Ο Βιζυηνός στο φονικό του αδερφού του

Νικηφόρος Λύτρας, Το Ψαριανό μοιρολόγι, πριν το 1888

Η νουβέλα του Βιζυηνού «Ποιος ήτον ο φονεύς του αδερφού μου» είναι ίσως το πιο ιδιόμορφο αστυνομικό χρονικό της ελληνικής λογοτεχνίας.

Και είναι ιδιόμορφο, γιατί, ενώ συνδυάζει όλα τα αστυνομικά στοιχεία (φόνος, αναζήτηση ενόχων, παρέμβαση του ανακριτή που κινεί τα αστυνομικά νήματα, ανατροπή των δεδομένων κλπ) κι ενώ διαμορφώνεται ένα ασφυκτικό κλίμα μυστηρίου, ταυτόχρονα, σαν από θαύμα, η δράση κινείται αποκλειστικά εσωστρεφώς, υποσκελίζοντας την αστυνομική πλοκή που αναγκαστικά υποχωρεί μπροστά στη συναισθηματική άβυσσο των χαρακτήρων. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά στο οξύμωρο σχήμα όπου η αστυνομική δράση βρίσκεται σε πρώτο πλάνο και συγχρόνως περνά απαρατήρητη ή αλλιώς, όπου ο κεντρικότερος άξονας της ιστορίας μετατρέπεται σε περιτύλιγμα, αφού η εστίαση βρίσκεται πολύ μακριά του. Κι εδώ δε μιλάμε για το συνηθισμένο σχήμα της αλληγορίας ή της λογοτεχνικής αφετηρίας που τελικά θα οδηγήσει αλλού. Γιατί στον Βιζυηνό τα πράγματα ούτε υπονοούνται, ούτε συγκαλύπτονται από την τεχνική της έμμεσης νύξης. Εδώ μιλάμε για τη φυσικότητα της γάργαρης λογοτεχνικής ροής που ξεπερνά ακόμη και τα ίδια τα εκτυλισσόμενα γεγονότα επικεντρώνοντας στα ίχνη των μετέωρων ανθρώπων που στροβιλίζονται μέσα τους. Γιατί ο στόχος δεν είναι το σμίλευμα μιας ιστορίας, αλλά η κατάδειξη του ανθρώπου μέσα απ’ αυτή. Γι’ αυτό κάθε σεναριακή δομή στον Βιζυηνό, σε τελική ανάλυση, είναι επουσιώδης. Γιατί αναγκαστικά θα υποσκελιστεί από τα πορτρέτα των ανθρώπων.

Νικηφόρος Λύτρας, Το Ψαριανό μοιρολόγι, πριν το 1888
Νικηφόρος Λύτρας, Το Ψαριανό μοιρολόγι, πριν το 1888

Φυσικά, ο φόνος σηματοδοτεί την τραγωδία. Φυσικά, τα συγγενικά πρόσωπα του θύματος συγκλονίζονται. Φυσικά, η οδύνη της μάνας μπροστά στον αναπάντεχο χαμό του παιδιού της είναι αξεπέραστη. Όμως τα πράγματα δεν σταματάν εδώ. Ο φονιάς παραμένει άγνωστος, δηλαδή ασύλληπτος. Η θλίψη παίρνει την όψη της οργής, που μόνο η εκδίκηση μπορεί να τη γιατρέψει. Όταν ο Γεωργής επιστρέφει στο σπίτι, μετά το φόνο του Χρηστάκη, ο αδερφός του τού λέει για τη μητέρα: «Καμιά φορά ενόμιζον πως άρχιζε να ξεχνά τον Χρηστάκη, μα ποτέ δεν την είδα να ξεχάσει το φονιά του». Η ίδια η μητέρα φωνάζει: «Να τον ιδώ κρεμασμένον, να τραβήξω το σχοινί του, και ύστερα ας αποθάνω». Ο Γεωργής ξέρει καλά ότι η σκληρότητα της μητέρας δεν έχει καμία σχέση με τον αληθινό της χαρακτήρα. Ότι η φιλανθρωπία και η γενναιοδωρία της ήταν γνωστή σε όλη τη γειτονιά: «Διότι, ναι μεν, εκδίκηση λέγουσα, ηννόει κυρίως δικαιοσύνην. Αλλά την δικαιοσύνην ταύτην δεν την ηννόει άνευ προσωπικής αυτής ικανοποιήσεως προσμετρουμένην μόνον υπό της απαθούς χειρός του νόμου». Η μεταμόρφωση της μάνας δεν είναι παρά η απεικόνιση του μίσους που κινεί όλη τη δράση. Γιατί το μίσος, ως ακατανίκητο συναίσθημα μπορεί να κινήσει και βουνά. Βρισκόμαστε μπροστά στην απόλυτη συναισθηματική έξαρση που τελικά επισκιάζει ακόμη και την ίδια την τραγωδία, αφού η απώλεια περνά σε δεύτερη μοίρα (όπως ομολογεί και ο ίδιος ο αδερφός). Θα έλεγε κανείς ότι το μίσος λειτουργεί ως ψυχικός μηχανισμός άμυνας, καθώς στρέφει το ενδιαφέρον στα επουσιώδη συσκοτίζοντας τα πρωτεύοντα. Γιατί καμιά εκδίκηση δεν μπορεί να εξηγηθεί ορθολογιστικά μπροστά στο αμετάκλητο της απώλειας. Όμως η εμμονή στην απώλεια δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην τρέλα. Η εκδίκηση μετατρέπει τη διοχέτευση της οργής σε παρηγοριά, μετουσιώνεται δηλαδή σε όραμα ατομικό, η εκπλήρωση του οποίου δεν είναι παρά ο απεγκλωβισμός από τη στασιμότητα. Αν η απώλεια είναι το τέλος του χρόνου, η εκδίκηση είναι η επανεκκίνηση του. Αν η οδύνη ισοδυναμεί με άρνηση του μέλλοντος, πρέπει – με κάθε τρόπο -το ενδιαφέρον για τη ζωή να επαναφερθεί. Υπό αυτή την έννοια η εκδίκηση και το μίσος γίνονται δεκανίκι της ύπαρξης που τείνει να καταρρεύσει. Γίνονται δηλαδή ευλογία. Κι εδώ ακριβώς βρισκόμαστε στη γέννηση των ανθρώπινων παθών, που δεν είναι τίποτε άλλο από τα στρεβλά δεκανίκια της ύπαρξης. Αλίμονο στη μητέρα αν δεν κατέφευγε στην εκδίκηση (ή σε οποιαδήποτε άλλη ψευδαίσθηση), θα τρελαινόταν. Αναγκαστικά κάθε (εκδικητική) αυτοδικία επικαλείται την επίφαση της δικαιοσύνης. Γιατί πρέπει να συγκαλύψει την αναγκαιότητα της διατήρησης της ύπαρξης μέσα από αυτήν. Γιατί μόνο η πανανθρώπινη – αντικειμενική αποδοχή, ως ηθική δικαίωση ξεκάθαρα αναγνωρισμένη, αποτινάζει την ομολογία κάθε ανορθολογικότητας. Γιατί κανένα μέλλον δεν χτίζεται πάνω στη συνείδηση του παραλόγου. Γιατί: «….ο φτωχός μας ο Χρηστάκης δεν ευρίσκει ησυχία, μόνο παλεύει μέσα στο μνήμα του όσες φορές νιώθει το φονιά του να πατή τα χώματα. Και τον νιώθει παιδί μου!».

Όμως, αν η εκδίκηση κινεί τα νήματα στη μάνα, το ίδιο καθορίζει και τα βήματα του Κιαμήλ που ζούσε ευτυχισμένος με τη συντροφιά του καλύτερού του φίλου, του οποίου την αδερφή αρραβωνιάστηκε. Κι όταν ο Χαραλαμπής, ο γιος του Μητάκου, ο ταχυδρόμος, δολοφόνησε τον «αδερφοποιητό» του σε συμπλοκή (που ήταν μπροστά ο Κιαμήλ χωρίς να μπορέσει να βοηθήσει) ήταν αδύνατο να πνίξει την οργή του. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο πατέρας του «αδερφοποιητού» του, ο πεθερός του, τον κατηγόρησε και διέλυσε τον αρραβώνα πιέζοντάς τον για εκδίκηση: «Αφήκες να σκοτώσουν τον αδελφοποιητό σου, χωρίς να αδειάσεις το τουφέκι σου, κι έρχεσαι στο σπίτι μου, χωρίς το κεφάλι του φονιά στο χέρι σου; Είσαι άνανδρος! Είσαι προδότης!» Όταν ο Κιαμήλ υπό το βάρος των γεγονότων κατέρρευσε, τον περιμάζεψε σε άθλια κατάσταση η μητέρα και τον περιποιούταν για μήνες μέχρι να συνέλθει. Η μοίρα παίζει τα πιο παράξενα παιχνίδια εν αγνοία των ανθρώπων. Ο Χαραλαμπής γνωρίζει ότι κινδυνεύει και προτείνει στον Χρηστάκη να αναλάβει αυτός τη δουλειά του ταχυδρόμου. Τον διαλέγει επίτηδες, αφού όλοι ξέρουν ότι μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό. Ο Χαραλαμπής ξέρει ότι ο άνθρωπος που θα του στήσει καρτέρι, βλέποντας τον Χρηστάκη – και μάλιστα φορώντας την ίδια ταχυδρομική στολή – είναι αδύνατο να μην μπερδευτεί. Στέλνει το Χρηστάκη σαν πρόβατο στη σφαγή για να εξιλεώσει τον διώκτη του, τον Κιαμήλ. Ο Κιαμήλ έχει πάρει πληροφορίες από ένα μυλωνά και ξέρει ότι ο φονιάς του αδερφοποιητού του είναι ο Χαραλαμπής. Ενεδρεύει και πυροβολεί από απόσταση τον Χρηστάκη, πέφτοντας στην παγίδα του Χαραλαμπή.

Σταδιακά βλέπουμε να εκτυλίσσεται μια οιδιπόδεια τραγωδία. Ο Κιαμήλ τρέφει την πιο ειλικρινή ευγνωμοσύνη απέναντι στη μητέρα. Είναι πρόθυμος να κάνει τα πάντα για να ανταποδώσει την ευεργεσία. Και η μητέρα τον θεωρεί ψυχογιό της. Η μητέρα του Κιαμήλ έρχεται από την Πόλη. Δηλώνει ότι θεωρεί την οικογένεια που έσωσε τον Κιαμήλ αδερφική. Όλοι κάνουν τα πάντα για να ανακουφίσουν τον πόνο της μητέρας. Η μητέρα του Κιαμήλ τους προσκαλεί όλους στην Πόλη ξεκαθαρίζοντας ότι ο άλλος της γιος είναι ανακριτής και θα κινήσει γη και ουρανό για να βρει το δολοφόνο του Χρηστάκη. Όμως ο Βιζυηνός δεν εστιάζει στο ανίσχυρο των ανθρώπων απέναντι σε μια μοίρα αδυσώπητη. Δεν στέκεται δηλαδή μοιρολατρικά μπροστά στην παντοδυναμία ενός ανίκητου πεπρωμένου. Γιατί αυτό θα ματαίωνε κάθε ανθρώπινη δράση και η παθητική αναμονή της μοίρας δεν αφορά τους ανθρώπους. Εξάλλου, οι χαρακτήρες του Βιζυηνού επιβεβαιώνουν το άκρως αντίθετο, αφού όχι μόνο ενεργούν διαμορφώνοντας οι ίδιοι τη μοίρα τους, αλλά ενσαρκώνουν τις πιο έντονες επιθυμίες μορφοποιώντας τον ανεμοστρόβιλο της ζωής. Γιατί η φρενίτιδα της εκδίκησης αφορά και την μητέρα και τον Κιαμήλ και τον πατέρα του αδερφοποιητού, και τα ανθρώπινα συναισθήματα αποδεικνύονται ο ισχυρότερος διαμορφωτικός μηχανισμός της μοίρας. Η ίδια η πολυπλοκότητα των συναισθημάτων, που πάντα κινούνται από δυνάμεις αντίρροπες, σηματοδοτούν την πολυπλοκότητα της μοίρας που θα γεννήσει καταστάσεις αντιφατικές δημιουργώντας την επιφανειακή εντύπωση του ανθρώπου – έρμαιου. Κι εδώ ακριβώς βρίσκονται οι ρίζες της τραγωδίας. Στις συναισθηματικές αντιφάσεις που δημιουργούν τις έκων – άκων συμπεριφορές. Η μητέρα δημιουργεί τις πιο ανιδιοτελείς, τις πιο τίμιες σχέσεις με την οικογένεια του Κιαμήλ. Η καλοσύνη ξεπερνά όλα τα κοινωνικά κι όλα τα εθνικά όρια. Η διαφορά της καταγωγής (Έλληνες και Τούρκοι) εκμηδενίζεται μπροστά στην ορμή των συναισθημάτων κι αυτό πιστοποιεί την αμετάκλητη ανθρώπινη ενεργητικότητα. Γιατί η άκριτη υιοθέτηση όλων των εθνικών ή ταξικών διαφορών που πρέπει να αναπαραχθούν ως επιβεβλημένη κληρονομιά είναι η αποθέωση της παθητικότητας, κι αυτό απέχει πάρα πολύ από τους χαρακτήρες του Βιζυηνού που μοιραία αποκτούν πανανθρώπινες διαστάσεις, μετατρέποντας το προσωπικό τους δράμα σε δικό μας. Γιατί η συναισθηματική τους πολυπλοκότητα είναι δική μας. Γιατί η αιώνια πάλη του καλού και του κακού, που ενυπάρχουν ταυτόχρονα ως κινητήριες δυνάμεις της ύπαρξης, είναι δική μας. Και οι ακούσιες παρεμβολές του κακού μέσα στα όρια του καλού, που καταδεικνύουν το αναγκαστικό νεφέλωμα των ορίων (αρχή κάθε τραγωδίας) κι αυτές δικές μας είναι. Γιατί μόνο έτσι πλάθεται το «υφάδι των παθών» που ονομάζεται μοίρα. Γιατί ο Κιαμήλ τρελαίνεται όταν μαθαίνει τι ακριβώς έχει συμβεί. Γιατί η μητέρα αγνοεί την αλήθεια κι εξακολουθεί να αναζητά το φονιά. Γιατί περιμαζεύει και πάλι τον Κιαμήλ στο σπίτι. Γιατί ο Κιαμήλ «καλλιεργεί τα λουλούδια πάνω στον τάφο του Χρηστάκη μας». Γιατί κάποιοι θεωρούν άγιο τον αγαθό παράφρονα Κιαμήλ. Γιατί ο Γιωργής, ο κάτοχος της αλήθειας, καταφεύγει στη σιωπή.

 Βιζυηνός ΓεώργιοςΠοίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου

http://eranistis.net/

Θανάσης Μπαντές

Advertisements

About kostastz

ΙΣΤΟΡΙΑ- ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΤΕΧΝΗ-ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
This entry was posted in ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s