 ατόμων μόνο 4.500 είχαν δικαίωμα ψήφου στην Αλθινγκ. Οι απλοί αγρότες και χειρώνακτες είχαν μάλλον ελάχιστα δικαιώματα, ενώ οι δούλοι κανένα. Μετά την ίδρυση της Αλθινγκ οι τοπικοί αρχηγοί, μέλη της γενικής συνέλευσης, εξουσιοδότησαν τον Ούλφλιοτ (Ulfliot) να συντάξει έναν ενιαίο νομοθετικό κώδικα για όλη τη χώρα. Ο Ούλφλιοτ μετέβη στη Νορβηγία και προσάρμοσε τον νόμο της Γκούλαθινγκ, δηλαδή των συνελεύσεων της δυτικής Νορβηγίας, στις ανάγκες και τα δεδομένα. Οι 36 γκοντάρ που έλεγχαν την Αλθινγκ εξέλεγαν έναν προεδρεύοντα, τον ερμηνευτή των νόμων (logsogumadr).
Η θητεία του διαρκούσε τρία έτη και μπορούσε να ανανεωθεί μετά από σχετική πρόταση των γκοντάρ. Ο ερμηνευτής όφειλε να γνωρίζει άριστα τον νόμο και να απαγγέλει το 1/3 των διατάξεων στην Αλθινγκ, μια φορά τον χρόνο. Ο ερμηνευτής αποτελούσε προσωποποίηση των νομικών διατάξεων και της κρατικής ενότητας, δεν διέθετε, όμως, ιδιαίτερη εκτελεστική δύναμη. Αυτή την κατείχαν οι γκοντάρ, οι οποίοι στην πραγματικότητα συνιστούσαν μια συντηρητική γεωργική ολιγαρχία. Με την πάροδο του χρόνου εισήχθησαν ορισμένες δομικές αλλαγές στην αρμοδιότητα και τις λειτουργίες της Αλθινγκ, οι οποίες σκοπό είχαν να την καταστήσουν αποτελεσματικότερη.
Οι αλλαγές αυτές αντανακλούσαν την ανάδυση περισσότερων τοπικών αρχηγών, οι οποίοι όλοι διεκδικούσαν μερίδιο στην άσκηση της εξουσίας. Οι νομοθετικές και οι δικαστικές λειτουργίες της Αλθινγκ διαχωρίσθηκαν. Η νομοθετική συνέλευση (logretta) αποτελείτο αρχικά από 142 μέλη, τα οποία αυξήθηκαν σε 144 με την προσθήκη δύο επισκόπων μετά τον εκχριστιανισμό του έτους 1000. Κάθε μέλος της συνέλευσης συνοδευόταν από τρεις συμβούλους οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα ψήφου. Η νομοθετική συνέλευση συνέτασσε νέους νόμους ή μετέβαλλε τους παλαιούς. Επιπλέον, παρείχε άδειες για ειρηνικά έργα και, όπως φαίνεται, διέθετε ορισμένη αρμοδιότητα ως προς την επιβολή ποινών.

Η δικαστική εξουσία λειτουργούσε μέσω τεσσάρων δικαστηρίων, ενός για κάθε διοικητική περιφέρεια. Τα δικαστήρια εξέταζαν τις τοπικές υποθέσεις. Απαρτίζονταν από 36 δικαστές οι οποίοι διορίζονταν από τον επικεφαλής γκοντάρ της διοικητικής περιφέρειας. Οι αποφάσεις του δικαστηρίου θεωρούντο έγκυρες όταν οι αρνητικές ψήφοι δεν υπερέβαιναν τις έξι. Επειδή σε πολλές περιπτώσεις αυτή η σχετική ομοφωνία δεν επιτυγχανόταν, δημιουργήθηκε ένα πέμπτο, πρόσθετο δικαστικό σώμα περί το 1005. Το πέμπτο δικαστήριο συνέθεταν 48 δικαστές ή ένορκοι, οι οποίοι επίσης διορίζονταν από τους γκοντάρ της Αλθινγκ.

Αυτή ήταν η τελευταία ουσιαστική μεταβολή στις συνταγματικές διατάξεις πριν από το τέλος της Ισλανδικής πολιτείας κατά τα έτη 1262 – 1264. Σε γενικές γραμμές οι γκοντάρ έλεγχαν σχεδόν απόλυτα τις κυβερνητικές δομές της Ισλανδίας για περισσότερα από 300 έτη. Την περίοδο της εγκατάστασης (870 – 930) διαδέχθηκε η Εποχή των σάγκα (930 – 1030), η οποία οφείλει την ονομασία της στο ότι συμπίπτει χρονικά με τα γεγονότα που περιγράφονται στις σάγκες, Ισλανδικά επικά ποιήματα που συνετέθησαν αρκετά αργότερα, από τον 12ο έως τον 14ο αιώνα. Μετά από μια μεταβατική περίοδο σταθεροποίησης των θεσμών και των πολιτιστικών επιτευγμάτων ακολούθησε η Εποχή της μάθησης (1100 – 1200) και η Εποχή των Στούρλουνγκ (1200 – 1262).
Κατά την τελευταία αυτή περίοδο, ιδίως μετά το 1230, η Ισλανδία εισήλθε σε μια φάση έντονων πολιτικών παθών μεταξύ των ισχυρών οικογενειών. Διαμάχες,φόνοι και τοπικές συγκρούσεις αναστάτωσαν την Ισλανδική κοινωνία επί σχεδόν 30 έτη. Ταυτόχρονα, αναδύθηκε μεταξύ των αριστοκρατών μια φιλονορβηγική μερίδα, η οποία επεδίωκε την πολιτική ένωση της Ισλανδίας και της Νορβηγίας. Τελικά, οι παρατεταμένες συγκρούσεις και η εμφύλια αναταραχή οδήγησαν στην προσάρτηση της Ισλανδίας στη Νορβηγία, το 1262, από τον βασιλιά Χάκον Χακόναρσον (Hakon Hakonarsson).

Β) Η Θρησκεία στην Ισλανδία

Οι πρώτοι άποικοι ήταν στην πλειοψηφία τους παγανιστές, ενώ υπήρχαν και Χριστιανοί, ιδίως μεταξύ των Σκανδιναβών οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί σε παλαιότερες περιόδους στις κελτικές χώρες, αλλά και των Κελτών που συνέρρευσαν. Με την πάροδο του χρόνου η αναλογία των Χριστιανών αυξήθηκε, καθώς έρχονταν διαρκώς νέοι Χριστιανοί άποικοι. Ο επίσημος προσηλυτισμός της Ισλανδίας πραγματοποιήθηκε το έτος 1000 υπό ιδιαίτερα πολύπλοκες συνθήκες. Οι δύο κοινότητες, των πλειοψηφούντων παγανιστών και των Χριστιανών, άρχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα συμβίωσης, οπότε αποφασίσθηκε από τους τοπικούς ηγεμόνες να τεθεί το θέμα στην Αλθινγκ.

Λόγω της ορατής προοπτικής της εμφύλιας σύγκρουσης οι δύο πλευρές δέχθηκαν έναν υποτυπώδη συμβιβασμό. Η Αλθινγκ αποφάσισε να μεταβιβάσει την ευθύνη της απόφασης για την επίσημη θρησκεία της Ισλανδίας στον ερμηνευτή των νόμων, τον Θόργκεϊρ (Thorgeir), ο οποίος ήταν παγανιστής. Ο Θόργκεϊρ αποσύρθηκε στο οίκημά του και παρέμεινε σιωπηλός για ένα ολόκληρο 24ωρο, υπολογίζοντας τις συνέπειες κάθε ενδεχόμενης απόφασης.Τελικά, επέστρεψε στην Αλθινγκ και ανακοίνωσε, την απόφασή του, η Ισλανδία θα γινόταν Χριστιανική, ώστε να αποφευχθεί η εμφύλια σύγκρουση. Ορισμένα παγανιστικά έθιμα, όπως η κατανάλωση αλογίσιου κρέατος και η έκθεση των καχεκτικών βρεφών, θα διατηρούντο.
Μετά από ένα διάστημα αυτά τα υπολείμματα της παγανιστικής θρησκείας καταργήθηκαν. Στην πραγματικότητα η Ισλανδία φαίνεται ότι αποδέχθηκε τον Χριστιανισμό κυρίως λόγω των ισχυρών πιέσεων του Νορβηγού Βασιλιά Όλαφ I Τρύγκ Βασον (995 – 1000). Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, ο Όλαφ πίστευε ότι το έτος 1000 θα σηματοδοτούσε το αποκαλυπτικό τέλος του κόσμου, συνεπώς ο εκχριστιανισμός θα έσωζε περισσότερες ψυχές ανθρώπων. Σε κάθε περίπτωση, οι αρμονικές σχέσεις των Ισλανδών με το Νορβηγικό κράτος ήταν ζωτικής σημασίας για την οικονομία της χώρας, αφού οι Ισλανδοί εισήγαγαν από τη Νορβηγία ξυλεία και τα τόσο απαραίτητα πλοία.
Άλλωστε, υπήρχαν ισχυροί εθνικοί και πολιτιστικοί δεσμοί με τη μητροπολιτική Νορβηγική χώρα. Αφού οι Νορβηγοί είχαν καταστεί Χριστιανοί, αργά ή γρήγορα θα ακολουθούσαν και οι Ισλανδοί. Η ανακάλυψη και ο εποικισμός της Ισλανδίας από τους Βίκινγκς έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς υπήρξε η μόνη υπερπόντια χώρα όπου ο Σκανδιναβικός πολιτισμός κατόρθωσε να διατηρηθεί αυτούσιος. Σε άλλες χώρες της Ευρώπης οι Βίκινγκς έποικοι αφομοιώθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό και τις ισχυρότερες πολιτιστικές συνισταμένες. Στην Ισλανδία, όμως, επιβίωσαν όλα τα χαρακτηριστικά των
Σκανδιναβικών κοινωνιών και μάλιστα εξελίχθηκαν σε νέες, δημιουργικές μορφές.

ΟΙ ΒΙΚΙΝΓΚΣ ΣΤΗ ΓΡΟΙΛΑΝΔΙΑ

Α) Ανακάλυψη και Εποικισμός της Γροιλανδίας

Η Γροιλανδία ανακαλύφθηκε και εποικίσθηκε από τους Βίκινγκς της Ισλανδίας κατά τον 10ο αιώνα. Η Γροιλανδία δεν ήταν μακριά από την Ισλανδία και μάλιστα, όταν ο καιρός ήταν αίθριος και ο ορίζοντας ανοικτός, οι ναυτικοί οι οποίοι παρέπλεαν στα ανοικτά των δυτικών ακτών της Ισλανδίας, μπορούσαν να δουν την ανατολική, βραχώδη ακτογραμμή της Γροιλανδίας. Ο πρώτος ο οποίος αντίκρισε τη Γροιλανδία περί το 900 ήταν ο ναυτικός Γκούνμπιορν Ουλφ – Κράκουσον (Gunnb Ulf –
Krakuson), ενώ το 978 ακολούθησε ο Σνέμπιορν Γκάλτι (SnaebjornGalti). Και οι δύο άνδρες αντίκρισαν τις ανατολικές ακτές της νέας χώρας, οι οποίες ήταν καλυμμένες με πάγο.

Κατόπιν επέστρεψαν στην Ισλανδία χωρίς να επιχειρήσουν περαιτέρω εξερεύνηση. Η είδηση για την ανακάλυψη νέων περιοχών προκάλεσε το ενδιαφέρον ενός άλλου Ισλανδού, του Έρικ του Ερυθρού (Eirik Torvaldsson). Ο Έρικ, ο οποίος καταγόταν από τη Νορβηγία, είχε μεταναστεύσει σε νεαρή ηλικία στην Ισλανδία. Επειδή εκεί διέπραξε κάποιους φόνους, τέθηκε εκτός νόμου. Αυτό σήμαινε ότι οποιοσδήποτε μπορούσε να τον σκοτώσει, χωρίς να υποστεί νομικές συνέπειες. Αναγκαστικά, λοιπόν, έπρεπε να εγκαταλείψει την Ισλανδία. Το 983 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι προς τα δυτικά, συνοδευόμενος από τους συγγενείς του.
Περιπλέοντας το νότιο ακρωτήριο της Γροιλανδίας ανακάλυψε στο νοτιοδυτικό τμήμα μεγάλες εύφορες εκτάσεις οι οποίες δεν καλύπτονταν από πάγο, καθώς και βαθειά φιόρδ, προστατευμένα από τα κύματα. Ο Έρικ αποφάσισε να ονομάσει τα νέα εδάφη »Πράσινη Γη» (Grönland). Όπως δικαιολογήθηκε στους συνταξιδιώτες του, οι οποίοι δεν συμμερίζονταν τον ενθουσιασμό του, «ένα τέτοιο όνομα θα έλκυε νέους αποίκους». Πράγματι, ο Έρικ φαίνεται ότι έπεισε αρκετούς Ισλανδούς, ιδίως όσους αισθάνονταν ότι οι γεωργικές και οικονομικές δυνατότητες της Ισλανδίας είχαν αρχίσει να εξαντλούνται, λόγω των πολλών αποίκων, έναν αιώνα μετά την ανακάλυψη.
Το 986 ο Έρικ επέστρεψε στη Γροιλανδία με τους αποίκους τους οποίους είχε συγκεντρώσει. Συνολικά αναχώρησαν 25 πλοία με ανθρώπους, ζώα, τρόφιμα και εργαλεία. Από αυτά, όμως, σχεδόν τα μισά χάθηκαν στα άγρια νερά του Ατλαντικού και μόνο 14 έφθασαν τελικά στη νότια Γροιλανδία. Η νέα χώρα δεν ήταν εντελώς αφιλόξενη. Υπήρχαν εκτεταμένες εύφορες περιοχές, κατάλληλες για καλλιέργεια και ικανές να συντηρήσουν ακόμη και πολυπληθείς οικισμούς. Η ξυλεία ήταν φυσικά περιορισμένη, αλλά αυτό το μειονέκτημα θα αντισταθμιζόταν με εισαγωγές από τη Νορβηγία και τις Βρετανικές Νήσους. Στις γειτονικές θάλασσες υπήρχαν άφθονα ψάρια, φώκιες και θαλάσσιοι ελέφαντες, πηγή κρέατος, δερμάτων και ελεφαντόδοντου.
Κυρίως το τελευταίο, αλλά και ειδικά υφάσματα και κατεργασμένα δέρματα συνιστούσαν τα εξαγώγιμα προϊόντα των Γροιλανδών. Οι άποικοι ίδρυσαν τρεις σημαντικούς οικισμούς, όλους στα δυτικά παράλια. Πρώτα ιδρύθηκε ο λεγόμενος Ανατολικός Οικισμός (οι ονομασίες είναι συμβατικές) στο νότιο άκρο της χώρας. Εδώ εγκαταστάθηκαν τα αρχικά 14 πλοία υπό την ηγεσία του Έρικ. Όταν ο οικισμός άρχισε να αναπτύσσεται, μια ομάδα Βίκινγκς έπλευσε βορειότερα, περί τα 500 μίλια και εντόπισε νέες κατοικήσιμες περιοχές, όπου ίδρυσε τον Δυτικό Οικισμό, στο τέλος του 10ου αιώνα. Λίγα χρόνια αργότερα ιδρύθηκε μια τρίτη εγκατάσταση, ο Μεσαίος Οικισμός, μεταξύ των δύο προηγούμενων.

Από τις τρεις εγκαταστάσεις η πλέον ανεπτυγμένη ήταν ο νοτιότερος, Ανατολικός Οικισμός. Την εποχή της ακμής του, κατά τον 12ο και 13ο αιώνα, έφθασε να περιλαμβάνει 190 αγροκτήματα,12 ενοριακούς και έναν καθεδρικό ναό, καθώς και Χριστιανικές μονές. Χαρακτηριστική είναι η εντύπωση της κυριαρχίας των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων και θεσμών στη ζωή της Γροιλανδίας. Ο βορειότερος, Δυτικός Οικισμός είχε 90 αγροκτήματα και τέσσερις ενοριακούς ναούς, ενώ ο Μεσαίος Οικισμός, ο μικρότερος από τους τρεις, διέθετε 20 αγροκτήματα.

Β) Η Γροιλανδική Κοινωνία

Η κοινωνική οργάνωση των  Γροιλανδών δεν είναι γνωστή με σαφήνεια λόγω των λιγοστών αρχαιολογικών ευρημάτων και της απουσίας επαρκών ιστορικών πηγών. Αρχικά, κατά τον 10ο και 11ο αιώνα, οι Γροιλανδοί φαίνεται ότι διέθεταν ένα σύστημα τοπικής διακυβέρνησης παρόμοιο με αυτό της Ισλανδίας. Ενδεχομένως υπήρχε μια μεγάλη γενική συνέλευση στα πρότυπα της Ισλανδικής Αλθινγκ, με πιθανή έδρα τον μεγαλύτερο, Ανατολικό Οικισμό. Το αξίωμα του ερμηνευτή των νόμων πρέπει να είχε αναλάβει αρχικά ο ίδιος ο Έρικ ο Ερυθρός και αργότερα άτομα του συγγενικού του κύκλου.

Είναι αμφίβολο, πάντως, κατά πόσο οι Γροιλανδοί, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει την Ισλανδία είτε σε αναζήτηση νέων εδαφών και πλούτου είτε επειδή είχαν παραβιάσει την τοπική νομοθεσία, επιθυμούσαν να δημιουργήσουν δεσμευτικούς θεσμούς, οι οποίοι μάλιστα θα τους υπενθύμιζαν το παρελθόν τους στην Ισλανδία. Πιο πιθανό είναι οι τρεις οικισμοί να διατηρούσαν μια χαλαρή διασύνδεση μεταξύ τους (ο Μεσαίος Οικισμός, πάντως, θεωρείτο επέκταση του Δυτικού, άρα υπαγόταν σε αυτόν). Σε κάθε οικισμό φαίνεται ότι επικρατούσαν οι τοπικοί ηγεμόνες – γαιοκτήμονες, οι οποίοι πρέπει να ήταν υπεύθυνοι εκ μέρους της κοινότητας για τη διεξαγωγή του εμπορίου.
Μετά την περάτωση των εμπορικών επιχειρήσεων, θα κατένεμαν τα υλικά αγαθά μεταξύ των μελών της κοινότητας. Με την πάροδο του χρόνου οι εκκλησιαστικές αρχές της Γροιλανδίας απέκτησαν ιδιαίτερη πολιτική ισχύ και πλούτο. Ο εκχριστιανισμός εδώ πραγματοποιήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με την Ισλανδία, στις αρχές του 11ου αιώνα. Υπεύθυνος για τον προσηλυτισμό των Γροιλανδών θεωρείται ο Λέιφ Έρικσον (Leif Ericsson), γιος του Έρικ του Ερυθρού και μετέπειτα εξερευνητής της Αμερικής. Ο Λέιφ εισήγαγε τη νέα θρησκεία ενεργώντας εκ μέρους του Νορβηγού βασιλιά, Όλαφ Τρύγκβασον.
Η μητέρα του Λέιφ έγινε ένθερμη Χριστιανή και ανήγειρε τον πρώτο ναό στη θέση Μπράταχιλντ του Ανατολικού Οικισμού. Οι επίσκοποι της Γροιλανδίας προέρχονταν απευθείας από τη Νορβηγία. Η εκκλησιαστική εξάρτηση από τη Νορβηγία παρά από τη γειτονική Ισλανδία είναι ενδεικτική μιας αποστασιοποίησης από τη μητροπολιτική Ισλανδία, ίσως για λόγους οικονομικού ανταγωνισμού. Όσο καιρό υφίσταντο οι τρεις οικισμοί της Γροιλανδίας, δηλαδή ένα χρονικό διάστημα 400 έως 500 ετών, οι κάτοικοί τους πραγματοποίησαν τολμηρά ταξίδια προς τις καλυμμένες με πάγο θάλασσες του απώτατου Βορρά.
Εκτός από τους οικισμούς, οι Βίκινγκς διατηρούσαν υποτυπώδεις εποχικές εγκαταστάσεις σε ακόμη βορειότερα εδάφη. Οι περιοχές αυτές ονομάζονταν »Βόρεια εδάφη κυνηγιού» (Nordsetur) και γεωγραφικά αντιστοιχούσαν στα δυτικά παράλια της κεντρικής Γροιλανδίας. Εδώ οι Βίκινγκς αναζητούσαν φώκιες, θαλάσσιους ελέφαντες και ναρβάλ (ένα κητοειδές με προεξέχοντα χαυλιόδοντα, από το οποίο ίσως γεννήθηκε ο μύθος του μονοκέρω). Από αυτά τα ζώα αντλούσαν το δέρμα, το κρέας, το λίπος (για λάδι και φωτιστική ύλη) και τους χαυλιόδοντες, για να τα πωλήσουν στις αγορές της Ευρώπης.
Γ) Βίκινγκς και Εσκιμώοι στη Γροιλανδία

Κατά τις εξορμήσεις τους προς αναζήτηση εμπορεύσιμων ειδών οι Γροιλανδοί ήλθαν σε επαφή με τους Εσκιμώους ή Ινουίτ. Οι Εσκιμώοι είχαν διεισδύσει στη Γροιλανδία από τον απώτατο Βορρά, τον Καναδά, κατά τον 10ο αιώνα, την ίδια περίπου περίοδο που οι Βίκινγκς έφθαναν στο νότιο άκρο. Οι Εσκιμώοι τους οποίους συνάντησαν οι Βίκινγκς ανήκαν σε δύο διαφορετικές πολιτισμικές ομάδες. Η πρώτη λέγεται πολιτισμός Ντορσέτ (900 – 1100) και η δεύτερη πολιτισμός της Θούλης (1100 – 1500). Οι Εσκιμώοι κυνηγούσαν φάλαινες, φώκιες και θαλάσσιους ελέφαντες και ήταν απόλυτα προσαρμοσμένοι στο εχθρικό αρκτικό περιβάλλον.

Οι Βίκινγκς αποκαλούσαν τους Εσκιμώους της Γροιλανδίας Καλάλ (Kalal), λέξη που πιθανώς σημαίνει »αυτοί που φορούν δέρματα» (από το klaedast = δέρμα) και τους ταύτιζαν εθνολογικά με τους Σκρέλινγκ (Skraeling), τους Ινδιάνους της Βόρειας Αμερικής. Μια σύγχρονη ιστορική πηγή, το Βιβλίο των Ισλανδών (Islendigabok, περί το 1150) αναφέρεται στους Εσκιμώους ως εξής: «Τόσο στο ανατολικό όσο και στο δυτικό τμήμα της χώρας (οι πρώτοι άποικοι) βρήκαν υπολείμματα ανθρώπινης κατοίκησης, κομμάτια από δερμάτινες βάρκες και λίθινα τεχνουργήματα. Από αυτά τα ευρήματα φαίνεται ότι από αυτόν τον τόπο είχαν περάσει οι ίδιοι άνθρωποι που κατοικούσαν την Βίνλαντ, τους οποίους οι Γροιλανδοί ονόμαζαν Σκρέλινγκ».

Επίσης, σε ένα άλλο κείμενο του ύστερου 11ου αιώνα, την Ιστορία της Νορβηγίας (Historia Norvegiae), αναφέρονται τα εξής στοιχεία για τους Εσκιμώους της Γροιλανδίας: «Στην άλλη πλευρά της Γροιλανδίας, προς τον Βορρά, κυνηγοί έχουν βρει ορισμένους μικρόσωμους ανθρώπους, τους οποίους αποκαλούν Σκρέλινγκ. Η φυσική τους κατάσταση είναι τέτοια, ώστε όταν πληγώνονται από όπλα οι πληγές τους γίνονται άσπρες χωρίς να αιμορραγούν. Όταν όμως πληγώνονται θανάσιμα, το αίμα τους σχεδόν δεν σταματάει να τρέχει. Δεν γνωρίζουν καθόλου τον σίδηρο. Χρησιμοποιούν βέλη και ακόντια φτιαγμένα από χαυλιόδοντες θαλάσσιου ελέφαντα και κοφτερές πέτρες για μαχαίρια».

Οι σχέσεις των δύο φυλετικών ομάδων γνώρισαν τόσο την αρμονική συνύπαρξη και την περιορισμένη συνδιαλλαγή όσο και την αιματηρή αντιπαράθεση. Οι εξορμήσεις των Βίκινγκς προς Βορρά και η παράλληλη εξάπλωση των Εσκιμώων προς Νότο οδήγησαν πολλές φορές σε συγκρούσεις. Οι Εσκιμώοι ήταν εξοπλισμένοι με τόξα και βέλη, ακόντια με λίθινες αιχμές, πελέκεις λίθινους αλλά και από κοφτερό οψιανό και σφενδόνες. Οι Βίκινγκς ήταν καλύτερα εφοδιασμένοι, αλλά είχαν το μειονέκτημα ότι δεν μπορούσαν να προσαρμοσθούν εξίσου αποτελεσματικά στο αρκτικό κλίμα.

Κατά συνέπεια, δέχονταν αιφνιδιαστικές επιθέσεις, τις οποίες απέκρουαν με δυσκολία, αφού ήταν εξαναγκασμένοι σε έναν στατικό τρόπο μάχης προκειμένου να υπερασπισθούν τα αγροκτήματά τους. Οι Γροιλανδοί άποικοι δεν ήταν πλέον οι ανελέητοι επιδρομείς τους οποίους είχε γνωρίσει η δυτική Ευρώπη, αλλά αγρότες που προσπαθούσαν να επιβιώσουν σε έναν αφιλόξενο τόπο. Φυσικά, υπήρχαν και περίοδοι ειρηνικής συνύπαρξης με τους Εσκιμώους, οι οποίες, όπως ήταν αναμενόμενο, διαρκούσαν περισσότερο από τις μάχες. Τότε οι δύο ομάδες προέβαιναν σε εμπορικές συναλλαγές με διάφορα είδη. Από τους Εσκιμώους μάλλον παρελάμβαναν πρόσθετο ελεφαντόδοντο (από τα πολύ βόρεια εδάφη, τα οποία οι Βίκινγκς σπανίως επισκέπτονταν) και κρέας.
Σε αντάλλαγμα πρέπει να τους έδιναν όπλα, υφάσματα, κοσμήματα από ευτελή υλικά, ίσως ακόμη και νομίσματα. Σε όλη τη Γροιλανδία έχουν βρεθεί εκατοντάδες αντικείμενα και τεχνουργήματα τα οποία αποδίδονται στους Βίκινγκς: καθημερινά αντικείμενα,όπλα, θρησκευτικά σύμβολα, ακόμη και Ρουνικές επιγραφές. Ορισμένα από αυτά τα ευρήματα αποτελούν ενδείξεις τόσο για τα ταξίδια των Βίκινγκς στον Βορρά όσο και για τις επαφές τους με τους Εσκιμώους. Η συνάντηση αυτή πιστοποιείται καλύτερα από αντίστοιχα τεχνουργήματα των Εσκιμώων, τα οποία είτε απεικονίζουν μορφές Ευρωπαίων είτε φανερώνουν επίδραση των λευκών αποίκων στην τεχνοτροπία τους.

Δ) Οι Αιτίες της Εξαφάνισης των Γροιλανδών

Οι πολεμικές συγκρούσεις με τους Εσκιμώους έχουν αναφερθεί ως μια από τις αιτίες της εξαφάνισης των Γροιλανδών κατά τον 14ο και 15ο αιώνα. Υπάρχουν, μάλιστα, μαρτυρίες της εποχής, οι οποίες τείνουν να επιβεβαιώσουν αυτή την εικόνα. Ο Νορβηγός κληρικός Ίβαρ Μπάρνταρσον, ο οποίος είχε αποσταλεί στη Γροιλανδία το 1364 για να καταγράψει τις μονές και την εκκλησιαστική περιουσία, βρήκε τον Δυτικό Οικισμό κατεστραμμένο και ερειπωμένο. Συλλέγοντας τοπικές πληροφορίες και ενδείξεις απέδωσε την καταστροφή στους Εσκιμώους, «Οι Σκρέλινγκ κατέστρεψαν ολόκληρο τον Δυτικό Οικισμό. Υπάρχουν αρκετά άλογα, αίγες, ταύροι και πρόβατα, όλα σε άγρια κατάσταση και καθόλου άνθρωποι, Χριστιανοί ή ειδωλολάτρες».

Την ίδια εντύπωση σχημάτισε αιώνες αργότερα και ο Νορβηγός ιεραπόστολος Χανς Έγκεντε, ο οποίος στάλθηκε το 1721 για να μεταστρέψει τους Καθολικούς Γροιλανδούς σε Προτεστάντες. Ο Έγκεντε δεν συνάντησε κανέναν και υπέθεσε ότι υπεύθυνοι για την εξαφάνιση των Ευρωπαϊκών πληθυσμών ήταν οι Εσκιμώοι. Τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα προβλήθηκε μια άλλη άποψη, αυτή τη φορά με επιχειρήματα από τη φυσική ανθρωπολογία. Ο ανθρωπολόγος F.C.C. Hansen, ο οποίος πραγματοποίησε επιτόπια έρευνα και εξέταση του σκελετικού υλικού, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι τελευταίοι Γροιλανδοί παρουσίαζαν στοιχεία φυλετικού εκφυλισμού.
Υπήρχαν ενδείξεις ότι η κατάσταση της υγείας τους επιδεινωνόταν από γενιά σε γενιά και οι σωματικές τους ικανότητες μειώνονταν. Η αρνητική αυτή εξέλιξη οφειλόταν στις δυσμενείς κλιματολογικές συνθήκες, στην απομόνωση του πληθυσμού και σε ενδεχόμενες μεταδοτικές ασθένειες. Ορισμένοι μελετητές έχουν συνδέσει την επιδημία πανώλης, που έπληξε ολόκληρη την Ευρώπη από το 1347 και εξής, με μια σημαντική μείωση του Γροιλανδικού πληθυσμού. Μια παράλληλη ερμηνεία, η οποία υιοθετήθηκε από τον γνωστό Νορβηγό εξερευνητή Φρίντχοφ Νάνσεν, υποστήριζε ότι πραγματοποιήθηκε φυλετική επιμειξία μεταξύ των Καυκάσιων Ευρωπαίων Βίκινγκς και των Μογγολοειδών Εσκιμώων.
Υπέρ αυτής της άποψης αναφέρονται ορισμένα ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά που παρατηρήθηκαν σε Εσκιμώους, δηλαδή η τριχοφυΐα του προσώπου, οι γαλανοί οφθαλμοί και η ισχυρή σωματική διάπλάση – όλα στοιχεία ενός Καυκάσιου (λευκού) στοιχείου και όχι του Μογγολοειδούς. Η θεωρία αυτή προϋποθέτει την αρμονική συνύπαρξη των δύο πληθυσμών -γεγονός το οποίο μάλλον δεν αποτελούσε τον κανόνα- επί μακρές χρονικές περιόδους. Εξάλλου, οι Εσκιμώοι συνήθιζαν να καταλαμβάνουν τους χώρους των οικισμών των Βίκινγκς μετά τη φυγή ή εξόντωση των τελευταίων. Ένας άλλος παράγοντας που έχει προταθεί είναι οι απότομες κλιματικές μεταβολές στη γεωγραφική περιοχή του Βορείου Ατλαντικού.
Η Γροιλανδία εισήλθε περίπου από το 1300 σε μια μεταβατική εποχή παγετώνων που διήρκεσε πέντε αιώνες. Γενικά φαίνεται ότι το κλίμα της Γροιλανδίας κατά την αρχική εγκατάσταση, από τον 10ο αιώνα και μετά, ήταν ηπιότερο απ’ ό,τι είναι ακόμη και σήμερα. Έτσι κατάφεραν, άλλωστε, οι άποικοι να διατηρούν εκατοντάδες αγροκτήματα στους οικισμούς τους. Όταν το κλίμα άρχισε να μεταβάλλεται, η γεωργική παραγωγή μειώθηκε αισθητά, πολλοί αγροί εγκαταλείφθηκαν και οι οικισμοί σταδιακά παρήκμασαν και εξαφανίσθηκαν. Η θεωρία της κλιματικής μεταβολής παραμένει μια από τις ισχυρότερες πιθανότητες, αν και ίσως αντιφάσκει με το γεγονός ότι η γεωργικά προσανατολισμένη κοινωνία των Γροιλανδών είχε επιβιώσει ήδη επί αιώνες σε δυσχερείς συνθήκες, οπότε είχε επιτύχει να προσαρμοσθεί σε κάποιον βαθμό.

Συναφής είναι η πρόταση της καταστροφικής επίδρασης των οικόσιτων ζώων που δεν εντάσσονταν στο αρχικό περιβαλλοντικό – οικολογικό σύνολο της χώρας, των εισηγμένων δηλαδή βοοειδών, προβάτων, αιγών και χοίρων. Διάφορες μελέτες γύρης έχουν καταδείξει τη σταδιακή εξαφάνιση φυτικών ειδών στη Μεσαιωνική Γροιλανδία, η οποία ακολουθήθηκε από εκτεταμένη διάβρωση του εδάφους. Οι αγροί των αποίκων υποβαθμίσθηκαν και η παραγωγή μειώθηκε επικίνδυνα. Οι ίδιες μελέτες μνημονεύουν την επαναφορά του φυσικού τοπίου και της βλάστησης μετά την εξαφάνιση των Γροιλανδών. Άλλες, τέλος, θεωρίες κάνουν λόγο για πειρατικές επιδρομές Άγγλων, Βάσκων ή Μαυριτανών θαλασσοπόρων, οι οποίοι ενδεχομένως απήγαγαν τους τελευταίους επιζώντες.

Σε κάθε περίπτωση, η εξακρίβωση των συγκεκριμένων παραγόντων οι οποίοι επέφεραν την παρακμή και την οριστική εξαφάνιση της Μεσαιωνικής Σκανδιναβικής παρουσίας στη Γροιλανδία πρέπει να έχουν ως αφετηρία μια πολύπλευρη βάση δεδομένων και ερμηνειών. Οπωσδήποτε κάποιες ενδείξεις είναι ισχυρότερες από τις άλλες: Οι πρώτοι άποικοι είχαν, μέχρις ενός σημείου, καταφέρει να προσαρμοσθούν στις κλιματικές συνθήκες της νέας χώρας και οποιαδήποτε μεταβολή τους θα είχε μεν σημαντικές συνέπειες στη γεωργική τους οικονομία, δεν θα επέφερε, όμως, κατ’ ανάγκη και την εξαφάνιση του πληθυσμού.

Η θεωρία της φυλετικής επιμειξίας ενδεχομένως είναι βάσιμη, σε μεμονωμένες, όμως και ελάχιστες περιπτώσεις, οι οποίες δεν καλύπτουν τη συνολική εικόνα της Ευρωπαϊκής παρουσίας στον χώρο. Ο ανθρωπολογικός εκφυλισμός διαθέτει αρκετά σοβαρά στοιχεία ως υπόθεση, θα έπρεπε ωστόσο να συμπληρωθεί από το δεδομένο της βίαιης καταστροφής ή της απότομης εγκατάλειψης των οικισμών. Επανερχόμαστε, επομένως, στην αρχική θεωρία που είχε διατυπωθεί ήδη από τον Μεσαίωνα και η οποία αποδίδει την εξαφάνιση των Γροιλανδών σε επιθέσεις των Εσκιμώων. Οι Εσκιμώοι βρίσκονταν ακόμη σε ένα πρώιμο θηρευτικό – μεταναστευτικό στάδιο. Σταδιακά εξαπλώθηκαν από τον Βόρειο Καναδά στη Γροιλανδία αναζητώντας νέους τόπους κυνηγιού.
Ακολουθώντας τα κοπάδια των θαλάσσιων ζώων, που συνιστούσαν τη βάση της οικονομίας και της διατροφής τους, οι Εσκιμώοι έφθασαν τελικά έως τις περιοχές των εγκατεστημένων Βίκινγκς. Καθώς προχωρούσαν συνεχώς νοτιότερα, ανέπτυξαν σχέσεις με τους Βίκινγκς οι οποίες συχνά κατέληγαν σε συγκρούσεις. Οι ίδιες οι παραδόσεις των Εσκιμώων αναφέρουν αιματηρές μάχες μεταξύ των δύο ομάδων. Στις αναμετρήσεις αυτές οι Εσκιμώοι είχαν συγκριτικά το πλεονέκτημα. Το 1341 οι Εσκιμώοι κατέλαβαν τον Δυτικό Οικισμό, αφού προηγουμένως είχαν εξολοθρεύσει ή εκδιώξει τους κατοίκους του. Το 1380 καταστράφηκε και καταλήφθηκε ο Μεσαίος Οικισμός.
Στα μέσα του 15ου αιώνα ή λίγο αργότερα καταστράφηκε και ο Ανατολικός Οικισμός, το τελευταίο προπύργιο των Σκανδιναβών στη Γροιλανδία. Υπάρχουν σποραδικές αναφορές για μικρές κοινότητες ατόμων που επέζησαν έως και το 1540. Φαίνεται ότι η Ευρωπαϊκή παρουσία στη Γροιλανδία ήταν καταδικασμένη προ πολλού. Εκτός από όλες τις αναφερόμενες αιτίες και ερμηνείες, ίσως συνέβαλε και η γενικότερη πολιτιστική απομόνωση, όπως και η έλλειψη ερεθισμάτων, αφού η επικοινωνία με την Ευρώπη διακόπηκε κατά τον ύστερο 14ο αιώνα με αποτέλεσμα την παρακμή και εξαφάνιση των Βίκινγκς στη Γροιλανδία.

ΟΙ ΒΙΚΙΝΓΚΣ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ

Α) Τα Πρώτα Αναγνωριστικά Ταξίδια

Μετά την εξερεύνηση και τον αποικισμό των δυτικών ακτών της Γροιλανδίας ήταν απλώς θέμα συγκυρίας οι Βίκινγκς να φθάσουν και στην Αμερικανική ήπειρο. Τα ταξίδια τους προς τις Βόρειες περιοχές κυνηγιού στη Γροιλανδία, αλλά και τα ίδια τα θαλάσσια ρεύματα τους έφεραν πολύ κοντά στις ακτές του σημερινού Καναδά. Η πρώτη θέαση αυτών των ακόμη δυτικότερων περιοχών αποδίδεται, σύμφωνα με τη Σάγκα των Γροιλανδών (Groemlendinga saga), στον Νορβηγό ναυτικό Μπιόρνι Χέριολφσον (BJORNI HELJOLFSSON). TO 985 ο Μπιόρνι κατευθυνόταν προς τη Γροιλανδία, αλλά το πλοίο του παρασύρθηκε και κατέληξε στις ακτές του σημερινού Λαμπραντόρ του Καναδά.

Το πλήρωμα δεν αποβιβάσθηκε στην άγνωστη χώρα, αλλά περιέπλευσε τις ακτές προς Βορρά επί δύο ημέρες. Τελικά, ο Μπιόρνι κατηύθυνε το πλοίο του προς τα ανατολικά και έφθασε στον προορισμό του, τη Γροιλανδία. Οι αφηγήσεις του Μπιόρνι για μια άλλη γη, ακόμη πιο δυτικά, οπωσδήποτε δεν ξένισαν τους Γροιλανδούς αποίκους. Οι ίδιοι πρέπει να είχαν αντιληφθεί ότι υπήρχαν και άλλες εκτάσεις στα δυτικά -τις οποίες, σημειωτέον, δεν θεωρούσαν νέα γη ή »νέα ήπειρο» αλλά επέκταση της Γροιλανδίας- από τους σχηματισμούς των νεφών και την παρατήρηση του ορίζοντα. Η ουσιαστική εξερεύνηση της Αμερικανικής ακτογραμμής έγινε 15 χρόνια αργότερα, περί το 1000, από τον Λέιφ Έρικσον.

Ο Λέιφ ξεκίνησε το ταξίδι του από τον Ανατολικό Οικισμό μεταβαίνοντας αρχικά στην έδρα του θαλασσοπόρου Μπιόρνι, του οποίου το πλοίο αγόρασε. Στη συνέχεια ακολούθησε την πορεία του Μπιόρνι, αλλά με αντίθετη φορά, από Βορρά προς Νότο. Πλέοντος κατόπιν προς τα δυτικά,ο Λέιφ και οι άνδρες του αντίκρισαν αρχικά μια περιοχή ορεινή και βραχώδη, με εκτεταμένους σχηματισμούς πάγων και χωρίς ιδιαίτερη βλάστηση. Αυτή η περιοχή ονομάσθηκε Χέλουλαντ (Helluland, »Γη των επίπεδων λίθων») και από τους περισσότερους ερευνητές έχει ταυτισθεί με το νότιο τμήμα της μεγάλης Νήσου Μπάφιν (Baffin Island).

Πλέοντος νοτιότερα οι Γροιλανδοί θαλασσοπόροι ανακάλυψαν μια γη με πυκνά δάση και προσήνεμους όρμους, η οποία ονομάσθηκε Μάρκλαντ (Markland, »Γη των δασών»). Η Μάρκλαντ θεωρείται ότι αντιστοιχεί στη σημερινή Καναδική χερσόνησο Λαμπραντόρ. Ο Λέιφ συνέχισε το ταξίδι του προς τον Νότο και έφθασε σε μια περιοχή με αρκετά ηπιότερο κλίμα, με πυκνά δάση και με ορισμένα φυτά που θύμιζε η περίφημη, αν και αμφιλεγόμενη, Βίνλαντ (Vinland, »Γη της αμπέλου»).
Η Βίνλαντ τοποθετείται από τους περισσότερους μελετητές είτε στη Νέα Γη (New Foundland) του Καναδά, όπου έχει άλλωστε εντοπισθεί αποδεδειγμένα οικισμός των Βίκινγκς, είτε σε νοτιότερες περιοχές, πλησίον του κόλπου του Αγίου Λαυρεντίου (Gulf of St. Lawrence), σε εδάφη που αντιστοιχούν με την πολιτεία Μαίην των ΗΠΑ ή τα Αμερικανοκαναδικά σύνορα. Ο Λέιφ και οι άνδρες του διαχείμασαν στη Βίνλαντ, προφανώς ανεγείροντας έναν υποτυπώδη οικισμό, στη θέση Leifsbudir (»Καλύβες του Λέιφ»), ο οποίος δεν έχει ταυτισθεί με βεβαιότητα από την αρχαιολογική έρευνα. Το επόμενο καλοκαίρι οι τολμηροί εξερευνητές επέστρεψαν στη Γροιλανδία με ενθουσιώδεις αναφορές για τις οικονομικές δυνατότητες αλλά και το εύκρατο κλίμα των νέων περιοχών.
Εκεί υπήρχε άφθονη ξυλεία (οπότε οι Γροιλανδοί άποικοι δεν θα εξαρτώντο από τη Νορβηγία), ήπιο κλίμα, φυτά και σολωμοί στα ποτάμια. Μετά το πρώτο αυτό διερευνητικό ταξίδι ο Λέιφ Έρικσον εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Γροιλανδία, πιθανώς αναλαμβάνοντας ηγετικό ρόλο στην τοπική κοινωνία, αφού ο πατέρας του, Έρικ ο Ερυθρός, είχε πεθάνει. Ο αδελφός του Λέιφ, ο Θόρβαλντ, συνέχισε τις απόπειρες εξερεύνησης της νέας χώρας και αναγνώρισης των δυνατοτήτων της. Ακολουθώντας ίδια πορεία με αυτήν του Λέιφ, έφθασε στο Λέιφσμπουντιρ και από εκεί πραγματοποίησε αναγνωρίσεις προς τα δυτικά.
Σε μια από αυτές τις επιχειρήσεις ο Θόρβαλντ και οι άνδρες του συνάντησαν για πρώτη φορά τους Ινδιάνους της Βόρειας Αμερικής, τους Σκρέλινγκ όπου και σκοτώθηκε. Οι άνδρες του τον έθαψαν στην άγνωστη χώρα και κατόπιν επέστρεψαν στοΛέιφσμπουντιρ. Από εκεί έπλευσαν πίσω στη Γροιλανδία μεταφέροντας τα δυσάρεστα νέα του θανάτου του Θόρβαλντ, του πρώτου Ευρωπαίου ο οποίος απεβίωσε σε Αμερικανικό έδαφος. Η επόμενη αποστολή στη Βίνλαντ αναλήφθηκε από τον Ισλανδό Θόρφιν Καρλσέφνι (ThorfinnKarlsefni), έμπορο που είχε μεταβεί στη Γροιλανδία για να πωλήσει τα προϊόντα του. Η προσπάθεια αυτή είχε σαφή αποικιστικό χαρακτήρα, όχι απλώς εξερευνητικό.
Πολλοί άνδρες του πληρώματος συνοδεύονταν από τις οικογένειές τους, ενώ μετέφεραν επίσης ζώα όλων των ειδών, ώστε να επιχειρήσουν μια πρώτη εγκατάσταση. Σύμφωνα με τη Σάγκα του Έρικ (Erikssaga), η αποστολή αυτή περιελάμβανε τρία πλοία με 160 άνδρες. Ξεκίνησε από τη Μπράταχιλντ του Ανατολικού Οικισμού με Βόρεια κατεύθυνση και έφθασε στη θέση »Νήσοι των άρκτων» (Bjarneyjar), κάπου στη Βόρεια Γροιλανδία. Από εκεί έπλευσε προς τα δυτικά, προς τη Χέλουλαντ (Νήσο Μπάφιν) και συνεχίζοντας προς Νότο περιπλέοντας την Μάρκλαντ (Λαμπραντόρ) έφθασε στη Βίνλαντ. Στην ευρύτερη περιοχή της Βίνλαντ οι Βίκινγκς αναφέρεται ότι συνάντησαν πληθυσμούς Σκρέλινγκ με τους οποίους αρχικά πραγματοποίησαν περιορισμένες ανταλλαγές ειδών.
Σύντομα, όμως, ακολούθησαν αψιμαχίες μεταξύ των δύο πλευρών, αφού οι Ινδιάνοι επιτέθηκαν με αρκετές δυνάμεις. Όπως και στη Γροιλανδία, οι Σκρέλινγκ διέθεταν το πλεονέκτημα της κινητικότητας, εφοδιασμένοι κυρίως με εκηβόλα όπλα -ορισμένες πηγές αναφέρουν ακόμη και ένα είδος βαλλίστρας- και γνωρίζοντας άριστα το περιβάλλον. Οι Βίκινγκς, άλλωστε, δεν μπορούσαν να διεισδύσουν με τρόπο αποτελεσματικό στην ενδοχώρα της Μάρκλαντ και της Βίνλαντ λόγω των ιδιαίτερα πυκνών δασικών εκτάσεων, των άγνωστων ποτάμιων οδών και κυρίως εξαιτίας της παρουσίας διάφορων Ινδιάνικων φυλών αρκετά κοντά στα Ατλαντικά παράλια.
Σταδιακά οι πρώτοι Ευρωπαίοι άποικοι αποχώρησαν, αφού διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να διατηρήσουν τόσο εκτεταμένες γραμμές τροφοδοσίας, από την Ισλανδία και τη Γροιλανδία έως τις ακτές της Αμερικής. Η παρουσία τους σε οικισμούς στην Αμερική ήταν μάλλον περιορισμένη χρονικά και θα είχε λήξει έως το 1030, μια μόλις γενιά μετά την αρχική ανακάλυψη των νέων εδαφών. Οι αποικίες στην Αμερική εγκαταλείφθηκαν και οι Βίκινγκς υποχώρησαν στη Γροιλανδία, ως απώτατη δυτική προέκτασή τους.

Β) Βίκινγκς και Αμερικανικοί Πληθυσμοί

Η επαφή των Βίκινγκς με τους Αμερικανικούς πληθυσμούς, Εσκιμώους και Ινδιάνους, μπορεί να σχηματοποιηθεί σε μια τριπλή διαίρεση, λαμβάνοντας υπόψη πρωτίστως τους επιμέρους γεωγραφικούς χώρους στους οποίους η επικοινωνία αυτή πραγματοποιήθηκε και δευτερευόντως τις πληθυσμιακές ομάδες τις οποίες συνάντησαν οι Βίκινγκς.

I) Μάρκλαντ και Βίνλαντ: επαφή με Ινδιάνους
Η αρχαιολογική έρευνα στον σημερινό Καναδά έχει καταδείξει ότι οι πληθυσμοί τους οποίους συνάντησαν οι Βίκινγκς σε αυτές τις περιοχές ήταν Ινδιάνοι, πιθανότατα προγονικά φύλα των Beothuk, της Νέας Γης και των Innu, του Λαμπραντόρ. Σε ακόμη νοτιότερα γεωγραφικά πλάτη, στην περιοχή του κόλπου του Αγίου Λαυρεντίου, μάλλον συνάντησαν άλλα Ινδιάνικα φύλα, μεταξύ αυτών τους Μικμάκ (Micmac) και τους Μαλισέετ (Maliseet) ή ακόμη και τους Ιρόκουα (Iroquois), στα νοτιότερα παράλια. Σε ακόμη νοτιότερες περιοχές η παρουσία των Ινδιάνικων πληθυσμών ήταν αυξημένη και οι Βίκινγκς δεν θα επιχειρούσαν ταξίδια με αβέβαιη κατάληξη.
Οι αρχαιολογικές ενδείξεις για επαφές των δύο ομάδων σε Αμερικανικά εδάφη είναι ελάχιστες και αποτελούνται περισσότερο από τυχαία ευρήματα. Από τον Δυτικό Οικισμό της Γροιλανδίας προέρχεται μια λίθινη αιχμή βέλους, η τυπολογία και η κατασκευή της οποίας την προσδιορίζει ως Ινδιάνικο τεχνούργημα. Πιθανότατα μεταφέρθηκε εκεί από τους Βίκινγκς, αν δεν υποδηλώνει μεταγενέστερη επιθετική ενέργεια στην ίδια τη Γροιλανδία. Οι επαφές ήταν μάλλον περιορισμένες και περιελάμβαναν υποτυπώδες ανταλλακτικό εμπόριο,με τη διαπιστωμένη μεταφορά μετάλλου και Σκανδιναβικών τεχνουργημάτων σε Αμερικανικά εδάφη.
Σε αρκετές Ινδιάνικες αρχαιολογικές θέσεις έχουν ανακαλυφθεί ευρήματα τέτοιας φύσης. Ίσως το πλέον εντυπωσιακό είναι το νόμισμα από την περιοχή Μαίην των ΗΠΑ  Το νόμισμα ανακαλύφθηκε σε μια οικιστική εγκατάσταση Ινδιάνικων πληθυσμών, στη θέση Γκόνταρντ (Goddard). Πρόκειται για ασημένιο νόμισμα με παράσταση σχηματοποιημένου ίππου στην εμπρόσθια όψη και ισοσκελούς, εγγεγραμμένου σε κύκλο, Χριστιανικού σταυρού στην οπίσθια όψη. Αρχικά θεωρήθηκε ότι ήταν Αγγλικής προέλευσης, χρονολογούμενο στην εποχή του Ερρίκου Α’ (1135 – 1154).
Αργότερα, μια προσεκτικότερη εξέταση που περιελάμβανε και ραδιοχημικές αναλύσεις, προσδιόρισε το νόμισμα ως Νορβηγικό, κατασκευασμένο κατά την περίοδο 1065 – 1080 μ.Χ., την εποχή βασιλείας του Όλαφ Κύρε (Olaf Kyrre). To νόμισμα πιθανότατα έφθασε έως τη νότια αυτή περιοχή μέσω τοπικών εμπορικών – ανταλλακτικών δικτύων των Ινδιάνων. Στην άκρη του υπήρχε μια μικρή οπή, προφανώς για να φέρεται ως περίαπτο ή ως διακοσμητικό στοιχείο ενδυμάτων, χρήσεις που υποδηλώνουν κατοχή και μεταποίησή του από τους Ινδιάνους.
II) Χέλουλαντ: Επαφή με τους Παλαιο – Εσκιμώους Ντορσέτ
Τα ταξίδια των Βίκινγκς βορειότερα από τη Μάρκλαντ, από όπου προμηθεύονταν ξυλεία, πιθανώς αφορούσαν αναγνωριστικές επιχειρήσεις ή αναζήτηση δερμάτων και κρέατος από τα άφθονα θαλάσσια είδη της περιοχής.Οι επαφές με το φύλο Ντορσέτ (Dorset) των Εσκιμώων στην άγονη και βραχώδη Χέλουλαντ, πιστοποιούνται από δύο τουλάχιστον ευρήματα. Πρόκειται για μικρά μεταλλικά αντικείμενα, περίαπτα, κατασκευασμένα από τηγμένο χαλκό, προϊόντα δηλαδή μιας τεχνολογίας εντελώς άγνωστης στους πληθυσμούς της Βόρειας Αμερικής. Σε μια άλλη θέση βρέθηκε υφασμένο νήμα από γούνα αρκτικού λαγού.
Η ύφανση ήταν επίσης άγνωστη ως παραγωγική δραστηριότητα στους βόρειους Αμερικανικούς πληθυσμούς, συνεπώς το ύφασμα αφορά παρουσία των Βίκινγκς στην περιοχή. Άλλωστε, παρόμοια υφάσματα έχουν ανευρεθεί στους οικισμούς της Γροιλανδίας. Η επαφή των δύο ομάδων πιστοποιείται και από ορισμένες ιδιόμορφες απεικονίσεις στα πρωτόγονα καλλιτεχνήματα των Ντορσέτ. Οι Εσκιμώοι αυτοί κατασκεύαζαν μικρογλυπτά από ελεφαντόδοντο, κέρατα ελαφιών και ξύλο. Τα έργα αυτά συνδέονταν με τις Σαμανιστικές θρησκευτικές πεποιθήσεις των Εσκιμώων.
Πολύ συχνές είναι οι απεικονίσεις ανθρώπινων μορφών, μεταξύ των οποίων και πρόσωπα με Καυκάσια ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά, όπως δολιχοκεφαλία, μακρά και επιμήκη πρόσωπα, ευθεία ρίνα και ενίοτε ενδείξεις γενειάδας. Αυτά τα στοιχεία αφορούν ρεαλιστικές απεικονίσεις, όχι σχηματοποιημένη απόδοση, οπότε παριστάνουν Ευρωπαίους Βίκινγκς. Πρόσθετες ενδείξεις προέρχονται από ένα φιλολογικό κείμενο, τη Σάγκα των κατοίκων του Φλόι, στο οποίο αναφέρονται επαφές των δύο πληθυσμών στις απώτατες περιοχές του αρκτικού Βορρά της Αμερικής.
Η συνάντηση των Βίκινγκς και των Ντορσέτ ήταν μάλλον ειρηνική, καθώς οι τελευταίοι δεν διέθεταν αναπτυγμενο πολεμικό εξοπλισμό και είχαν υποτυπώδεις κοινωνικές δομές.

ΙΙΙ) Χέλουλαντ και Γροιλανδία: Επαφή με τους Εσκιμώους Ινουίτ

Οι πλέον συχνές επαφές ήταν αυτές με τους Ινουίτ, οι οποίες τελικά αποδείχθηκαν μοιραίες για τους Ευρωπαϊκούς πληθυσμούς της Γροιλανδίας. Οι Ινουίτ ήταν φύλο Εσκιμώων με αρχική έδρα την Αλάσκα. Την ίδια περίπου εποχή κατά την οποία οι Βίκινγκς εξαπλώθηκαν στη νότια Γροιλανδία, τον ύστερο 10ο αιώνα, οι Ινουίτ μετακινήθηκαν προς τα ανατολικά καταλαμβάνοντας τις Αρκτικές περιοχές του Καναδά και διαπεραιώθηκαν στη Γροιλανδία. Κατά τη μετανάστευσή τους απώθησαν προς τον Νότο τους Ντορσέτ, οι οποίοι σταδιακά αφομοιώθηκαν και εξαφανίσθηκαν πολιτιστικά. Οι σχέσεις των Ινουίτ με τους Βίκινγκς ήταν περίπλοκες, τις περισσότερες φορές βίαιες.

Σε θέσεις των Ινουίτ στον Καναδά και τη Γροιλανδία έχουν βρεθεί αρκετά Σκανδιναβικά τεχνουργήματα, αποτέλεσμα εμπορικών συναλλαγών ή ακόμη και ληστρικών επιδρομών των Ινουίτ σε οικισμούς ή πλοία των Βίκινγκς. Διάφορα αντικείμενα από κατεργασμένο μέταλλο έχουν μεταποιηθεί από τους Ινουίτ σε χρηστικά εργαλεία: εγχειρίδια, χάλκινα αγγεία, ακόμη και τμήμα μιας εμπορικής πλάστιγγας. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ένα εύρημα από μια θέση των Ινουίτ στη Νήσο Μπάφιν. Πρόκειται για μια μικρή ξύλινη κούκλα, χωρίς χαρακτηριστικά προσώπου, που αποδίδει ολόσωμο Ευρωπαϊκό ένδυμα, μια ρόμπα με άνοιγμα στο μπροστινό μέρος. Στο στήθος, μάλιστα, το ειδώλιο φέρει εγχάρακτο Χριστιανικό σταυρό.
Έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι πρόκειται για απεικόνιση Χριστιανού ιερέα, αν και οι Μεσαιωνικοί ιερείς δεν είχαν μεγάλους σταυρούς ως εμβλήματα στα ενδύματά τους. Τέτοια σύμβολα έφεραν κυρίως τα μέλη των σταυροφορικών ιπποτικών ταγμάτων. Ως εκ τούτου, η κούκλα θεωρείται ότι απεικονίζει Τεύτονα ιππότη, ο οποίος πιθανόν μετανάστευσε στη Γροιλανδία, ίσως ως μέλος μιας αποστολής για την υπεράσπιση των Χριστιανικών πληθυσμών της Γροιλανδίας.

Γ) Ο Οικισμός του L’Anse aux Meadows

Η παρουσία των Βίκινγκς στην Αμερικανική ήπειρο αποδεικνύεται, εκτός από τα σποραδικά ευρήματα και τις φιλολογικές αναφορές, τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ανεπαρκείς ενδείξεις, κυρίως από την αρχαιολογική ανασκαφή ενός διαπιστωμένου Ευρωπαϊκού οικισμού. Η εγκατάσταση αυτή των Βίκινγκς βρίσκεται στην τοποθεσία L’Anse aux Meadows της Νέας Γης, ενός μεγάλου νησιού του νότιου Καναδά. Ο οικισμός ανακαλύφθηκε το 1961 χάρη στις προσπάθειες του Νορβηγού αρχαιολόγου Helge Ingstad (1899 – 2001).

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές που ακολούθησαν έως το 1968 από τον Ingstad και τη γυναίκα του, Anne, απέδειξαν τελικά με αδιάσειστα επιστημονικά στοιχεία ότι οι Βίκινγκς θαλασσοπόροι είχαν όντως φθάσει στις ακτές της Αμερικής πέντε σχεδόν αιώνες πριν από τον Κολόμβο και τους Ισπανούς. Τα κατάλοιπα του οικισμού βρίσκονται σε ένα στενό υψίπεδο, περίπου 100 μέτρα από την ακτή. Έχουν εντοπισθεί οκτώ κτίσματα εκ των οποίων τα επτά είναι ομαδοποιημένα σε τρία κτιριακά σύνολα, που απέχουν περίπου 30 μέτρα μεταξύ τους. Κάθε σύνολο αποτελείται από ένα επίμηκες ορθογωνικό κτίσμα με διάφορα επιμέρους δωμάτια και ένα μικρότερο κτίσμα στα πλάγια.
Το νοτιότερο σύνολο έχει τρία κτίσματα. Εκτός από τα επτά ομαδοποιημένα αυτά κτίσματα υπάρχει και ένα όγδοο, μικρών διαστάσεων, σε αρκετή απόσταση από τα υπόλοιπα και πλησιέστερα προς την ακτή. Πιθανότατα ήταν σημείο κατεργασίας μετάλλου, ένας κλίβανος. Ο οικισμός χρονολογείται μεταξύ του ύστερου 10ου και του πρώιμου 11ου αιώνα (περί το 980 – 1020). Το συμπέρασμα αυτό βασίζεται στη ραδιοχρονολόγηση υλικών καταλοίπων, την εξέταση των επιμέρους ευρημάτων αλλά και την τυπολογία της αρχιτεκτονικής. Οι επιμήκεις στοές των κτισμάτων ανακαλούν χαρακτηριστικές φόρμες της τοπικής ισλανδικής αρχιτεκτονικής.
Παράλληλα, ορισμένες ιδιαίτερες δομικές λεπτομέρειες, όπως ο αριθμός των δωματίων και η θέση τους, η συγκεκριμένη χωροταξική οργάνωση, ο τύπος των εσωτερικών τοιχωμάτων, των θυρών και των εστιών, καθώς και η τοποθέτηση πασσάλων οι οποίοι στήριζαν την οροφή, αποτελούν στοιχεία που παραπέμπουν σε χρονολόγηση των κτισμάτων και της κύριας φάσης του οικισμού στον πρώιμο 11ο αιώνα. Ο τρόπος κατασκευής των αρχιτεκτονημάτων υποδεικνύει ότι αφορούσαν περισσότερο σχετικά μόνιμη εγκατάσταση παρά εποχική χρήση, αφού οι οροφές ήταν προσεγμένες και τα τοιχώματα στερεά και ενισχυμένα, κατασκευασμένα από τύρφη.
Για την οικοδόμηση απαιτήθηκε σημαντική ποσότητα ξυλείας και εν γένει απαιτήθηκε ικανός χρόνος
εργασίας που επιβεβαιώνει τη μονιμότητα του οικισμού. Φαίνεται ότι το L’Anse aux Meadows αποτελούσε περισσότερο έναν εξερευνητικό σταθμό για διαπεραίωση στις νοτιότερες ακτές της Αμερικής. Η έκταση του οικισμού καταδεικνύει την παρουσία 70 έως 90 ατόμων. Οι κάτοικοι του οικισμού διακρίνονταν μεταξύ τους, αφού υπήρχαν ορισμένα άτομα, οι τοπικοί αρχηγοί και οι επικεφαλής της αποστολής, τα οποία φαίνεται ότι κατοικούσαν στα πιο ευμεγέθη δωμάτια των κτισμάτων.
Εκτός από τους συνήθεις Βίκινγκς πρέπει να υπήρχαν και δούλοι, που αναλάμβαναν τις βαρύτερες εργασίες και μάλλον κατοικούσαν στα μικρά κτίσματα. Η καθημερινότητα των κατοίκων περιελάμβανε διάφορες δραστηριότητες, όπως ξυλουργική, μεταλλουργία, επισκευή των πλοίων και περιορισμένη εξερεύνηση. Οι γυναίκες εκτελούσαν τις εργασίες του μαγειρέματος, της καθαριότητας και της ύφανσης, όπως δείχνει ένα σφονδύλι που βρέθηκε στον χώρο. Ο οικισμός διατηρήθηκε για μια μικρή περίοδο περίπου 30 ετών και όχι περισσότερων. Σε αυτό το συμπέρασμα συνηγορούν η απουσία νεκροταφείου και τα ελάχιστα κατάλοιπα των καθημερινών δραστηριοτήτων.
Οι αιτίες της εγκατάλειψης του οικισμού σχετίζονται μάλλον με την αδυναμία εύρεσης περιοχών που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν οικιστικά και οικονομικά. Βασικός παράγοντας ήταν οι μεγάλες αποστάσεις μεταξύ των Αμερικανικών εδαφών και της Γροιλανδίας ή της Ισλανδίας. Οι πολύτιμες πρώτες ύλες, ξυλεία, σταφύλια,καρύδια, βρίσκονταν σε γεωγραφική θέση ασύμφορη για τη διατήρηση ενός θαλάσσιου εμπορικού δικτύου. Αλλωστε, δεν υπήρχε άμεση έλλειψη γης και λειβαδιών στη Γροιλανδία εκείνη την περίοδο, ενώ ξυλεία εισαγόταν και από την Ευρώπη μέσω Ισλανδίας.
Τέλος, υπήρχαν εκτεταμένοι πληθυσμοί Ινδιάνων σε κοντινή απόσταση, οι οποίοι δεν διάκειντο φιλικά προς τους αποίκους. Η διατήρηση του οικισμού κρίθηκε ασύμφορη και αποφασίσθηκε η αποχώρηση, ενώ δεν υπάρχουν ενδείξεις για πολεμική σύγκρουση με τους Ινδιάνους. Η εγκατάλειψη του οικισμού φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκε με τάξη από όλους τους κατοίκους. Κατά την αποχώρησή τους οι Βίκινγκς έβαλαν φωτιά σε δύο μεγάλα κτίσματα – στοές, σηματοδοτώντας την οριστική εγκατάλειψη του πρώτου Ευρωπαϊκού οικισμού σε Αμερικανικό έδαφος.
ΟΙ ΒΙΚΙΝΓΚΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ

ΟΙ ΧΩΡΕΣ ΤΗΣ ΒΑΛΤΙΚΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Οι κάτοικοι της Σκανδιναβίας επεξέτειναν τις εμπορικές και πολεμικές τους δραστηριότητες προς τα ανατολικά σε μια αρκετά πρώιμη περίοδο. Οι πρώτες τους διερευνητικές επαφές χρονολογούνται στον 6ο – 7ο αιώνα και επικεντρώνονται στα παράλια της Βαλτικής. Από τους λαούς της Σκανδιναβίας οι Σουηδοί ήταν εκείνοι που ταξίδευσαν στις χώρες της Ανατολής, διότι ο φυσικός προσανατολισμός της χώρας τους ήταν προς τα ανατολικά, αφού στα δυτικά υπήρχαν οι Νορβηγοί και η εκτεταμένη ορεινή ζώνη, παράγοντες που απέτρεπαν την έξοδο προς τη Βόρεια θάλασσα. Ο γεωγραφικός αποκλεισμός των Σουηδών ολοκληρωνόταν από τους Δανούς στον Νότο και τα φύλα των Φίννων στα βορειοανατολικά.

Ως εκ τούτου, μόνη διέξοδος καθίστατο η Βαλτική Θάλασσα και τα παράλιά της, καθώς και τα διασκορπισμένα νησιά, από τον κόλπο του Ντάντσιχ έως τον κόλπο της Φινλανδίας. Ένα από αυτά τα νησιά, με ιδιαίτερη γεωγραφική και οικονομική σημασία, ήταν η Γκότλαντ (Gotland), μια μεγάλη έκταση γης απέναντι από τις πεδιάδες της νότιας Σουηδίας. Καθ’ όλη την Εποχή των Βίκινγκς φαίνεται ότι η Γκότλαντ παρέμεινε ένα ανεξάρτητο κρατίδιο και μόνο κατά τον 12ο αιώνα ενσωματώθηκε στο σουηδικό βασίλειο. Τα πρώτα ταξίδια πραγματοποιήθηκαν πριν από την Εποχή των Βίκινγκς.
Ο λόγιος Σνόρι Στούρλουσον αναφέρει στο έργο του Σάγκα των Υνγκλίνγκα (Ynglinga saga) ότι ηγεμόνες της Σουηδίας επέδραμαν στην περιοχή της σημερινής Εσθονίας, νότια του κόλπου της Φινλανδίας. Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρεται στον Ίβαρ Βιντ – Φάντμι (Ivar Vid – Fadmi περί το 650 –
700), έναν τυχοδιώκτη πολεμιστή ο οποίος κατάφερε να θέσει υπό τον έλεγχό του τα λεγόμενα »ανατολικά εδάφη» (Ausstriki). Ο όρος αναφέρεται στις παράλιες περιοχές της ανατολικής Βαλτικής και την ενδοχώρα γύρω από τη μεγάλη λίμνη Λαντόγκα. Άλλες παραδόσεις αναφέρουν ότι ο ΊΒαρ τελικά πνίγηκε κάπου στη Ρωσία, προσπαθώντας να προχωρήσει στην ενδοχώρα.
Οι αρχικές αυτές επιδρομές δεν αποσκοπούσαν σε εγκατάσταση και σε ίδρυση μόνιμων οικισμών. Οι Σουηδοί ενδιαφέρονταν περισσότερο να αποκομίσουν άμεσα υλικά οφέλη με συντονισμένες λεηλασίες και καταβολή φόρων σε είδος από τα Βαλτικά φύλα. Οι κάτοικοί της συνεργάσθηκαν αρμονικά με τους Σουηδούς στις επιχειρήσεις προς τα ανατολικά. Από ένα άλλο κείμενο της εποχής, τη Ζωή του αρχιεπισκόπου Άνσκαρ (Vita Anskari περί το 870), πληροφορούμαστε ότι ένα Βαλτικό φύλο, οι Κόροι (Chori), πρόγονοι των σημερινών Λεττονών, ήταν παλαιότερα φόρου υποτελείς στους Σουηδούς, τους οποίους όμως είχαν καταφέρει να εκδιώξουν.
Στα μέσα του 9ου αιώνα οι Κόροι απέκρουσαν μια εισβολή Δανών πολεμιστών, η επιτυχία τους, όμως, ήταν βραχυπρόθεσμη. Ο Σουηδός ηγεμόνας της Μπίρκα, Όλαφ, εισέβαλε εκ νέου καταστρέφοντας την οχυρωμένη θέση Ζέεμπουργκ (Seeburg) και αποδιοργανώνοντας την άμυνα του τοπικού πληθυσμού. Λίγο αργότερα παραδόθηκε η δεύτερη μεγάλη πόλη της περιοχής, το Απουόλε (Apullia, Apuole) και οι Κόροι συνέχισαν να καταβάλλουν φόρο υποτέλειας στους Σουηδούς. Τον 9ο αιώνα οι Σουηδοί είχαν αρχίσει να δημιουργούν οχυρωμένους οικισμούς στις Βαλτικές χώρες ή να εγκαθίστανται στους προϋπάρχοντες αναλαμβάνοντας τη διοίκησή τους. Δύο τέτοιοι σημαντικοί οικισμοί ήταν το Γκρόμπιν και το Απουόλε.
Το Γκρόμπιν (Grobin) στη Λεττονία θυμίζει με τη διάταξη και την οργάνωση των χώρων του τα σπουδαία Σκανδιναβικά κέντρα Μπίρκα, στη Σουηδία και Χέντεμπυ, στη Δανία. Είχε ανεγερθεί στη θέση περίπου του κατεστραμμένου Λεττονικού Ζέεμπουργκ, σε μια ιδιαίτερα οχυρή τοποθεσία, καθώς στις τρεις πλευρές του περιβαλλόταν από έναν ποταμό και στην ελεύθερη από προμαχώνα. Στην ομάδα των εδώ εγκατεστημένων Σκανδιναβών περιλαμβάνονταν και έμποροι από την Γκότλαντ. Ο οικισμός Απουόλε, στη σημερινή Λιθουανία, παρουσιάζει σε γενικές γραμμές την ίδια εικόνα και περιέχει χαρακτηριστικά ευρήματα που μαρτυρούν τη Σκανδιναβική προέλευση των ηγεμόνων του.

Ακόμη νοτιότερα υπήρχε ο οικισμός Βισκιάουτεν (Wiskiauten), προστατευμένος από μια γεωφυσική προεξοχή που σχημάτιζε μια λιμνοθάλασσα. Ήταν ένα εμπορικό κέντρο, οι εργασίες του οποίου προστατεύονταν από μια εγκατεστημένη Σκανδιναβική φρουρά. Το Βισκιάουτεν άκμασε τον 9ο και τον 10ο αιώνα, υποκαθιστώντας το βορειότερο Γκρόμπιν ως διαμετακομιστικό κέντρο προς τη Σουηδία. Έχοντας πρόσβαση στον ποταμό Μέμελ, επικοινωνούσε με τις εμπορικές οδούς οι οποίες κατέληγαν στον Δνείπερο και τη Μαύρη Θάλασσα. Ένα τέταρτο κέντρο των Βίκινγκς στα Βαλτικά παράλια ήταν το Έλμπινγκ (Elbing, Truso σε Λατινικές πηγές), στις εκβολές του ποταμού Βιστούλα.

Εδώ αντίπαλοι των Βίκινγκς, εκτός από τα Βαλτικά φύλα, ήταν οι Βένδες, μια ομάδα δυτικοσλαβικών φύλων. Οι Βένδες κατά την Εποχή των Βίκινγκς καταλάμβαναν την παραλιακή περιοχή που εκτείνεται από τις εκβολές του Βιστούλα έως τη νότια Δανία, καθώς και την ενδοχώρα της. Είχαν προσεγγίσει σχεδόν το ίδιο επίπεδο πολιτιστικής ανάπτυξης με τους Σκανδιναβούς και συμμετείχαν σε εμπορικές δραστηριότητες που τους έφερναν σε επαφή τόσο με τη Σκανδιναβία όσο και με τις Ρωσικές ηγεμονίες. Οι σχέσεις τους με τους Βίκινγκς ήταν συνήθως ειρηνικές, λόγω των ελάχιστων αγαθών που διέθεταν οι Σλάβοι και δεν υπήρξε κανένα σημαντικό κύμα επιδρομών, όπως συνέβαινε στη δυτική Ευρώπη.

Το 808 οι Δανοί κατέλαβαν το εμπορικό κέντρο Ρέρικ, το οποίο ελεγχόταν από τους Σλάβους Αβοδρίτες. Το Ρέρικ ήταν φόρου υποτελές στον Δανό βασιλιά Γκόντφρεντ, φαίνεται, όμως, ότι μετά τη στρατιωτική επιχείρηση των Δανών παρήκμασε γρήγορα. Σε αυτό συνετέλεσε και η μεταφορά της εμπορικής δραστηριότητας στο κοντινό Χέντεμπυ της Δανίας. Δεύτερο κέντρο των Βίκινγκς σε εδάφη, όπου κατοικούσαν Σλαβικοί πληθυσμοί, ήταν το Βόλιν (Wolin), γνωστό στους Σκανδιναβούς ως Γιούμνε (Jumme) ή Γιόμσμποργκ (Jomsborg), πιθανή έδρα των επίλεκτων στρατιωτικών μονάδων Jomsvikings. To Βόλιν είχε καταστεί κέντρο χειροτεχνίας και εμπορίου από τον 8ο αιώνα.

Η πόλη καταλήφθηκε πιθανότατα τον 9ο αιώνα, οπότε άρχισε να αναπτύσσεται, καθιστάμενο σπουδαίο οικονομικό κέντρο της Βαλτικής Θάλασσας. Την περίοδο αυτή απέκτησε υποτυπώδεις οχυρώσεις και ο πληθυσμός του αυξήθηκε. Τα αρχαιολογικά ευρήματα περιλαμβάνουν πολυάριθμα αντικείμενα Σκανδιναβικής προέλευσης, μεταξύ των οποίων Ρουνικές επιγραφές, αγγεία από σαπωνόλιθο, καθώς και φυλακτά με σύμβολα της βόρειας θρησκείας. Καθώς η κεραμεική του Βόλιν ανήκει αποκλειστικά σε Σλαβικούς τύπους αγγείων, έχει υποτεθεί ότι η Σκανδιναβική παρουσία στην πόλη αφορούσε έναν περιορισμένο αριθμό ατόμων, πιθανώς μια στρατιωτική φρουρά.

Οι Βένδες επηρεάσθηκαν σε σημαντικό βαθμό από τους Βίκινγκς, ιδίως στον τομέα της ναυπηγικής και της ναυσιπλοΐας. Έμαθαν να κατασκευάζουν αποτελεσματικά και γρήγορα πλοία και σταδιακά άρχισαν να εγκαταλείπουν τη σχετική απομόνωσή τους. Τον 11 ο αιώνα προέβησαν σε εκτεταμένες πειρατικές επιδρομές, κυρίως στο νησιωτικό σύμπλεγμα της Δανίας αλλά και στη νότια Νορβηγία ή τη νήσο Γκότλαντ. Από τους Βένδες οι Σκανδιναβοί έμαθαν και ανέπτυξαν περαιτέρω τις τεχνικές της γεφυροποιϊας, ενώ επίσης επηρεάσθηκαν ως προς την τεχνοτροπία διακόσμησης των κοσμημάτων και των αγγείων τους.

ΦΙΝΝΟΙ ΚΑΙ ΛΑΠΩΝΕΣ

Κατά την Εποχή των Βίκινγκς οι Φίννοι, ένα μη – Ινδοευρωπαϊκό φύλο, καταλάμβανε τις περιοχές της ανατολικής Σκανδιναβίας, δηλαδή τη σημερινή νότια Φινλανδία, την περιοχή της Καρέλιας δίπλα στην παγωμένη Λευκή Θάλασσα και την εκτεταμένη περιοχή από το Νόβγκοροντ στα δυτικά έως την οροσειρά των Ουραλίων στα ανατολικά. Οι Φίννοι μιλούσαν μια ιδιότυπη γλώσσα, παρόμοια με την Εσθονική και την Ουγγρική, με απώτατες Ουραλο – Αλταϊκές ρίζες. Η πολιτιστική και κοινωνική ανάπτυξή τους ήταν σαφώς κατώτερη αυτής των Βίκινγκς. Οι μέθοδοι αγροτικής καλλιέργειας ήταν αρκετά απλές, αν όχι πρωτόγονες και οι περισσότεροι κάτοικοι βρίσκονταν στο θηρευτικό και τροφοσυλλεκτικό στάδιο.

Η περιοχή της Φινλανδίας ήταν πλούσια σε άγρια ζώα και συνεπώς σε γούνες και κρέας. Τα προϊόντα αυτά εξάγονταν στα κέντρα της Σουηδίας και της Δανίας, ως αντάλλαγμα για άργυρο και οπλισμό. Ενίοτε οι Βίκινγκς πραγματοποιούσαν επιδρομές στις περιοχές των Φίννων για να συλλέξουν φοροεισφορές. Οι επιχειρήσεις αυτές πραγματοποιούντο τόσο από τη Σουηδία όσο και από τη Ρωσία, καθώς με την επέκτασή τους οι Σκανδιναβοί είχαν περιβάλει και σταδιακά απωθήσει προς Βορρά τους Φίννους. Οι Φίννοι φημίζονταν επίσης για τις περίεργες, μαγικές ιδιότητες και πρακτικές τους. Η αντίληψη αυτή διαμορφώθηκε κυρίως λόγω των ιδιόμορφων θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, οι οποίες κατά βάση ήταν Σαμανιστικές.

Ενδέχεται, μάλιστα,οι Σαμανιστικές αυτές συνήθειες των Φίννων -και των Λαπώνων- να είχαν επηρεάσει ορισμένες πλευρές της Σκανδιναβικής θρησκείας και μυθολογίας. Οι Λάπωνες ή Σάαμι (Saami), όπως αυτοαποκαλούνται, κατοικούσαν στις βόρειες υποαρκτικές περιοχές της Σκανδιναβίας και της Ρωσίας των Ουραλίων. Πρόκειται για φύλο Σιβηρικής – Μογγολικής καταγωγής. Ήταν λαός νομαδικός που ζούσε από την κτηνοτροφία, το κυνήγι, την αλιεία και την τροφοσυλλογή. Οι συχνές μετακινήσεις τους τούς έφεραν μερικές φορές αρκετά νότια, έως την κεντρική Νορβηγία και Σουηδία ή ακόμη και τη λίμνη Λαντόγκα στα ανατολικά.
Θεωρούντο, όπως και οι Φίννοι, λαός με ιδιότυπες μαγικές ιδιότητες και λάτρευαν ζωικές μορφές, κυρίως την αρκούδα. Σύμφωνα με έναν έμπορο του 9ου αιώνα, τον Όχτερε (Ohtere), ο οποίος περιέγραψε στον Άγγλο βασιλιά Αλφρέδο τα ταξίδια του στον απώτατο Βορρά, οι Λάπωνες ήταν φόρου υποτελείς στους Βίκινγκς. Τους κατέβαλλαν γούνες και δέρματα από αρκούδες, κουνάβια και ενυδρίδες, επίσης ελάφια, θαλάσσιο ελεφαντόδοντο και οστά φαλαινών, δέρματα από φώκιες για ενδυμασία και κατασκευή σχοινιών. Εκτός από την καταβολή εισφοράς διεξάγονταν και κανονικές εμπορικές συναλλαγές. Στις περιοχές των Λαπώνων έχουν ανακαλυφθεί κοσμήματα από ορείχαλκο και άργυρο, σιδερένια εργαλεία, όπλα και καθημερινά αντικείμενα.
ΟΙ ΒΙΚΙΝΓΚΣ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ: ΒΑΡΑΓΓΟΙ ΚΑΙ ΡΩΣ

Η παρουσία και οι δραστηριότητες των Σκανδιναβών στη Ρωσία κατά τη Μεσαιωνική εποχή αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ιστορικά προβλήματα του κόσμου των Βίκινγκς. Πρόκειται για ένα θέμα το οποίο, παρά τη φαινομενική απλότητα και συμβατικότητά του, έχει προκαλέσει ατέρμονες συζητήσεις και αντικρουόμενες τοποθετήσεις συχνά υπαγορεύονται από εθνικιστικές ή άλλες πολιτικές και ιδεολογικές αναγνώσεις του ιστορικού παρελθόντος. Γενικά,κατά την ερμηνεία των αρχαιολογικών καταλοίπων και των ιστορικών πηγών που αφορούν την παρουσία των Σκανδιναβών και ουσιαστικά τη γένεση του Ρωσικού έθνους και των τοπικών κρατικών οντοτήτων του, διακρίνονται δύο ευρείες σχολές: η »Νορμανική και η Αντινορμανική».

Σύμφωνα με τους εκπρόσωπους της »Νορμανικής» σχολής, η συμβολή των Σκανδιναβών εμπόρων και πολεμιστών στη διαμόρφωση του Ρωσικού κράτους και στην εθνογένεση των Ρως ήταν ιδιαίτερα σημαντική έως καταλυτική. Ως λαός με περισσότερο προηγμένο πολιτισμό από τους ανατολικούς Σλάβους, οι Βίκινγκς εισήγαγαν πολλά πολιτιστικά επιτεύγματα στη Ρωσία, δημιουργώντας αποτελεσματικούς θεσμούς και θέτοντας τα θεμέλια για την περαιτέρω ανάπτυξη του Ρωσικού λαού. Οι μελετητές της »Νορμανικής» σχολής είναι κυρίως Δυτικοευρωπαίοι και Σκανδιναβοί, αν και πρόσφατα παρουσιάσθηκε και μια μερίδα Ρώσων επιστημόνων οι οποίοι υιοθετούν αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο.

Οι εκπρόσωποι της »Αντινορμανικής» σχολής είναι στην πλειοψηφία τους επιστήμονες Σλαβικής καταγωγής. Σύμφωνα με αυτούς, η επιρροή την οποία άσκησαν οι Σκανδιναβοί επήλυδες ήταν περιορισμένη έως μηδαμινή, διότι οι τοπικοί Σλαβικοί πληθυσμοί διέθεταν ήδη από τον 8ο αιώνα μορφές εξελιγμένης κοινωνικής οργάνωσης, ενώ δεν λείπουν οι ενδείξεις για ενίσχυση περιφερειακών κεντρικών δομών. Η παρουσία των Σκανδιναβών στα οχυρωμένα εμπορικά και οικιστικά κέντρα ήταν μάλλον περιορισμένη και οι αριθμοί τους πολύ μικροί για να επηρεάσουν σε σημαντικό βαθμό την εξέλιξη του τοπικού πολιτιστικού πλαισίου.

Τελευταία και μάλλον υπό την επιρροή της πολιτικής ορθότητας, πολλοί Σκανδιναβοί επιστήμονες έχουν υιοθετήσει τις απόψεις της »Αντινορμανικής» μερίδας. Σε κάθε περίπτωση και προτού σπεύσει κανείς να κατατάξει εαυτόν στη μια ή την άλλη ερμηνευτική παράταξη, πρέπει να εξετάσει αμερόληπτα και ψυχρά τα απτά αρχαιολογικά κατάλοιπα και τα ιστορικά δεδομένα τα οποία μόνα τους αρκούν για να καταρρίψουν τις ακραίες τοποθετήσεις και των δύο πλευρών και να προσφέρουν ένα ικανοποιητικό ερμηνευτικό πλαίσιο, το οποίο θα παρέχει μια σαφή εικόνα της ιστορικής και πολιτιστικής εξέλιξης στη Ρωσία κατά την αμφιλεγόμενη αυτή περίοδο.

Ουσιώδης για την εξακρίβωση της ιστορικής αλήθειας είναι η έρευνα των πρωτογενών αρχειακών πηγών της εποχής. Αυτές παρουσιάζουν ενίοτε μια συμφυρμένη και σκόπιμα δομημένη εικόνα, παραμένουν, ωστόσο, στοιχεία αδιαμφισβήτητης ιστορικής αξίας τόσο για τα ίδια τα γεγονότα όσο και για τον τρόπο με τον οποίο αυτά αντιμετωπίζονταν από μια μεγάλημερίδα του πληθυσμού. Πολύτιμες πληροφορίες περιέχονται στο Ρωσικό Πρωταρχικό Χρονικό (Povest’ Vremmenykh Let), ένα κείμενο του 11ου αιώνα. Στο έργο αυτό οι Σκανδιναβοί ονομάζονται Βάραγγοι και Ρως, δύο ονομασίες τις οποίες θα εξετάσουμε στη συνέχεια.

Το Χρονικό αναφέρει τα εξής για την έλευση των Σκανδιναβών (οι σημειώσεις εντός παρενθέσεων είναι του συγγραφέα): «Το έτος 852, κατά τη διαδοχή του (Βυζαντινού) Αυτοκράτορα Μιχαήλ, η γη των Ρως έλαβε το όνομά της για πρώτη φορά. Καθορίσαμε τη χρονολογία αυτή από το γεγονός ότι κατά τη βασιλεία αυτού του Αυτοκράτορα, οι Ρως επιτέθηκαν στο Τσάργκραντ (Πόλη των Καισάρων, Κωνσταντινούπολη), όπως έχει γραφτεί στο Ελληνικό Χρονικό (859). Οι Βάραγγοι πέρα από τη (Βαλτική) θάλασσα επέβαλαν εισφορές φόρων στους Χούδους, τους Σλάβους, τους Μέριους, τους Βες και τους Κριβίτσιους. Και οι Χάζαροι όμως επέβαλαν φόρο στους Πολυάνους, τους Σεβέρους και τους Βυατίτσιους και συνέλεξαν ένα λευκό δέρμα σκίουρου από κάθε σπίτι (860 – 862).
Οι φοροϋποτελείς των Βαράγγων τους εξεδίωξαν πέρα από τη θάλασσα και, αφού αρνήθηκαν να καταβάλουν άλλους φόρους, άρχισαν να κυβερνώνται μόνοι τους. Δεν υπήρχαν ενιαίοι νόμοι μεταξύ τους και η μία φυλή ξεσηκώθηκε εναντίον της άλλης. Κατόπιν είπαν στους εαυτούς τους: »Ας αναζητήσουμε έναν ηγεμόνα που θα μας κυβερνά και θα μας κρίνει σύμφωνα με τον Νόμο». Οπότε διέσχισαν τη θάλασσα και πήγαν στους Βαράγγους Ρως. Αυτοί οι συγκεκριμένοι Βάραγγοι ήταν γνωστοί και ως Ρως, όπως μερικοί άλλοι ονομάζονται Svie (Σουηδοί), άλλοι Nurmane (Βόρειοι, Νορβηγοί), Angliane (Άγγλοι της Δανίας), Gote (κάτοικοι της Γκότλαντ), διότι έτσι ονομάζονταν.

Οι Χούδοι, οι Σλάβοι, οι Κριβίτσιοι και οι Βες είπαν κατόπιν στον λαό των Ρως: »Η γη μας είναι μεγάλη και πλούσια, αλλά δεν υπάρχει τάξη σε αυτήν. Ελάτε να γίνετε αρχηγοί και να μας κυβερνήσετε». Επέλεξαν κατ’ αυτόν τον τρόπο τρεις αδελφούς, με τους συγγενείς τους, οιοποίοι πήραν μαζί τους όλους τους Ρως και μετανάστευσαν. Ο μεγαλύτερος από τους αδελφούς, ο Ρούρικ, εγκαταστάθηκε στο Νόβγκοροντ, ο δεύτερος, ο Σίνεους, στο Μπελοζέρσκ και ο τρίτος, ο Τρούβορ, στο Ίζμπορσκ. Λόγω αυτών των Βαράγγων η περιοχή του Νόβγκοροντ, έγινε γνωστή ως η »γη των Ρως». Οι σημερινοί (περί το 1100) κάτοικοι του Νόβγκοροντ κατάγονται από τη φυλή των Βαράγγων, αλλά προηγουμένως ήταν Σλάβοι.

Μετά από δύο χρόνια ο Σίνεους και ο αδελφός του, Τρούβορ, πέθαναν και ο Ρούρικ έγινε μοναδικός ηγεμόνας αποκτώντας όλη την αρχή. Το κείμενο του Ρωσικού Χρονικού περιέχει, όπως είναι φυσικό για κάθε λογοτεχνικό έργο, ορισμένα συνήθη μοτίβα που δεν ανταποκρίνονται κατ’ ανάγκη σε ιστορικά δεδομένα. Μια τέτοια συμβατική αναφορά είναι η μνεία των τριών αδελφών που έρχονται από μια ξένη χώρα. Επίσης, αυτό καθαυτό το γεγονός της πρόσκλησης των μετέπειτα κυριάρχων πιθανώς να αποτελεί επινόηση των ίδιων των επήλυδων Βίκινγκς, ως μια υστερόχρονη ιστορική δικαιολόγηση της εξουσίας τους.
Εντούτοις, βάσιμη ιστορική αξία ενέχει ο πυρήνας της ιστορίας: ότι οι ιδρυτές ή κυρίαρχοι των πόλεων Νόβγκοροντ και Κίεβο ήταν Σκανδιναβικής καταγωγής και αποκαλούντο από τον τοπικό πληθυσμό, δηλαδή τους Σλάβους και τους Φίννους, Βάραγγοι και Ρως. Η ετυμολόγηση των δύο αυτών ονομάτων και οι έννοιες που περικλείονται σε αυτά αποτελούν ένα άλλο, πολύπλευρο θέμα της ιστοριογραφίας για τον Μεσαίωνα. Το όνομα Ρως (Rus) θεωρείται, κατά την πιθανότερη εκδοχή, ότι προέρχεται από την Φιννική λέξη ruotsi (κωπηλάτες, ναυτικοί) με την οποία ονόμαζαν τους Σουηδούς οι Φίννοι. Η λέξη αυτή σχετίζεται με την αντίστοιχη παλαιονορβηγική »νουν» (διάδρομος κωπηλασίας, υδάτινος δρόμος).
Χαρακτηριστικό είναι ότι στη Σουηδία υπήρχε περιοχή με το όνομα Ρωσλάγκεν (Roslagen). Οι Φίννοι, συνεπώς, ονόμασαν τους Σουηδούς από την τοπική πληθυσμιακή ομάδα την οποία γνώρισαν πρώτη (κατά παρόμοιο τρόπο οι Ρωμαίοι ονόμασαν Graeci τους Έλληνες από τους αποίκους Γραίους). Ρως, ωστόσο, ονομάζονταν μόνο οι Σουηδοί οι οποίοι βρίσκονταν στη Ρωσία, όχι αυτοί στη Σκανδιναβία. Η ονομασία αυτή κατόπιν διαδόθηκε στην ευρύτερη περιοχή της Βαλτικής Θάλασσας και της Ρωσικής ενδοχώρας, φθάνοντας έως το Βυζάντιο και τις Ισλαμικές χώρες. Η ονομασία Βάραγγοι (στην αρχαία Νορβηγική Vaeringjar) προέρχεται από τη Νορβηγική λέξη »var», που σημαίνει λόγος τιμής, κοινός όρκος, συμφωνία.
Η ετυμολόγηση αυτή θεωρείται ότι συνδέεται με τις πληθυσμιακές ομάδες Σκανδιναβικής καταγωγής -ως επί το πλείστον Σουηδών- οι οποίες διεισέδυσαν αρχικά στις περιοχές της Βαλτικής και αργότερα στο εσωτερικό της Ρωσίας. Οι ομάδες αυτές περιελάμβαναν Βίκινγκς πολεμιστές και εμπόρους -η διάκριση δεν ήταν πάντοτε σαφής- οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι τον ρου των μεγάλων ποταμών επεξέτειναν την πολιτική και οικονομική τους ισχύ στη Ρωσική ενδοχώρα. Οι συντονισμένες αυτές ενέργειές τους και η συνεργασία τους δημιούργησε το όνομα Βάραγγοι. Η ονομασία αφορά όχι μόνο τους Σκανδιναβούς της Ρωσίας, αλλά και όσους κατοικούσαν στις αρχικές κοιτίδες τους.
Σταδιακά, καθώς οι Σκανδιναβοί Ρως εκσλαβίζονταν ως προς την πολιτιστική και φυλετική τους φυσιογνωμία, ο όρος Βάραγγοι χρησιμοποιείτο περισσότερο για τους αμιγώς Σκανδιναβικής καταγωγής πολεμιστές οι οποίοι έρχονταν σε μεταγενέστερες περιόδους στη Ρωσία και το Βυζάντιο. Οι Ρωσικές παραδόσεις τοποθετούν, όπως είδαμε, την έλευση των Βίκινγκς στα μέσα του 9ου αιώνα. Στην πραγματικότητα οι Σκανδιναβοί είχαν διεισδύσει στη Ρωσία ήδη από τον 8ο αιώνα. Η πρώτη πηγή που αναφέρει τους Ρως είναι τα λεγόμενα Χρονικά του Βερτινιανού (Annales Bertimiani, έτος 839).
Κατά το έτος αυτό αναφέρεται ότι έφθασαν στην αυλή του Φράγκου ηγεμόνα Λουδοβίκου του Ευσεβούς (814 – 840) πρεσβευτές από το Βυζάντιο εκ μέρους του Αυτοκράτορα Θεόφιλου. Ο Λουδοβίκος υποδέχθηκε τους Βυζαντινούς αξιωματούχους με ιδιαίτερες τιμές στο Ίνγκελχαϊμ της Μαγεντίας (Ingelheim, Mainz). Μεταξύ των μελών της Βυζαντινής διπλωματικής αποστολής συγκαταλέγονταν και «μερικοί άνδρες που έλεγαν ότι ανήκαν στο έθνος των Ρως» (qui se , id est gentem suam, Rhos vocari dicebant). Αυτοί είχαν αποσταλεί στους Βυζαντινούς από τον ηγεμόνα τους, Χαγάνο (Ασιατικός τίτλος εξουσίας), σε ένδειξη καλής πίστης.
Τώρα ήθελαν να επιστρέψουν στις επαρχίες της Ρωσίας, αν, όμως, ακολουθούσαν την ίδια διαδρομή, κινδύνευαν να δεχθούν επίθεση από Πετσενέγους, Χαζάρους, Αβάρους ή διάφορα Σλαβικά φύλα. Προτίμησαν, επομένως, να ταξιδεύσουν μέσω του Φραγκικού βασιλείου. Αυτοί οι Ρως ήταν αξιωματούχοι κάποιας τοπικής Σκανδιναβικής ηγεμονίας στην ενδοχώρα της Ρωσίας. Ο ηγεμόνας τους είχε οικειοποιηθεί τον τίτλο του Χαγάνου των Τουρκικής καταγωγής Χαζάρων και Βουλγάρων. Οι Φράγκοι πραγματοποίησαν έρευνα για το υπόβαθρο και τις προθέσεις τους και τελικά τους επέτρεψαν να φύγουν. Η καχυποψία των Φράγκων δικαιολογείται λόγω των εκτεταμένων επιδρομών τις οποίες πραγματοποιούσαν οι Βίκινγκς στις χώρες της Δύσης.
Ταυτόχρονα, όμως, καταδεικνύει ότι οι Ρως ήταν όντως Βίκινγκς. Οι αρχαιολογικές ενδείξεις πιστοποιούν την ύπαρξη Σκανδιναβών στη Ρωσία από τον 8ο αιώνα. Στις εκβολές του ποταμού Βολκόφ και στις όχθες της λίμνης Λαντόγκα υπήρχε ο οικισμός Σταράγια (Παλαιά) Λαντόγκα ή Aldeigjuborg, κατά τους Βίκινγκς. Ο οικισμός περιβαλλόταν από οχυρωματικές ξύλινες επάλξεις και προστατευόταν περαιτέρω από την κοίτη του ποταμού και μια σκαμμένη τάφρο. Ο οικισμός δεν ιδρύθηκε από τους Βίκινγκς, αλλά πιθανότατα από τους Φίννους ή κάποια Σλαβική φυλή. Η παρουσία των Σουηδών πιστοποιείται με βεβαιότητα από τον ύστερο 8ο – πρώιμο 9ο αιώνα έως και τον 11ο.
Κατόπιν τα χαρακτηριστικά ευρήματα των Βίκινγκς μειώνονται δραστικά, αν και δεν εξαφανίζονται εντελώς. Η εξέλιξη της οικιστικής φυσιογνωμίας της Σταράγια Λαντόγκα αντανακλά κατ’ αυτό τον τρόπο τον σταδιακό μετασχηματισμό των αρχικών επήλυδων Βίκινγκς σε Μεσαιωνικούς, πλήρως εκσλαβισμένους Ρώσους. Οι παρατηρήσεις αυτές ισχύουν σε γενικές γραμμές για όλες τις περιοχές της Ρωσίας οι οποίες περιήλθαν κατά τον 9ο και 10ο αιώνα υπό τον έλεγχο των Ρως. Τα ανασκαφικά δεδομένα διαμορφώνουν περισσότερο μια εικόνα βαθμιαίας και ειρηνικής εμπορικής διείσδυσης παρά βίαιης στρατιωτικής κατοχής. Φυσικά, δεν πρέπει να έλειψαν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και η πολεμική καταστολή εξεγέρσεων των τοπικών πληθυσμών.
Άλλωστε, σύμφωνα με τις Ρωσικές παραδόσεις, οι στρατιωτικές και διοικητικές ικανότητες των Βίκινγκς αποτέλεσαν την αιτία της επιτυχούς επιβολής τους – αν θεωρήσουμε ότι η εθελούσια πρόσκλησή τους αποτελεί λογοτεχνική και ιστορική σύμβαση. Η διείσδυση και η επικράτηση των Βίκινγκς στη Ρωσία πραγματοποιήθηκε με επιδέξιους πολιτικούς και εμπορικούς χειρισμούς, με την απαραίτητη συνοδευτική χρήση βίας. Πάντως, ήταν εξαιρετικά δύσκολο για τους Βίκινγκς να κατακτήσουν στρατιωτικά μια τόσο αχανή έκταση, από τη Βαλτική έως τη Μαύρη Θάλασσα και από τις παρυφές της Φινλανδίας έως τον ποταμό Βόλγα.
Αντ’ αυτού οι Βίκινγκς είχαν την προνοητικότητα να αποκτήσουν τον έλεγχο καίριων γεωγραφικών σημείων στις ποτάμιες και χερσαίες εμπορικές οδούς της Ρωσικής ενδοχώρας. Κατάφεραν έτσι να δημιουργήσουν ένα εκτεταμένο δίκτυο σχετικά προστατευμένων σταθμών και διαδρομών, ενοποιώντας οικονομικά την περιοχή από τις αγορές της Σκανδιναβίας μέσω των εγκαταστάσεων στα βαλτικά παράλια και τη Ρωσία, έως την Κασπία Θάλασσα, όπου βρίσκονταν οι Άραβες και έως τη Μαύρη Θάλασσα, όπου βρισκόταν η Κωνσταντινούπολη, κέντρο του τότε πολιτισμένου κόσμου. Η κατάκτηση της Ρωσίας παρουσίαζε ανυπέρβλητα προβλήματα στρατιωτικής υφής καιπροσέκρουε στην παρουσία ποικίλων πληθυσμιακών ομάδων.
Στα βόρεια, γύρω από τις μεγάλες λίμνες Λαντόγκα και Ονέγκα, κατοικούσαν κυρίως φύλα Φιννικής καταγωγής, όπως οι Έσθοι (μετέπειτα Εσθονοί) και οι Χούδοι. Στην ευρύτερη κεντρική περιοχή της Ρωσίας υπήρχαν διάσπαρτες Σλαβικές φυλές, πολύ αδύναμες για να αντισταθούν στη διείσδυση των Βίκινγκς και πολύ διαιρεμένες για να αποτελέσουν πιθανή μελλοντική απειλή. Στην Ανατολή και στον Νότο κατοικούσαν τα Τουρκικά φύλα των Χαζάρων και των Βουλγάρων, αξιόμαχες πολεμικές ομάδες, η σχετική γεωγραφική απομάκρυνση των οποίων, όμως, από τις κύριες εμπορικές οδούς, το επίκεντρο του Σκανδιναβικού ενδιαφέροντος, δεν προκάλεσε ιδιαίτερα προβλήματα, πέρα από σποραδικές επιδρομές.
Ειδικότερα οι Χάζαροι, η αριστοκρατία των οποίων είχε ασπασθεί τον Ιουδαϊσμό, αποτελείτο από δεινούς εμπόρους. Αφού αρχικά υποχώρησαν από την Ουκρανία υπό την πίεση των Ρως του Κιέβου, ανέπτυξαν εμπορικές οικονομικές σχέσεις με τους Ρως. Οι Ρως έφθασαν στην πόλη του Κιέβου το 862 σύμφωνα με τις Ρωσικές πηγές, αλλά στην πραγματικότητα αρκετά νωρίτερα. Η παράδοση αναφέρει ότι δύο Ρως ηγεμόνες από το Νόβγκοροντ, οι Άσκολντ και Ντιρ, εγκατέλειψαν την πόλη την οποία διοικούσε ο Ρούρικ. Αφού κατέπλευσαν τον ποταμό Δνείπερο με αρκετές στρατιωτικές δυνάμεις, κατέλαβαν, μετά από σύντομη πολιορκία, τη φυσικά οχυρωμένη πόλη του Κιέβου.
Το Κίεβο ήταν ουσιαστικά μια ακρόπολη η οποία επόπτευε όλη τη γύρω πεδιάδα. Σύντομα εξελίχθηκε σε αντίπαλο κέντρο εξουσίας για το Νόβγκοροντ και δημιουργήθηκαν δύο υποτυπώδεις κρατικές οντότητες, μια βόρεια και μια νότια. Τα δύο κέντρα ενοποιήθηκαν το 882, όταν ο Όλεγκ, διάδοχος του Ρούρικστη διακυβέρνηση του Νόβγκοροντ, κατέλαβε το Κίεβο. Ο Όλεγκ κατέστησε το Κίεβο πρωτεύουσα του ενοποιημένου βασιλείου του, κίνηση που ασφαλώς καταδεικνύει τη μετατόπιση του γεωπολιτικού και οικονομικού ενδιαφέροντος προς τη Μαύρη Θάλασσα και τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Συνοπτικά, ο 9ος αιώνας υπήρξε η περίοδος κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η αρχική διείσδυση, η σταδιακή κατίσχυση και η περαιτέρω επέκταση των Βίκινγκς στη Ρωσική ενδοχώρα. Οι Σκανδιναβοί αποτελούσαν μειοψηφία στους οικισμούς και τις πόλεις της Ρωσίας μεταξύ των Σλαβικών και Τουρκικών πληθυσμών στον Νότο και των Φιννικών και Σλαβικών πληθυσμών στον Βορρά. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από την αναλογία των χαρακτηρισμένων ευρημάτων, από τις ενδείξεις των ταφικών συνόλων (αρχαιολογικές και ανθρωπολογικές) και από την εξέλιξη των καλλιτεχνικών τεχνοτροπιών. Ο 10ος αιώνας ήταν η περίοδος της επίτασης και της ολοκλήρωσης του εκσλαβισμού των Ρως.

Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η υιοθέτηση Σλαβικών ονομάτων από την αριστοκρατία και τους αξιωματούχους. Στη συμφωνία η οποία υπεγράφη το 911 μεταξύ των Βυζαντινών και των Ρως, υπερέχουν μεταξύ των δευτέρων τα Σκανδιναβικά ονόματα. Στη συμφωνία του 944 η πλειοψηφία των ονομάτων είναι Σλαβικής προέλευσης. Ο πρώτος ηγεμόνας με Σλαβικό όνομα ήταν ο Σβιατοσλάβος (Svyatoslav 945 – 978). Έκτοτε τα Σκανδιναβικά ονόματα εξέλιπαν. Ο εκσλαβισμός των Ρως επικυρώνεται και από την επιλογή της γλώσσας η οποία χρησιμοποιήθηκε στις εκκλησιαστικές λειτουργίες μετά τον μαζικό εκχριστιανισμό του 989.
Η γλώσσα που προτιμήθηκε δεν ήταν η Σκανδιναβική, αλλά η Σλαβική (Ρωσική). Oι δυναστικοί δεσμοί με τη Σκανδιναβία δεν διακόπηκαν. Αυτή η κατάσταση, όμως, αντανακλούσε περισσότερο λόγους πολιτικού συμφέροντος παρά την πεποίθηση της κοινής φυλετικής καταγωγής.

ΟΙ ΒΙΚΙΝΓΚΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Α) Επιθέσεις των Βαράγγων – Οι Ρως στο Βυζάντιο (860 – 1043)

Οι πρώτες καταγεγραμμένες επαφές των Ρως με το Βυζάντιο ανάγονται στον πρώιμο 9ο αιώνα. Την περίοδο αυτή οι Βάραγγοι είχαν θεμελιώσει την αρχή τους στη Ρωσική ενδοχώρα και, διαπλέοντας τη Μαύρη Θάλασσα, εμφανίσθηκαν προ των πυλών της Κωνσταντινούπολης. Επρόκειτο για ληστρικές επιδρομές με συγχρονισμένη δράση των ιδιόμορφων πολεμικών τους πλοίων, τα οποία ήταν λεπτά πλην ανθεκτικά και ιδιαίτερα ευκίνητα. Οι Βάραγγοι έλκονταν από τη φήμη του πλούτου και της ευμάρειας που χαρακτήριζε τη μεγαλύτερη τότε πόλη του κόσμου. Οι ίδιοι ονόμαζαν την Κωνσταντινούπολη Miklagard (Μεγάλη Πόλη) και επιδίωκαν να λεηλατήσουν τους θησαυρούς της.

Από τον 9ο έως τον 11ο αιώνα οι Ρως επιχείρησαν να καταλάβουν τη Βασιλεύουσα πέντε φορές, αλλά απέτυχαν σε όλες τις απόπειρές τους. Η πρώτη επιδρομή πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 860. Ο στόλος των επιτιθεμένων περιελάμβανε 200 μονόξυλα, τα οποία οι Βυζαντινές πηγές αναφέρουν ως τροχαντήρια. Ήταν, δηλαδή, ταχύπλοα σκάφη, πιθανόν στον τύπο των drakkar, των γνωστών πλοίων των Βίκινγκς. Ο Βυζαντινός στόλος προέβαλε γενναία άμυνα και, με τη συνδρομή του υγρού πυρός, έσωσε την πρωτεύουσα από την επίθεση του «έθνους των αθέων Ρως».

Οι Ρως επανεμφανίσθηκαν το 907 σε μια επιχείρηση η ιστορικότητα της οποίας έχει αμφισβητηθεί από μερικούς Βυζαντινολόγους, καθώς δεν υπάρχουν βάσιμες Βυζαντινές μαρτυρίες για το γεγονός. Σε κάθε περίπτωση, ως επικεφαλής της εκστρατείας αυτής φέρεται ο πρίγκηπας Ολεγκ. Η επίθεση αποκρούσθηκε, οι Ρως, όμως, κατάφεραν να αποσπάσουν το 911 από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία μια συνθήκη η οποία αναγνώριζε την ηγεμονία του Κιέβου ως ναυτικής δύναμης. Οι Βυζαντινοί αποδέχονταν κατ’ αυτό τον τρόπο τη Ρωσική παρουσία στον Εύξεινο Πόντο, θάλασσα την οποία έως τότε έλεγχαν απόλυτα.

Η τρίτη επίθεση κατά του Βυζαντίου πραγματοποιήθηκε το 941 -πιθανόν με τη λήξη της συνθήκης του 911- και ήταν η πλέον επικίνδυνη επιχείρηση έως τότε. Τον Ιούνιο του 941 ισχυρές ναυτικές δυνάμεις των Ρως κατέπλευσαν έως το στόμιο του Βοσπόρου. Ήταν μια συντονισμένη στρατιωτική επιχείρηση για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, καθώς παράλληλα με την κατά μέτωπο ναυτική επίθεση, οι Ρως αποβίβασαν πεζούς στρατιώτες στην περιοχή της Βιθυνίας. Οι Ρωσικές αυτές δυνάμεις, που είχαν ως φανερό σκοπό να προελάσουν στην Κωνσταντινούπολη, επιδόθηκαν σε λεηλασία της περιοχής. Τελικά, διαλύθηκαν από τον Βυζαντινό στρατό της Ανατολής με επικεφαλής τον Ιωάννη Κουρκούα προτού καταστούν σημαντική απειλή.

Ο Ρωσικός στόλος αποκρούσθηκε και πάλι με το υγρό πυρ μπροστά από τα τείχη της πόλης. Λίγο, μάλιστα, προτού αποπλεύσει για να επιστρέψει στις βάσεις του στον Βόρειο Εύξεινο Πόντο, δέχθηκε νέα επίθεση των Βυζαντινών, τον Σεπτέμβριο του 941 και καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά. Μια νέα επίθεση των Ρως πραγματοποιήθηκε το Φθινόπωρο του 944 υπό τις διαταγές του πρίγκηπα Ιγκόρ, της ηγεμονίας του Κιέβου. Αυτή τη φορά η επίθεση ήταν χερσαία, καθώς ο Ρωσικός στόλος δεν είχε ανακάμψει μετά την καταστροφική εμπειρία του 941, μόλις τρία χρόνια νωρίτερα. Η επίθεση στα οχυρά του Δούναβη πραγματοποιήθηκε από Ρως και Πετσενέγους, οι οποίοι είχαν συνενώσει τις δυνάμεις τους.
Η επίθεση αποκρούσθηκε και τελικά ανεστάλη χάρη στη Βυζαντινή διπλωματία. Οι επιδρομείς έλαβαν χρηματικά ποσά, ενώ μεταξύ των δύο πλευρών συνομολογήθηκε μια νέα συνθήκη. Ειδικές διατάξεις υποχρέωναν τους Ρως να μην επιτίθενται σε κτήσεις της Αυτοκρατορίας. Η τελευταία επίθεση των Ρως πραγματοποιήθηκε έναν αιώνα αργότερα, το 1043, όταν οι διπλωματικές σχέσεις των Βυζαντινών με τις Ρωσικές ηγεμονίες είχαν πλέον διαταραχθεί. Ο Κωνσταντίνος Θ’ Μονομάχος (1042 – 1055) τήρησε διαλλακτική στάση απέναντι στις Ρωσικές απαιτήσεις, οι οποίες απέρρεαν από αιματηρές συμπλοκές Ρως και Βυζαντινών εμπόρων στην Κωνσταντινούπολη.
Ο πρίγκηπας Βλαδίμηρος, γιος του ηγεμόνα του Κιέβου, επέδραμε τον Ιούλιο του 1043 κατά της Πόλης. Η επίθεση του Βυζαντινού ναυτικού με το υγρό πυρ προκάλεσε αναταραχή στον στόλο των Ρως, οι οποίοι έχασαν πολλά πλοία λόγω προσκρούσεων σε υφάλους και βράχους. Το Βυζαντινό ιππικό επιτέθηκε εν τω μεταξύ στις μονάδες που είχαν αποβιβασθεί προκαλώντας στους Ρως απώλειες 15.000 ανδρών. Άλλες μονάδες, που είχαν συγκεντρωθεί στη Βάρνα του Δούναβη, αποκρούσθηκαν από τον Κατακαλών Κεκαυμένο, στρατηγό του Παριστρίου θέματος. Έκτοτε η Ρωσική στρατιωτική απειλή για την Κωνσταντινούπολη εξέλιπε.
Β) Οι Ρως ως Μισθοφορικό Σώμα στον Βυζαντινό Στρατό (911 – 988)

Μετά τη δεύτερη αποτυχημένη επίθεση των Ρως κατά του Βυζαντίου (907) και την υπογραφήτης Ρωσοβυζαντινής συνθήκης του 911, πολλοί στρατιώτες του βόρειου αυτού λαού άρχισαν να καταφθάνουν στα εδάφη της Αυτοκρατορίας για να υπηρετήσουν στον Βυζαντινό στρατό ως μισθοφόροι. Άλλωστε, το άρθρο 8 της συνθήκης επέτρεπε στους Ρως να καταταγούν στον Βυζαντινό στρατό, είτε σε έκτακτες περιπτώσεις εκστρατείας ή πολέμου είτε σε μόνιμη βάση. Δεν αποκλείεται βεβαίως και κατά τον ύστερο 9ο αιώνα να είχαν στρατολογηθεί μικρότερες ομάδες ή μεμονωμένοι πολεμιστές.

Η πρώτη μνεία συντεταγμένων σωμάτων Βαράγγων στις τάξεις του Βυζαντινού στρατού γίνεται το 911, οπότε αναφέρονται 700 πολεμιστές από τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο στο Περί βασιλείου τάξεως. Αυτοί έλαβαν μέρος ως πληρώματα του στόλου στην εκστρατεία κατά της Αραβοκρατούμενης Κρήτης, την οποία διοργάνωσαν ο Αυτοκράτορας Λέων ΣΤ’ ο Σοφός (886 – 912) και ο αρχηγός του στόλου, Ιμέριος. Η εκστρατεία τελικά απέτυχε, αφού ο στόλος διαλύθηκε μετά από αιφνιδιαστική Αραβική επίθεση. Οι Βάραγγοι συμμετείχαν επίσης στην εκστρατεία των Βυζαντινών στην Ιταλία το 935 με δύναμη επτά πλοίων και 415 ανδρών.

Η εκστρατεία αυτή, όπως και πολυάριθμες άλλες τις οποίες ανέλαβε κατά τον 10ο αιώνα το Βυζάντιο στην Ιταλία, απέβλεπε στην απόκρουση του Αραβικού κινδύνου, την προστασία των μικρών Ιταλικών κρατών και τη σταθεροποίηση του δυτικού Βυζαντινού συνόρου. Το 949 οι Βυζαντινοί ανέλαβαν μια νέα εκστρατεία για την απελευθέρωση της Θεολέστου» νήσου Κρήτης, η οποία είχε καταστεί ορμητήριο των Σαρακηνών πειρατών και διατάρασσε τον Βυζαντινό έλεγχο του Αιγαίου. Η Βυζαντινή δύναμη ανερχόταν σε 88 πλοία και 8.847 άνδρες μαζί με τους αξιωματικούς. Από τη σχετικά μικρή αυτή δύναμη οι Ρως αριθμούσαν έξι πλοία και 629 άνδρες.
Η εκστρατεία κατέληξε σε καταστροφή για τους Βυζαντινούς, κυρίως λόγω της απειρίας του αρχιστράτηγου, Κωνσταντίνου Γογγύλη. Ο Βυζαντινός στρατός δεν κατόρθωσε να διατηρήσει το προγεφύρωμά του και διαλύθηκε μετά την επίθεση των Αράβων. Η απελευθέρωση της Κρήτης επιτεύχθηκε τελικά το 961, μετά από μια πολύμηνη πολιορκία του Χάνδακα, στην οποία συμμετείχαν οι Ρως ως βοηθητικοί. Στη Δύση τα Βυζαντινά εδάφη δέχονταν συχνά επιδρομές από τους Άραβες. Μετά από την απελευθέρωση της Κρήτης οι Βυζαντινοί στράφηκαν στη Σικελία (υπό Αραβική κατοχή από το 831) για να ενοποιήσουν τον έλεγχο τους στην ανατολική και την κεντρική Μεσόγειο.
Το 964 ο Βυζαντινός στόλος αποβίβασε στη Μεσσήνη ισχυρό εκστρατευτικό σώμα, το οποίο περιελάμβανε δύο πλοία με Ρως. Ο Βυζαντινός στρατός ανακατέλαβε μερικές πόλεις της Σικελίας, αλλά απομονώθηκε στο εσωτερικό της νήσου και εξουδετερώθηκε. Αυτές ήταν οι εκστρατείες στις οποίες συμμετείχαν οι Ρως ως ιδιαίτερο μισθοφορικό σώμα. Γενικά, φαίνεται ότι οι Βυζαντινοί προτιμούσαν να χρησιμοποιούν τους βόρειους πολεμιστές κατά των Αράβων, διότι ήταν υψηλόσωμοι και άγριοι στην όψη αλλά και στην πολεμική συμπεριφορά, με αποτέλεσμα να εμπνεέουν τρόμο στους Άραβες. Στο τέλος του 10ου αιώνα το σώμα των Ρως μεταλλάχθηκε σε ιδιαίτερη μονάδα, τη φρουρά των Βαράγγων.

Γ) Η Γένεση της Φρουράς των Βαράγγων

Η επίσημη δημιουργία της φρουράς των Βαράγγων ως διακριτού επίλεκτου σώματος χρονολογείται από τους περισσότερους μελετητές στο έτος 988. Ο Βασίλειος Β’ Βουλγαροκτόνος (976 – 1025) αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του τα στασιαστικά κινήματα των αριστοκρατών Βάρδα Σκληρού και Βάρδα Φωκά. Το κίνημα του Βάρδα Σκληρού (976 – 979) κατεστάλη μετά από φονικές συγκρούσεις μεταξύ των δύο πλευρών. Οι οικογένειες των γαιοκτημόνων της Μικράς Ασίας, όμως, δεν παραιτήθηκαν από την προσπάθειά τους να ελέγξουν τον Βυζαντινό θρόνο. Στις αρχές του 987 ξέσπασε ένα νέο στασιαστικό κίνημα υπό τον Βάρδα Σκληρό, ο οποίος τελικά συμμάχησε με τον Βάρδα Φωκά κατά του Αυτοκράτορα.

Ο Βάρδας Φωκάς έφθασε στο τέλος του 987 στη Χρυσούπολη του Βοσπόρου, πολύ κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Το στασιαστικό κίνημα διέθετε αποδεδειγμένα τη στήριξη των Αράβων, οι οποίοι είχαν φιλοξενήσει τον Βάρδα Σκληρό μετά το πρώτο αποτυχημένο εγχείρημά του. Ως αντάλλαγμα οι Άραβες θα λάμβαναν Βυζαντινά εδάφη στην περιοχή της Μεσοποταμίας. Σε αυτή την ιδιαίτερα δύσκολη στιγμή ο Αυτοκράτορας επικαλέστηκε τη Βυζαντινο – Ρωσική συμφωνία του 971. Η συνθήκη προέβλεπε ότι οι Ρως θα τον ενίσχυαν σε περίπτωση ανάγκης. Στις αρχές του 988 κατέφθασε στην Κωνσταντινούπολη μια Ρωσική στρατιά επίλεκτων μαχητών, η οποία αριθμούσε 6.000 άνδρες.
Το μισθοφορικό αυτό σώμα είχε σταλεί από τον ηγεμόνα του Κιέβου, Βλαδίμηρο. Ως αντάλλαγμα για την υπερπολύτιμη αυτή στρατιωτική βοήθεια, ο Βασίλειος δέχθηκε να δώσει την αδελφή του Άννα σε γάμο στον Βλαδίμηρο. Η στρατιωτική συμμαχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της Ρωσίας ενισχυόταν με αυτό τον τρόπο και αποκτούσε σημαντική πολιτική διάσταση. Οι 6.000 Βάραγγοι παρατάχθηκαν μαζί με τα Αυτοκρατορικά στρατεύματα και κατά την πρώτη αιφνιδιαστική επιχείρηση έξω από την Κωνσταντινούπολη επέπεσαν με ορμή και συνέτριψαν τις μονάδες των στασιαστών στη Χρυσούπολη. Στη συνέχεια ο Βασίλειος Β’ κινήθηκε προς την παραθαλάσσια Άβυδο, την οποία πολιορκούσε ο Φωκάς επί μήνες.
Η πόλη είχε καταφέρει να αντισταθεί χάρη στον τακτικό ανεφοδιασμό της φρουράς της από τον Αυτοκρατορικό στόλο. Στις 13 Απριλίου 989 ο Αυτοκρατορικός στρατός συγκρούσθηκε με τους στασιαστές έξω από την Άβυδο. Οι ενωμένες δυνάμεις των Βυζαντινών και των Βαράγγων θριάμβευσαν στο πεδίο της μάχης διαλύοντας τους αντιπάλους τους. Ο Βάρδας Φωκάς βλέποντας τη συντριβή του στρατού του και τα Αυτοκρατορικά του όνειρα να εξανεμίζονται υπέστη καρδιακό επεισόδιο και πέθανε κατά τη διάρκεια της μάχης. Μετά την οριστική επικράτησή του κατά των στασιαστών, ο Βασίλειος Β’ αντιλήφθηκε ότι η ύπαρξη ενός ιδιαίτερου σώματος, απόλυτα πιστού στον Αυτοκρατορικό θρόνο, ήταν απόλυτα επιτακτική.
Ο λόγιος Μιχαήλ Ψελλός αναφέρει χαρακτηριστικά στη Χρονογραφία του: «Ο Αυτοκράτορας Βασίλειος γνώριζε τις ύπουλες και προδοτικές διαθέσεις των Ρωμαίων, και αφού είχε πρόσφατα δεχθεί στην υπηρεσία του μία μεγάλη ομάδα εξαίρετων Ταυροσκυθών, τους συγκέντρωσε ξεχωριστά και τους όρισε να είναι διακριτό σώμα». Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, την επικρατέστερη, η φρουρά των Βαράγγων συστήθηκε επίσημα στο τέλος του 10ου αιώνα.

Δ) Εθνολογική Σύσταση και Διοίκηση της Φρουράς

Από εθνολογική άποψη η φρουρά περιελάμβανε Βίκινγκς πολεμιστές που προέρχονταν από τις περιοχές της Σκανδιναβίας, της Ουκρανίας και της Ρωσίας. Πιθανόν να υπήρχαν και άτομα Σλαβικής καταγωγής μεταξύ των Ρως που υπηρετούσαν στον Βυζαντινό στρατό, καθώς οι αρχικοί Σκανδιναβικοί πληθυσμοί που είχαν εγκατασταθεί στη Ρωσία είχαν έλθει σε επιμειξία με το τοπικό στοιχεία. Ορισμένες ιστορικές πηγές, όπως ο Άραβας χρονικογράφος Ibn Khordadbah (9ος αιώνας), περιγράφουν τους Ρως ως «ποικιλία Σλάβων». Οι Βυζαντινοί ιστορικοί και λόγιοι αναφέρουν κατά τον 9ο και 10ο αιώνα τους Βαράγγους ως Ρως, Σκύθες και Ταυροσκύθες.

Οι όροι αυτοί υποδεικνύουν την προέλευση των Βαράγγων από την περιοχή της Ρωσίας, της Ουκρανίας και της Ταυρικής χερσονήσου (Κριμαίας). Η εθνολογική σύσταση της φρουράς άρχισε να μεταβάλλεται κατά τον ύστερο 11ο αιώνα λόγω σημαντικών γεγονότων σε άλλες χώρες. Το 1066 οι Νορμανδοί υπό τον Γουλιέλμο τον Κατακτητή κυρίευσαν την Αγγλία. Ως συνέπεια,ένα σημαντικό ποσοστό του ηττημένου Αγγλοσαξωνικού και Αγγλοδανικού πληθυσμού διέφυγε από την Αγγλία, ιδίως μετά από μια σειρά μέτρων κατά των Σαξώνων γαιοκτημόνων τα οποία υιοθέτησαν οι Νορμανδοί.
Αρχικά κατέφυγαν στην απέναντι ηπειρωτική ακτή, στη Γαλλία και τη Γερμανική Αυτοκρατορία, ελπίζοντας σε μια πολιτειακή μεταβολή που θα διευκόλυνε την επιστροφή τους. Τελικά, αναγκάσθηκαν να μετοικήσουν στις εκτάσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με την προοπτική του πλουτισμού και της πολεμικής περιπέτειας. Αυτή η εθνολογική μεταβολή των Βαράγγων αντανακλάται και στις Βυζαντινές πηγές της περιόδου. Το έργο με τίτλο Στρατηγικόν, του Κεκαυμένου (1075 – 1078), αναφέρει Άγγλους οι οποίοι υπηρετούσαν στη φρουρά. Η Άννα Κομνηνή αναφέρει επίσης στο έργο της Αλεξιάς (12ος αιώνας) την ύπαρξη Άγγλων στρατιωτών.
Η ίδια, μάλιστα, συνδέει τον θεσμό της φρουράς των Βαράγγων με τα αντίστοιχα σώματα ξένων στρατιωτών τα οποία υπηρετούσαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά την αρχαιότητα. Ειδικά για τους Βαράγγους αναφέρει ότι προέρχονταν από τη νήσο Θούλη (εννοώντας την Αγγλία) και κατατάσσονταν από τους αρχαίους χρόνους στα Ρωμαϊκά στρατεύματα. Σταδιακά το Αγγλικό στοιχείο (Αγγλοσάξωνες και Αγγλοδανοί) άρχισε να υπερισχύει του αρχικού Ρωσοσκανδιναβικού, ούτως ώστε κατά τον 12ο αιώνα η πλειοψηφία των μελών της φρουράς να είναι Αγγλικής καταγωγής. Η υπόθεση αυτή επιβεβαιώνεται και από τον Βυζαντινό χρονικογράφο Κίνναμο (περί το 1180).
Πιθανότατα υπήρξε μια νέα ενίσχυση της φρουράς με Σκανδιναβούς πολεμιστές μετά το 1195, οπότε ο Αυτοκράτορας με απεσταλμένους του στους βασιλείς της Νορβηγίας, Σουηδίας και Δανίας ζήτησε την αποστολή τουλάχιστον 1.200 ανδρών για να στελεχώσουν τη φρουρά. Το γεγονός διασώζεται και στη Νορβηγική ποίηση, στη Sverrirssaga. Κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους, το 1204, οι Βάραγγοι περιελάμβαναν Άγγλους και Δανούς (Σκανδιναβούς) φύλακες, όπως αναφέρουν τα χρονικά των Γ’ Σταυροφόρων Βιλλεαρδουίνου και Robert de Clari.
Μετά το 1204 δεν αναφέρεται νέα προσέλευση Σκανδιναβών στις τάξεις των Βαράγγων και η πλειοψηφία τους αποτελείτο σαφώς από Αγγληνούς, όπως τους χαρακτηρίζουν οι πηγές. Το 1272 ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ Η’ χρησιμοποίησε τον όρο Αγγλοβαράγγειοι για τα μέλη της φρουράς, καταδεικνύοντας έτσι τη μικτή της σύνθεση. Από τον 13ο αιώνα έως και το τέλος της Αυτοκρατορίας η μεγάλη πλειοψηφία των Βαράγγων ήταν Άγγλοι στρατιώτες. Μια άλλη πληθυσμιακή ομάδα που απαντά στη φρουρά από τον 11ο αιώνα ήταν οι Βαυαροί, οι οποίοι στις Βυζαντινές πηγές αναφέρονται ως Νεμίτζοι. Ταυτόχρονα η φρουρά είχε απολέσει την αυστηρή συνοχή της και τον διακριτό της χαρακτήρα, ώστε να περιλαμβάνει ποικίλες εθνικότητες.

Η φρουρά είχε αρχικά συσταθεί τον 10ο αιώνα ως «εταιρία των πεζών». Αποτελούσε, δηλαδή,ένα ειδικό σώμα πεζικού. Επικεφαλής της ήταν ο ακόλουθος (ή πρόξιμος), υφιστάμενος άλλοτε του δρουγγαρίου της Βίγλας, αξιωματούχου του παλατιού. Σύμφωνα με τον μελετητή Reiske, ο τίτλος αποτελεί μετάφραση του Νορβηγικού όρου folgher (σύντροφος, συμπολεμιστής). Ο ακόλουθος -κατ’ άλλη άποψη, επειδή βρισκόταν δίπλα στον βασιλιά- ήταν υπεύθυνος για την εμφάνιση, την εκπαίδευση και τη γενικότερη κατάσταση της φρουράς. Κατά τις επίσημες εξόδους του Αυτοκράτορα, ο ακόλουθος βάδιζε ακριβώς πίσω του και αμέσως μετά έπονταν οι Βάραγγοι φέροντας τους πελέκεις τους.

Η θέση του ακολούθου θεωρείτο ιδιαίτερα σημαντική στη Βυζαντινή διάρθρωση της Αυλής και πολύ συχνά αυτοί οι αξιωματούχοι αναλάμβαναν ειδικές διπλωματικές και στρατιωτικές αποστολές. Μετά τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις τις οποίες επέφερε ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός (1083 – 1118), οι στρατιωτικές εταιρίες, σώματα στην υπηρεσία των ανακτόρων, συμπτύχθηκαν σε μια ενιαία μονάδα, την εταιρία. Πλέον ο μέγας εταιριάρχης ήταν διοικητής της ανακτορικής φρουράς των Βυζαντινών στρατιωτών και ο ακόλουθος, διοικητής του αντίστοιχου σώματος των ξένων στρατιωτών. Ιεραρχικά ο ακόλουθος ήταν υφιστάμενος του μέγα εταιριάρχη.

Το αξίωμα του ακολούθου κατείχαν αποδεδειγμένα κατά τον 11ο αιώνα τα εξής πρόσωπα, στις αρχές του 11ου αιώνα ο Ράνγκβαλντ, κατά την περίοδο 1035 – 1044 ο Χάραλντ Σίγκουρντσον (Harald Sigurdson, αργότερα βασιλιάς της Νορβηγίας ως Χάραλντ ο Ανηλεής – Harald Hardrada) και περί το 1080 ο Ναμπίτης (εξελληνισμένο όνομα). Ο ακόλουθος δεν ήταν πάντοτε ή κατ’ ανάγκη Βάραγγος. Άλλωστε, οι περισσότεροι αξιωματούχοι οι οποίοι διετέλεσαν ακόλουθοι ήταν Έλληνες. Ένα άλλο αξίωμα ήταν αυτό του μέγα διερμηνευτή, Βυζαντινού ο οποίος ερχόταν σε συνεννόηση με τους Βαράγγους ως εκπρόσωπος της Αυτοκρατορίας.

Αυτός χρησίμευε και για τη διαλεύκανση ενδεχόμενων διαφορών οι οποίες ανέκυπταν μεταξύ των Βαράγγων ή μεταξύ των Βαράγγων και των Βυζαντινών στρατιωτών. Μια από τις συνηθισμένες αιτίες προστριβών ήταν οι ιδιαίτερα υψηλοί μισθοί τους οποίους λάμβαναν τα μέλη της φρουράς. Οι μηνιαίες αποδοχές κάθε πολεμιστή ανέρχονταν σε δέκα, δώδεκα ή και δεκαπέντε χρυσά νομίσματα, ανάλογα με τις στρατιωτικές ανάγκες της Αυτοκρατορίας και τις οικονομικές της δυνατότητες. Το 911, για παράδειγμα, οι 700 Ρως πολεμιστές που συμμετείχαν στην εκστρατεία του Ιμερίου στην Κρήτη, έλαβαν 7.200 χρυσά νομίσματα, δηλαδή δέκα έκαστος και μερικά περισσότερα οι αρχηγοί τους.
Εκτός από τον βασικό αυτό μισθό, οι Βάραγγοι πολύ συχνά λάμβαναν πρόσθετα ποσά, τις ρόγες, αλλά και δώρα που τους παρέχονταν κατά τις μεγάλες εορτές του Βυζαντινού κράτους. Άλλωστε, μετά τις πολεμικές συγκρούσεις οι Βυζαντινοί επικεφαλής τους τους επέτρεπαν να λαμβάνουν σημαντικό τμήμα των λαφύρων. Στην περίφημη μάχη του Κλειδιού (1014), όπου οι Βυζαντινοί κατατρόπωσαν τους στασιαστές Βουλγάρους, τα πολυάριθμα λάφυρα κατανεμήθηκαν ως εξής: ένα τρίτο έλαβε ο Αυτοκράτορας, ένα τρίτο οι Βυζαντινοί στρατιώτες και το άλλο τρίτο οι Βάραγγοι.
Επρόκειτο για μια ιδιαίτερα γενναιόδωρη κίνηση, η οποία φανερώνει και την αναγνωρισμένη πολεμική ικανότητα των Βαράγγων. Οι Σκανδιναβικές σάγκες περιέχουν πολλές αναφορές στον πλούτο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τον θαυμαστό κόσμο της Κωνσταντινούπολης. Η αρχαιολογική έρευνα έχει επίσης φέρει στο φως χιλιάδες Βυζαντινά νομίσματα που μετέφεραν πίσω στις χώρες τους οι βόρειοι μισθοφόροι. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Χάραλντ Σίγκουρντσον, ακολούθου της φρουράς.
Μετά την επιστροφή του στη Σκανδιναβία ο Χάραλντ χρησιμοποίησε τα τεράστια χρηματικά ποσά τα οποία είχε συγκεντρώσει κατά την υπηρεσία του στο Βυζάντιο για να εξοπλίσει επαρκή στρατεύματα και να καταλάβει τον θρόνο της Νορβηγίας. Έπειτα από όλα αυτά δεν είναι καθόλου περίεργο το γεγονός ότι, τουλάχιστον κατά τον 11ο και τον 12ο αιώνα, οι υποψήφιοι για εισδοχή στη φρουρά όχι μόνο υφίσταντο ιδιαίτερη δοκιμασία, αλλά και κατέβαλλαν ένα σημαντικό ποσό για την είσοδό τους στο σώμα.

Ε) Καθήκοντα, Οπλισμός και Τακτικές της Φρουράς

Η φρουρά των Βαράγγων έδρευε στην Κωνσταντινούπολη, στα ανάκτορα του Αυτοκράτορα και συγκεκριμένα στους χώρους στους οποίους ήταν παλαιότερα εγκατεστημένοι οι Εξκουβίτορες. Αποστολή της φρουράς ήταν η προστασία της ζωής του Αυτοκράτορα, συμβόλου του ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους και επίγειου εκπροσώπου της τήρησης της Θεϊκής τάξης. Οι Βάραγγοι ήταν απόλυτα πιστοί στον Αυτοκρατορικό θεσμό. Οι μόνες περιπτώσεις κατά τις οποίες συνήργησαν στην εκθρόνιση ενός Αυτοκράτορα ήταν όταν υπήρχε μια εξίσου νόμιμη ή δικαιολογημένη υποψηφιότητα για τον θρόνο ή όταν με τις πράξεις του ο Αυτοκράτορας υπερέβαινε τα νόμιμα και έθετε εαυτόν εκτός δικαίου.

Αυτή ήταν η περίπτωση του Μιχαήλ Ε’ Καλαφάτη (1041 – 1042), ο οποίος προκάλεσε λαϊκή εξέγερση όταν εξόρισε τη μητέρα του, Αυτοκράτειρα Ζωή. Ο Μιχαήλ τελικά καταδικάσθηκε σε τύφλωση, ποινή την οποία, σύμφωνα με τις Σκανδιναβικές πηγές, εξετέλεσε ο τότε ακόλουθος Χάραλντ Σίγκουρντσον. Εκτός από τη ζωή του Αυτοκράτορα, η φρουρά ήταν υπεύθυνη για τη φύλαξη των ανακτόρων, αλλά και συνέβαλλε στην άμυνα ολόκληρης της Βασιλεύουσας σε περιπτώσεις ανάγκης. Οι Δυτικοί ιππότες της Δ’ Σταυροφορίας αντιμετώπισαν τη σθεναρή αντίσταση των Βαράγγων όταν κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη.
Φαίνεται ότι οι Βάραγγοι χρησιμοποιούντο ενίοτε και για τη γενικότερη τήρηση της δημόσιας τάξης, καθώς δεν ανήκαν σε καμιά από τις αντίπαλες μερίδες της Βυζαντινής αριστοκρατίας, αλλά ήταν πιστοί μόνο στο Αυτοκράτορα. Κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις ακολουθούσαν τον Αυτοκράτορα τόσο ως σωματοφυλακή του όσο και ως επίλεκτο εκστρατευτικό σώμα. Σε επιχειρήσεις οι οποίες κρίνονταν σημαντικές για την υπεράσπιση της Αυτοκρατορίας οι Βάραγγοι συμμετείχαν και χωρίς τον Αυτοκράτορα. Ο οπλισμός τους είχε επηρεασθεί από τη Σκανδιναβική τους καταγωγή, ενώ δεν έλειπαν και οι βυζαντινές επιρροές, ιδίως σε μεταγενέστερες περιόδους.
Βασικό επιθετικό όπλο τους ήταν ο πέλεκυς, ο οποίος τους προσδιόριζε ως πελεκυφόρο φρουρά. To όπλο αυτό αναφέρεται στις πηγές και ως τζικούριον (από το αντίστοιχο Ρωμαϊκό όπλο δθουπε) και ήταν απλός ευρύστομος πέλεκυς, μεσαίου ή μεγάλου μεγέθους, με βαρύ ξύλινο στειλεό. Ενίοτε έφερε στην περίμετρο του οπίσθιου μέρους εγχάρακτη διακόσμηση από απλά φυτικά και ζωικά μοτίβα. Ένα άλλο επιθετικό όπλο ήταν το ξίφος, κατά τις τυπικές φόρμες των Σκανδιναβικών χωρών. Είχε ευρεία, βαριά μονόστομη λεπίδα με πεπλατυσμένο κεντρικό τμήμα και δύο νευρώσεις κατά τον άξονα της λεπίδας.
Ο Ψελλός αναφέρει μεταξύ του τυπικού οπλισμού των Βαράγγων «ένα βαρύ σιδερένιο σπαθί μονόστομο, που το απέθεταν στον ώμο όταν δεν το χρησιμοποιούσαν». Ο φυλακτήρας του ξίφους ήταν αρκετά μεγάλος, με σχετικό βάρος, ώστε να εξισορροπείται το βάρος της λεπίδας. Αυτή η κατασκευή διευκόλυνε τον χειρισμό του στη μάχη. Όπως και οι υπόλοιποι Βίκινγκς, οι Βάραγγοι χρησιμοποιούσαν υπολογισμένα το ξίφος, μελετώντας τις κινήσεις του αντιπάλου και καταφέροντας περιορισμένα αλλά αποφασιστικά κτυπήματα. Οι Βάραγγοι χρησιμοποιούσαν επίσης δόρατα και ακόντια τα οποία απεικονίζονται συχνά σε Βυζαντινά χειρόγραφα μαζί με τους πελέκεις.
Οι λόγχες των δοράτων έφεραν ενίοτε εγχάρακτη ή ζωγραφιστή διακόσμηση. Ο Λέων ο Διάκονος αναφέρει και τόξα μεταξύ του οπλισμού τους. Βασικό αμυντικό όπλο των Βαράγγων ήταν η ασπίδα, συνήθως κυκλική, από αλληλοκαλυπτόμενες στρώσεις ξύλου με μεταλλική επένδυση. Αρχικά, κατά τον 10ο και τον 11ο αιώνα, οι Βάραγγοι χρησιμοποιούσαν κυρίως στρογγυλές ασπίδες, ενώ τον 12ο αιώνα περισσότερο τις τριγωνικές, επηρεασμένοι από τους Βυζαντινούς. Ένας άλλος τύπος ασπίδας, ο οποίος απαντά ήδη από τον 10ο αιώνα, αν και περιορισμένα, είναι ο ορθογώνιος, με μεγάλη ξύλινη επιφάνεια, ενισχυμένη με περιμετρική μεταλλική ταινία και πρόσθετες μεταλλικές επιθέσεις.
Ο τύπος αυτός είναι Σλαβικής προέλευσης και επικράτησε στη Ρωσία από τον 9ο αιώνα και για ένα μεγάλο διάστημα. Η ζωγραφική διακόσμηση των ασπίδων περιελάμβανε γεωμετρικά μοτίβα στην περίμετρο και ζωικές συνήθως μορφές στην κύρια επιφάνεια, δράκοντες ή το κοράκι, ιερό πτηνό του θεού Όντιν και σύμβολο των Βίκινγκς στη μάχη. Τα κράνη τους ήταν αρχικά σκανδιναβικής και Σλαβικής προέλευσης. Ήταν απλά με ή χωρίς ρινικό κάλυμμα και κωνικού ή οξυκόρυφου (τα Σλαβικά) σχήματος. Συχνά ήταν κατασκευασμένα από ένα μόνο κομμάτι μετάλλου. Άλλα ήταν σύνθετα και έφεραν ενισχυτικές μεταλλικές ταινίες.

Οι αλυσιδωτοί θώρακες προδίδουν κυρίως Βυζαντινή επιρροή και καθιερώθηκαν μάλλον τον 11ο αιώνα. Η σύσταση της φρουράς ως διακριτής μονάδας φαίνεται ότι συνετέλεσε και στη σχετική εξομοίωση της ενδυματολογίας. Η τελευταία ασφαλώς θα είχε επηρεασθεί από τα Βυζαντινά πρότυπα. Το ίδιο, άλλωστε, συνέβη με τους Βίκινγκς στη Νορμανδία και την Αγγλία.Ο εξοπλισμός συμπληρωνόταν από μεταλλικές ή ξύλινες περικνημίδες και περιβραχιόνια. Κατά τη διεξαγωγή της μάχης οι Βάραγγοι χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερες τακτικές παράταξης και εφόδου.

Οργανωμένοι ως επίλεκτο πεζικό, προχωρούσαν αρχικά σε αδιάσπαστο μέτωπο σχηματίζοντας με την αλληλεπικάλυψη των ασπίδων τους ένα αδιαπέραστο σώμα από ατσάλι και ξύλο. Κατά την επίθεση αναπτύσσονταν σε σχηματισμό σφήνας και κραδαίνοντας του πελέκεις τους επέπιπταν με ορμή στα αντίπαλα στρατεύματα, προκαλώντας ρήγματα στη διάταξη τους. Οι Βυζαντινές πηγές αναφέρουν ότι οι Βάραγγοι πολεμούσαν με μεγάλη ανδρεία και μανία, μεθυσμένοι από την έξαψη της μάχης (παράβολόν τι και βακχικόν έχοντες επ’ αλλήλοις). Με τον τρόπο αυτό επιδίωκαν την αποδιοργάνωση των αντιπάλων, όπως η οπλιτική φάλαγγα των αρχαίων Ελλήνων.
Η ιδιαίτερη μνεία των Βυζαντινών πηγών στη μανία των Βαράγγων ασφαλώς αντανακλά τον εντυπωσιασμό τους για την ορμητικότητα των βόρειων πολεμιστών (αντίστοιχες ήταν οι περιγραφές των Ρωμαίων για τους Κέλτες). Δεν γνωρίζουμε αν αυτή η πολεμική συμπεριφορά φανερώνει την ύπαρξη πολεμιστών berserker ανάμεσά τους.
ΣΤ) Οι Πολεμικές Επιχειρήσεις (989 – 1204)

Η καταστολή των στασιαστικών κινημάτων των γαιοκτημόνων της Μικράς Ασίας επέτρεψε στον Βασίλειο να ασχοληθεί πιο ενεργά με τους πολυάριθμους αλλόφυλους εχθρούς της Αυτοκρατορίας. Εκμεταλλευόμενοι τις εμφύλιες διαμάχες, οι Άραβες είχαν ανακαταλάβει πολλές πόλεις στην περιοχή της Συρίας και της Μεσοποταμίας. Ο Βασίλειος αντέδρασε άμεσα. Τον Απρίλιο του 995, προελαύνοντας προς τον Νότο, απελευθέρωσε πολλές οχυρωμένες πόλεις τις οποίες είχαν καταλάβει οι Άραβες. Κατά τις επιχειρήσεις αυτές οι Βάραγγοι προκάλεσαν τρόμο και μεγάλες απώλειες στους Άραβες. Μετά την αποχώρηση των Βυζαντινών οι Άραβες ανακατέλαβαν τα απελευθερωθέντα εδάφη, προκαλώντας νέα Βυζαντινή επέμβαση, το 999.

Στην Έμεσα οι Βάραγγοι περικύκλωσαν ένα τμήμα Αράβων που είχε καταφύγει σε μια οχυρωμένη μονή, έβαλαν φωτιά στον ναό και το ανάγκασαν να παραδοθεί. Τελικά, το 1001 η Αυτοκρατορία υπέγραψε δεκαετή ανακωχή με τους Φατιμίδες. Αφού διευθετήθηκε το νοτιοανατολικό σύνορο, ο Βασίλειος βάδισε βόρεια, προς την Αρμενία, για να εντάξει στην Αυτοκρατορία εδάφη τα οποία ο Αρμένιος ηγεμόνας Δαυίδ είχε κληροδοτήσει στους Βυζαντινούς. Σε μια διαμάχη η οποία ανέκυψε μεταξύ μιας ομάδας Ιβήρων (Γεωργιανών) και Βαράγγων, οι Ίβηρες εξολοθρεύτηκαν. Το γεγονός, αν δεν ήταν προσχεδιασμένο, φανερώνει τον ορμητικό χαρακτήρα των Βαράγγων.

Στα Ευρωπαϊκά εδάφη ο αγώνας των Βυζαντινών κατά των Βουλγάρων στέφθηκε με επιτυχία στη μεγάλη μάχη του Κλειδιού (1014). Στη μάχη αυτή διακρίθηκαν οι Βάραγγοι, οι οποίοι έλαβαν το 1/3 των λαφύρων. Στην Ιταλία οι Βυζαντινοί αντιμετώπιζαν συνεχείς τοπικές εξεγέρσεις. Το 1009 ο ευγενής Μέλης υποκίνησε στάση στη Βάρι, έδρα του θέματος Λογγιβαρδίας. Ο στρατηγός Βασίλειος Αργυρός και ο Λέων Τορνίκιος ανέλαβαν να καταστείλουν το κίνημα. Τα στρατεύματά τους περιελάμβαναν, κατά τις Ιταλικές πηγές, «Δανούς και Ρώσους» (DANI ET Rossi). Μετά από δίμηνη πολιορκία η Βάρις παραδόθηκε, αλλά ο Μέλης διέφυγε, συνεργάσθηκε με τους Νορμανδούς και επιτέθηκε εκ νέου σε Βυζαντινά εδάφη.

Το 1018 ο Βυζαντινός στρατός, με επικεφαλής τον Βασίλειο Βοϊωάννη, συνέτριψε τους Νορμανδούς στο Κανούσιον, κοντά στις Κάννες. Ο Λατίνος συγγραφέας Leo από την Όστιαέγραψε: «Όταν ο (Βυζαντινός) Αυτοκράτορας έμαθε ότι γενναίοι ιππότες είχαν εισβάλει στη χώρα του, έστειλε τους
καλύτερους στρατιώτες του εναντίον τους. Οι Νορμανδοί νίκησαν στις πρώτες τρεις μάχες. Όταν όμως αναμετρήθηκαν με τους Ρώσους (Βαράγγους) ηττήθηκαν κατά κράτος και ο στρατός τους διαλύθηκε εντελώς». Φαίνεται ότι ο Βασίλειος προετοίμαζε ευρεία ανακατάληψη της Σικελίας και της Ιταλίας. Το ίδιο έτος (1018) απέστειλε κατά των Αράβων στη Σικελία τον πρωτοσπαθάριο Ορέστη με Βαράγγους πολεμιστές.
Η επιχείρηση δεν ολοκλήρωσε τελικά τους στόχους της. Το ανατολικό σύνορο δεχόταν νέες επιθέσεις. Το 1021 ο βασιλιάς της ενδότερης Ιβηρίας και Αβασνίας, Γεώργιος Α’, κατέλαβε πόλεις από το Βυζαντινό θέμα Ιβηρίας. Ο Βασίλειος ανακατέλαβε τις περιοχές και, στη μάχη της Ανακουφής, τον Σεπτέμβριο του 1022, νίκησε τον Γεωργιανό στρατό. Οι Βάραγγοι επιτέθηκαν πρώτοι και διέσπασαν το μέτωπο των αντιπάλων. Το 1032 ο στρατηγός Γεώργιος Μανιακής απώθησε τους Άραβες που πολιορκούσαν την Αντιόχεια και ανακατέλαβε την Έδεσσα. Ο Μανιακής απέστειλε έναν Βάραγγο για να μεταφέρει ένα μήνυμα στον εμίρη του Χαρράν.
Ο Βάραγγος στρατιώτης έχασε την ψυχραιμία του και κτύπησε τον Εμίρη με τον πέλεκύ του. Το 1035 οι Βάραγγοι συμμετείχαν στη δύναμη του Νικολάου Πεγωνίτη, ο οποίος κατέλαβε το οχυρό Μπέρκρι της Αρμενίας. Το 1038 οι Βυζαντινοί επέστρεψαν στη Σικελία για να εκδιώξουν τους Άραβες. Το στράτευμα υπό τον Μανιακή περιελάμβανε Βαράγγους με επικεφαλής τον Χάραλντ Χαρντράντα. Τα Αυτοκρατορικά σώματα κατέλαβαν τη Μεσσήνη, νίκησαν τους Άραβες στις μάχες της Ραμέττα και της Τράινα και απελευθέρωσαν 13 πόλεις της Σικελίας. Ο Χαρντράντα μάλιστα έλαβε τον τίτλο του Μεγλαβίτη για την πολεμική του αρετή. Την ίδια περίοδο στασίασε και πάλι η Βάρις και άλλες κάτω Ιταλικές πόλεις.
Στο Βυζαντινό εκστρατευτικό σώμα που στάλθηκε εναντίον τους συμμετείχαν και Βάραγγοι υπό τον Χαρντράντα. Οι Βυζαντινοί βρίσκονταν πλέον σε ανοικτή αντιπαράθεση με τους Νορμανδούς, οι οποίοι επιδίωκαν να τους εκδιώξουν πλήρως από τον Ιταλικό χώρο. Στις 17 Μαρτίου 1041 οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν στη μάχη του Ολιβέντο και στις 4 Μαίου στο Μοντεματζόρε. Οι Βάραγγοι υπέστησαν μεγάλες απώλειες στις μάχες αυτές. Το 1041 ένα Βουλγαρικό στασιαστικό κίνημα υπό τον Πέτρο Δελεάνο εκτράπηκε σε λεηλασίες στη Μακεδονία. Ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ Δ’ Παφλαγών (1034 – 1041) διέλυσε το κίνημα με Βυζαντινούς και Βαράγγους στρατιώτες.
Ο Χαρντράντα έλαβε το αξίωμα του σπαθαροκανδιδάτου για τη συμμετοχή του στην εκστρατεία. Ο νέος Αυτοκράτορας Μιχαήλ Ε’ Καλαφάτης (1041 – 1042) ήλθε σε σύγκρουση με τον Χαρντράντα και τον φυλάκισε. Σύντομα, όμως, ανατράπηκε από λαϊκή εξέγερση και αντικαταστάθηκε από τον Κωνσταντίνο Θ’ Μονομάχο (1042 – 1055). Ο Χαρντράντα απελευθερώθηκε και σύντομα αναχώρησε για τη Νορβηγία, όπου έγινε βασιλιάς με τα χρήματα τα οποία είχε συγκεντρώσει από την υπηρεσία του. Φαίνεται ότι κατά την εξέγερση οι Βάραγγοι φρουροί των ανακτόρων δεν προέβαλαν ουσιαστική αντίσταση κατά του όχλου. Το 1043 ο Γεώργιος Μανιακής επαναστάτησε κατά του Αυτοκράτορα.
Στη μάχη του Οστρόβουοι στασιαστές νίκησαν, αλλά ο Μανιακής σκοτώθηκε και το κίνημα διαλύθηκε. Οι Βάραγγοι παρήλασαν κατά τη θριαμβική πορεία στην Κωνσταντινούπολη με τους πελέκεις τους ψηλά, πίσω από το κομμένο κεφάλι του Μανιακή. Το ίδιο έτος ο πρίγκηπας Γιαρόσλαβ του Κιέβου πραγματοποίησε επίθεση με 400 πλοία κατά της Κωνσταντινούπολης. Ο Ρωσικός στόλος τελικά καταστράφηκε, αλλά οι Ρωσικής καταγωγής Βάραγγοι φρουροί απομακρύνθηκαν προσωρινά από την πόλη σε ακριτικές επαρχίες, από φόβο μήπως ενωθούν με τους Ρώσους. Στο δυτικό σύνορο η πίεση εντεινόταν συνεχώς.
Το 1046 ενισχύσεις Βαράγγων αποβιβάσθηκαν στη Βάρι και, το 1048, κατέλαβαν τις πόλεις Στίρα και Λέτσε, ενώ η Βάρις στασίασε ξανά. Η συμμαχία του Πάπα και των Βυζαντινών κατά των Νορμανδών δεν απέδωσε καρπούς και σταδιακά οι Βυζαντινοί απωθήθηκαν από την Ιταλία. Το 1066 οι Νορμανδοί κατέλαβαν τον Τάραντα, το Ρήγιο και τον Υδρούντα. Πολλοί Βάραγγοι διέφυγαν με πλοία από τις περιοχές αυτές. Η Αυτοκρατορία μετέθετε συνεχώς Βαράγγους στην Ιταλία για να αναχαιτίσει τους Νορμανδούς. Στις 16 Απριλίου 1071 η Βάρις περιήλθε στην κατοχή των Νορμανδών και η Βυζαντινή Ιταλία χάθηκε. Το 1071 αποτελεί έτος ορόσημο για την παρακμή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Μετά την πτώση της Ιταλίας οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν από τους Σελτζούκους Τούρκους στο Μαντζικέρτ (26 Αυγούστου). Οι πηγές δεν αναφέρουν την παρουσία Βαράγγων στη μάχη, αν και πολλοί μελετητές θεωρούν ότι έλαβαν μέρος και μάλιστα με μεγάλες απώλειες. Μετά το Μαντζικέρτ οι αριστοκράτες της επαρχίας άρχισαν να αντιδρούν στην κεντρική εξουσία. Το 1077 στασίασε ο Νικηφόρος Βρυέννιος επικουρούμενος από τον αδελφό του, Ιωάννη. Οι Βάραγγοι επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στις δυνάμεις του Ιωάννη και τις έτρεψαν σε φυγή. Η προϊούσα παρακμή της Αυτοκρατορίας επέφερε χαλάρωση της πειθαρχίας της φρουράς, αφού αναφέρεται ότι μεθυσμένοι Βάραγγοι επιτέθηκαν στον Αυτοκράτορα Νικηφόρο Γ’  Βοτανειάτη (1078 – 1081).
Το 1081 ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός κατέλαβε τον θρόνο με τη βοήθεια Γερμανών φρουρών του παλατιού, οι οποίοι δωροδοκήθηκαν. Ο νέος Αυτοκράτορας βρέθηκε αντιμέτωπος με την απειλή των Νορμανδών, οι οποίοι επέδραμαν στα δυτικά παράλια της Βαλκανικής. Τον Οκτώβριο του 1081 οι Βυζαντινοί και οι Νορμανδοί συγκρούσθηκαν στο Δυρράχιο. Οι Βάραγγοι είχαν πρόσφατα ενισχυθεί με Αγγλοσαξωνικά και Αγγλοδανικά σώματα, φυγάδες από την Αγγλία μετά τη Νορμανδική κατάκτηση του 1066. Οι Νορμανδοί απέκοψαν τους Βαράγγους από το κύριο σώμα του Βυζαντινού στρατού και επιβλήθηκαν στο πεδίο της μάχης. Παρά τη νίκη τους, όμως, δεν κατάφεραν να προελάσουν στην ενδοχώρα και το 1083 το Δυρράχιο καταλήφθηκε από τους Βυζαντινούς.

Οι Βάραγγοι χρησιμοποιήθηκαν και πάλι στο βόρειο σύνορο της Αυτοκρατορίας το 1122 κατά των Ασιατικής καταγωγής Πατσινάκων στη μάχη της Βερόης. Οι Πατσινάκες είχαν δημιουργήσει έναν οχυρωματικό κύκλο με τα οχήματά τους, μια διάταξη την οποία οι λοιπές μισθοφορικές δυνάμεις αδυνατούσαν να ανατρέψουν. Τελικά, μια βίαιη έφοδος των Βαράγγων ανέτρεψε τις θέσεις των αμυνομένων. Ο Ρογήρος Β’, ο Νορμανδός βασιλιάς της Σικελίας, εκμεταλλεύθηκε τη συγκυρία της Β’ Σταυροφορίας (1147 – 1149) και επιτέθηκε στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα. Οι Βάραγγοι κατέφθασαν στη Θήβα, αλλά δεν κατόρθωσαν να αναχαιτίσουν τους Νορμανδούς.

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δοκιμαζόταν πλέον σκληρά. Στη Μικρά Ασία οι Τούρκοι νίκησαν τον Βυζαντινό στρατό στη μάχη του Μυριοκεφάλου (1176). Οι Βυζαντινές απώλειες ήταν σημαντικές και πολλοί Βάραγγοι έπεσαν στο πεδίο της μάχης. Ορισμένοι Άγγλοι Βάραγγοι στάλθηκαν από τους Βυζαντινούς στον βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκο Β’ για να του ανακοινώσουν την έκβαση της μάχης και να ζητήσουν βοήθεια κατά των Τούρκων. Η Αυτοκρατορία συρρικνωνόταν συνεχώς, τα χειρότερα, όμως, δεν είχαν συμβεί ακόμη. Το 1204 η Δ’ Σταυροφορία στράφηκε εναντίον της Κωνσταντινούπολης, την οποία κατέλαβε προκαλώντας ανυπολόγιστες καταστροφές. Οι Βάραγγοι φρουροί αντιστάθηκαν γενναία στα τείχη κατά των Φράγκων παραμένοντας πιστοί στην Αυτοκρατορία.

Μετά την Άλωση του 1204 η έδρα της Αυτοκρατορίας μεταφέρθηκε στη Νίκαια. Οι Βάραγγοι συνέχισαν να υπηρετούν ως μισθοφορικό σώμα τους Βυζαντινούς στη νέα πλέον πρωτεύουσα και συμμετείχαν στις εκστρατείες κατά των Φράγκων. Οι πληροφορίες τις οποίες διαθέτουμε για τη φρουρά κατά την Υστεροβυζαντινή περίοδο είναι ελάχιστες και φαίνεται ότι το σώμα ουσιαστικά άρχισε να χρησιμοποιείται κυρίως για εθιμοτυπικούς σκοπούς. Οι Βάραγγοι αναφέρονται το 1272 ως Αγγλοβαράγγειοι, όπως και πάλι το 1404. Πιθανότατα συνέχισαν να υφίστανται μέχρι το τέλος της Αυτοκρατορίας, έχοντας χάσει την αίγλη τους αλλά και την εμπιστοσύνη την οποία απολάμβαναν παλαιότερα από τους Αυτοκράτορες.

ΟΙ ΒΙΚΙΝΓΚΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΑΒΕΣ

Μια από τις αιτίες της εμπορικής διείσδυσης και της εξάπλωσης των Βίκινγκς στη Ρωσία ήταν ότι η χώρα αυτή συνέδεε γεωγραφικά τη Σκανδιναβία με τους Άραβες της Μέσης Ανατολής και τις μεγάλες εμπορικές τους αγορές. Οι Άραβες έμποροι ταξίδευαν πολύ συχνά σε εκτεταμένες περιοχές της Ρωσικής ενδοχώρας. Τα προϊόντα τους κατέληγαν στις μεγάλες πόλεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, της Ρωσίας, της Σκανδιναβίας αλλά και της δυτικής Ευρώπης. Στο πλαίσιο των εμπορικών τους συναλλαγών είχαν έλθει σε επαφή με τους, επίσης δραστήριους, Βίκινγκς. Οι Άραβες ονόμαζαν τους Βίκινγκς τους οποίους συναντούσαν στην Ανατολή Αρ – Ρους ή Βάρανκ (Βαράγγους).

Είναι ενδιαφέρον ότι οι Άραβες γεωγράφοι και λόγιοι είχαν αντιληφθεί πως οι Ρως ήταν λαός κοινής προέλευσης με τους Βίκινγκς, οι οποίοι λεηλατούσαν τη δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αφρική. Τους τελευταίους τους ονόμαζαν Αλ – Ματζούς (μάγους, παγανιστές) και Αλ – Ούρμαν (βόρειους). Οι σχέσεις και οι συναλλαγές των δύο λαών είχαν ενισχυθεί μετά τα μέσα του 8ου αιώνα, λόγω της ανακάλυψης πλούσιων κοιτασμάτων αργύρου στα εδάφη της Περσίας και του Αφγανιστάν, στον Ινδικό Καύκασο. Οι Βίκινγκς εκτιμούσαν ιδιαίτερα τα ασημένια Αραβικά νομίσματα (Dirham) και προτιμούσαν να συναλλάσσονται με αυτά.
Ειδικά στη νήσο Γκότλαντ, για παράδειγμα, κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου ή εστία συγκέντρωσης ποικίλων ποσών, έχουν ανακαλυφθεί περίπου 40.000 Αραβικά νομίσματα. Ο αριθμός είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακός, αν μάλιστα συγκριθεί με τα 38.000 Γερμανικά και τα 20.000 Φραγκικά νομίσματα από τον ίδιο χώρο. Όσο αφορά τα προϊόντα της συναλλαγής, οι Βίκινγκς διέθεταν γούνες, μέλι, κερί, δούλους, αλλά και όπλα, κυρίως σπαθιά και εγχειρίδια, ενώ οι Άραβες μετάξι, μπαχαρικά και κυρίως άργυρο. Οι Βίκινγκς και οι Άραβες έμποροι συναντιόνταν σε σπουδαία κέντρα της Ανατολής, όπως η πόλη Μπούλγκαρ στον μέσο Βόλγα, έδρα των Βουλγάρων και οι πόλεις Σάρκελ, στην Αζοφική θάλασσα και Ιτίλ, στην Κασπία, στις περιοχές των Χαζάρων.
Ενίοτε οι Βίκινγκς έμποροι ταξίδευαν σε ακόμη μεγαλύτερες αποστάσεις, φθάνοντας έως την πρωτεύουσα του χαλιφάτου των Αββασιδών, τη Βαγδάτη. Ο Άραβας γεωγράφος του 10ου αιώνα, Ιμπν Κουρνταντμπέχ, αναφέρει ότι οι Ρως που έφθαναν έως την Κασπία διέσχιζαν τη θάλασσα αυτή έως την πόλη Γιούργκαν της Περσίας. Από εκεί συνέχιζαν την πορεία τους με καμήλες έως τη Βαγδάτη. Η αντίστροφη πορεία ήταν επίσης δυνατή για τους Άραβες εμπόρους. Ακολουθώντας από Νότο τις εμπορικές οδούς της Ρωσίας, έφθαναν έως τη Σκανδιναβία προκειμένου να διαθέσουν τα προϊόντα τους. Ανάλογα διερευνητικά ταξίδια πραγματοποιούσαν και οι Άραβες της Δύσης.
Σύμφωνα με μια μεταγενέστερη ιστορική πηγή, ο Αμπντ Ελ Ραχμάν, ηγεμόνας των Αραβικών κτήσεων της Ισπανίας, απέστειλε το 845 τον ποιητή Αλ – Γκαζάλ σε διπλωματική αποστολή στους Αλ – Ματζούς. Αναφέρεται, επίσης, ότι ο Αλ – Ταρτουσί, Εβραίος έμπορος, αξιωματούχος στην αυλή της Κόρδοβας, επισκέφθηκε τη δανική πόλη Χέντεμπυ στα μέσα του 10ου αιώνα. Οι Άραβες περιέγραφαν από τη δική τους οπτική γωνία τους πολεμιστές και εμπόρους του Βορρά. Ο γεωγράφος Ιμπν Ρουστέχ (10ος αιώνας) παραδίδει μια αρκετά λεπτομερή αναφορά για πολλές πλευρές του βίου των Βίκινγκς: την εμφάνιση, την ενδυμασία, τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, τις νομικές διαδικασίες, τα ταφικά έθιμα και τις πολεμικές τους δραστηριότητες.
Ο χρονικογράφος Ιμπν Φαντλάν, που είχε σταλεί σε διπλωματική αποστολή στους Βουλγάρους του Βόλγα από τον χαλίφη Αλ – Μουκταντίρ το 921, περιέγραψε, με μάλλον αρνητικά χρώματα, τις συνήθειες και τα ταφικά έθιμα των Ρως εμπόρων στον Βόλγα. Σε γενικές γραμμές, φαίνεται ότι οι Άραβες θεωρούσαν τους Βίκινγκς λαό βαρβαρικό, με άγρια έθιμα, αλλά ικανούς πολεμιστές και γενναίους ανθρώπους. Οι σχέσεις των δύο ομάδων δεν ήταν πάντοτε ειρηνικές και δεν έλειψαν οι πολεμικές συγκρούσεις και οι εκατέρωθεν επιθέσεις. Στα μέσα του 9ου αιώνα οι Ρως έφθασαν για πρώτη φορά στην Κασπία. Το 864, σε μια μάλλον αναγνωριστική επιχείρηση, επιτέθηκαν και λεηλάτησαν την πόλη Αμπασγκούν, η οποία υπαγόταν στο εμιράτο του Αλίντ.
Μια νέα καταγεγραμμένη επίθεση πραγματοποιήθηκε μισό αιώνα αργότερα, το 910. Οι Ρως επιτέθηκαν τότε με 16 πλοία στις Ισλαμικές πόλεις της Περσίας, σε μια επιχείρηση περιορισμένης κλίμακας. Πολύ πιο φιλόδοξο ήταν το εγχείρημά τους δύο έτη αργότερα. Το 912 πεντακόσια πλοία των Ρως ανέπλευσαν τον ποταμό Δον έχοντας λάβει άδεια διέλευσης από το χανάτο των Χαζάρων. Ως αντάλλαγμα οι Χάζαροι θα λάμβαναν τη μισή λεία από τις επιδρομές. Αφού μετέφεραν τα πλοία τους έως τον Βόλγα, έφθασαν στην Κασπία και επέδραμαν με πρωτοφανή αγριότητα στις παράλιες αραβικές πόλεις καταστρέφοντας την Αμπασγκούν και την Αρντεμπίλ .
Οι Χάζαροι, όμως, αθέτησαν την εμπορική συμφωνία με τους Ρως, είτε για λόγους οικονομικού συμφέροντος είτε επειδή εξαγριώθηκαν από τις ακρότητες των Ρως κατά του άμαχου Αραβικού πληθυσμού. Το 913, όταν ο στόλος των Ρως εισήλθε στις περιοχές των Χαζάρων, στο Ιτίλ, οι τελευταίοι οργάνωσαν ενέδρα και κατέστρεψαν ολοκληρωτικά τον στόλο των επιδρομέων. Η καταστροφή αυτή περιόρισε τις επιδρομές των Βίκινγκς στην Κασπία Θάλασσα για μια τουλάχιστον γενιά. Το 943 επιτέθηκαν εκ νέου σε πόλεις της περιοχής του Καυκάσου. Αναπλέοντας τον ποταμό Κούρα της Αρμενίας έφθασαν στην πόλη Βάρδα, την οποία κατέλαβαν με αιφνιδιαστική επίθεση.
Αυτή τη φορά δεν απομακρύνθηκαν μετά την επίθεση με τα λάφυρα, αλλά διατήρησαν τον έλεγχο της πόλης για αρκετούς μήνες, λόγω των συνεχών αντεπιθέσεων των τοπικών δυνάμεων. Οι Ρως τελικά αποχώρησαν όταν ξέσπασε μια θανατηφόρα επιδημία, η οποία αποδεκάτισε τους πολεμιστές τους. Οι σχέσεις των Ρως και των Χαζάρων είχαν πλέον διαταραχθεί, καθώς η επέκταση των Ρωσικών ηγεμονιών απωθούσε σταθερά τους Χαζάρους από τις εύφορες πεδιάδες της Ουκρανίας. Το 971 ο Σβυατοσλάβος κυρίευσε τις μεγάλες πόλεις των Χαζάρων Σάρκελ και Ιτίλ, εκμηδενίζοντας οριστικά την ισχύ του χανάτου και επεκτείνοντας τη σφαίρα επιρροής του έως την Κασπία.

Η τελευταία περιπέτεια των Σκανδιναβών στη Μέση Ανατολή συνέβη το έτος 1041, κατά την αναζήτηση του Αραβικού αργύρου. Στα μέσα του 10ου αιώνα τα κοιτάσματα αργύρου των Αράβων είχαν αρχίσει να μειώνονται δραματικά και περί το 965 οι ποσότητες των Αραβικών νομισμάτων σε θησαυρούς της Σκανδιναβίας ελαττώθηκαν σημαντικά. Οι εμπορικές επιχειρήσεις των Σουηδών στην Ανατολή περιορίσθηκαν και έως το 1015 είχαν εγκαταλειφθεί πλήρως.

Μια γενιά αργότερα ο Ινγκβαρ ο Ταξιδευτής συγκέντρωσε το πλήρωμά του και ξεκίνησε από τη Σουηδία για να δημιουργήσει ή να ανακαλύψει εκ νέου τις εμπορικές οδούς που θα συνέδεαν τη Σκανδιναβία με την Αραβική Μέση Ανατολή. Διασχίζοντας τους ποταμούς της Ρωσίας, η αποστολή έφθασε έως την Κασπία Θάλασσα. Από εκεί ο Ινγκβαρ φαίνεται ότι συνέχισε είτε προς την Περσία είτε προς τις περιοχές της κεντρικής Ασίας. Η φιλόδοξη αποστολή συνάντησε την καταστροφή και ο ίδιος και οι άνδρες του τον θάνατο, πιθανώς από επιθέσεις τοπικών βαρβαρικών φύλων.
ΧΑΡΤΕΣ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Β’ 

 

Advertisements

About kostastz

ΙΣΤΟΡΙΑ- ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΤΕΧΝΗ-ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
This entry was posted in ΙΣΤΟΡΙΑ. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s